ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Απρίλιος 2008

χριστιανικός λόγος

leave a comment »

Ιησούς, παντοκτάτωρ_περ. 1500 μ.Χ._μουσείο Καστοριάς

Η πλεονεξία ταυτόσημη με την ειδωλολατρεία[1]

 

Οράτε και φυλάσσεσθε από πάσης πλεονεξίας[2]

 

Αιεί προτροπή του Ιησού, αγαπητοί μου φίλοι, ητιολογημένη στο βραχύβιο της ανθρώπινης ζωής, όταν κάποιος από τον όχλον τον παρεκάλεσε να προτρέψη τον αδελφό του να μην τον αποκληρώση από την πατρική περιουσία[3].

 

Μια προτροπή προς αποφυγήν της πλεονεξίας, που είναι τόσο επίκαιρη στην άπληστη εποχή μας, που κύριο χαρακτηριστικό της είναι η απόκτηση χρήματος και περισσότερων υλικών αγαθών με οποιοδήποτε τίμημα.

 

Η καλλιέργεια ινδικής κάναβης, που ανεκαλύφθη αυτές τις μέρες στα Ζωνιανά, που έσπερνε και σπέρνει τον λευκό θάνατο και καταδικάζει σ’ αυτόν χιλιάδες νέες υπάρξεις, πριν ακόμα προλάβουν να δημιουργήσουν και να χαρούν στην ζωή, καθιστά ακόμη πιο επίκαιρη την ρήση του Ιησού «οράτε και φυλάσσεσθε από πάσης πλεονεξίας».

 

Την προτροπή του αυτήν ο Ιησούς θα την καταστήση εναργεστέρα με την παραβολήν του άφρονος πλουσίου.

 

Οι αγροί του απέδωκαν τα πολλαπλάσια των όσων ανέμενε. Γύρω του ασφαλώς όπως σε κάθε κοινωνία υπήρχαν άνθρωποι που τους ταπείνωνε η ένδεια και η πείνα. Όμως το μόνον μέλημα του μεγαλοκτηματία, η μόνη σκέψη, που βασανιστικά τον τυραννούσε ήταν το πού θα αποθηκεύση την εσοδεία του: «Τί ποιήσω ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου[4]». Και εύρε την λύση: «Καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω και συνάξω εκεί πάντα τον σίτον και τα αγαθά μου[5]». Όμως τα σχέδια του ανδρός δεν σταμάτησαν εκεί. Προεξόφλησε και την μακροζωΐαν του: «Ψυχή έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά. Αναπαύου, φάγε, πίε, εφραίνου[6]».

 

Dummheit ist ein gefahrliches Feind des Guten als Bosheit[7]”. Ο άνθρωπος που τιμήθηκε – από τον Θεό – δεν κατενόησε, έμοιασε με τα «άλογα» [βουβά] ζώα[8] διαπιστώνει ο ποιητής του 49ου ψαλμού, ενός ψαλμού που ανήκει στην σοφιολογική Γραμματεία του Ισραήλ[9]. Και αυτή η «βλακεία» χαρακτηρίζει τον πλούσιο. Και η απάντηση του Ιησού στην θηριώδη του ύβριν: «Άφρων ταύτη τη νυκτή την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου οίδε ητοίμασας τίνι έσται[10]».

 

«Τι αν είποιμεν όταν οφείλοντες είναι άγγελοι και υιοί Θεού μηδέ το άνθρωποι είναι διατηρώμεν ; Το γαρ αρπάζειν και πλεονεκτείν ου της ανθρώπων ημερότητος, αλλά της των θηρίων ωμότητος[11]», κηρύσσει ο Ιερός Χρυσόστομος. Και ο Ιησούς προτρέπει: «Μή θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της Γης όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσιν και κλέπτουσιν. Θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ όπου ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν[12]».

 

Συχνά, ανεβαίνοντας την οδόν Νίκης συναντώ μια γιαγιά να κάθεται στο πεζοδρόμιο, τυλιγμένη σ’ ένα φθαρμένο μποξά και να ζητιανεύη.

 

Μια φορά απετόλμησα να την ερωτήσω:

– «Γιαγιά μου δεν έχεις σύνταξη ;»

– «Έχω», μου λέγει «300 € το μήνα. Τί να κάμω με 10 € την ημέρα ; Να φάγω ; Να πληρώσω το νοίκι μου ; …» και αναλύθηκε σε δάκρυα. «Φτωχή μου γριούλα» είχε γράψει κάποτε στην «Σπίθα» ο πρ. Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, όταν έμαθε ότι μια γιαγιούλα, άγνωστή του, είχε πεθάνει από την πείνα. «Πέθανε από την πείνα η δύστυχη γρηούλα ενώ γνώες και γεράκια καταβροχθίζουν το παν, οχούμενοι όχι βέβαια επ’ αστράβης, αλλά μεταφερόμενοι με πολυτελή οχήματα».

 

Αγαπητοί μου φίλοι !

Σταθήτε μπρος στον πόνο του περιθωριοποιημένου ανθρώπου, μπρος στην απόγνωση της φτώχιας του. Οράτε και φυλάσσεσθε από της απανθρώπου πλεονεξίας. Μην γίνεσθε «ειδωλολάτρες». Η πλεονεξία είναι ταυτόσημη με την ειδωλολατρία. Μην γίνεσθε δούλοι του πλούτου. Γίνετε δότες ! Όχι αχόρταγοι λήπτες. Ακούστε την φωνή του Παύλου, ότι μακάριον εστίν μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν.

_________________________

 

 

 

[1] Το κήρυγμα αυτό του Αρχιμανδρίτη π. Σάββα Δαμασκηνού εκφωνήθηκε από άμβωνος την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2007 στον Άγιο Βασίλειο Εξαρχείων.

[2] Λουκά, 12, 15α

[3] Λουκά, 12, 13. πρβλ. Rudolf Bulkmann, “Geschichte der Synoptischen Tradition”, σ. 360

[4] Λουκά, 12, 17β

[5] Λουκά, 12, 18

[6] Λουκά, 12, 19

[7] Dietrich Bonhoeffes, Widerstand und Ergebung, σ. 16, Munchen, 1977

[8] Ψ. 49, 13

[9] Ιδ. Hermann Gunkel, Psalmen, σ. 209

[10] Λουκά, 12, 20γ

[11] Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εις Ματθ. Ομιλία ΚΑ΄, Mg PG 57, 300

[12] Ματθαίου, 6, 19-20

Advertisements

Written by nomosophia

23 Απρίλιος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Θεολογία

ποίηση

leave a comment »

Ζαχαρίας Παπαντωνίου_1877-1940

Ο γεροβοσκός[1]

 

Πόσα χρόνια πέρασα

κι άσπρισα κι εγέρασα

πάνω στα ψηλώματα

βόσκοντας τα πρόβατα!

 

Τις κορφες επάτησα

και νυχτοπερπάτησα

και σε δέντρα γερικά

είδα κι είδα αγερικά!

 

Σε ψηλές ανηφοριές

σα κοτσύφι χύθηκα

κι έπεσα σε ρεματιές

και αποκοιμήθηκα!

 

Πάνω στη καπότα μου,

φορεσιά και στρώμα μου,

είδα ονείρατα γυρτός

ξυπνητός και κοιμιστός!

 

Σ’ αητοράχη εσκάλωσα

με το λύκο μάλωσα

κι άναψα τρανές φωτιές,

σε τετράψηλες κορφές!

 

Είδα τ’ άστρι στο βουνό,

που το λεν’ Αυγερινό

και στη καθαρή βραδιά

χόρτασα τη ξαστεριά!

 

Μύρμηγκα δε ζήμιωσα

κι άνθρωπο δε θύμωσα.

Πήρα τα μικρά τ’ άρνιά,

σα παιδιά στην αγκαλιά!

 

Μια ζωήν επέρασα

κι είπ’ ο Θεός κι εγέρασα

και το χιόνι το πολύ,

μου ‘πεσε στη κεφαλή!

 

Άειντε προβατάκια μου,

περπατάτ’ αρνάκια μου,

πάμετε σιγά-σιγά

και μας ‘πηρεν η βραδιά…

 

[1] του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)

Written by nomosophia

22 Απρίλιος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Δικτατορία

leave a comment »

Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας_138 πΧ-78 πΧ

 

Περί δικτατορίας

 

Ο όρος δικτατορία, με την σύγχρονη έννοια του όρου, αναφέρεται στην απόλυτη εξουσία ενός ηγέτη ή ομάδας ατόμων που κυβερνά χωρίς να περιορίζεται από τους νόμους, το σύνταγμα, ή άλλους κοινωνικούς και πολιτικούς φραγμούς. Κύριο χαρακτηριστικό της δικτατορίας είναι η συγκέντρωση της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας στο πρόσωπο του δικτάτορα, σε συνδυασμό με έλεγχο επί της δικαστικής εξουσίας.

 

«Μάρτυρες» δικτατοριών στην Ελλάδα είναι οι περισσότεροι «αναγκαστικοί νόμοι» και τα περισσότερα «νομοθετικά διατάγματα».

 

Κατά τη ρεπουμπλικανική περίοδο της Ρώμης, το αξίωμα του δικτάτορα ήταν ένα έκτακτο αξίωμα που έδινε για έξι μήνες την απόλυτη εξουσία να δράσει για να αντιμετωπίσει την κατάσταση που απειλούσε τη Ρώμη. Το αξίωμα είχαν αναλάβει, ως ισόβιοι δικτάτορες – κατά παράβαση, δηλαδή, των ειωθότων της ρωμαϊκής δημοκρατίας – ο Σύλλας και ο Ιούλιος Καίσαρας.

 

 

Written by nomosophia

21 Απρίλιος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

ιστορικά διδάγματα

leave a comment »

Ιωάννης Μεταξάς_Ιθάκη 1871-Αθήνα 1941

Δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να πούμε ένα όχι[1]

Δεν παλεύουμε για την νίκη, αλλά για την τιμή

 

Οι ανησυχίες των Αθηνών δεν περιορίζονται μόνο στην απειλή γερμανικής παρέμβασης, αλλά αφορούσαν επίσης και την κατάσταση του ελληνικού στρατού, η προέλαση του οποίου είχε σταματήσει εξαιτίας του χειμώνα και της έλλειψης εφεδρειών, μεταφορικών μέσων και αεροπορικής συνδρομής. Τόσο ο βασιλεύς Γεώργιος όσο και ο Μεταξάς ζητούσαν επίμονα τη βοήθεια των Βρετανών, οι οποίοι απεφάσισαν να στείλουν τον στρατηγό Ουέιβελ από το στρατηγείο Μέσης Ανατολής στην Αθήνα για διαβουλεύσεις. Οι επαφές του Άγγλου στρατηγού με την ελληνική πολιτική ηγεσία από 13 έως 15 Ιανουαρίου [1941] δεν απέδωσαν συγκεκριμένα αποτελέσματα, λόγω της αδυναμίας της βρετανικής πλευράς να προσφέρει ουσιαστική στρατιωτική βοήθεια, περιοριζόμενη στην αποστολή μικρών στρατιωτικών δυνάμεων, που, όμως, η ελληνική πλευρά θεωρούσε ότι όχι μόνο δεν θα βοηθούσαν τον αγώνα της, αλλά, αντίθετα, ήταν πολύ πιθανόν να προκαλέσουν γερμανική αντίδραση, με κάθοδο γερμανικών στρατευμάτων μέσω Βουλγαρίας. Παρά την αποτυχία των εν λόγω προσπαθειών, ο Μεταξάς δηλώνει στους Άγγλους συνομιλητές του ότι ο αγώνας θα συνεχισθεί: «[…] δεν θα κάμωμεν ποτέ χωριστήν ειρήνην και ότι δεν παλαίομεν διά την νίκην, αλλά διά την τιμήν και μόνον. Ότι θα προτιμήσωμεν να καταστραφώμεν».

 

Τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του ο Μεταξάς ανησυχούσε εάν ο διάδοχός του θα είχε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να συνεχίσει την πολιτική του μέχρι τέλους. Είχε συστήσει στο βασιλιά ως αντικαταστάτη του, τον τραπεζίτη Κοριζή, για τον οποίο είχε εκφρασθεί εν ‘ όψει και της γερμανικής απειλής: «Δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα άλλο, παρά να πει ένα όχι».


[1] Από το βιβλίο του πρέσβεως επί τιμή Αννίβα Βελλιάδη, «Μεταξάς – Χίτλερ, Ελληνιγερμανικές σχέσεις στην Μεταξική δικτατορία, 1936-1941», εκδόσεις Ενάλιος, 2003

Written by nomosophia

18 Απρίλιος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Μυθολογία

leave a comment »

ο Ηρακλής μεταξύ της Αρετής και της Κακίας

Αρετή και Κακία

 

 Ο σοφιστής Πρόδικος από την Κέα είχε επινοήσει και αφηγούνταν μια ιστορία που αφορούσε στα εφηβικά χρόνια του Ηρακλή.

 

«Ο ήρωας καθόταν σ’ ένα σταυροδρόμι, όταν τον πλησίασαν δυο γυναίκες.

 

Η μια ντυμένη με φανταχτερά και προκλητικά ρούχα, του υπόσχεται ένα δρόμο ευθύ και ευκολοδιάβατο, όπου θα τον συνοδεύουν παντοτινοί συνοδοιπόροι η ανεμελιά, η διασκέδαση, ο εύκολος πλουτισμός και οι χαρές της ζωής.

 

Κατά τα λεγόμενά της, οι φίλοι της τη φώναζαν «Ευδαιμονία» και οι εχθροί της «Κακία«.

 

Η άλλη, λευκοντυμένη και σεμνή, του υπόσχεται δρόμο κακοτράχαλο, γεμάτο εμπόδια και ανηφοριές. Οι χαρές της ζωής θα κατακτώνται με κόπους και θυσίες και μέσα από την προσφορά στο συνάνθρωπο, την αδιάκοπη εργασία. Το υγιές και δυνατό σώμα του ήρωα θα υπηρετεί το πνεύμα.

 

Τη γυναίκα αυτή την έλεγαν «Αρετή«».

 

Ο Πρόδικος κατέληγε ισχυριζόμενος πως ο μυθικός ήρωας προτίμησε, τελικά, τον δύσκολο δρόμο της Αρετής από τον εύκολο της Κακίας.

Written by nomosophia

17 Απρίλιος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Παιδεία

ποίηση

leave a comment »

Περί της ποίησης

 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα της παρέμβασης του Ιωάννη Λιάκουρα στην χθεσινή [15/04/2008] παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Περίπατος στον Άδη», του πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή Νίκου Ανδρείου, στο αμφιθέατρο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου [Παλαιά Βουλή]. Τον ποιητή, που αρνείται να αποκαλύψει στο κοινό την πραγματική του ταυτότητα, εκπροσώπησε ο εκδότης του Δανιήλ Σαπιρώφ [εκδόσεις Synergie], ποιήματά του απήγγειλε η ηθοποιός Βαρβάρα Γαρδενιώτη, ενώ την λιτή εκδήλωση πλαισίωσαν οι υπέροχες φωνές της παιδικής χορωδίας του Δημήτρη Τυπάλδου.

 

Ι.Λ.

 

Το συναρπαστικό με την ποίηση είναι πως αυτή δεν σε καθοδηγεί, γιατί δεν είναι ούτε η πρόθεσή της αυτή, ούτε και ο ρόλος της. Η ποίηση συναρπάζει τον άνθρωπο ήδη από την εποχή των απαρχών του πολιτισμού, γιατί απλά του αφήνει μεγάλα περιθώρια ελευθερίας. Ο ποιητής γνωρίζει καλά όταν αποφασίσει να ξεκινήσει την μεγάλη αυτή περιπέτεια, πως το ταξίδι στον λόγο, που ο ίδιος χαράζει στο χαρτί παύει να είναι αποκλειστικά δικό του και γίνεται, σύγχρονα, έρμαιο στις διαθέσεις του ανέμου και των κυμάτων. Και πέρα απ’ αυτό δεν έχει την δυνατότητα να απαιτήσει από κανέναν από μας, τους συγκοινωνούς του έργου του, να περιγράψουμε με τον ίδιο τρόπο την πορεία του. Ο καθένας μας θα την ερμηνεύσει από την σκοπιά του και τελικά η πορεία του ποιητή θα ενσωματωθεί στα θέλω και τις προσδοκίες, στα όνειρα και τις αυταπάτες του αναγνώστη, του καθενός, δηλαδή, από εμάς και το έργο του θα πάψει να είναι κτήμα του και θα μετατραπεί, σε κάθε ανάγνωση, σε νέο κτήμα, άλλου κάθε φορά ιδιοκτήτη κι ας το ‘χει κτίσει ο ένας και μοναδικός, ο αρχικός δημιουργός.

 

Written by nomosophia

16 Απρίλιος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

η περί θρησκείας «μάχη»

leave a comment »

«Η Πόλη χωρίς την Αγιά-Σοφιά δεν έχει νόημα και η ιστορία του Σουλίου είναι ατελείωτη χωρίς τον Σαμουήλ»[1]

 

Οι γραμματισμένοι της εποχής, με πολλούς από τους οποίους αλληλογραφεί η Πηνελόπη Δέλτα, βλέπουν αδιάφορα ή περιφρονητικά την θρησκεία.

 

Ο Αλ. Πάλλης, ευρισκόμενος στην Αγγλία, εδημοσίευσε στις 3 Ιουνίου 1909 στην Μόρνινγκ Ποστ [Morning Post] μιαν επιστολή για τα πολιτικά πράγματα στην Τουρκία και κατηγορεί τον κλήρο και το Πατριαρχείο. «Τώρα όλοι ξέρουνε καλά πως ο δικός μας κλήρος – και ομιλώ ως ρωμιός – στρατολογιέται από πολύ χαμηλά κοινωνικά στρώματα και πως, αν βγάλει κανείς λίγες έντιμες εξαιρέσεις, κατατάσσονται σ’ αυτόν οι καλόγεροι όχι από θρησκευτικό ζήλο παρά με σκοπό να θησαυρίσουνε. Και η θέση η ξεχωριστή που κρατάνε, τους δίνει τη δύναμη να κατά φέρνουνε τους εγωιστικούς σκοπούς τους … κι ακριβώς επειδή ξέρουνε πως τα προνόμια και τα ρουσφέτια αυτά κιντυνεύουνε δα αριστοτεχνικά … Μα δε θα μας φταίει κανείς παρά η δική μας κουταμάρα του να δώσουμε το δικαίωμα σε τέτοιους ανάξιους εγωιστάδες ανθρώπους, σαν τους δικούς μας τους καλογέρους, να διευθύνουνε την πολιτική μας[2]».

 

Η Δέλτα τότε προσωπικά πειραγμένη του στέλνει ένα γράμμα όπου ανάγλυφο σκιαγραφείται το πιστεύω της. «Δεν ξέρω τίποτε απ’ όλα αυτά τα πράγματα και δεν έχω γνώμη να δώσω. Τον κάθε δεσπότη χωριστά θα τον ήθελα να τον κάψω, αν τους είχα στην εξουσία μου. Μα το Πατριαρχείο, ως θεσμό [institution], πρέπει, νομίζω, να υπάρχει και να μας αντιπροσωπεύει στην Τουρκία. Μόνο αυτό μπορεί να μείνει μια δύναμη έχοντάς μας ενωμένους. Το να γκρεμίζομε μια δύναμη, όσο κακή, ψυχρή και ελεεινή και αν είναι, δεν εκάναμε τίποτε ενόσω δεν έχομε τίποτε να βάλομε στην θέση του. Πρακτικώτερο και ωφελιμότερο θα ήταν, ίσως, να καταγίνομε σοβαρά και με πείσμα να βγάλομε από το καθεστώς, σιωπηλά και μοναχοί μας όλα τα σάπια κομμάτια, ως που να γίνει λίγο – λίγο … Θα πείτε πως είναι όνειρα αυτά και πως το σώμα ολόκληρο είναι σάπιο, μα σαν γκρεμίσει τί θα μας μείνει ; Η δουλειά είναι δύσκολη και θέλει καιρό και θέληση και δύναμη και πείσμα, το ξέρω, όλα προτερήματα που μας λείπουν[3]».

 

Όμως ο Πάλλης έχει άλλα σχέδια. Σκέπτεται να εκδώσει στ’ αγγλικά ένα βιβλίο όπου στιγματίζονται όλες οι αθλιότητες του ελληνικού κλήρου. Η Δέλτα στην συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου δεν βλέπει παρά ένα όπλο φονικό στα χέρια των ξένων, για να το χρησιμοποιήσουν στην κατάλληλη ώρα εναντίον της Ελλάδος. Όταν ο Πάλλης στην απάντησή του επιμένει στην έκδοση, η Δέλτα θα του γράψει με πολύ πίκρα: «Ως προς το καλό που νομίζετε πως θα κάνετε, ξεντροπιάζοντας τον κλήρο, τί θέλετε να τον μέλει τον δεσπότη στην Μακεδονία ή την Θράκη ή στην Μικρά Ασία, ή στα νησιά μας, αν στην Αγγλία τυπώθηκε ένα υβριστικό βιβλίο γραμμένο αγγλικά ; Αυτός δεν θα διαβάσει τις αλήθειες που θα πείτε, ούτε κανένας άλλος του τόπου του που μπορούσε να επηρεαστεί και θ’ ακούσει μόνο [αν τα’ ακούσει και ποτέ], πως στην Αγγλία βρίσκονται Έλληνες που τόσο αποξενώθηκαν από τον τόπο τους. Νομίζω πως αν θέλετε να διορθώσετε τίποτε στην Ελλάδα, πρέπει στο μυαλό και στην καρδιά του Έλληνα ν’ αποτανθείτε, όχι σπάνοντας εκείνο που πρέπει με κάθε τρόπο να καλλιεργούμε και ν’ αναπτύσσομε, δηλαδή την φιλοτιμία και την αξιοπρέπειά μας. Δεν συμφωνείτε. Το ξέρω. Σεις θέλετε με τον μπαλτά να χτυπάτε και ως ένα βαθμό συμφωνώ μαζί σας. Μα τον μπαλτά τον θέλω εγώ να οπλίζει ελληνικό χέρι, που πονεί εκείνο που χτυπά, όχι ξένο, όχι αγγλικό, που δεν ενδιαφέρεται για το κακό που μπορεί να κάμει κάθε χτύπημα και που θα μας χτυπήσει στην καρδιά, την ώρα που τους συμφέρει. Με πολλή και βαθειά λύπη».

 

… Η περίπτωση του Πάλλη δεν ήταν η μοναδική. Στο ίδιο κλίμα αλλά με ακραίες, ιδιόμορφες και αρνητικές θέσεις για την χριστιανική θρησκεία κινείται και ο Π. Βλαστός – γαμπρός του Πάλλη – όπως φαίνεται στην αλληλογραφία του προς την Π. Δέλτα, όταν εξεδόθη «Η Ζωή του Χριστού». «Θα πω αφτό μονάχα – πως η χριστιανική θρησκεία [και καθώς το ξέρετε αφτή δεν είναι η θρησκεία του Χριστού που ίσως είτανε πιο μεγάλος άνθρωπος παρά όσο μας τονε δείχνουν τα Βαγγέλια και ο απόστολος Πάβλος] δεν είναι θρησκεία που μου αρέσει. Νομίζω πως έκανε περισσότερο κακό παρά καλό και πως γι’ αυτό δεν αξίζει να την βοηθάει κανείς».[4] Ενοχλείται δε ο Βλαστός αφάνταστα από πνευματικές προσπάθειες που στοχεύουν να μορφώσουν πνευματικά τον λαό.

 

Γράφει στην Π. Δέλτα, όταν εκείνη του εξηγεί τα κίνητρα που την ώθησαν στην συγγραφή της «Ζωής του Χριστού». «μα τότε η δουλειά σας είναι για το χαμηλό κοινό, για το πλήθος που παραδέρνει. Μα τί το όφελος να δυναμώνεις και να πληθαίνεις το πλήθος ; το πλήθος είναι αλήθεια η καταστροφή του πολιτισμού». Απορεί ο Βλαστός πώς η Δέλτα, μια αρχόντισσα, μια μορφωμένη και ταλαντούχος συγγραφέας καταδέχτηκε να ασχοληθεί με θρησκευτικά θέματα, κατώτερα – κατά την γνώμη του – της νοημοσύνης και της τάξεώς της. Βρισκόμαστε στο πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα, όταν οι γραμματισμένοι στην πλειονότητά τους εκαυχώντο για την αθεΐα τους, την δε θρησκευτικότητα την έβλεπαν να ταιριάζει στον αμόρφωτο λαό. Ο εισαγόμενος νιτσεϊσμός δημιουργούσε επικίνδυνους φιλοσοφικούς και ηθικούς προσανατολισμούς.[5]

 

Τα σημάδια πλήθαιναν. Έντονα είχε ανησυχήσει η Π. Δέλτα και από τις ιδέες που διατυπώθηκαν σε μια εφημερίδα δημοτικιστών στην Κωνσταντινούπολη, τον «Λαό», που εξέδιδε ο Φ. Φωτιάδης με κύρια χρηματοδότηση του Πάλλη και με πνευματικό καθοδηγητή τον Ψυχάρη. Η Δέλτα ενίσχυσε στην αρχή την προσπάθεια οικονομικά και έστειλε και λογοτεχνική συνεργασία. Από τα πρώτα όμως φύλλα της εφημερίδας προβληματίζεται για τις αντιθρησκευτικές αιχμές κάποιων άρθρων. «και αφού τυχαίνει περίσταση, θα σας πω κι ένα άλλο. Δεν νομίζετε καλό να αφήνει κανείς ήσυχη την θρησκεία ; Ένα άρθρο γράφηκε σ’ ένα από τα τρία-τέσσερα πρώτα φύλλα που νομίζω «αδέξια» [maladroit], για να μην πω τίποτε άλλο. Δεν θυμούμαι πώς επιγράφουνταν μα ήταν κάτι λόγια ενός απίστου. Η έννοια του ήταν πως «ο Χριστός δεν γυρεύει αίμα κοπαδιών ζώων, ζητεί το αίμα τη καρδιάς της ανθρωπότητος». Είμεθα ελεύθεροι να έχουμε τις ιδέες μας, ο καθένας μας πιστεύει ό, τι μπορεί, κατά την συνείδησή του, αλλά δεν νομίζω καλό να τις επιβάλλομε στους άλλους. Νομίζω κακό να γυρεύομε να κλονίσουμε την πίστη που έχει ακόμα ο απλός άνθρωπος στην θρησκεία του. Δεν το νομίζετε και σεις ;[6]»

 

Την έντονη ανησυχία της και τον προβληματισμό της είχε εκφράσει η Δέλτα και όταν διάβασε στον «Λαό» την εγκύκλιο των Ίωνος Δραγούμη και Φ. Φωτιάδη για την συγγραφή αναγνωστικών βιβλίων του δημοτικού. Οι απόψεις της είναι σαφείς και ξεκάθαρες. «Και μιαν ερώτηση ακόμη παρακαλώ. Γιατί στην εγκύκλιό σας παραμερίζετε εντελώς ό, τι αγγίζει την θρησκεία ; Λέτε «Ιερή ιστορία δεν θέλουμε». Αλλά ιερή ιστορία εννοείτε και την ιστορία της Ορθοδοξίας ; Δεν το πιστεύω. Ελληνισμός και Ορθοδοξία είναι συνώνυμες εθνικές εκφράσεις. Η Πόλη χωρίς την Αγιά-Σοφιά δεν έχει νόημα και η ιστορία του Σουλίου είναι ατελείωτη χωρίς τον Σαμουήλ[7]».

_________________

 

[1] Ζωής Γκενάκου, «Η Πηνελόπη Δέλτα και η ζωή του Χριστού. Το οδοιπορικό μιας συγγραφής», Φιλολογικό Περιοδικό Παρνασσός, τόμος λς΄, Αθήνα 1994.

[2] Το πλήρες κείμενο του άρθρου μετεφράσθη στον «Νουμά», στο φύλλο της 7ης Ιουνίου 1909.

[3] Π. Δέλτα, Αλληλογραφία, ενθ. Ανωτ., σελ. 69-70 [14/06/1909].

[4] Π. Α. Ζάννα, Ανέκδοτη αλληλογραφία του Π. Βλαστού και της Π. Δέλτα [1925-1926], περ. ελληνικά, τ. 32 (1980), σελ. 123.

[5] Γράφει η Δέλτα στον Βλαστό στις 14 Απριλίου 1926: «Είμεθα ακόμα στον πρώτο σταθμό της αναπτύξεως. Θα περάσουν μία ή δύο γενεές πριν μπορέσει να δεχθεί ο τόπος μας, χωρίς κίνδυνο, άλλο επίπεδο ηθικής ή φιλοσοφίας. Τώρα χρειάζεται η στοιχειώδης ηθική. Δεν είμεθα ακόμα για Νίτσε. Και οι μεταφράσεις του Νίτσε δημιούργησαν τργελαφικές καρικατούρες ‘υπερανθρώπου’».

[6] Π. Δέλτα, Αλληλογραφία, σελ. 92 (01/02/1909, Δέλτα προς Φωτιάδη).

[7] 30//13/12/1907, Δέλτα προς Φωτιάδη.

Written by nomosophia

15 Απρίλιος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά