ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Φεβρουαρίου 2008

η «σκοτεινή» περίοδος της τουρκοκρατίας

leave a comment »

othomanoi-eisvoleis-se-europaika-edafi.jpg «Σκοτεινή» τουρκοκρατία[1]

… στην διάρκεια των «σκοτεινών αιώνων[2]» άλλαξε εντελώς (…) ο παραδοσιακός δημογραφικός και οικονομικοκοινωνικός χάρτης. Παλιές και ιστορικές πόλεις εξέπεσαν σε χωριά [όπως ο Μυστράς στην Πελοπόννησο και η Αθήνα στην Αττική], άλλες δημιουργήθηκαν εξ’ αρχής [όπως τα Γιαννιτσά στην κεντρική Μακεδονία], άλλες ερημώθηκαν και εξαφανίστηκαν [ιδιαίτερα σε ορισμένα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά]. Πολλοί άνθρωποι αναγκάστηκαν – από τις συνθήκες που τους επιβλήθηκαν – να αλλάξουν επάγγελμα και βιοποριστικές ασχολίες: από αγρότες να γίνουν κτηνοτρόφοι, από ναυτικοί έμποροι και από βιοτέχνες αγρότες ή και το αντίστροφο. Ορεινές και άγονες περιοχές, που έως τότε ήταν αραιοκατοικημένες ή και εντελώς ακατοίκητες, γέμισαν χριστιανικά χωριά και κωμοπόλεις (όπως έγινε στην απομονωμένη Μάνη, στην κεντρική Στερεά Ελλάδα και στην οροσειρά της Πίνδου, ιδιαίτερα στην δυτική Μακεδονία), ενώ αντίθετα, πεδιάδες ερημώθηκαν από το παλαιό χριστιανικό τους στοιχείο, περνώντας σιγά – σιγά στα χέρια μουσουλμάνων εποίκων (προπάντων στην κεντρική Μακεδονία και την κεντρική Θεσσαλία).

Οι αλλαγές αυτές οφείλονταν σε πολλούς λόγους. Ο σημαντικότερος ίσως ήταν ο εξαγροτισμός ενός σημαντικού τμήματος της οικονομίας, αλλά και η φυγή των χριστιανών – μπροστά στην τουρκική πλημμυρίδα – από τις παλαιές τους εστίες σε περιοχές που δεν τις εποφθαλμιούσαν οι κατακτητές (όπως ήταν τα άγονα ορεινά) ή η καταφυγή τους σε ασφαλέστερα μέρη (προς τις βενετικές κτήσεις) ή ακόμα και η μετανάστευσή τους έξω από την ελληνική ανατολή (κατά κανόνα προς την ιταλική χερσόνησο). (…). Τους χριστιανούς των πεδινών τους έδιωχναν όχι μόνο οι αλλεπάλληλοι μουσουλμανικοί εποικισμοί στα ευφορότερα μέρη, αλλά και η ανατροπή του παλαιού γαιοκτησιακού καθεστώτος, που απογύμνωνε τους προγενέστερους γαιοκτήμονες από την έγγειο περιουσία τους, αποστερώντας ταυτόχρονα και τους απλούς αγρότες από τα κυριότερα μέσα για την επιβίωσή τους. Η μείωση … του χριστιανικού στοιχείου των πεδινών προκαλούνταν και από τους εξαιρετικά εκτεταμένους, κατά τις πρώτες φάσης της οθωμανικής εξάπλωσης, εξισλαμισμούς, στους οποίους τρέπονταν άλλοτε οι ανώτερες τάξεις και κυρίως, οι παλαιοί «προνοιάριοι» (οι οποίοι, με την προσχώρηση στο Ισλάμ του πρωτότοκου τουλάχιστον γιου τους, έλπιζαν να σώσουν τις περιουσίες τους) και άλλοτε οι εξαθλιωμένες λαϊκές μάζες (ιδίως όταν έλειπε η κατάλληλη πνευματική καθοδήγηση για να σηκώσουν το βάρος της οικονομικής και ηθικής πίεσης). (…)

Ένα άλλο αίτιο που ευθύνεται για τις δημογραφικές και κοινωνικές αυτές αλλαγές, τουλάχιστον κατά την πρώτη φάση της εμπέδωσης των οθωμανικών κατακτήσεων στην ελληνική χερσόνησο, ήταν και η πολιτική που ακολούθησαν οι σουλτάνοι του 15ου κυρίως αιώνα θέλοντας να ενισχύσουν το ανθρώπινο δυναμικό (χριστιανικό και μη) κατεστραμμένων από τις πολιορκίες και τους πολέμους ή χρήσιμων για νέες στρατηγικές προτεραιότητες αστικών κέντρων. … για να ξαναδώσουν ζωή στην αποδυναμωμένη από την πολύχρονη πολιορκία Κωνσταντινούπολη, πραγματοποίησαν αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, που μεταφέρονταν κατά χιλιάδες από τις κατακτημένες περιοχές (Μυτιλήνη, Εύβοια). Για να ενισχύσουν επίσης τον αποδεκατισμένο πληθυσμό της ερημωμένης, μετά την άλωσή της στα 1430 Θεσσαλονίκης, υποστήριξαν την εγκατάσταση εκεί 15-20 χιλιάδων Εβραίων, εξ’ αυτών που απελάθηκαν στο διάστημα 1492-1503 από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Στον αρχικό αυτόν πυρήνα προστέθηκαν αργότερα άλλες ομάδες ισπανόφωνων (sefardim) και γερμανόφωνων Ιουδαίων (askenazim), που κατεφευγαν αθρόοι στο έδαφος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι πρώτοι διωγμένοι από την νότια Γαλλία και την ιταλική χερσόνησο και οι δεύτεροι από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη.

 Από τις αλλαγές αυτές ο χριστιανικό πληθυσμός μερικών επαρχιών είτε έχασε την πλειοψηφία του υπέρ των μουσουλμάνων (κεντρική και ανατολική Μακεδονία, Θράκη) είτε εκμηδενίστηκε βιολογικά (από τις επιδημίες και τις κακουχίες των πολέμων) είτε απορροφήθηκε – κυρίως μέσω των εξισλαμισμών – από άλλες εθνοτικές ομάδες (όπως έγινε στις περισσότερες επαρχίες της Μικράς Ασίας). Στις απελπιστικές αυτές καταστάσεις θα πρέπει επίσης να αποδώσουμε και την δραματική αλλαγή της σύνθεσης ολόκληρων χωρών (Βοσνία, κεντρική και βόρεια Αλβανία – εξαιτίας των μαζικών εξισλαμισμών σέρβων στην πρώτη περίπτωση και Αλβανών στην δεύτερη). … η θρησκευτική μετάλλαξη αποτέλεσε σε μερικές περιοχές προστάδιο προς την μετέπειτα εθνοτική διαφοροποίηση …


[1] Ι. Κ. Χασιώτης, «Μεταξύ Οθωμανικής κυριαρχίας και Ευρωπαϊκής πρόκλησης – ο Ελληνικός κόσμος στα χρόνια της τουρκοκρατίας», σελ. 43-45, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001

[2] Οι πρώτοι αιώνες της τουρκικής κυριαρχίας στον ελληνορθόδοξο κόσμο χαρακτηρίζονται ως «σκοτεινοί» για δύο λόγους: ο πρώτος είναι ότι κατά τη διάρκεια των αιώνων αυτών οι υπόδουλοι χρειάστηκε να ζήσουν κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, που προκάλεσαν δραματικές δημογραφικές και κοινωνικές αναστατώσεις, οικονομική στασιμότητα και ανακοπή της πολιτιστικής τους ανάπτυξης. Ο δεύτερος έχει περισσότερη σχέση με ιστοριογραφικές αποτιμήσεις.

Advertisements

Written by nomosophia

29 Φεβρουαρίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

από την «Κάθοδο των Μυρίων»

leave a comment »

kardouchoi.jpg Περί των Καρδούχων

[i] [από την Εγκυκλοπαίδεια του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού] 

Η επιστροφή των 8.600 Ελλήνων μισθοφόρων αποτελεί ένα από τα πιο ένδοξα κεφάλαια της ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας. Διήρκεσε από το Σεπτέμβριο του 401 έως το Μάιο του 399 π.Χ.

Σε καμιά άλλη περίπτωση δε φαίνεται τόσο καθαρά η μαχητική και ηθική υπεροχή των Ελλήνων όσο στην περίφημη κάθοδο από τη Βαβυλώνα στον Εύξεινο Πόντο. Η πορεία αυτή περιγράφεται με τα πιο ζωντανά χρώματα από τον ίδιο τον Ξενοφώντα στο έργο του με τον τίτλο Κύρου Ανάβασις. Την ανάβαση, την πορεία δηλαδή προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, τη διηγούνται μόνο τα έξι πρώτα κεφάλαια του πρώτου βιβλίου. Ύστερα ακολουθεί η περιγραφή της μάχης στα Κούναξα και το κύριο μέρος του έργου το καλύπτει η διήγηση της τολμηρής υποχώρησης προς τη Μαύρη θάλασσα μέσα από την εχθρική ενδοχώρα και τα αδιάβατα βουνά, έως την ένωση του στρατεύματος με τις σπαρτιατικές δυνάμεις που αρχηγός τους ήταν ο Θίβρων. Η Κύρου Ανάβασις κατέχει ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στα ιστορικά έργα, χάρη στην αμεσότητα με την οποία ο Ξενοφών διηγείται γεγονότα που τα έζησε ο ίδιος και χάρη στον πλούτο των γεωγραφικών και πολιτιστικών πληροφοριών που περιέχει.

Οι Μύριοι, αφού πέρασαν τον ποταμό Ζαπάτα, συνέχισαν να πορεύονται προς Βορρά ακολουθώντας το ρου του ποταμού Τίγρη. Ο Τισσαφέρνης εξακολούθησε να τους παρακολουθεί και να τους επιτίθεται ή να τους ενεδρεύει. Αλλά οι Έλληνες τον απέκρουαν με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία. Φτάνοντας στην Καρδουχία,6 πληροφορήθηκαν από τους ντόπιους αιχμαλώτους ότι εάν προχωρούσαν προς τα δεξιά θα έφταναν στη Λυδία και την Ιωνία διασχίζοντας όλη την άνω Μεσοποταμία, την Αρμενία και τη Μικρά Ασία, ενώ, εάν συνέχιζαν να πορεύονται προς Βορρά, θα έφταναν γρήγορα σε περιοχή που δεν ελεγχόταν από τους Πέρσες. Αποφάσισαν να προχωρήσουν προς τα βόρεια μέσα από τα δύσβατα βουνά που κατείχαν οι Καρδούχοι και για να ξεφύγουν από την περσική απειλή αλλά και γιατί μετά την Καρδουχία θα είχαν να διανύσουν πολύ λιγότερη απόσταση μέχρι να φτάσουν στα παράλια και σε περιοχές κατοικημένες από Έλληνες. Η πορεία μέσα από τη γη των Καρδούχων υπήρξε το πιο κοπιαστικό και δύσκολο τμήμα της καθόδου των Μυρίων. Οι Καρδούχοι, ένας από τους πιο πολεμικούς λαούς της Μικράς Ασίας, συνηθισμένοι να ζουν και να κινούνται στα ψηλά και δύσβατα βουνά της περιοχή τους, έκαναν διαρκώς επιθέσεις στους Έλληνες στρατιώτες που προχωρούσαν δύσκολα στα παγωμένα μονοπάτια μέσα σε θυελλώδεις ανέμους και κάτω από γκρεμούς με το φόβο των συνεχών κατολισθήσεων.

Το Δεκέμβριο του 400 π.Χ. άφησαν πίσω τους την αφιλόξενη γη των Καρδούχων και στρατοπέδευσαν σε κάποια χωριά στην πεδιάδα του ποταμού Κεντρίτη, παραποτάμου του Τίγρη, σύνορο ανάμεσα στην Αρμενία και την Καρδουχία. Και εκεί όμως συνάντησαν δυσκολίες, γιατί Αρμένιοι πεζοί και ιππείς τούς περίμεναν πέρα από το ποτάμι για να τους εμποδίσουν να περάσουν, ενώ στα νώτα τους οι Καρδούχοι ήταν έτοιμοι να επιτεθούν. Με ένα τέχνασμα οι Έλληνες ξεγέλασαν τα στρατεύματα του σατράπη Ορόντη, που τους περίμεναν στην απέναντι όχθη, και διέφυγαν από τους Καρδούχους.


[i] Η Καρδουχία ταυτίζεται με την περιοχή που σήμερα ονομάζεται Μποτάν. Απόγονοί τους θεωρούνται από ορισμένους μελετητές οι σημερινοί Κούρδοι.

Written by nomosophia

28 Φεβρουαρίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

λαογραφία

leave a comment »

arvanitis.jpg Αρβανίτες, οι τελευταίοι Έλληνες[1]

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Μπίρη[2] (1960), από το 1350 μ.Χ. έως το 1418 μ.Χ., 81.200 Αρβανίτες, μισθοφόροι στρατιώτες και οι οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν σε ελληνικές περιοχές, μετά από προσκλήσεις Βυζαντινών αυτοκρατόρων και δεσποτών (Δυναστεία των Παλαιολόγων), Καταλανών και Βενετών. Η ιστορία των αρβανιτών ή αλβανιτών ξεκινά από τις Ελληνικές περιφέρειες της Αλβανιτίας του 13ου αιώνα. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων η αλβανική αριστοκρατία πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους και προνόμια.

Οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι, σταδιακά, το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχηγοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες. Το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν οι άρχοντες αυτοί στη γη που διοικούσαν, αποστερούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν ακόμα και αυτήν την ελευθερία τους.

Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την δυσμενή αυτή θέση, οι γηγενείς πληθυσμοί (Αρβανίτες) υποχρεώθηκαν να ασπαστούν τον νομαδικό βίο. Η διαρκής μετανάστευση αποτελούσε μοναδική διαφυγή από τις δυσβάσταχτες νέες συνθήκες που οι Αλβανοί άρχοντες επέβαλλαν στις περιοχές της δικαιοδοσίας τους. Πέρα όμως από αυτές τις οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον και η οθωμανική εισβολή.

Οι πηγές αναφέρουν ότι η διά θαλάσσης μετανάστευση άρχισε δειλά γύρω στο 1280, ενώ οι χερσαίες μεταναστεύσεις πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 13ου αι. αφού υπάρχουν αναφορές για παρουσία Αρβανιτών στη Θεσσαλία γύρω στα 1315. Οι αρβανίτικες μεταναστεύσεις σταμάτησαν γύρω στο 1600 μ.Χ.

Οι Αρβανίτικες φατρίες ήταν και έμειναν πιστές στην Ελληνική Ορθοδοξία. Αντιθέτως οι Αλβανοί αριστοκράτες μετέβαλλαν ιδεολογία επιλέγοντας μεταξύ του Ισλάμ και του Ρωμαιοκαθολισμού, ανάλογα πάντα με τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία άπτονταν κυρίως της διατήρησης της οικονομικής τους ευρωστίας και της κοινωνικής τους θέσης.

Η Θεσσαλία υπήρξε η πρώτη ελληνική επαρχία που δέχτηκε τις αρβανίτικες μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης, μετά την Θεσσαλία οι Αρβανίτες μετακινήθηκαν στο εσωτερικό της Μακεδονίας και έφθασαν ως την Καστοριά.

Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, αρχικά σε μικρούς αριθμούς, μετά από την πρόσκληση του δεσπότη Μανουήλ Κατακουζηνού (1348 – 1380). Αργότερα, ο δεσπότης Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος (1383 – 1407) προσκάλεσε άλλους 10.000 Αρβανίτες. Οι Αρβανίτες υπηρετούσαν στον Βυζαντινό στρατό και η Δυναστεία των Παλαιολόγων τους χρησιμοποίησε συχνά σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες. Γύρω στο 1454, ο τοπικός Αρβανίτης ηγέτης Πέτρος Βουάς είχε περίπου 30.000 Αρβανίτες υπό τις διαταγές του.

Οι Βενετοί μίσθωσαν πρώτοι πολυάριθμους Αρβανίτες για να υπηρετήσουν στον ενετικό στρατό στο ελληνικό σώμα των Stradioti. Με βάση τους απολογισμούς του Γάλλου Philippe de Commines (1447 – 1511), οι Αρβανίτες επιτήρησαν τις ενετικές περιοχές όπως το Ναύπλιο ως πεζοί και έφιπποι στρατιώτες. Οι ίδιοι οι Αρβανίτες αυτοχαρακτηριζόντουσαν πάντοτε ως Έλληνες.

Αργότερα, οι Αρβανίτες υπηρέτησαν στον στρατό του Ερρίκου Η’ της Αγγλίας και της Ιρλανδίας (1491-1547 // βασίλευσε 1509-1547).

Αρβανίτες κατείχαν, συχνά, θέσεις σε ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες στις παροικίες της Δύσης. Το 1697, οι Αρβανίτες Μιχαήλ Μπούας και Αλέξανδρος Μοσχολέων καταχωρήθηκαν ως υπάλληλοι της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στη Νάπολη και φυσικά ως Έλληνες.

Οι Αρβανίτες πρωτοαναφέρονται – σαν Αρβανίτες από το Άρβανον – στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, «Αλεξιάδα». Το βιβλίο ασχολείται με τις ταραχές στην περιοχή του Αρβάνου που προκάλεσαν οι Νορμανδοί εισβολείς κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού (1081 – 1118). Στην «Ιστορία» (1079 – 1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός χρονογράφος Μιχαήλ Ατταλιάτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.

Οι Έλληνες Αρβανίτες δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στα ζητήματα της θρησκείας ή των φυλετικών επιμιξιών και κυρίως στο θέμα της πολιτισμικής ιδιοσυστασίας. Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πριν την Οθωμανική κατάκτηση γι’ αυτό και διαφέρει από τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά. Από μελέτες που έχουν γίνει καταδεικνύεται πως τα «ελληνικά αρβανίτικα» περιέχουν πλήθος ομηρικών λέξεων η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και «βαριά». Είναι πολύ πιθανόν να πρόκειται για μία δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου. Η δε κουλτούρα των Αρβανιτών περιέχει μία καθαρά δωρική ιδιοσυστασία.
_____________________

[1] Βιβλιογραφία
«Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού, η ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών«, Κώστας Μπίρης, 1η έκδοση, 1960.
«Οι Αρβανίτες και το αρβανίτικο τραγούδι στην Ελλάδα«, Γιάννης Γκίκας.
«Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων«, Αριστείδης Κόλλιας, 1983.
«Οι Έλληνες Αρβανίτες«, Μαρία Μιχαήλ-Δέδε, 1997
«Ανθολογία Αρβανίτικων τραγουδιών της Ελλάδας«, Θανάσης Μωραΐτης, 2002,
Οι Αλβανοί στην Ελλάδα (13ος -15ος αι.), Ίδρυμα Γουλανδρή, 1991.
Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, Παπαδήμας, 1995.
[2] Ο Κώνσταντίνος Μπίρης ήταν λαογράφος και αρχιτέκτονας. Το βιβλίο του «Αρβανίτες, οι Δωριείς του σύγχρονου Ελληνισμού, ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών» (1960) αποτελεί μια σχολαστική μελέτη για τους Αρβανίτες και είναι το έργο στο οποίο αναφέρονται πιο συχνά οι άλλοι επιστήμονες που μελέτησαν τους Αρβανίτες.
 

Written by nomosophia

27 Φεβρουαρίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

η δύναμη της παιδείας

leave a comment »

parts_plato_republic.jpg Η Απελευθερωτική δύναμη της ελληνικής παιδείας και νεωτερικής επιστήμης

Του ομότιμου καθηγητή Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λεωνίδα Μπαρτζελιώτη 

«Εξοπλιστικά προγράμματα» – για να χρησιμοποιήσουμε σύγχρονη ορολογία – για την ανάπτυξη φιλελεύθερης παιδείας και επιστήμης με απώτερο στόχο την σφυρηλάτηση και εξοπλισμό της ελληνικής ψυχής έχουν εκπονηθεί σε όλες τις περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουν οι εξοπλισμοί της κλασσικής και της ύστερης βυζαντινής περιόδου, αλλά και της επώδυνης εκείνης περιόδου της «αιχμαλωσίας» του Γένους μας. Τα χρησιμοποιηθέντα και στις τρεις αυτές περιόδους όπλα προς ανάπτυξη της θύραθεν παιδείας και του επιστημονικού προβληματισμού, αποδείχτηκαν ανθεκτικά και αποτελεσματικά. Η αντοχή και η αποτελεσματικότητά τους είναι όντως συγκινητική αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι εκείνα εχρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να φωτίσουν τα «διψαλέα λυχνάρια» για την προστασία του «αιχμαλώτου» Γένους των Ελλήνων, για την μη απόσβεση εξ ολοκλήρου των «σωζομένων έτι των Ελλήνων λόγων», αλλά και για την προετοιμασία του Γένους τούτου διά της νεωτερικής επιστήμης, της διάνοιξης δηλαδή της ευρείας λεωφόρου για την μετακένωση και ανάκληση των Μουσών εξ Ευρώπης στον πάτριον Ελικώνα τους και την κατάκτηση, συνεπώς, του «φέγγους ελευθερίης». Τα ίδια όπλα εχρησιμοποίησαν οι «αραιότατοι», αλλά άκρως τολμηροί και γενναίοι «λογάδες», «νεοεπιστήμονες» και «άθεοι μαθηματικοί», καθώς και ο «απανταχού της οικουμένης χορός» των φιλελεύθερων και προοδευτικών φιλοσόφων και εκπαιδευτικών. Όλοι τους είχαν συνειδητοποιήσει ότι το φως της ελευθερίας μπορούσε να γίνει ορατό από το «αιχμάλωτο» γένος των Ελλήνων, μόνον αν καθίστατο δυνατή η προσβολή του εχθρού «εκ των ένδον», από την δύναμη δηλαδή που προέρχεται από την αναβίωση των παλαιών πολιτιστικών αξιών και επιστημονικών επιτευγμάτων. Εξοπλισμένοι με τα όπλα του «ομόγλωσσου», του «ομόθρησκου» και της «πατρίου παιδείας» οι Έλληνες αυτοί λόγιοι πατριώτες δεν συνέβαλαν μόνο στην διατήρηση της συνέχειας του φιλοσοφικού και επιστημονικού προβληματισμού, αλλά και στην σφυρηλάτηση και στον εξοπλισμό της ελληνικής ψυχής για την επιβίωσή της στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν. Από το πλούσιο αυτό οπλοστάσιο θα επιλέξωμε λίγους μόνον αλλά επίλεκτους αγωνιστές που πολέμησαν με τα όπλα της παιδείας και της επιστήμης της εποχής τους για την ανάπτυξη, της διατήρηση και την επιβίωση της ελληνικής συνειδήσεως.

Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αποτελούν ανεξάντλητη πηγή επιχειρημάτων. Αν και οι δύο φιλόσοφοι διαφωνούν σε πολλά σημεία, συμφωνούν στο ότι η «αρχή» της φιλοσοφίας είναι το «πάθος του θαυμάζειν»[1] και ότι «διά το ειδέναι το επίστασθαι εδίωκον και ου χρήσεώς τινος ένεκεν»[2].

Ο Πλάτων εξαίρει ιδιατέρως την σημασία της ανακάλυψης των τεχνών και των επιστημών, της τέχνης και της γραφής περιλαμβανομένης, την οποία ο ίδιος αποκαλεί «φάρμακον μνήμης τε και σοφίας». Ορθώς ετονίσθη ότι «αν δεν υπήρχε η Ακαδημία, δεν θα είχε πού να στηριχθεί η ελληνική παιδεία»[3] και η πνευματική καλλιέργεια, που αποτελούν την μόνη σωτηρία των κρατών.

Ο Αριστοτέλης, παρομοίως, δεν συνδυάζει μόνο τον φιλόσοφον με τον φιλόμυθον, τους θαυμαστές του λόγου και της σοφίας, το κατεξοχήν δημιούργημα του Ελληνισμού, με τον μύθο, το αδιαφοροποίητο κατασκεύασμα της μυθολογίας, αλλά προβαίνει και στην σχετική ιεράρχηση και αξιολόγηση των επιστημών. Το σπουδαιότερο είδος γνώσεως είναι εκείνο που διώκεται χάριν του «ειδέναι», το οποίο σαφώς αναφέρεται στην ελληνική επιστημονική μέθοδο προσέγγισης του προβλήματος της αρχής της φιλοσοφίας, της επιστήμης και του πολιτισμού και το οποίο ο «εραστής» της σοφίας μπορεί να το πραγματώσει, να επικοινωνήσει μαζί του και να το διευρύνει.

Ο Βησσαρίων ανακεφαλαιώνει με «ηπιότητα» και «μετριοφροσύνη» τη συμβολή των δύο φιλοσόφων στην παιδεία και την επιστήμης. Ο Πλάτων, τονίζει ο Βησσαρίων, έφθασε στο ύψιστο σημείο της παιδείας και της επιστήμης. Οι διάλογοί του, δεν αποκαλύπτουν μόνο τις ικανότητές του στις τέχνες της γραμματικής και της ρητορικής, στην λογική και στην διαλεκτική, αλλά, επίσης και στην ακριβή φυσική θεωρία. Ο Αριστοτέλης, επίσης, αν και έπεται του Πλάτωνα, είναι, ως «καθηγεμών πάσης επιστήμης», εξ ίσου άξιος τιμής και θαυμασμού[4].


[1] Θεαίτητος, 155c-156a, και Φαίδρος 274cd
[2] Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά, 882b 21-23
[3] G. H. Sabine, Ιστορία των πολιτικών θεωριών, μετ. Μ. Κρίσπη, Αθήνα 1961, σ. 77
[4] Βησσαρίωνος, [επιστολή] Μιχαήλωι τωι Αποστόλη, εκδ. L. Mohler, σελ. 511-513

Written by nomosophia

26 Φεβρουαρίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Παιδεία

Ιστορία – Πολιτική

leave a comment »

jean-francois-pierre_peyron_-i-paradosi-toy-persea-ston-aemilio-pavlo.jpg 

Ο Αννίβας, η τριπλή συμμαχία και η ασταθής ανθρώπινη τύχη

 

Μετά την ήττα του από τον Σκιπίωνα, στην μάχη της Ζάμας (202 πΧ) στην Αφρική, ο Αννίβας δεν καταθέτει τα όπλα. Η αποτυχία της πρώτης του απόπειρας συγκρότησης αντιρωμαϊκού συνασπισμού, με την συμμετοχή της Μακεδονίας του Φιλίππου Ε΄, δεν τον αποθαρρύνει. Σκοπεύει τώρα να συγκροτήσει τριπλό συνασπισμό, μεγαλύτερο και φοβερότερο για τον μισητό «δυτικό του βάρβαρο», που θα τον αποτελούσαν η Συρία του Αντιόχου, η ήδη ηττημένη Μακεδονία του Φιλίππου Ε΄ και η επίσης ηττημένη Καρχηδόνα. Η τριπλή συμμαχία αποτελούσε ένα μόνο μέρος του τεράστιου σχεδίου, που πρότεινε ο Καρχηδόνιος αρχηγός. Η φλόγα της εξέγερσης θα άναβε ταυτόχρονα στην Ετρουρία, την Λιγυρία και την εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία. Συγχρόνως, ο Αννίβας θα εμφανιζόταν, ξαφνικά, κάτω από τα τείχη της Ρώμης. Αν το σχέδιο αυτό ευωδοθεί, έλεγε ο Αννίβας «θα έχετε ενωμένες, ενάντια στην Ρώμη, όλες τις δυνάμεις της Ασίας και της Ευρώπης. Την δύναμη της Ρώμης δεν την αποτελεί η στρατιωτική της ισχύς, αλλά η ικανότητά της να χωρίζει τους αντιπάλους της».

 

Το σχέδιο αυτό του Αννίβα, θαυμάσιο για την ευρύτητα και την τόλμη του, δεν έγινε τελικά δεκτό. Ο Αντίοχος, μην έχοντας αρκετές ναυτικές δυνάμεις, φοβόταν προσβολή του στόλου της ισχυρής Ροδιακής δημοκρατίας, από τα νώτα. Στο βάθος ο φιλόδοξος Έλληνας βασιλιάς ζήλευε παθολογικά τον Αννίβα και γι’ αυτό χρονοτριβούσε. Σε αντίθεση με την ορμητική τακτική του Καρχηδόνιου αρχηγού, που απέβλεπε σε χτύπημα μέσα στην ίδια την Ιταλία, ο Αντίοχος επιθυμούσε έναν παρατεταμένο πόλεμο στην Ελλάδα, στηριζόμενος στον φιλελευθερισμό των ελληνικών πόλεων, που έδειχναν να εναντιώνονται, όλο και περισσότερο, στην ρωμαϊκή κηδεμονία.

 

Την αναβλητικότητα του Αντίοχου εκμεταλλεύτηκαν οι Ρωμαίοι, επικεντρώνοντας τις προσπάθειές τους στην αποσύνθεση της τριπλής συμμαχίας. Η πρεσβεία τους στην Πέλλα, την πρωτεύουσα του βασιλιά της Μακεδονίας, στόχευε στο να τον αποσπάσουν από την συμμαχία. Ο Ρωμαίος πρέσβυς Τιβέριος Σεμπρώνιος Γράκχος, πατέρας των διάσημων κατοπινών λαϊκών ηγετών, των αδελφών Γράκχων εκτέλεσε λαμπρά την αποστολή του, εξασφαλίζοντας την βοήθεια του Φιλίππου ενάντια στον Αντίοχο. Ο Φίλιππος βοήθησε πολλαπλά τους Ρωμαίους, μεταξύ άλλων, επιτρέποντας την διέλευση των στρατευμάτων τους δια μέσου των μακεδονικών κτήσεων και την διεκπεραίωσή τους στην Ασία. Ο Φίλιππος δεν ξεχνούσε πως ο Αντίοχος δεν τον βοήθησε αποτελεσματικά στον πρώτο Μακεδονικό πόλεμο, με αποτέλεσμα να ηττηθεί από του Ρωμαίους[1]. Τασσόμενος τώρα στο πλευρό των Ρωμαίων, πίστευε πως εξυπηρετούσε διττό στόχο: αφενός ομαλοποιούσε τις σχέσεις του με την νικήτρια Ρώμη και αφετέρου πλήρωνε με το ίδιο νόμισμα τον «αχάριστο» σύμμαχο.

 

Ο Αντίοχος απομονωμένος πλέον ηττάται δύο φορές από τους Ρωμαίους: επί ελληνικού εδάφους, κοντά στις θερμοπύλες (191 πΧ) και επί ασιατικού εδάφους, στην Μαγνησία (190 πΧ). Οι αλλεπάλληλες ήττες τον οδηγούν σε εσπευσμένη σύναψη ειρήνης. Προηγήθηκαν παρατεταμένες διπλωματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ρωμαίου στρατηγού Σκιπίωνα, του επονομαζόμενου Αφρικανού και του ίδιου του Αντίοχου, οι οποίες μεταβάλλονταν σε εκτεταμένες φιλοσοφικές συζητήσεις. Οι πρέσβεις της Συρίας επικεντρώνονταν στην αστάθεια της ανθρώπινης τύχης «που υπαγορεύει στους ανθρώπους νάναι μετριόφρονες στην ευτυχία και να μην καταπιέζουν τους αδυνάτους». Στο τέλος οι πρέσβεις του Αντιόχου δηλώσανε, με φανερή φιλοσοφική διάθεση, πως με την σημερινή κατάσταση των πραγμάτων δεν τους μένει τίποτε άλλο, «παρά να σας ρωτήσουμε, Ρωμαίοι, με ποια θυσία θα μπορούσαμε να εξαγοράσουμε τα σφάλματα του Βασιλιά και να κερδίσουμε την ειρήνη και την συγγνώμη»[2].

 

Ο Σκιπίων απαντώντας, με αντίστοιχη φιλοσοφική διάθεση, τόνισε πως «οι Ρωμαίοι δεν περηφανευόντουσαν ποτέ εν ευτυχία τελούντες και δεν χάνανε το ηθικό τους σε κατάσταση δυστυχίας». Ο Βασιλιάς, συνέχισε ο Σκιπίων, παρ’ όλη την πίκρα της σημερινής του κατάστασης, δεν πρέπει να πεισμώνει, σε σχέση με την συνθήκη και πρέπει να θυμάται πως «οι βασιλιάδες πιο δύσκολα κατρακυλούν απ’ την κορυφή ως τα μέσα, παρά απ’ τα μέσα ως κάτω».

 

Η συνθήκη ειρήνης υπογράφηκε στην πόλη Απάμεια της Συρίας (188 πΧ). Το βασίλειο της Συρίας συρρικνωνόταν και παράλληλα έχανε την ανεξαρτησία του. Ένας από τους κυριότερους όρους της συνθήκης ήταν η έκδοση του Αννίβα. Ο Καρχηδόνιος αρχηγός, σαν έμαθε την τύχη που τον περίμενε, αυτοκτόνησε, παίρνοντας δηλητήριο.       


[1] Τασσόμενος τώρα στο πλευρό των Ρωμαίων, πίστευε πως εξυπηρετούσε διττό στόχο: αφενός ομαλοποιούσε τις σχέσεις του με την νικήτρια Ρώμη και αφετέρου πλήρωνε με το ίδιο νόμισμα τον «αχάριστο» σύμμαχο. 
[2] Titus Livius, Ab urbecondita libri XXXVII, 45

Written by nomosophia

25 Φεβρουαρίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

πόλεμος

leave a comment »

430-px_polemistis-thniskon_naos-aphaeas_aegina.jpg περί του πολέμου 

Οι Λακεδαιμόνιοι, αφού άκουσαν και τις κατηγορίες των συμμάχων τους εναντίον των Αθηναίων και τα όσα είπαν οι Αθηναίοι, τους απομάκρυναν όλους κ’ έκαναν σύσκεψη μόνοι τους για την κατάσταση. Οι περισσότεροι συμφωνούσαν ότι οι Αθηναίοι ήσαν ένοχοι και ότι έπρεπα να κηρυχθή ο πόλεμος αμέσως. Αλλά ο βασιλεύς Αρχίδαμος, τον οποίο θεωρούσαν συνετό και σώφρονα, είπε τα εξής :

«Λακεδαιμόνιοι ! Έχω, ο ίδιος, πείρα πολλών πολέμων και βλέπω ότι μεταξύ σας, υπάρχουν πολλοί συνομήλικοί μου που έχουν και αυτοί, αρκετή πείρα ώστε να μην επιθυμούν ν’ αρχίση πόλεμος, όπως, ίσως, θα το ήθελε η πλειονοψηφία και να μην τον θεωρούν σαν καλό και ακίνδυνο εγχείρημα. Αν σκεφθήτε, άλλωστε με ψυχραιμία, θα αντιληφθήτε ότι ο πόλεμος για τον οποίο, τώρα συσκέπτεσθε, θα είναι δύσκολος. Απέναντι στους Πελοποννησίους και τους γείτονές μας έχομε αρκετές δυνάμεις και είμαστε σε θέση να ενεργήσωμε ταχύτατα σε όποιο σημείο χρειαστή. Έχοντας, όμως, απέναντί μας ανθρώπους που η χώρα τους είναι μακριά, που έχουν μεγαλύτερη απ’ όλους πείρα στα ναυτικά, που είναι άριστα προετοιμασμένοι σε όλα και διαθέτουν πλούτο, ιδιωτικό και δημόσιο και στόλους και ιππικό και όπλα και ανθρώπινες εφεδρείες περισσότερες από όσες μπορεί κανείς να βρη σε μια ελληνική πολιτεία κ’ έχουν, εκτός απ’ αυτά, συμμάχους που πληρώνουν φόρο, πώς μπορούμε, απερίσκεπτά, ν’ αναλλάβωμα πόλεμο ; Και πού θα στηριχθούμε για να τον κηρύξωμε, ενώ είμαστε απροετόιμαστοι ; Στο ναυτικό μας ; Αλλά υστερούμε πολύ απέναντί τους και θα χρειαστή πολύς καιρός για να προετοιμαστούμε και για να μπορέσωμε να τους αντιμετωπίσωμε. Στον πλούτο μας ; Αλλά σ’ αυτό υστερούμε ακόμα περισσότερο. Ούτε δημόσιο θησαυρό έχομε ούτε είμαστε σε θέση να συνεισφέρωμε απ’ τις ιδιωτικές μας περιουσίες.

Ίσως κανείς αναθαρρήση με τη σκέψη ότι υπερτερούμε σε οπλισμό και αριθμό ανδρών και θα μπορούμε, έτσι, να λεηλατούμε τη γη τους με συχνές επιδρομές. Αλλά η κυριαρχία τους εκτείνεται σε πολλές περιοχές και θα μπορούν να προμηθεύωνται, από θάλασσα, ό,τι τους χρειάζεται. Αν δοκιμάσωμε να υποκινήσωμε τους συμμάχους τους ν’ αποστατήσουν, τότε θα πρέπει να τους βοηθήσωμε με στόλο, αφού οι περισσότεροι είναι νησιώτες. Τί είδους πόλεμο, λοιπόν, θα κάνωμε εναντίον τους ; Αν δεν αποκτήσωμε την υπεροπλία κατά θάλασσαν και αν δεν τους στερήσωμε τις προσόδους με τις οποίες συντηρούν το ναυτικό τους, τότε εμείς θα παθαίνωμε περισσότερες από εκείνους, συμφορές. Και τότε, ούτε έντιμη ειρήνη θα μπορούμε να κάνωμε και για άλλους λόγους, αλλά και επειδή είναι βέβαιο ότι εμείς αρχίσαμε τον πόλεμο. Δεν πρέπει, άλλωστε, να μας παρασύρη η ιδέα ότι ο πόλεμος θα τελειώση γρήγορα, επειδή θα λεηλατήσωμε την χώρα τους. Αντίθετα, πολύ φοβάμαι, ότι θα κληροδοτήσωμε τον πόλεμο στα παιδιά μας, γιατί είναι απίθανο οι υπερήφανοι Αθηναίοι να υποταγούν για χάρη της γης τους ή να πανικοβληθούν, σαν πρωτόπειροι, εξαιτίας του πολέμου.

Αυτά όλα δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι πρέπει ν’ αδιαφορούμε και ν’ αφήνωμε τους συμμάχους μας να βλάπτωνται χωρίς να καταγγέλωμε τις επιβουλές των Αθηναίων. Εκείνο που σας ζητώ είναι να μην κηρύξωμε ακόμα πόλεμο, αλλά να στέλνωμε πρέσβεις και να διαμαρτυρόμαστε, χωρίς όμως να λέμε φανερά ούτε ότι θα κάνωμε πόλεμο ούτε ότι θ’ ανεχθούμε την κατάσταση. Στο μεταξύ θα πρέπει ν’ αρχίσωμε να ετοιμαζόμαστε εξασφαλίζοντας συμμάχους, Έλληνες ή βαρβάρους, από εκείνους που θα μπορούν να μας βοηθήσουν και με ναυτικό και με χρήματα. Κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήση αν, θύματα της επιβουλής των Αθηναίων και για να σωθούμε, επιδιώξουμε συμμαχίες όχι μόνο με Έλληνες, αλλά και με βαρβάρους. Θα πρέπει, όμως και τους εσωτερικούς μας πόρους να επιστρατεύσωμε. Αν οι Αθηναίοι συμμορφωθούν με τα όσα θα τους πουν οι πρέσβεις μας, τότε τόσο το καλύτερο. Αν όχι, τότε μετά από δύο ή τρία χρόνια θα είμαστε πολύ καλύτερα προετοιμασμένοι για να τους επιτεθούμε, αν τ’ αποφασίσωμε. Και ίσως τότε, βλέποντας την προετοιμασία μας, που θα επιβεβαιώνη τις προθέσεις μας, οι Αθηναίοι θα υποχωρήσουν πιο εύκολα αν η χώρα τους είναι άθικτη. Και θα πρέπει ν’ αποφασίσουν, ενώ θ’ απολαμβάνουν αγαθά που θα υπάρχουν ακόμα και δεν θα έχουν γίνει ερείπια. Δεν πρέπει να θεωρήτε την γη τους σαν άλλο τι παρά σαν ενέχυρο που κρατείτε, το οποίο είναι τόσο πιο πολύτιμο όσο είναι καλύτερα καλλιεργημένο. Και το ενέχυρο αυτό πρέπει να το προφυλάξετε όσο το δυνατόν περισσότερο και ν’ αποφύγετε να τους σπρώξετε στην απελπισία κάνοντάς τους αδιάλλακτους. Γιατί αν ενδώσωμε στην πίεση των συμμάχων μας και καταστρέψωμε την Αττική προτού ετοιμαστούμε για πόλεμο, προσέξτε μήπως οδηγήσωμε την Πελοπόννησο σε μεγαλύτερη ταπείνωση και συμφορά. Παράπονα που έχουν ιδιώτες ή πολιτείες μπορούν πάντα να βρουν λύση. Αλλά εάν για τα συμφέροντα μερικών αναλάβωμε όλοι μαζί έναν πόλεμο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψη την έκβασή του, δεν θα είναι εύκολο να τον τερματίσωμε κατά τρόπο έντιμο.

Κανείς ας μη νομίση ότι είναι ανανδρία τόσες πολιτείες να μην επιτίθενται αμέσως εναντίον μιας πολιτείας. Και οι Αθηναίοι έχουν συμμάχους πολλούς, που πληρώνουν, μάλιστα, φόρο. Ο πόλεμος γίνεται λιγότερο με όπλα και περισσότερο με χρήματα τα οποία πρέπει να ξοδεύη κανείς για να είναι πιο αποτελεσματική η πολεμική προσπάθεια, κυρίως όταν μια ηπειρωτική δύναμη αγωνίζεται εναντίον μιας ναυτικής. Πριν απ’ όλα, λοιπόν, ας βρούμε τ’ αναγκαία χρήματα κι ας μην παρασυρθούμε πρόωρα από τους λόγους των συμμάχων μας. Αφού εμείς θα έχωμε την μεγαλύτερη ευθύνη για τα όσα καλά ή κακά θα συμβούν, εμείς και πρέπει να τα προβλέψωμε με ηρεμία.

Όσο για την βραδύτητα και την αναβλητικότητα για τις οποίες μας κατηγορούν, δεν πρέπει τούτο να μας προκαλή ντροπή, γιατί, αν τώρα βιαστήτε ν’ αρχίσετε τον πόλεμο, θ’ αργήσετε πολύ να τον τελειώσετε, αφού θα είστε απροετοίμαστοι. Και επιτέλους, μήπως η πολιτεία μας δεν είναι από πάντα ελεύθερη και δεν χαίρει μεγάλης φήμης ; τούτο είναι απόδειξη μιας νηφάλιας σωφροσύνης, γιατί μόνοι εμείς δεν γινόμαστε υπερφίαλοι με τις επιτυχίες μας ούτε απελπιζόμαστε με τις αποτυχίες μας. Αν μερικοί προσπαθήσουν, με επαίνους, να μας εξωθήσουν, παρά τη θέλησή μας, σ’ επικίνδυνες περιπέτειες, δεν παρασυρόμαστε από τα ευχάριστα λόγια τους κι αν θέλουν άλλοι να μας ερεθίσουν κατηγορώντας μας, δεν οργιζόμαστε και δεν αλλάζουμε γνώμη. Στην ευνομία μας χρωστούμε και την πολεμική μας αρετή και την πολιτική μας σωφροσύνη και τούτο επειδή το αίσθημα της τιμής συνδέεται στενά με την σωφροσύνη και η γενναιότητα με το αίσθημα της ντροπής. Έχομε ευνομία επειδή η ανατροφή μας δεν είναι εκλεπτισμένη ώστε να μας οδηγή στο να περιφρονούμε τους νόμους. Είναι όσο χρειάζεται σκληρή για να μας κάνη να τους σεβόμαστε. Δεν είμαστε από εκείνους που επιδίδονται σε περιττά πράγματα και κρίνουν με παχιά μόνο λόγια τις πολεμικές προετοιμασίες του εχθρού, αλλά υστερούν πολύ τη στιγμή της δράσης. Πιστεύομε, αντίθετα, πως οι άλλοι είναι εξίσου προνοητικοί όσο και εμείς και ότι τις τροπές της τύχης δεν μπορεί κανείς να τις προβλέψη με την λογική. Πάντα ετοιμαζόμαστε ν’ αντιμετωπίσωμε τους αντιπάλους μας πιστεύοντας πως κι αυτοί ενεργούν με σχέδιο μελετημένο. Πρέπει, λοιπόν, να μην εξαρτούμε τις ελπίδες μας από τα ενδεχόμενα λάθη των εχθρών μας, αλλά από τα κατάλληλα μέτρα που εμείς θα πάρωμε κι ας μην νομίζωμε ότι διαφέρει πολύ άνθρωπος από άνθρωπο. Άριστος, όμως, είναι εκείνος που ανατρέφεται σκληρά και με πειθαρχία.

Ας μην εγκαταλείψωμε, λοιπόν, όλες αυτές τις αρχές που μας κληροδότησαν οι πατέρες μας, τις οποίες εφαρμόζομε πάντα με όφελος. Ας μην βιαστούμε να πάρωμε σε λίγη ώρα μέσα, μιαν απόφαση που αφορά τόσες ζωές, τόσον πλούτο, τόσες πολιτείες και τόση δόξα, αλλά ας σκεφτούμε ψύχραιμα. Και τούτο μας επιτρέπεται, ακριβώς, επειδή είμαστε ισχυροί. Στείλτε πρέσβεις στην Αθήνα και κάνετε παραστάσεις για την Ποτίδαια και για όσα οι σύμμαχοί μας καταγγέλλουν ότι παθαίνουν, αφού, μάλιστα, οι Αθηναίοι λένε ότι είναι έτοιμοι να δεχτούν διαιτησία. Δεν είναι σωστό να εκστρατεύει κανείς εναντίον εκείνου που δέχεται να κριθή από διαιτητή, σαν να ήταν κιόλας ένοχος. Ταυτόχρονα, όμως, να ετοιμάζεστε για πόλεμο. Μια τέτοια απόφαση είναι η καλύτερη και η πιο ανησυχητική για τους εχθρούς μας.»

Αυτά, περίπου, είπε ο Αρχίδαμος. …

 Δεν τον άκουσαν… 

Written by nomosophia

22 Φεβρουαρίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Μακεδονία

leave a comment »

makedonikos-agonas.jpg Μακεδονία. Περί της προέλευσης των ονομάτων, της έκτασης και της ιστορίας, έως της Αλεξάνδρου εποχής.[1] 

Εξετάζοντας την Μακεδονία σε διαφορετικές χρονικές περιόδους ο καθένας, οι γεωγράφοι δεν συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους ως προς την έκταση και τα σύνορά της[2], δεδομένου ότι τα όρια της επικράτειας αυτής γνώρισαν άπειρες μεταβολές στο πέρασμα των αιώνων. Αν πάλι ανατρέξουμε στους ιστορικούς, θα δούμε ότι κι εκείνων οι απόψεις δεν συμπίπτουν σ’ ότι αφορά στη διαίρεσή της[3]. Το βασίλειο αυτό, όπως άλλωστε και οι σημαντικότερες αυτοκρατορίες, όσο μπορούμε βέβαια να κρίνουμε από την μυθολογία, προήλθε από μια αποικία των πελασγών, τους οποίους οι Κάδμιοι, ένας δωρικός λαός, είχαν εκδιώξει από την Εστιωτίδα[4], κι αφού εκείνοι εγκαταστάθηκαν στην Πίνδο με το όνομα Μακεδνοί, επεκτάθηκαν σταδιακά φτάνοντας ως τη χώρα που λέγεται Ημαθία. Οι ιστοριογράφοι, αντιγράφοντας τους συγγραφείς της μυθολογίας, μας αφηγούνται κι εκείνοι με ποιον τρόπο η επαρχία πήρε το όνομά της από τον Μακεδόνα, το γιο του Δία και της Θύας, της θυγατέρας του Δευκαλίωνα[5], για ποιο λόγο ονομάστηκε Μακετία[6] και μας εξηγούν από πού προέκυψαν όλες αυτές οι ονομασίες, … Με αυτήν την ανίσχυρη αποικία βλέπουμε να συγχωνεύονται, πιθανόν μετά από κατακτήσεις, οι επαρχίες εκείνες στις οποίες αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα και νομαδικά φύλα, γνωστά με τις ονομασίες Βρύγιοι, Εορδοί, Ελιμειώτες, Στυμφαλοί, οι οποίοι δεν πρέπει να συγχέονται με τους Τυμφαίους, Βοτταικοί, Λυγκισταί, δηλαδή οι περίοικοι της λίμνης Λύχνιδου, Δασσαρίται και ημαθιείς, που αποτελούσαν και το κυρίαρχο φύλο, Πηλαγόνιοι, Ορεστιείς, τα εδάφη των οποίων υπήρξαν το θέατρο των γιγαντομαχιών και τέλος οι Παίονες, που κατοικούσαν βορειότερα. Έτσι τα κυριότερα έθνη της Μακεδονίας, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονται και μερικά άλλα φύλα, όπως εκείνα των Πιαστών, την τοποθεσία των οποίων θα καθορίσω παρακάτω και των Πενεστών, ενός λαού ανάλογου προς τους Είλωτες, ήταν αρχικά δεκαπέντε, μέχρι την εποχή που ο γιδοβοσκός Καρανός[7], αρχηγός μιας πολυάριθμης αποικίας Αργείων και Ελλήνων, κατέλαβε την Ημαθία, εξετόπισε τον Μίδα από τις όχθες του Αλιάκμονα κι αφού ανέτρεψε αναρίθμητους βασιλίσκους, συσπείρωσε σ’ ένα συμπαγές έθνος τους διάφορους λαούς της Μακεδονίας, θεμελιώνοντας, πάνω στα ερείπια της φεουδαρχίας των ηρωικών χρόνων, ένα βασίλειο, που αιφνιδίως απέκτησε εξέχουσα θέση μέσα στα όρια του ημιπολιτισμένου κόσμου.

Ο Ιουστίνος, … , ισχυρίζεται ότι ανάμεσα στους ηγέτες που διαδέχθηκαν τον Καρανό, συγκαταλέγονταν ο Περδίκκας, ο Αργαίος, ο Φίλιππος, ο Εύρωπος, στο διάστημα της βασιλείας του οποίου οι Μακεδόνες επιχείρησαν νικηφόρους πολέμους κατά των Θρακών και των Ιλλυριών. Μετά τον Εύρωπο κι ενώ, κατά τον Ιουστίνο πάντοτε, οι περίοδοι ευημερίας διαδέχονταν σταθερά η μία την άλλη, στον θρόνο ανεβαίνουν ο Αμύντας και μετά ο Αλέξανδρος, που απέσπασε από τον Ξέρξη όλη την περιλαμβανόμενη μεταξύ Ολύμπου και Αίμου χώρα την οποία και προσάρτησε στην Μακεδονία. Μετά τον ηγεμόνα αυτόν, το σκήπτρο, σύμφωνα με την σειρά διαδοχής, παραδόθηκε στον Αμύντα, γιο του Μενέλαου, αδελφό του Αλέξανδρου, έναν προικισμένο με τα πιο σπάνια χαρίσματα μονάρχη, που απέκτησε από τον γάμο του με την Ευρυδίκη τρεις γιους, δηλαδή: τον Αλέξανδρο, τον Περδίκκα και τον Φίλιππο, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έως την εποχή που βασίλευσε αυτός ο ηγεμόνας, η ιστορία περιγράφει τους Μακεδόνες σαν έναν φτωχό και περιπλανώμενο λαό, που κοιμάται πάνω σε προβιές, ασχολείται με την βοσκή των λιγοστών κοπαδιών του, μάχεται, ανεπιτυχώς συνήθως, κατά των Ιλλυριών, των Τριβολλών, των Θρακών και καταβάλλει τους πρώτους φόρους υποτελείας. Παράλληλα, λόγω της πολυγαμίας του, ο Αμύντας απέκτησε μια σειρά άρρενων τέκνων και από την Κυκναία, δηλαδή τον Αρχέλαο, τον Αριδαίο και τον Μενέλαο. Θα είχαν όλοι αποτελέσει μια θαυμάσια ελπίδα για τον θρόνο, αν η ομόνοια είχε βασιλεύσει ανάμεσα στις αντίζηλες μητέρες και ανάμεσα στους ετεροθαλείς αδελφούς.

Παρόλα αυτά, ο μονάρχης εκείνος, δηλαδή ο Αμύντας, κατάφερε να τερματίσει ειρηνικά την σταδιοδρομία του, αφού προηγουμένως επιχείρησε σκληρούς πολέμους κατά των Ιλλυριών και των Ολυνθίων.

 Στο μεταξύ, η μοίρα είχε επιφυλάξει στην Μακεδονία ένα από τα φαινόμενα εκείνα που οι ουρανοί στέλνουν σε αραιά διαστήματα στα έθνη για να τα δοκιμάσουν, ρίχνοντάς τους το ριψοκίνδυνο δόλωμα της δόξας. Όταν ο Αλέξανδρος, ο γιος του Αμύντα ανέβηκε στον θρόνο, παρέδωσε, σαν μια εγγύηση ειρήνης, όμηρο στους Ιλλυριούς τον Φίλιππο, τον αδελφό του. Και χάρη σ’ αυτό το ενέχυρο ο Αλέξανδρος, σε κάποια άλλη περίσταση, συμφιλιώθηκε με τους Θηβαίους, ανάμεσα στους οποίους ο Φίλιππος είχε ζήσει τρία χρόνια, στο σπίτι του Επαμεινώνδα, ενός  αξιόλογου φιλοσόφου αλλά και μεγάλου στρατηγού. Λίγο καιρό αργότερα το πένθος εισχώρησε στα ανάκτορα των βασιλέων της Μακεδονίας. Ο Αλέξανδρος έπεσε θύμα πλεκτάνης, στημένης από την μητέρα του Ευρυδίκη, ενώ ο Περδίκκας, ο αδελφός του, δοκίμασε την ίδια τύχη κι αυτός. Συνέπεια όλων αυτών των εγκλημάτων ήταν να απομείνει ο Φίλιππος κηδεμόνας του νεαρού πρίγκιπα, της ισχνής εκείνης ελπίδας του βασιλείου και να «υποχρεωθεί» να αποδεχθεί τον τίτλο του βασιλέα, για τον οποίο μετέπειτα δικαιώθηκε στα μάτια αυτού του τόσο φιλοπόλεμου λαού, χάρη στις νίκες και τις κατακτήσεις του, ενώ ταυτόχρονα, χάρη στην επιρροή που είχε αποκτήσει, άνοιγε τον δρόμο στον Αλέξανδρο, το γιο του, για να κατακτήσει τον κόσμο, …


[1] Φραγκίσκου Καρόλου Ούγγου Λαυρεντίου Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα, Μακεδονία, Θεσσαλία», εκδόσεις Αφων τολίδη, Αθήνα 1995

[2] Μακεδνόν σήμαινε μια υπερυψωμένη περιοχή. Ο Ησύχιος, στην Οδύσσεια του Ομήρου, 106, ερμηνεύει την μακεδνή ως υψηλή. Οι κάτοικοι της Ανατολής την αποκαλούσαν κιτία ή κιτίμ. Γενεσις Χ, 4. Ισαάκ κεφ. ΧΧΙΙΙ, στίχοι 1, 12, 13. Rein. Macetia. Γέλλιος, βιβλ. ΙΧ, κεφ. 3. Prisc. Perigees. Στ. 433. F. Avienus perieg., στ. 588. Heins. Ad Claudian. In Rufin., ΙΙ, 279. Γρονόβιος (Σενέκα, Ηρακλής μαινόμενος) στ. 980. Drakenb. Ad Sil. XVII, στ. 633.Ausonii ordo nobelium Urbium apud poet. Latin. Mirror., T.IV, σελ. 510, εκδ. N.E.Lemaire. Τη συναντάμε και με την ονομασία Ημαθία, Πλίνιος βιβλ. ΙΙ, κεφ. 23. Ιουστ., βιβλ. VII, κεφ. 1. ενώ ο Τραϊανός την ονομάζει Παιονία, Τίτος λίβιος, βιβλ. XL., κεφ. ΙΙΙ. Emonia, Edonia και Πιερία, Mydonia, Aemathium solum, Σολίνος, Polyhistor. Βιβλ. XV.

[3] Με αυτήν την άποψη ταυτίζεται και η ακόλουθη παρατήρηση: Notum est multas Illyricas, Epiroticas, etiamque Thracicas partes ad Macedoniam referri solitas, neque ignoratur causa.

Ξύλανδρος, σημ. 1, στο βιβλ. VIIIΣτραβ., σελ. 332.

Σύμφωνα με τον Στράβωνα, βιβλ. Χ, σελ. 722 η Θράκη εκτεινόταν κάποτε μέχρι τους π΄ροποδες΄του Ολύμπου.

[4] Ηρόδοτος, βιβλ. Ι, κεφ. 56. Κατά τον R. Rochette, το 1392 π.Χ. Hist. De lEtabliss. Des Col. Grec., τ. ΙΙ, σελ. 38

[5] Από την λέξη Μακεδονία, λέει ο Στέφανος Βυζάντιος, ενώ ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος τον διορθώνει λέγοντας ότι προέρχεται από το Μακεδών, βιβλ. ΙΙΙ, κεφ. 2 και παραθέτει τους τρεις ακόλουθους στίχους του Ησιόδου:

Η δ’ υποκυσσαμένη Διί γείνατο τερπικεραύνωΥιέ δύω Μάγνητα, Μακεδόνα θ’ ιππόχαρμον,Οι περί Πιερίην και Όλυμπον δώματα’ έναιον.

[6] Μακετία, ο Ευστάθιος, στον Διονύσιο Περιηγητή. Ο Περιηγητής απλώς ναφέρει ποιοι ήταν οι τέσσερις σημαντικότεροι λαοί: Βοιωτοί, Λοκριείς, Θεσσαλοί και Μακεδόνες. Τους κατονομάζει χωρίς να προσθέτει τίποτε περισσότερο γι’ αυτούς, στίχος 427. Γέλλιος, Αττικαί Νύκται, βιβλ. IX, κεφ. 3.
[7] Ο Ιουστ., βιβλ.VII, κεφ. 1, μας λέει ότι αυτός ο βασιλιάς – βοσκός, επωφελούμενος από την ομίχλη, κατέλαβε την Έδεσσα και ότι οδηγήθηκε εκεί από ένα κοπάδι γίδια.

Written by nomosophia

21 Φεβρουαρίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία