Archive for Ιανουαρίου 2008
Επιτάφιος
Ο μικρός Χριστόδουλος περιεργάστηκε, άλλη μια φορά, το περίτεχνο ράσο που φορούσε. Η μαμά του πάντα τού έραβε αυτή τα ρούχα του, και τα παπαδίστικα – ήταν βλέπετε παπαδάκι στην ενορία του – με απαράμιλη τέχνη. Τούτα όμως τα παπαδίστικα ήταν το κάτι άλλο. Έλαμψαν τα μάτια του μικρού από χαρά. Ήταν τόσο περήφανος.
Μα, πού ήταν αλήθεια η μαμά του. Θα ‘λεγε κανείς πως τώρα δα του φώναξε από κάτω από το ιερό: Χριστοδουλάκο μου, άλλαξε και πάμε…μας περιμένουν στο σπίτι. Και άξαφνα ο μικρός Χριστόδουλος βρέθηκε να πετάει στα σύννεφα. Το αίσθημα της ελευθερίας ήταν ανεπανάληπτο. Ο μικρός Χριστόδουλος κάθισε κατάχαμα, πάνω σ’ ένα συννεφάκι κι αναρωτήθηκε: Μα είναι δυνατόν οι άνθρωποι να πετούν σαν τα πουλιά ; Να που ήταν λοιπόν. Από κάτω του η πολιτεία αχνοφαινόταν. Η πρωινή καταχνιά την τύλιγε. Οι καμπάνες αντηχούσαν πένθιμα από όλες τις γωνιές της. Σαν να ήταν Μεγάλη Παρασκευή, σκέφτηκε ο μικρός. Θα πρέπει όμως αυτό το Πάσχα να ήταν προώρο γιατί δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί αλλιώς το πώς η πολιτεία ήταν ζωσμένη από τον χιονιά.
Ξαφνικά μια γνώριμη φωνή ακούστηκε από μακριά. Χριστόδουλάκο μου ! Ο μικρός Χριστόδουλος ανασήκωσε τα μάτια του. Στο βάθος η μαμά του τον καλούσε με την αγκαλιά της ανοιχτή και ένα πλατύ χαμόγελο. Πίσω της, μέσα στα σύννεφα, ξεπρόβαλε μια μεγάλη μεταλλική αυλόπορτα. Παρά το κρύο, του μικρού του φάνηκε πως μοσχοβολούσαν οι πασχαλιές. Σήκω παιδί μου, είπε ξανά η μητέρα, πάμε σπίτι μας. Ο μικρός Χριστόδουλος σηκώθηκε. Έδωσε το χεράκι του στην μαμά του. Αυτή το πήρε τρυφερά και κίνησαν για το σπίτι…
Χριστιανισμός
Μελέτες που έχουν γίνει από τον Καθηγητή π. Ιωάννη Ρωμανίδη έφεραν στο φως ιστορικά γεγονότα ότι το filioque χρησιμοποιήθηκε από τους Φράγκους εναντίον των Ρωμαίων, τόσο του Δυτικού όσο και του Ανατολικού τμήματος της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμαίοι Ορθόδοξοι Πάπες αντιδρούσαν ηρωϊκά εναντίον της εισαγωγής του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως.
Ο εν λόγω όρος εισήχθη, τελικά, όταν για πρώτη φορά ανήλθε στον θρόνο της παλαιάς Ρώμης ο Ιταλοφράγκος Πάπας Βενέδικτος Η’ (1009 ή 1014). Οι δυτικοί και ανατολικοί Ρωμαίοι του Θ’ αιώνος παρέμεναν πιστοί στην Ορθοδοξία και αντιμάχονταν τους Φράγκους ως ετεροδόξους.
Εν κατακλείδι, το σχίσμα δεν τελέστηκε μεταξύ Ρωμαίων Παπών και Ρωμαίων Πατριαρχών, αλλά μεταξύ Ρωμαίων Παπών και Πατριαρχών από την μια μεριά και Φράγκων αιρετικών από την άλλη.
_________________
Απόσπασμα από ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, Ιούνιος 2001
Θεολογία
Σε επιστημονική διάσταση, ο θεός ορίζεται ως ένα ον που διαθέτει στον υπέρτατο βαθμό όλες τις θετικής σημασίας ιδιότητες, όπως τη γνώση, την καλοσύνη, τη δύναμη, κ.α. [1] Μ’ άλλα λόγια θεωρείται ως μια οντότητα που ξεπερνά τα όρια του ανθρώπου και κάθε άλλου εγκόσμιου όντος.
Ως κεντρικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που προσδιορίζουν το βάθος της έννοιας του θεού αναφέρονται συνήθως η αιωνιότητά του, η παντοδυναμία του, η απεριόριστη σοφία του και η απόλυτη αγαθότητά του.
Ο Πλάτων…αντιδιέστειλε τον μη προσιτό στις αισθήσεις μας κόσμο των ιδεών από τα κακέκτυπα απεικάσματα εκείνων μέσα στο χώρο του αισθητού κόσμου. [2] Για τον ανθρώπινο νου είναι απρόσιτη η ουσία των εμπειριών του. Γι’ αυτό αρκείται σε δοξασίες, δηλαδή σε απλώς πιθανολογούμενους, αλλά μη πλήρως αποδεικνυόμενους ισχυρισμούς, σε αντιδιαστολή προς τις πλατωνικές ιδέες που είναι αιωνίως αμετάβλητες. [3] Έτσι ο Πλάτων καταλήγει στην ίδια παραδοχή του Γοργία, δηλαδή στην αδυναμία του ανθρώπινου νου να συλλάβει την ουσία του όντος, αφού οι παραστάσεις των αισθητών είναι απατηλές εικόνες και παρακινούν σε φανταστικά είδωλα, [4] με αποτέλεσμα την αδυναμία ευκρινούς διαχωρισμού και οριοθέτησης του ψεύτικου από τ’ αληθινό. [5] Οπωσδήποτε, για τον Πλάτωνα, η απρόσιτη στην ανθρώπινη θέαση θεότητα είναι αιώνια (αΐδιος [6]) και άφθαρτη, [7] και πάντως δεκτική προσέγγισης αποκλειστικώς διαμέσου της περισυλλογής, και όχι διαμέσου μορφών εξωτερίκευσης, [8] όπως κατ’ εξοχήν είναι οι λατρευτικές πράξεις.
Κατά τον Αριστοτέλη ο θεός δεν εμφανίζεται ως ουσία έξω του κόσμου και πέραν από τις δυνατότητες διανοητικής προσέγγισης. Σε αντίθεση με το δάσκαλό του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης προσβλέπει στο θεό ως ουσία και ενέργεια μέσα στον κόσμο της νόησης και της ζωής. Το σχετικό χωρίο στα Μετά τα φυσικά [9] είναι σκοτεινό. Ερμηνευτικώς όμως μπορούμε να αντλήσουμε τις ακόλουθες θέσεις του:
(α) ότι ο θεός δεν έχει μορφή (είναι αϊδιος),
(β) ότι παρακινεί σε απορία, ως η κατ’ εξοχήν άξια απορίας υπερβατική έννοια,
(γ) ότι μας είναι προσιτός αποκλειστικώς μέσα στο νου μας, ως ζωντανή δυναμική ενέργεια (κάτι που θυμίζει τον αποκαλυπτικό λόγο του Ιησού: πνεύμα ο θεός [Ιωάννου δ’ 24]),
(δ) ότι αυτή η δυναμική ενέργεια κάθε άλλο παρά νεκρή είναι (μ’ αυτό το νόημα είναι ζωή, αν και ο νους μας δεν είναι σε θέση να συλλάβει τη φύση της ζωής αυτής της δυναμικής ενέργειας), και
(ε) ότι είναι διαρκής, παντοτινός και άχρονος (δίχως αρχή και χωρίς τέλος).
Στην αντίληψη για την υπερβατική, απρόσιτη και αιώνια ουσία της θεότητας, επανήλθαν οι Στωικοί. Ήδη ο Ζήνων τόνιζε ότι ο θεός, επειδή συγκροτεί την αφετηρία (το ένα) και ενυπάρχει μέσα σ’ όλα (το πάν), είναι αιώνιος και δίχως τέλος. [10] Ο θεός, για τους Στωικούς, είναι σώμα, λόγος, πνεύμα, τεχνικό πυρ, φύση, ψυχή του κόσμου, συνείδηση του κόσμου, επιπροσθέτως όμως είναι και ο δημιουργός του κόσμου, έτσι όπως διέπλασε το σύμπαν από τη στερούμενη ποιοτικής ουσίας ύλη. [11] Αλλά και αντιστρόφως, ο κόσμος είναι θεός, είναι το σώμα του θεού, [12] η πραγματική διάστασή του, [13] ενώ εξ άλλου η διαμέσου της αρετής ενατένιση των ανθρώπων προς τους θεούς απαιτεί μόχθο και προσπάθεια. [14] Αυτήν τη διδασκαλία συνεχίζει ο Κλεάνθης, καθώς παρατηρεί ότι δύο κύριες αρχές συγκροτούν το σύμπαν, ο δημιουργός και το δημιούργημά του. Και δημιούργημα μεν είναι η ύλη, δημιουργός δε ο ενυπάρχων μέσα στην ύλη λόγος – ο θεός, που είναι αιώνιος. [15] Κατά διήγηση του Διογένη Λαέρτιου, την ίδια θέση υποστήριζαν περαιτέρω από τους Στωικούς ο Χρύσιππος, ο Αρχέδημος και ο Ποσειδώνιος. [16] Και κατά τον Φίλωνα ο θεός είναι άρρητος, απερινόητος και ακατάληπτος, [17] κι ακόμη «άποιος», δηλαδή δίχως ποιοτικούς προσδιορισμούς της ουσίας του, [18] η οποία, παρά ταύτα, προσδιορίζεται ως ο Νους του θεού – ένας νους που είναι απρόσιτος στους ανθρώπους, όμως τους αποκαλύπτεται δια μέσου του Λόγου, ως υιού του θεού. [19]
Κατά τον Επίκτητο, ο θεός δεν έχει σαρκική υπόσταση, ούτε -γενικότερα- οντική, μήτε πάλι εξαντλείται σε απλή φήμη. Η ουσία του θεού είναι υπερβατική, έτσι που μόνον υπερβατικώς να μπορούμε να την στοχαστούμε, ως τη συμπαντική φρόνηση (νου, επιστήμη, λόγο ορθό) και αγαθότητα. [20]
____________________
[1] Θ. Πελεγρίνης, Λεξικό της Φιλοσοφίας, λ. θεός, σελ. 267.
[2] Πλάτων, Πολιτεία, 517 b 8 – c 5.
[3] Πλάτων, Σοφιστής, 252 a 7 – 8.
[4] Πλάτων, Σοφιστής, 260 c 8 – 9.
[5] Πλάτων, Σοφιστής, 263 d 2 – 4.
[6] Αϊδιος (γραφή που επικράτησε αντί του ορθού αϊδιος) και σημαίνει αιώνιος, παντοτινός (βλ. Σταματάκον, Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, λ. αϊδιος, σελ. 37), ενώ αρχικά σήμαινε απρόσωπος, δίχως μορφή.
[7] Πλάτων, Φαίδων, 106 c 9-e 7.
[8] Αιμ. Μπουρατινός, Λόγος και σύγχρονη επιστήμη. Η Φιλοσοφία του Λόγου. Επιμέλεια έκδοσης Κ. Βουδούρης, Αθήνα,1996, σελ. 113.
[9] Λ’ 7, 1072 b 25 – 30.
[10] Ζήνωνος, Περί φύσεως, 1.1-1.2.
[11] Χρύσιππος, Fragmenta logica et physica, 300.1-3.
[12] Πρβλ. Χρύσιππος Fragmenta logica et physica, 313.1-313.9 [Πλούταρχος, 48. 1085 b].
[13] M. Dragona – Monachou, The Stoic Arguments for the Existence and the Providence of the Gods, Athens 1976, σελ. 283.
[14] Χρύσιππος, Fragmenta logica et physica, 131.15-16.
[15] Διογένης Λαέρτιος, 493.1-5.
[16] Ioannes ab Arnim, Stoicorum Veterum Fragmenta, II 300 1-3 σελ. 111 (πρβλ. και Ι 85 1-3 σελ. 24. Βλ. επίσης στον ψηφιακό δίσκο του Θησαυρού της ελληνικής γραμματείας, Διογένους Λαερτίου Fragmenta 257-258.
[17] Φίλων, Περί των μετονομαζομένων και ών ένεκα μετονομάζονται, 20.2-21.2.
[18] Φίλων, Νόμων ιερών αλληγορίας των μετά την εξαήμερον το πρώτον, 1.36.4-39.1.
[19] Ε. Μαραγγιανού, Η έννοια του λόγου στο έργο του Φίλωνος του Αλεξανδρέως. Η Φιλοσοφία του Λόγου. Επιμέλεια έκδοσης Κ. Βουδούρης, Αθήνα,1996, σελ. 91-92.
[20] Αρριανού, των Επικτήτου Διατριβών, Β’ 2.8.1-3.
______________________
[i] Απόσπασμα από την ομιλία του Καθηγητή πατρός Κωνσταντίνου Μπέη στην εναρκτήρια συνεδρίαση (Λάτσειο Μέγαρο, Πύργος Ηλείας) του 18ου Διεθνούς Συμποσίου Φιλοσοφίας, που διεξήχθη μεταξύ 30 Ιουλίου και 3 Αυγούστου 2007 στην Αρχαία Ολυμπία (συνεδριακό κέντρο ΣΠΑΠ). Το πλήρες κείμενο της ομιλίας θα δημοσιευθεί στον ετήσιο τόμο του περιοδικού ΣΚΕΨΙΣ, που εκδίδεται από το Ολυμπιακό Κέντρο Φιλοσοφίας και Παιδείας.
Καλό ταξίδι Χριστόδουλε
Εκοιμήθη, σήμερα 28 Ιανουαρίου 2008, στις 05:15΄ ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Σε όλη τη διάρκεια της ιερατείας του αγωνίσθηκε με πάθος υπέρ του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωσή του περί των ελληνικών πατρίδων: “Δεν υπάρχουν χαμένες πατρίδες. Υπάρχουν αλύτρωτες πατρίδες“.
Λογοτεχνία
Κείμεθα τοις κοίνων πειθόμενοι νομίμοις»
Ποία εκείνα τα νόμιμα και εκείνοι οι θεσμοί του Λυκούργου και ποίαι αι σήμερον πλεκτάναι των νόμων ! …
… Τι άλλο είναι σήμερον οι νόμοι και το πολίτευμα ειμή αδιέξοδος λαβύρινθος αρχών επίτηδες πολυπλασιαζομένων, δια να κορεσθή το σμήνος των ακόρεστων ραδιούργων, οίτινες τρεφόμενοι εκ των ιδρώτων του λαού τον καθιστούν καθημέραν πενέστερον …
Από τον «Θάνο Βλέκα» του Παύλου Καλλιγά, έκδοση του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη, σειρά “Νεοελληνική βιβλιοθήκη”, Αθήνα 1991
___________________________
«Θάνος Βλέκας»: μακρυνός πρόγονος του ηθογραφικού μυθιστορήματος, 1855
Παύλος Καλλιγάς (Σμύρνη 1814 – Νέο Φάληρο 1896): νομοδιδάσκαλος, πολιτικός, οικονομολόγος, ιστορικός και φιλόλογος. Σπούδασε νομικά στην Γερμανία (Μόναχο, Βερολίνο, Χαϊδελβέργη), αλλά καταπιάνεται με την μελέτη της ιστορίας και της φιλοσοφίας, εξ’ ου και η διά βίου ενασχόλησή του με τα θέματα αυτά. Διετέλεσε τακτικός καθηγητής του Ρωμαϊκού δικαίου, κοσμήτορας της Νομικής Σχολής και πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, βουλευτής Αττικής και διοικητής της Εθνικής Τραπέζης.
Περιηγητές
Οι αληθινοί Έλληνες δεν είναι η τάξη των πλουσίων, γράφει το 1792 ο Γάλλος A. L. Castellan. «Ο φόβος αρπαγής του αποθησαυρισμένου πλούτου έχει μεταβάλει τους προνομιούχους σε διπλοπρόσωπους και ποταπούς… Μονάχα στους βουνίσιους θα βρεις την ειλικρίνεια και την καλωσύνη, τις αρετές της φιλοξενείας…»[3].
Στα χρόνια του Αγώνα ο Αμερικανός H. Post, που βρισκόταν στην Ελλάδα το 1827, γράφει πως «οι Έλληνες είναι ο πιο αξιαγάπητος και ευυπόληπτος λαός, ο πιο φιλόξενος και γεναιόδωρος»[4].
[2] Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τ. Β΄, σελ. 469-470
[3] Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τ. Β΄, σελ. 683-684
[4] Κυριάκου Σιμόπουλου, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21, τ. Ε΄, σελ. 440
Πολιτική
Περί διαφθοράς
«Πονάω που βλέπω όλα να σαπίζουν σ’ αυτόν τον τόπο. Στην εξουσία πάντοτε οι φαύλοι. Κι αν φανεί κάποιος μια μέρα έντιμος, σε δέκα μέρες σκαρτεύει. Φέρνεις άλλον, βγαίνει χειρότερος».
[«άχθομαι δε και φέρω τα της πόλεως σαπέντα βαρέως πράγματα. Ορώ γαρ αυτήν προστάταισι χρώμενην αεί πονηροίς. Καν τις ημέραν μίαν χρηστός γένηται, δέκα πονηρός γίγνεται. Επέτρεψας ετέρω, πλείον έτι δράσει κακά»]
Αριστοφάνης (Εκκλησιάζουσες, στ. 174-179)
________________________________
«Από τη διεφθαρμένη εξουσία μολύνονται και οι έντιμοι πολίτες κι ακολουθούν το παράδειγμά τους».
[«Νοσείν τίθησι των αμεινόνων τας φρένας παράδειγμ’ έχοντας των κακών την εξουσία»]
Ευριπίδης (απ. 644.2)
________________
«Το ήθος όλων των πολιτών γίνεται όμοιο με το ήθος των κυβερνώντων».
[«Το της πόλεως όλης ήθος ομοιούται τοις άρχουσιν»]
Ισοκράτης (Προς Νικοκλέα, 31)
_______________________
Ben puoi veder che la mala condotta
E la cagion che il mondo ha fatto reo
E non natura che in voi sia corrotta.
(La Divina Comedia, Καθαρτήριο, Canto XVI, στ. 103-105).
Νογάς λοιπόν πώς η κακιά κυβερνιά
Είναι αφορμή που σάπισεν ο κόσμος.
(Μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη).
