ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Μαΐου 2008

Υγεία

leave a comment »

Ιπποκράτης_460-377 πΧ_ο πατΏ?ας της ιατρικής

Το ταξίδι της υγείας[1]

 

Αν ρωτήσουμε δέκα ανθρώπους, οι εννέα θα πουν ότι η κύρια ευχή τους είναι: «Υγεία για μένα και γι’ αυτούς που αγαπάω». Ένας άνθρωπος, όταν έχει καλή υγεία, διακρίνεται, πάνω απ’ όλα, για το δημιουργικό κέφι του για ζωή και για τα …  ενεργειακά του αποθέματα. Από αυτά θα αντλήσει το αμυντικό μας σύστημα, ώστε να αντεπεξέλθει σε κάθε ψυχοσωματικό σύμπτωμα μιας ασθένειας.

 

«Αρχή σοφίας, ονομάτων επίσκεψις»: τί μας λένε οι λέξεις ;

Αρρώστια = χωρίς ευρωστία. Ασθένεια = χωρίς σθένος.

 

Μιλώντας για φροντίδα υγείας, εννοούμε τις συνθήκες πρόληψης και θεραπείας που δημιουργούμε στη ζωή μας. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την υγεία μας με ένα ποτήρι: όταν είναι τελείως άδειο, είμαστε εντελώς υγιείς. Όταν η υγεία μας αρχίζει να επιβαρύνεται, το ποτήρι γεμίζει με κάποιες σταγόνες. Τα συμπτώματα της παθολογίας θα εμφανιστούν στην επιφάνεια, όταν το ποτήρι ξεχειλίσει. Μια σταγόνα φτάνει για να ξεχειλίσει το ποτήρι … όμως, δεν φταίει αυτή η σταγόνα για όσα έχουμε συσσωρεύσει μέχρι σήμερα. Δεν φταίει αυτή η σταγόνα για όσα έχουμε συσσωρεύσει μέχρι σήμερα. Δεν φταίει, για παράδειγμα, μόνο το κάπνισμα για την βρογχίτιδα που πάθαμε. Δεν φταίει, αποκλειστικά και μόνο, το ότι τρώμε πρόχειρα για τη νεύρωση του στομάχου που πάθαμε. Για όσα σήμερα μας κάνουν να υποφέρουμε και μας προκαλούν ασθένειες ευθύνεται το δυναμικό άθροισμα των παραγόντων που «φορτώνουν» και εξαντλούν το αμυντικό σύστημα του οργανισμού μας. Η ύπαρξή μας σήμερα έχει συγκροτηθεί με όσα τροφοδότησαν το σώμα, το νου και το συναίσθημά μας στο παρελθόν. Η ύπαρξή μας αύριο θα στηριχτεί σε όσα την τροφοδοτούν σήμερα.


[1] Αλέξανδρος Λουπασάπκης, «Γέλιο, η καλύτερη θεραπεία», σελ. 9-10, εκδόσεις Κέδρος, 2002

Written by nomosophia

30 Μαΐου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

μεσαιωνική οικονομία

leave a comment »

Το «φθίνον Βυζάντιο»[1]

 

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όταν ανασυστάθηκε μετά την εκδίωξη των Λατίνων, ήταν μια περιορισμένη εδαφικά κυριαρχία που δεν μπορούσε να καλύψει με τα έσοδά της τις δημοσιονομικές δαπάνες που δημιουργούνταν. Οι δαπάνες αυτές, μέχρι το τέλος του βίου της υπήρξαν παραδοσιακά υψηλές και επαχθείς … Πέρα όμως από την περιορισμένη έκταση του Βυζαντινού κράτους … , πρέπει να αποδώσουμε την πενιχρή οικονομική κατάσταση και στην τακτική των ιταλικών ναυτικών πόλεων, της Βενετίας, της Γένουας και της Πίζας. Οι πόλεις αυτές, ενεργώντας συστηματικά και μεθοδικά από τους πριν από την άλωση χρόνους, έγιναν η κυριότερη αιτία της οικονομικής καταρρεύσεως του Βυζαντίου, δανείζοντας τους αυτοκράτορες και απομυζώντας τους πόρους της Αυτοκρατορίας.

 

Η αναδρομή στην δράση των ιταλικών πόλεων πείθει για την καταστρεπτική τους επίδραση στην οικονομία κατά την περίοδο της αγωνίας του Βυζαντίου[2], αν λάβουμε υπ’ όψιν και τις διάφορες ατέλειες, εξαιρέσεις, απαλλαγές και παραχωρήσεις που είχαν επιτύχει σε διάφορες χρονικές περιόδους.

 

Στην περίοδο … της λατινικής κυριαρχίας (1204-1261), πρέπει να αποδώσουμε την επερχόμενη εξουθένωση της Βυζαντινής οικονομίας (δημόσιας και ιδιωτικής), η οποία άγγιξε το όριο της ολικής ανυπαρξίας επί Παλαιολόγων.

 

Κατά συνέπεια δεν θα ήταν δίκαιο να καταλογίσουμε όλες τις ευθύνες στην τελευταία δυναστεία της Αυτοκρατορίας, γιατί ακριβώς η τότε κατάσταση δεν ήταν τίποτε άλλο παρά, η φυσική, βέβαια όχι χωρίς σοβαρή αντίδραση εκ μέρους του Βυζαντίου, κατάληξη του οικονομικού χάους που δημιουργήθηκε επί λατινικής κυριαρχίας.

 

Το χάος υπήρξε έργο κυρίως της επικρατήσεως των ιταλικών ναυτικών πόλεων, η οποία έπληξε ανεπανόρθωτα την ιδιωτική και δημόσια οικονομία του περιορισμένου σε δυνατότητες Βυζαντίου. Παραστατική είναι η εικόνα του ρόλου των ξένων εμπόρων στην εθνική οικονομία των χωρών που μας παρέχει ο Γάλλος εμποροκράτης Μονκρετιέν : «οι ξένοι έμποροι παραβάλλονται χαρακτηριστικώς προς αντλίαν που αντλεί το αίμα του εντοπίου λαού και τον οποίον τότε μόνο αφήνουν όταν είναι νεκρός».

 

Παράλληλα όμως με τις ιταλικές πόλεις και η απολιθωμένη … αντίληψη και τακτική ως προς την αντιμετώπιση των οικονομικών ζητημάτων συνετέλεσε στην θλιβερή οικονομική κατάσταση, στην οποία περιήλθε το Βυζάντιο κατά τους τελευταίους αιώνες. … με το να αρνούνται οι Βυζαντινοί τις νέες μεθόδους ασκήσεως του εμπορίου [την ανάπτυξη του θεσμού του εμπορικού συνεταιρισμού, την κατανομή της ευθύνης, την αξία της εμπορικής πίστεως, τους τύπους των συμβολαιογραφικών πράξεων, την αποστολή του μεσίτη, τα πρωτοδημιουργούμενα εμποροδικεία του πτωχευτικού δικαίου, την μεταβίβαση αξιών και εμπορευμάτων με οπισθογράφηση, την ανάπτυξη της τραπεζικής εργασίας, την έκδοση τραπεζικών γραμματίων «πληρωτέων εν όψει» που κυκλοφορούσαν αντί χρημάτων, την προεξόφληση γραμματίων μακράς λήξεως, καθώς επίσης και τα νέα συστήματα εμπορικής επικρατήσεως, δηλαδή τον συνδυασμό ξένου κεφαλαίου για την αναπλήρωση του ακινητοποιημένου ρευστού σε διάφορες επιχειρήσεις, τον συνδυασμό ξένου κεφαλαίου για την αναπλήρωση του ακινητοποιημένου ρευστού σε διάφορες επιχειρήσεις, τον συνδυασμό κεφαλαίου που ανήκε σε τρίτους και εμπορικής επιχειρήσεως που ασκείται από έμπορο ή ναυλομεσίτη] δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τις νέες εξελίξεις, ώστε να επιβιώσουν στον οξύτατο ανταγωνισμό της οικονομικής ζωής.

 

Ένας από τους σοβαρότερους … λόγους της οικονομικής καταπτώσεως του Βυζαντίου πρέπει να αναζητηθεί στην επικράτηση της μεγάλης αγροτικής ιδιοκτησίας από τον 11ο αιώνα και μετά με όλα τα … επακόλουθα (στείρα μορφή κεφαλαιοκρατίας). Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες η οικονομία του βυζαντίου περιορίσθηκε μεταβαλλόμενη διαρκώς από παραγωγική σε καταναλωτική. … Τέτοια οικονομικά φαινόμενα αποτελούν σαφείς εκδηλώσεις όχι παροδικής κάμψεως, αλλά επερχόμενης μοιραίας παρακμής. … κάτω από αυτό το πρίσμα θα έπρεπε να εκτιμηθεί η συνεχής επιδείνωση της βυζαντινής οικονομίας και η έλλειψη ανταγωνιστικότητας απέναντι στις αναπτυσσόμενες τάσεις της Δύσεως.

 

Η πλήρης οικονομική κάμψη της βυζαντινής οικονομίας προήλθε αρχικά από την εξασθένιση της Διοικήσεως σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό του κράτους και την παράλληλη εμφάνιση των «ισχυρών» που ενισχύθηκαν με διαφόρους τρόπους.

 

Από εκεί προήλθε και η κάμψη των δημοσίων οικονομικών, μα αποτέλεσμα την παραμέληση των αμυντικών μέσων. Ο άμεσος αντίκτυπος εκδηλώθηκε στην εμπορική ναυτιλία και όταν μάλιστα εμφανίστηκε η πειρατεία, χάθηκε και ο πρώτος παράγων της βυζαντινής οικονομίας.

 

 

Αφού η ναυτιλία περιήλθε σε αδράνεια, ακολούθησε η κάμψη του διαμετακομιστικού εμπορίου και η πτώση των εξαγωγών. Παράλληλη ήταν και η διακοπή της βιοτεχνική παραγωγής. Στην περιοχή μάλιστα της Κωνσταντινούπολής δεν παρατηρούνται πια ονόματα Ελλήνων που ασκούν εμπορία-βιοτεχνία, ενώ αντίθετα οι ξένες παροικίες ανθούν.

 

… οι ξένες παροικίες εφοδιασμένες, αφενός … με ατέλεια εισαγωγής- εξαγωγής, με απαλλαγές από την φορολογία, προστατευμένες από το ίδιο τους το δίκαιο, αφετέρου αντιτάσσοντας όλη τους τη δυναμικότητας απέναντι στην βυζαντινή αδράνεια, πέτυχαν τελικά τον σκοπό τους. Έτσι συγκεντρώθηκε η παραγωγική δραστηριότητα στα χέρια των ξένων κοινοτήτων, προς όφελος όχι των ελληνικών πληθυσμών, αλλά των ιταλικών μητροπόλεων. Εκεί τελικά κατέληγαν οι καρποί της ξένης δραστηριότητας.

 

… προκειμένου να πραγματοποιήσουν οικονομικά οφέλη οι ξένες κοινότητες μετέρχονταν όλα τα μέσα, αδιαφορώντας αν οι ενέργειές τους δεν συμφωνούσαν προς τον στοιχειώδη ανθρωπισμό και αν ήταν αντίθετες προς την υπάρχουσα νομοθεσία με τις αυστηρές κυρώσεις ή ακόμη και με τους αφορισμούς της Εκκλησίας[3]. Εκμεταλλεύονταν μάλιστα ληστρικά τις περιοχές, υιοθετώντας συμπεριφορά και μεταχείριση αποικιακής μορφής, δανείζοντας με υψηλό τόκο, συνεργαζόμενες με άπιστους εναντίον Σταυροφόρων, όταν … επρόκειτο να προσπορίσουν οικονομικά οφέλη. Από την τακτική αυτή μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι επικρατεί και διέπει τη σκέψη τους ωμή κερδοσκοπική αντίληψη. Με την εγκατάσταση μάλιστα και στα παράλια της Συρίας και της Μικράς Ασίας δυτικών εμπόρων, ιδρύονται και νέες κοινότητες που χρησιμεύουν ως ορμητήρια και βάσεις ασκήσεως του εμπορίου των ιταλικών μητροπόλεων. Από τότε έχουμε, κατά τον Κέτσκε[4], τα πρώτα κεφαλαιοκρατικά κέντρα.

 

… εκ μέρους του Βυζαντίου δεν παρατηρείται καμιά δραστηριότητα, παρά μόνο η τοποθέτηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου σε ακίνητα ή ο αποθησαυρισμός. Από τις πληροφορίες που έχουμε, προκύπτει ότι ο αποθησαυρισμός δεν πραγματοποιείτο σε μεγάλη κλίμακα, οι τοποθετήσεις όμως σε ακίνητα γίνονταν σε μεγάλο βαθμό, αν και η αξία τους δεν έμενε σταθερή, αντιθέτως μειωνόταν. … Αντίθετα … στην Ιταλία οι τιμές των ακινήτων ανέβαιναν. … η αύξηση ήταν αποτέλεσμα της ανοδικής πορείας της οικονομίας των ιταλικών πόλεων.

Την εποχή κατά την οποία το εμπόριο απορροφούσε περισσότερα κεφάλαια, επειδή πολλαπλασιάζονταν οι ανάγκες, οι Βυζαντινοί δεν διέβλεπαν την ανάγκη παραγωγικής απασχολήσεως του κεφαλαίου που πλεόναζε προς την κατεύθυνση αυτή. … υποστηρίζεται … ότι η κατάσταση είχε διαφοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι Βυζαντινοί σχεδόν έχασαν και αυτό το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως και άρχισε να αμβλύνεται ακόμα και η επιθυμία του κέρδους.

 

… κατά τον Ζ. Λίγκενθαλ, ασχολούνταν λεπτομερειακά και με υπερβολική σχολαστικότητα με τις ερμηνείες διαφόρων απηρχαιωμένων διατάξεων, χωρίς βέβαια να προσφέρουν τίποτε. Δεν δέχτηκαν τους νέους θεσμούς, ούτε αυτούς που διαμορφώθηκαν, ούτε αυτούς που διαμορφώνονταν, έμειναν αδρανείς, προσηλωμένοι στα έθιμά τους – ίσως να μην μπορούσαν να προσαρμοστούν – πάντως παρέμειναν απλοί θεατές της οικονομικής αναγεννήσεως των δυτικών.

 

Στον γεωγραφικό χώρο του Βυζαντίου αρχίζουν να εμφανίζονται ιταλικές βιοτεχνίες και να καταλαμβάνουν τη θέση που είχαν πριν αντίστοιχες βυζαντινές οικονομικές μονάδες.

 

… παντού σε όλους του τομείς της παραγωγής και της δραστηριότητας οι Βυζαντινοί υποχωρούν και φυσικοί τους αναπληρωτές στον ανατολικό χώρο αναδεικνύονται οι Γενουάτες, οι Βενετοί και οι Πιζάνοι.

 

 

__________________________

 

[1] Από το βιβλίο του Σάββα Σπέντζα «Γ. Γεμιστός – Πλήθων, ο φιλόσοφος του Μυστρά, οι οικονομικές, κοινωνικές και δημοσιονομικές του απόψεις», σελ. 24-29, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996

[2] Α. Διομήδη : Ανέκδοτον. Η οικονομική πολιτική του φθίνοντος Βυζαντίου, σελ. 192-193 : Υπήρξαν οι Ιταλικές πόλεις και ιδίως η Βενετία, πρωτεύοντες συντελεσταί της πολιτικής υποδουλώσεως του Βυζαντίου, της εδαφικής καταρρεύσεως αυτού περισφθίξασαι δε επί αιώνας ολοκλήρους τον ανατολικόν κόσμον έπεσαν ως ακρίδες επί των Βυζαντινών χωρών απομυζώσαι κάθε των ικμάδα.

[3] Αναφέρεται κυρίως η Βενετία ως ασκήσασα κατ’ εξοχήν το δουλεμπόριον και το σωματεμπόριον. Α. Διομήδη, Ανέκδοτον, σελ. 158

[4] R. Koetschke : Allgemeine Wirtschaftgeschichte des Mittelalters. Jena 1924, σελ. 538

Written by nomosophia

29 Μαΐου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Οικονομία

αρματωλοί και κλέφτες

with one comment

Ο Αγάς Χαλήλ απαγάγει την χριστιανοπούλα Βάσω, παρά την θέλησή της και την κλείνει στο χαρέμι του. Ο πατέρας της Κώστας απευθύνεται στον καδή της Άρτας, από τον οποίο ζητά να του επιστραφεί η απαχθείσα κόρη του. Ο καδής Χασάν διάκειται ευνοϊκά απέναντι στον απαγωγέα Χαλήλ. Τον καλεί σε απολογία και επιχειρεί να συμβιβάσει τα μέρη υπέρ του Χαλήλ. Ο Κώστας αρνείται να συμβιβαστεί και οδηγείται στην φυλακή, η δε Βάσω «κατακυρώνεται» στον απαγωγέα. Ο μνηστήρας της Βάσως, Νίκος, ο οποίος παρευρίσκεται στην εξέταση – παρωδία ενώπιον του καδή, καταφεύγει στον κλέφτη Χρήστο Μηλιόνη, νονό της άτυχης απαχθείσης, ο οποίος υπόσχεται εκδίκηση…

 

Ιστορίες Ληστών, από την Ελληνική Λογοτεχνία[1]

 

Ήτο Παρασκευή, ημέρα εορτής, καθ’ ην αι πέντε νενομισμέναι προσευχαί τελούνται πομποδέστερον…

 

Ότε ενωτίσθη τους ευμόλπους και ηχηρούς εκείνους φθόγγους ο Χασάν εφένδης, αφήκεν επί του τάπητος του σοφά το βιβλίον του Σερή, όπερ νυχθημερόν εμελέτα και εγερθείς περιεβλήθη την μηλωτήν και απήλθεν εις το προσκύνημα.

 

Μόλις οι πιστοί είχον συναχθεί και ήρχισαν τας συνήθεις επί της ψιάθου γονυκλισίας, προτού ακόμη τις εκ των δερβισών να φθάσει εις βαθμόν ενθουσιώδους παροξυσμού, ώστε να εκβάλλει αφρούς εκ του στόματος, ότε νεαρός Τούρκος εισήλθεν ορμητικός και τόσον έξαλλος εφαίνετο, ώστε ελησμόνησε ν’ αφήσει τα σανδάλια παρά τον ουδόν της θύρας και εισήλθεν υποδεδεμένος εις το τέμενος. Οι πιστοί ανέκυψαν έκπληκτοι και οι ενθερμότερον δεόμενοι απεσπάσθησαν εκ της ευσεβούς εκείνης προσηλώσεως.

 

– Τί είναι ; ηκούσθη ψιθυρισμός.

– Κλέφτες ! Κλέφτες έρχονται ! έκραξεν ο άρτι εισελθών.

– Κλέφτες ! επανέλαβον διάφοροι φωναί.

 

Η έκπληξις ολόκληρος δεν είχεν εκφρασθεί ακόμη. Ακτίς φωτός δεν είχε εισδύσει εις τας διανοίας ταύτας, ώστε να κατανοήσωσι πώς ήτο δυνατόν να έλθωσι κλέφτες εις την πόλιν. Και συγχρόνως εισήλθεν ανήρ φορών λερήν φουστανέλαν, κρατών γυμνόν ξίφος εις την δεξιάν, μελαμψος την χροιάν, πελώριος το ανάστημα, έχων μακράν κόμην περί τους ώμους. Κατόπιν αυτού εφάνη δεύτερος και τρίτος κλέφτης.

 

Οι μουσουλμάνοι έριξαν λυσσώδεις κραυγάς φρίκης και μίσους. Η αγανάκτησις διά την βεβήλωσιν, η ιδέα πως ήτο δυνατόν να έλθει άπιστος να βεβηλώσει τον ιερόν χώρον, έπνιγε παν άλλον αίσθημα.

 

– Έξω ! Έξω ! Έξω απ’ εδώ ! ηκούσθησαν ορυόμεναι συμμιγείς κραυγαί.

 

Αλλά ο υψηλός φουστανελοφόρος πάλλων το ξίφος εν τη δεξιά και απείργων τους αόπλους μουσουλμάνους, όσοι επρόλαβαν να ανορθωθώσιν, ήλθε κατ’ ευθείαν προς τον Χασάν εφένδην και τω είπε.

 

– Συ είσαι ο κατής της Άρτης ;

– Εγώ, απήντησε εμβρόντητος ο Χασάν.

– Σηκώσου, πάμε, τω είπεν ο κλέφτης.

 

Και τον έσυρε διά της βίας. Οι δύο σύντροφοί του προσελθόντες τον εβοήθησαν.

 

Εις ολίγας στιγμάς το σύμπλεγμα είχε διασκελίσει τον ουδόν.

 

Ο πρώτος κλέφτης προεπορεύετο σύρων και τον κατήν και οι δύο σύντροφοί του ηκολούθουν οπισθοβατούντες, αμυνόμενοι διά των ξιφών κατά των μουσουλμάνων, όσοι όρμησαν να επιτεθώσιν άοπλοι.

 

Ότε εξήλθον εις τον περίβολον, όστις απετέλει πολυάνδριον, πλήρες τάφων και μνημείων, περιβαλλομένων υπό τινων κυπαρίσσων, ανεζήτουν τινές λίθους να επιτεθώσιν. Άλλοι, όσοι κατώκουν εγγύς του τζαμίου, έσπευσαν εις τας οικίας των να λάβωσιν όπλα. Αλλ’ οι τρεις κλέφται είχον πολύ ανοικτόν το βήμα. Ότε απεμακρύνθησαν ολίγον και εξήλθον της πόλεως, οι δύο σύντροφοι εσχημάτισαν διά των χειρών φορείον και έβαλαν τον Χασάν να καθίσει επ’ αυτού, ο δε πρώτος κλέφτης εβάδιζεν ατάραχος. Αλλά τότε επήλθε κατ’ αυτών πολυάριθμον άθροισμα ενόπλων Τούρκων. Συγχρόνως δε ηκούσθη κραυγή.

 

– Χτυπάτε, μονόματοι !

 

Τω όντι ο Χρήστος Μηλιόνης [διότι εκείνος ήτο ο αρχηγός της εισβολής] δεν συνήθιζε να κάμνει ατελή σχέδια. Εμίσει την βραδείαν μεταμέλειαν και διά τούτο επροτίμα να προνοεί καλώς τα ενδεχόμενα. Προτού ν’ αποφασίσει το τολμηρόν τούτο διάβημα, είχε φροντίσει να οπλίσει χριστιανούς τινάς επικούρους εκ της Ακαρνανίας, εξ’ εκείνων των γνωστών με το όνομα μονόματοι, οίτινες δεν ήσαν κυρίως αρματολοί, αλλ’ ειρηνικοί αγρόται, δεν ηπηξίουν όμως να ζώνονται ενίοτε την σπάθην, οσάκις είχον αφορμήν να βαρυνθώσιν το μονότονον έργον των. Ούτοι οι ανδρείοι ενήδρευον έξωθεν της πόλεως περιμένοντες τους συντρόφους. Ούτοι οι μονόματοι απήντησαν εις την καταδίωξιν των τούρκων διά ραγδαίου και ανδρικού πυρός.

 

– Χτυπάτε μονόματοι ! έκραξεν ο Χρήστος Μηλιόνης.

 

Και ηκούετο το καριοφίλι βροντών και ο Μηλιόνης εγέμιζεν με την μίαν χείρα και εκένου με την άλλην και οι μονόματοι ημιλλώντο να φθάσωσιν εις την ταχύτητα τον απαράμιλλον τούτον μαχητήν. Όσον διά την ακρίβειαν του σκοπού, ουδείς ηδύνατο ν’ ανταγωνισθεί προς αυτούς, τους ατρομήτους, οίτινες επαξίως επωνομάσθησαν μονόματοι.

 

Όσον κρατερά και αν ήτο η καταδίωξις των Τούρκων, ο ήλιος είχε δύσει, η νυξ έπιπτε, το ρεύμα και ο κρημνός εβοήθη τους αποχωρούντας και οι μονόματοι ευκόλως δεν κατεβάλλοντο. Πάσα βολή μονόματου εμετρείτο με μίαν κεφαλήν Τούρκου πίπτουσαν. Σπανίως ηκούσθη ν’ αστοχήσωσι του σκοπού οι γενναίοι ούτοι ορεινοί.

 

Μετ’ ολίγον οι διώκται ετράπησαν εις άτακτον φυγήν αποβάλοντες νεκρούς περί τους δέκα εκ του κλέφτικου δύο ή τρεις έπεσαν.

 

Ο Μηλιόνης είχεν υπολογίσει ορθώς. Ένα Ακαρνάνα τον εστάθμιζε με τρεις Τούρκους και ήμισιν. Εκ των αποτελεσμάτων ανεδείχθη και πάλιν η δεδοκιμασμένη εμπειρία του αρχηγού.

 

 

_______________________

 

[1] Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Χρήστος Μηλιόνης», απόσπασμα από το κεφ. Δ΄

 

Written by nomosophia

28 Μαΐου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Μάχες

leave a comment »

Σαλαμίνα_480 π.Χ.

Μετά την Σαλαμίνα[1]

 

…ο Ξέρξης αντιλήφθηκε το μέγεθος της καταστροφής του και με ψυχραιμία λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μην παραλύσει εντελώς το κλονισμένο ηθικό των στρατευμάτων του. Μόνο ο Μαρδόνιος διαισθάνεται τα σχέδιά του και τις αγωνίες του. Έτσι, ενώ στα Σούσα πληροφορούνται πολύ γρήγορα πώς έχουν στ’ αλήθεια τα πράγματα, μέσω ενός ευφυούς ταχυδρομικού συστήματος και ανησυχούν για τους μεγάλους κινδύνους που απειλούν τον στρατό και τον ίδιο τον βασιλιά, στο στρατόπεδο και στον στόλο βασιλεύει η ηρεμία, μέχρι που δίνεται το σήμα της αναχώρησης, με διαφορά μερικών ημερών. Αυτό το σήμα ωστόσο, όταν δόθηκε, όντας η επίσημη επιβεβαίωση της ήττας, προκάλεσε σύγχυση στον στόλο. Τότε κατάλαβαν ότι είχαν ηττηθεί οριστικά, εφ’ όσον εγκατέλειπαν τα πάντα και τρέπονταν σε φυγή μπροστά στον νικητή εχθρό. Η ώρα του απόπλου, μέσα στην νύχτα, μεγαλώνει ακόμη πιο πολύ τον γενικό φόβο. Ρίχνουν εσπευσμένα τα πλοία στο νερό και η διαταγή να πάνε γρήγορα να σώσουν τις γέφυρες που κινδύνευαν εκνευρίζει ακόμη πιο πολύ διοικητές και πληρώματα. Βγαίνουν από τον κόλπο όπως-όπως και βάζουν πλώρη προς τα νοτιοανατολικά, πλέοντες μέσα στον Σαρωνικό. Φαντάζονται ότι οι Έλληνες τους έχουν στήσει ενέδρα στο ύψος του ακρωτηρίου Ζωστήρα ή μέσα στο σκοτάδι. Οι μυτερές άκρες των σκοπέλων περνιούνται για καράβια. Τότε τα ερετικά αρχίζουν να κωπηλατούν φρενιασμένα χωρίς ρυθμό, με κομμένη την ανάσα. Οι κωπηλάτες χτυπούν ή ανατρέπουν ο ένας τον άλλο, τα παραγγέλματα των κελευστών που είναι εκτός εαυτού δεν μπορούν πια ν’ ακουστούν. Οι τριήρεις έντρομες σκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις και οι αρχηγοί με μεγάλη δυσκολία καταφέρνουν να αποκαταστήσουν την τάξη και την συνοχή. Το πρωί, οι Έλληνες βλέποντας τον περσικό στρατό στις θέσεις του απέναντι στην Σαλαμίνα, υπέθεσαν ότι ο εχθρικός στόλος βρισκόταν ακόμη στο Φάληρο και ότι σκεφτόταν μια νέα επίθεση. Έτσι ετοιμάστηκαν αμέσως να την αποκρούσουν. Βλέπουμε ότι η Σαλαμίνα, ναυτική βάση των Ελλήνων, παραμένει σε άμυνα όσο τα βαρβαρικά στρατεύματα είναι παρόντα. Είναι απομονωμένη και κατά κάποιο τρόπο αποκλεισμένη. Πολύ αργότερα μαθαίνουν τελικά, σίγουρα από περιπόλους που είχαν σταλεί εκτός των περασμάτων, ότι ο εχθρικός στόλος είχε εξαφανιστεί. Πόσο μεγάλη συγκίνηση πρέπει να προκάλεσε αυτό το καταπληκτικό νέο στις τάξεις των συμμάχων, πόση ανακούφιση θα αισθάνθηκαν ! Ο εχθρός λοιπόν ομολογεί ότι νικήθηκε και φεύγει. Όμως μας ξεφεύγει ! Τα πληρώματα τρέχουν στις τριήρεις για να επιβιβαστούν και το σήμα του απόπλου δίνεται με ένα χτύπημα στα κατάρτια των ναυαρχίδων. Αρχίζουν την καταδίωξη του εχθρού, αλλά είναι πολύ αργά, η επαφή έχει χαθεί. Με πόση μανία θα κωπηλατούσαν τα ερετικά σ’ αυτήν την γιγαντιαία λεμβοδρομία των τετρακοσίων πλοίων, των 65.000 κουπιών που όργωναν την θάλασσα του Αιγαίου και κάλυπταν με λευκούς αφρούς κυμάτων την γαλάζια επιφάνεια ! Οι κωπηλάτες όμως δεν είναι μηχανές από σίδερο και τελικά κουράζονται. Εξουθενωμένοι, γέρνουν στους πάγκους τους. Είναι ανάγκη να σταματήσουν. Και σταματούν στην Άνδρο. Την άλλη ημέρα όλοι έχουν συνέλθει και οι κωπηλάτες είναι έτοιμοι να συνεχίσουν την καταδίωξη. Ο Θεμιστοκλής δεν κατάφερε να πείσει τον Ευρυβιάδη για μια επίθεση μέχρις εσχάτων. Από την στιγμή που ο βάρβαρος αποκρούστηκε στην θάλασσα, οι Πελοποννήσιοι αναρωτιόνταν ήδη αν είχε έρθει η ώρα να στρέψουν όλη τους την προσοχή στην ξηρά, όπου μια ωραία αντίσταση κατά του Μαρδόνιου θα εξισορροπούσε την ναυτική νίκη που ήταν προς όφελος των Αθηναίων. Ο Θεμιστοκλής πάντως δεν έχασε τον καιρό του και προσπάθησε, κάνοντας αρχή από την Άνδρο, να συνηθίσει το Αρχιπέλαγος στον φόρο υποτελείας ο οποίος, όταν εδραιώθηκε αργότερα και επεκτάθηκε στην Ιωνία, στην Καρία, στην Θράκη και στα νησιά, δημιούργησε την ισχυρή ναυτική ηγεμονία της Αθήνας. Ο Αθηναίος στρατηγός θα είδε με χαρά την γενική υποχώρηση του στρατού του Ξέρξη και έκανε ό,τι μπορούσε για να τον διώξει, στέλνοντας στον μεγάλο βασιλέα τον πιστό και ικανό Σίκιννο για να τον τρομάξει, λέγοντάς του ότι ετοιμαζόταν να επιτεθεί στις γέφυρες. …

 

Όταν επιστρέφουν στην Σαλαμίνα, οι σύμμαχοι γεμάτοι ευγνωμοσύνη μοιράζουν πρώτα τα λάφυρα και κάνουν αφιερώματα στους θεούς τους. Ανάμεσα στα άλλα πλούσια αναθήματα είναι και τρεις φοινικικές τριήρεις, λάφυρα πολέμου. Την μία την έπιασαν στον Ισθμό – ο Ηρόδοτος μάλιστα ήταν αυτόπτης μάρτυς – την άλλη στο Σούνιο και την Τρίτη στην Σαλαμίνα, προς τιμή του Αίαντα, γιου του Τελαμώνα. Κατόπιν μοίρασαν τη λεία, φροντίζοντας να βάλουν στην άκρη τα καλύτερα λάφυρα για τους Δελφούς. Με αυτά έφτιαξαν ένα τεράστιο άγαλμα [7μ. 68εκ.] που κρατούσε στα χέρια του το έμβολο μιας τριήρους. Αλλά ο Απόλλων δεν θα ήταν απόλυτα ευχαριστημένος, αν δεν έπαιρνε ειδικό ανάθημα από τους Αιγινήτες. Ήταν ένας τρόπος να αναδείξουν τις πραγματικά λαμπρές υπηρεσίες που προσέφεραν οι Αιγινήτες κατά την ναυμαχία. Ήταν επίσης μια πράξη των Δωριέων συμμάχων με σκοπό να προκαλέσουν την ζήλια των Αθηναίων. Οι Αιγινήτες πρόσφεραν προς τιμήν του θεού και σε ανάμνηση των κατορθωμάτων τους στην Σαλαμίνα τρεις χάλκινους ιστούς μα τρία χρυσά πανιά. Ο Ηρόδοτος μας επιτρέπει να διακρίνουμε, με την απαράμιλλη τέχνη του ιστορικού ο οποίος αφηγείται αμερόληπτα τα γεγονότα, όλες αυτές τις απογοητευτικές πράξεις. Η Αθήνα, η ψυχή της αντίστασης, ιδρύτρια της συμμαχίας, έχοντας παρατάξει στη μάχη ένα στόλο διακοσίων τριήρων, που είχε νικήσει ήδη τον Βάρβαρο στον Μαραθώνα πριν τη Σαλαμίνα, δεν θεωρείται άξια παρά μόνο για το δεύτερο έπαθλο. Το πρώτο πήγε στην μικρή Αίγινα. Υπήρξαν πιο δίκαιοι όσον αφορά στην προσωπική ανδρεία, έτσι οι Αθηναίοι τριήραρχοι, ο Ευμένης από τον δήμο Αναγύρου και ο Αμεινίας από την Παλλήνη που καταδίωξε την Αρτεμισία, έλαβαν τις ίδιες τιμητικές διακρίσεις με τον Αιγινήτη Πολύκριτο.

 

Στον Ισθμό, όπου κατέπλευσαν οι σύμμαχοι αμέσως μετά την μοιρασιά των λαφύρων, κάθε πόλη αποφεύγει να ομολογήσει ότι μια άλλη έκανε περισσότερα για την σωτηρία της Ελλάδας, πόσο μάλλον η Αθήνα. Οι στρατηγοί, συγκεντρωμένοι στον ναό του Ποσειδώνα για να ανακηρύξουν αυτόν που υπήρξε πιο γενναίος και πιο σπουδαίος την αλησμόνητη εκείνη ημέρα που σώθηκε η Ελλάδα, εναπόθεσαν τις ψήφους τους πάνω στον βωμό. Μόνο που ο καθένας κράτησε για τον εαυτό του, στρατηγός της πόλης του γαρ, την πρώτη θέση με την ψήφο του, δίνοντας την δεύτερη στον Θεμιστοκλή που δεν ήταν κατώτερος κανενός. Έτσι, όταν καταμετρήθηκαν οι ψήφοι, οι στρατηγοί όλων των άλλων πόλεων βρέθηκαν να έχουν πάρει μόνο μια ψήφο, τη δική τους, ενώ ο στρατηγός της Αθήνας τις συγκέντρωσε όλες, έστω και δεύτερες. Τότε οι στόλοι χωρίστηκαν και ο καθένας γύρισε στο λιμάνι του χωρίς να δοθεί ικανοποιητική λύση στην υπόθεση του πρωτείου, λόγω των αντιπαλοτήτων μεταξύ των πόλεων αλλά και των αρχηγών. Ωστόσο, παρατηρεί ο Ηρόδοτος, όλη η Ελλάδα ανακήρυξε τον Θεμιστοκλή ως τον κυριότερο και ευφυέστερο πρωτεργάτη της ελληνικής ανεξαρτησίας.

 

__________________________

 

[1] Από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Ράδου, «Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας – Η μάχη που διέσωσε τον δυτικό πολιτισμό», εκδόσεις Ενάλιος, 2004. Ο Κωνσταντίνος Ράδος [1862-1931], λόγιος και ιστορικός, διαπρεπής καθηγητής Ιστορίας στα πανεπιστήμια των Αθηνών και των Παρισίων, έχει γράψει πλήθος ιστορικών μελετών, όπως την «Γενική Ιστορία του Ναυτικού» [1896], την «Ιστορία του Υπέρ της Ανεξαρτησίας των Ελλήνων Αγώνος» [1894] και την «Μάχη του Άστιγγξ». Το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 1915.

Written by nomosophia

27 Μαΐου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

επαναστατικός πυρετός

leave a comment »

Οι επιπτώσεις της Γαλλικής επανάστασης στην Ελλαδικό χώρο[1]

 

…στα τέλη του 19ου αιώνα είχε αναπτυχθεί μια ισχυρή αστική τάξη, κυρίως στην διασπορά, ανοιχτή στις νέες ιδέες. Στις τάξεις της περιελάμβανε έναν σημαντικό αριθμό διανοουμένων, θερμών οπαδών των ιδεών του διαφωτισμού. Συγκεκριμένα, το Βουκουρέστι είχε καταστεί εστία Ελλήνων διανοουμένων επηρεασμένων από το γαλλικό πολιτισμό, όπως άλλωστε και η Βιέννη υπήρξε ο τόπος έκδοσης του ελληνικού περιοδικού «Λόγιος Ερμής», που διοχέτευε τις ιδέες του Διαφωτισμού και το Παρίσι ο τόπος συγκέντρωσης μιας ομάδας νεωτεριστών λογίων γύρω από τον Αδαμάντιο Κοραή.

 

Μέσα σε αυτό το κλίμα γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αναγγελία της γαλλικής επανάστασης έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους Έλληνες. Ο Κοραής, που ήταν στην γαλλική πρωτεύουσα, αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων, εκφραζόταν με θαυμασμό για τις εξελίξεις στην Γαλλία. Άλλωστε με την μεταλαμπάδευση των ιδεωδών της γαλλικής επανάστασης στον χώρο και τις πολύ ιδιαίτερες συνθήκες της Οθωμανικής δεσποτείας, οι Έλληνες διείδαν στις διακηρύξεις περί ελευθερίας τον προάγγελο της δικής τους εθνικής ελευθερίας.

 

Σε πρακτικό επίπεδο, η πορεία των γαλλικών στρατευμάτων στην Ιταλία, σε μικρή σχετικά απόσταση από τον κατεχόμενο Ελλαδικό χώρο, γέμισε τους Έλληνες με ελπίδα. … ακόμα και ο Ρήγας, από το Βουκουρέστι, είχε επιχειρήσει, ανεπιτυχώς, να έρθει σε άμεση επαφή με τον Βοναπάρτη. Ο τελευταίος είχε δείξει την ίδια εποχή μεγάλο ενδιαφέρον για την τύχη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία βρισκόταν επάνω στον δρόμο της θελκτικής για τους Γάλλους βρεταννικής κτήσης των Δυτικών Ινδιών. «Άδικα», έγραφε από την Ιταλία το 1797 προς το Διευθυντήριο, «θα θέλαμε να υποστηρίξουμε την υπόθεση της Τουρκίας. Θα ιδούμε την πτώση της στις ημέρες μας». Την ίδια εποχή διατηρούσε αλληλογραφία με τον μπέη της Μάνης, χαρακτηρίζοντας τους Μανιάτες[2] «άξιους απογόνους της Σπάρτης, τον μόνο λαό της αρχαίας Ελλάδας που κατόρθωσε να διατηρήσει την ανεξαρτησία του». Αυτά έγραφε στους Μανιάτες ο ένδοξος Γάλλος στρατηγός, ο «ελευθερωτής των λαών».

 

Ο Βοναπάρτης, αρχικά, εκδήλωσε τις βλέψεις του για τα Ιόνια νησιά, πού τότε βρίσκονταν, ακόμα, υπό ενετική κυριαρχία, «φυσικούς σταθμούς», κατά την έκφρασή του, «στον δρόμο της Ανατολής». Στην ίδια επιστολή προς το Διευθυντήριο σημείωνε : «Τα νησιά της Κέρκυρας, της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς είναι περισσότερο ενδιαφέροντα για μας από όλη μαζί την Ιταλία». Θα επιφορτίσει λοιπόν τον στρατηγό Ζεντιλί να καταλάβει τα νησιά αυτά και να κάνει «κάθε δυνατό για να προσελκύσει τον λαό». Και θα του προσθέσει, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο : «Δεν θα παραλείψετε στις διάφορες διακηρύξεις σας να μιλάτε για την Ελλάδα, την Αθήνα και την Σπάρτη». Είναι αυτονόητο ότι ο στρατηγός Ζεντιλί έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τον ελληνικό πληθυσμό. Όλα έδειχναν λοιπόν ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας άρχιζε ήδη από τα Ιόνια νησιά.

 

Στην πραγματικότητα, τίποτε δεν θα γίνει. Η απελευθέρωση της Ελλάδας δεν ήταν, ως φαίνεται, στις προθέσεις του Βοναπάρτη. Ούτως ή άλλως τα γεγονότα πήραν διαφορετική τροπή. Οι Ρώσοι και οι Τούρκοι, συμπράττοντας στιγμιαία, θα καταλάβουν τα Ιόνια νησιά το 1798-9, για να σχηματίσουν το επόμενο έτος [1800] την «Δημοκρατία των επτανήσων» υπό την προστασία της Ρωσίας και της Τουρκίας. Τα επτάνησα θα αποδοθούν πάντως και πάλι στους Γάλλους το 1807 με βάση τη συνθήκη του Τίλσιτ, για να καταληφθούν όμως από τους Άγγλους [εκτός από την Κέρκυρα] το 1809.

 

…οι Έλληνες θα απογοητευθούν από τα γεγονότα, αλλά οι ελπίδες τους θα αναπτερωθούν καθώς διαρρέουν τα σχέδια για την διανομή της οθωμανικής αυτοκρατορίας μεταξύ του Ναπολέοντα και του Ρώσου τσάρου αμέσως μετά το Τίλσιτ, διανομή που, οποιαδήποτε μορφή κι αν είχε, θα απήλλασσε οριστικά την Ελλάδα από την οθωμανική κυριαρχία.

 

Τελικά τα σχέδια αυτά ουδέποτε συγκεκριμενοποιήθηκαν, η οθωμανική αυτοκρατορία παρέμεινε στην θέση της και οι Έλληνες δεν έμελλε να απελευθερωθούν επί Ναπολέοντα. Εντούτοις, οι αναστατώσεις που γνώρισε ο κόσμος αυτήν την εποχή θα καλλιεργήσουν την πεποίθηση πως τίποτε δεν παραμένει αμετάβλητο και πως η οθωμανική κυριαρχία μπορεί να εκριζωθεί. … οι ιδέες της γαλλικής επανάστασης είχαν διεισδύσει τόσο, ώστε η επανάσταση του 1821, μολονότι εθνική ως προς τους στόχους της, να διαποτιστεί από το φιλελεύθερο πνεύμα των ιδεών που ευαγγελίζονταν οι Γάλλοι επαναστάτες. … όταν οι Έλληνες επιχείρησαν για πρώτη φορά μετά την επανάσταση να εγκαθιδρύσουν στα επαναστατημένα εδάφη κεντρικό σύστημα διακυβέρνησης, συγκάλεσαν συντακτική συνέλευση και ψήφισαν σύνταγμα, το οποίο προέβλεπε αφενός την διάκριση των εξουσιών και αφετέρου την λαϊκή αντιπροσώπευση. Και αυτό την εποχή της Παλινόρθωσης, σε μια κατ’ εξοχήν αντεπαναστατική περίοδο, κατά την οποία κάθε πολιτική δομή στηριγμένη στην λαϊκή θέληση θα δημιουργούσε τις χείριστες των εντυπώσεων στις συντηρητικές δυνάμεις και θα επέτρεπε στους αντιδραστικούς κύκλους να εξομοιώνουν την ελληνική επανάσταση με τα φιλελεύθερα πολιτικά επαναστατικά κινήματα που είχαν παράλληλα ξεσπάσει στην Ιταλία και την Ισπανία. Οι Έλληνες … διαμαρτύρονταν με σθένος και επέμεναν στον εθνικό χαρακτήρα του εγχειρήματός τους. Παρέμενε όμως το γεγονός πως το πολιτικό σύστημα στο οποίο προσβλέπαν πρόδιδε τις φιλελεύθερες επιρροές τους.

 

Η πτώση του Ναπολέοντα θα θέσει τέρμα στην περιπέτεια που, με αφετηρία την γαλλική επανάσταση, συγκλόνισε και αναστάτωσε την Ευρώπη στο σύνολό της. Παρά την μοναρχική παλινόρθωση τίποτε δεν ήταν πλέον όπως πριν. Οι μεταμορφώσεις που είχαν υποστεί η Γαλλία και η υπόλοιπη Ευρώπη δεν θα μπορούσαν παρά ν’ αφήσουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους.

 

 

[1] Από το βιβλίο «τρεις μελέτες για την Γαλλική Επανάσταση» του Ιωάννη Δημάκη, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993.

[2] Πολλοί κάτοικοι της δυσπρόσιτης Μάνης, πιεζόμενοι από την οθωμανική πλημμυρίδα, είχαν στο παρελθόν μεταναστεύσει στην Κορσική, τόπο καταγωγής του ίδιου του Ναπολέοντα. Εξ’ ου και η φήμη περί της Ελληνικής καταγωγής του Βοναπάρτη, φήμη που πρωτοδιαδόθηκε την εποχή εκείνη της ακμής του Ναπολεόντειου επεκτατισμού.

Written by nomosophia

26 Μαΐου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

περί διαζυγίου

leave a comment »

Λουκάς Κράναχ [1472-1553], από τους μεγαλύτερους Γερμανούς ζωγράφους

 

Στους Βυζαντινούς χρόνους το διαζύγιο δεν ήταν υπόθεση των ανδρών, όπως εσφαλμένα πιστεύεται. Οι γυναίκες, όπως αποδεικνύεται και από τα αποσπάσματα που ακολουθούν, από σχετική εργασία του ομότιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπύρου Τρωιάνου, είχαν την δυνατότητα και αυτές να διεκδικήσουν την ελευθερία τους, ακόμα και αν η λύση του γάμου δεν προβλεπόταν ρητώς από τον νόμο.

 

Ι.Λ.

 

Περί διαζυγίου[1]

 

… σε μία από τις υποθέσεις…ισχυρίστηκε η αιτούσα ότι ο άνδρας της στα δέκα χρόνια και πλέον που ήταν παντρεμένοι αραιά και πότε εμφανιζόταν για να κάνει τη φιγούρα του στην Ναύπακτο και ακόμη για να την αφήσει έγκυο, χωρίς ποτέ να νοιαστεί για την συντήρησή της. Περιγράφοντας με πολλή παραστατικότητα ο Απόκαυκος[2] αυτήν την ιδιόρυθμη κατάσταση, παρατηρεί «ως εντεύθεν την ευδοκίαν κατά τούτους τους λόγους και χήραν είναι και ύπανδρον». Στα τελευταία όμως πέντε χρόνια ο σύζυγος εξαφανίστηκε τελείως και η γυναίκα για την οποία ο Απόκαυκος δεν παραλείπει να σημειώσει ότι ήταν νέα και χαριτωμένη και «των σαρκικών πολέμων εντός», δήλωσε «άνδρα εθέλειν και της εξ αυτού προνοίας επιθυμείν». Για την αλήθεια των ισχυρισμών της αιτούσας δεν υπήρχε αμφιβολία, όπως αναγράφεται στην απόφαση, «λόγος διαρρέει περί τούτων κοινός και τα λαληθέντα πάντες επίστανται».

 

Προκειμένου όμως να λύσει αυτό το γάμο ήλθε ο μητροπολίτης σε δύσκολή θέση, γιατί η κακόβουλη εγκατάλειψη δεν συνιστούσε λόγο διαζυγίου ούτε στο πολιτειακό ούτε στο κανονικό δίκαιο. Σε περίπτωση μακράς απουσίας του ενός συζύγου χωρίς ειδήσεις του δεν ήταν ο άλλος ελεύθερος να συνάψει νέο γάμο, παρά αφού πειθόταν για τον θάνατο του απόντος. Μόνον επί απουσίας λόγω αιχμαλωσίας εδημιοπυργείτο τεκμήριο, αν είχε παρέλθει πενταετία. Εδά ο Απόκαυκος θαρραλέα ξεπέρασε το δίλημμα και παρόλο ότι αναγνώρισε πως η Εκκλησία δύσκολα παρέχει άδεια για δεύτερο γάμο στην αιτούσα το διαζύγιο, σταθμίζοντας τα πράγματα και κρίνοντας ότι η συναπτή αποδημία του συζύγου για πέντε χρόνια είναι αρκετή, αποβλέποντας δε και στο να σθγκρατηθεί η γυναίκα από μελλοντικά παραπτώματα ηθικής μορφής, που τα θεώρησε βέβαια ύστερα από τις παραπάνω ανεπιφύλακτες δηλώσεις της[3], προχώρησε στη λύση του γάμου και στην χορήγηση της αιτούμενης άδειας για σύναψη δεύτερου.

 

… εμφανίστηκε στο εκκλησιαστικό δικαστήριο ένας ιερέας και ανέφερε ότι πριν από τριάμισι χρόνια πάντρεψε την κόρη του με ένα νέο που του φάνηκε καλός. Ο γαμπρός όμως αποδείχθηκε φυγόπονος και κατεργάρης, «την κλεπτικήν δε μάλιστα εξασκήσας, ουδένα των οις υπηρέτει κατέλιπεν αζημίωτον». Ζητούσε δε ο παπάς τη λύση του γάμου της θυγατέρας του και την άδεια να την παντρέψει με άλλον. Εδώ … ο μητροπολίτης προβληματίστηκε σοβαρά. Ο νόμος, είπε στον αιτούντα, επιτρέπει τη λύση του γάμου μετά από τρία χρόνια συμβίωσης, αν διαπιστωθεί ανικανότητα του συζύγου για συνάφεια, «επί δε του παρόντος νόμος ου κείται απ’ αλλήλων χωρίζων της γυναικός τον ή διά χαυνότητα λογισμού ή δι’ ήθους παρατροπήν της συνοίκου αποχωρήσαντα». Έτσι για να τηρήσει το νόμο, αλλά προσπαθώντας συνάμα να περισώσει και το γάμο, αποφάσισε να κληθεί ο γαμπρός του παπά από τον επιχώριο επίσκοπο να γυρίσει στην γυναίκα του και να φροντίζει τίμια για την διατροφή της οικογένειάς του καλλιεργώντας τη γη. Αν δε υποτροπιάσει και αρχίσει την παλιά του τακτική, τότε έχει την άδεια ο παπάς να αναζητήσει άλλον άνδρα για την κόρη του. Το ίδιο μπορεί να κάνει και αν ο γαμπρός δεν εμφανιστεί «και το όλον άφαντος γένηται».

 

Η απόφαση αυτή υπαγορεύτηκε πιθανόν όχι μόνον από λόγους επιεικείας και κατανόησης προς τη γυναίκα και τα βιολογικά της προβλήματα, που η εγκατάλειψη της δημιουργούσε (με συναφή κίνδυνο να συνάψει έναν παράνομο δεσμό, διαπράττοντας μοιχεία), αλλά και κάτω από την πίεση παραγόντων οικονομικών, γιατί είναι ολοφάνερο ότι η επιλογή του γαμπρού από τον ιερέα πεθερό έγινε όχι μόνο για τα διάφορα πνευματικά και ψυχικά του χαρίσματα, αλλά, κυρίως, για να βοηθάει στις αγροτικές δουλειές, όπως προκύπτει από την υπερβολικά έντονη προβολή στην απόφαση αυτού του «μελανού» σημείου της συμπεριφοράς του : «αφείς γαρ βίον ζην τον αγρότην και περί γην κυπτάζειν και αύλακα και άροτρό ντε και υνίν μεταχειρίζεσθαι και πονείν περί α και ο πενθερός και όσοι τούτω οικογενείς, ο δε αλλά, θέμενος παρά φαύλον την μετά πόνου ζωήν και το ‘εν ιδρώτι του προσώπου άρτον εσθίειν’, τα μέχρις ημών καταβάντα ταύτα της προπατορικής αράς επιτίμια, βίον άλλον και άλλην δίαιταν ηρετίσατο». Επομένως η μείωση των εργατικών χεριών μέσα στην οικογένεια προξενούσε ανυπέρβλητα προβλήματα, που ο μητροπολίτης δεν μπορούσε να παραβλέψει.

___________________

 

[1] Σπύρου Τρωιάνου, «Οι λόγοι διαζυγίου στο νομολογιακό έργο του Ιωάννου Απόκαυκου», Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

[2] Ο Ιωάννης Απόκαυκος γεννήθηκε στη Ναύπακτο, μάλλον περί το 1155. Ύστερα από πολύ καλές εγκύκλιες σπουδές στην Κωνσταντινούπολή, εντάχθηκε, γύρω στο 1187 στο προσωπικό της πατριαρχικής γραμματείας, όπου υπηρέτησε υπό τους πατριάρχες Νικήτα Β΄Μουντάνη μέχρι και Ιωάννη Ι΄Καματηρό έως χειροτονία του σε επίσκοπο και την ανάδειξή του σε μητροπολίτη της Ναυπάκτου, γύρω στο 1200. Αυτήν την ιδιότητα διατήρησε μέχρι το 1232. Παραιτήθηκε μετά την ήττα του Θεοδώρου Αγγέλου στην Κλοκοτινίτσα. Δεν γνωρίζουμε τον ακριβή χρόνο του θανάτου του (ίσως το έτος 1233).

[3] «εντεύθεν πάντως ανασειράζουσα [ενν. η Εκκλησία] το της γυναικός δυσκάθετον εις παράπτωσιν και την περί τούτου ταύτης αναφανδά διαγόρευσιν κωλύουσα και συστέλλουσα».

Written by nomosophia

23 Μαΐου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

ελληνικός διαφωτισμός

leave a comment »

Προεπαναστατικά πολιτεύματα και η φιλοσοφία του Διαφωτισμού[1]

 

Η αφήγηση ενός Γάλλου περιηγητή, που εντυπωσιάστηκε το 1776, όταν ένας μοναχός τον ρώτησε στην Πάτμο αν ο Βολταίρος ζει ακόμη, αναφέρεται από τον Κ.Θ. Δημαρά ως ενδεικτική για την διάδοση της φιλοσοφίας του διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο. Πράγματι, για να χρησιμοποιήσουμε τον ορισμό του μεγάλου σύγχρονου ιστορικού της λογοτεχνίας μας, ο διαφωτισμός ως «σύνολο πνευματικών και συνειδησιακών φαινομένων», που «συμβαδίζουν με την γενική προαγωγή του ελληνισμού», αποτελώντας «μια γενναία ανάταση προς κάθε είδους ελευθερία», είχε ως φυσική κατάληξη την ελληνική επανάσταση, της οποίας το έδαφος προετοίμασε στον χώρο των ιδεών. Η οικονομική άνθιση της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, η ανάληψη σημαντικών κυβερνητικών ευθυνών από Έλληνες στις παρίστριες περιοχές, ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα και κυρίως η χωρίς προηγούμενο ανάπτυξη των σχέσεων με την δύση, χάρη στο εμπόριο και την ναυτιλία, που κατά μεγάλο μέρος βρίσκονταν σε ελληνικά χέρια[i], ήταν μερικοί από τους παράγοντες που επέτρεψαν την διάδοση των γραμμάτων και των νέων ιδεών στα Βαλκάνια και ιδίως στις ελληνικές επαρχίες της φθίνουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ελληνικό βιβλίο, με μεταφράσεις των σημαντικότερων ξένων έργων, αλλά και πρωτότυπες φιλοσοφικές και επιστημονικές συμβολές από Έλληνες διανοουμένους, ο περιοδικός τύπος και οι εφημερίδες γνωρίζουν τεράστια διάδοση καθώς, με πρωταγωνιστές τον Καταρτζή και τον Κοραή, παρατηρείται και στο γλωσσικό μια σημαντικότατη στροφή προς την «λαλούμενη» γλώσσα.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ταχύτητας με την οποία διαδίδονταν τα φιλελεύθερα μηνύματα, είναι η δημοσίευση το 1792 από την ελληνόφωνη «Εφημερίδα» της Βιέννης μετάφρασης του γαλλικού συντάγματος και της διακήρυξης του 1791, λίγους μόλις μήνες μετά την ψήφισή τους στο Παρίσι.

 

Ένα από τα σημαντικότερα έργα της εποχής, που ενδιαφέρει άμεσα και τον μελετητή της συνταγματικής μας ιστορίας, είναι ασφαλώς η «Ελληνική Νομαρχία». Γραμμένη από άγνωστο συγγραφέα, με καλή γνώση των ευρωπαϊκών φιλοσοφικών ρευμάτων, η «Ελληνική Νομαρχία» κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1806 και αποτελεί, ίσως, το κορυφαίο έργο του ελληνικού διαφωτισμού. Καλεί τους υπόδουλους Έλληνες να εξεγερθούν κατά των Τούρκων, προκειμένου να αποκαταστήσουν την «Νομαρχία», πολίτευμα δηλαδή όπου άρχουν οι νόμοι και όχι η αυθαιρεσία των οποιωνδήποτε, στο όνομα της «Αρετής», της «Ομοιότητας» και της «Αδελφότητος». Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας σκιαγραφεί την προεπαναστατική ελληνική κοινωνία και καταγγέλλει με ιδιαίτερη σφοδρότητα μερικούς από τους υπευθύνους για την αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει : τους προεστούς «άφρονας και μωρούς ανθρώπους», του Φαναριώτες, «βρωμοάρχοντας της Κωνσταντινουπόλεως» και τους ιεράρχες, «ληστάς της εκκλησίας».

 

Το 1797, ο Ρήγας Βελεστινλής – Φερραίος κυκλοφόρησε σχέδιο συντάγματος με τίτλο «Ρήγα του φιλοπάτριδος, Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας. Υπέρ των νόμων – ελευθερία, ισοτιμία, αδελφότης – και της Πατρίδος». Εμπνευσμένο από τα γαλλικά συντάγματα του 1793 και 1795, πολλές από τις διατάξεις των οποίων αντέγραφε, το σχέδιο του Ρήγα περιελάμβανε προκήρυξη, διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου με 35 άρθρα και το κυρίως σχέδιο συντάγματος με 124 άρθρα, στο οποίο πρότεινε την οργάνωση σε ενιαίο κράτος όλων των υπόδουλων βαλκανικών λαών, με βάση την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, όπου όλες οι εξουσίες θα πήγαζαν από τον «αυτοκράτορα Λαό». Κείμενο μεγαλόπνοο, το σχέδιο του Ρήγα δεν ίσχυσε βεβαίως ποτέ, πλην όμως άσκησε τεράστια επίδραση στην διαμόρφωση της πολιτικής ιδεολογίας της επαναστατικής περιόδου.

 

Τέλος, επίδραση άσκησαν στην διαμόρφωση των περί πολιτείας αντιλήψεων των χρόνων της εθνεγερσίας τα τρία συντάγματα των Επτανήσων, 1800, 1803, 1817. Τα Επτάνησα, αφού απελευθερώθηκαν από τον βενετικό ζυγό το 1797, χάρη στην επέμβαση της Γαλλίας, περιήλθαν κάτω από την επιρροή της Ρωσίας και της Τουρκίας το 1800, οπότε και συγκρότησαν την Ιόνιο Πολιτεία, ως ημικυρίαρχο κράτος, υποτελές στην Υψηλή Πύλη.

 

Αν και τα τρία επτανησιακά συντάγματα είχαν «ολιγαρχικό» χαρακτήρα, αφού βασίζονταν στην αριστοκρατία των Ιόνιων νησιών, περιείχαν αρκετές φιλελεύθερες διακηρύξεις (ιδίως το σύνταγμα του 1803). Το πρώτο (1800), γνωστό και ως «βυζαντινόν πολίτευμα» αναγνώριζε ιδιαίτερο καθεστώς σε καθένα από τα ιόνια νησιά, που θα κυβερνώνταν από «Μεγάλα Συμβούλια» των ευγενών, κατά το βενετικό πρότυπο, τα οποία θα εξέλεγαν την «Γερουσία» της Ιόνιας Πολιτείας, όργανο κεντρικό με κύρια αρμοδιότητα την ψήφιση των νόμων. Το σύνταγμα του 1803, που σημειωτέον είναι το μόνο που καταρτίστηκε με σχετικά δημοκρατική διαδικασία, χαρακτήριζε την Ιόνιο πολιτεία ως Δημοκρατία «ενιαία και αριστοκρατική»[ii]. Η τάξη των ευγενών εξέλεγε εθνοσυνέλευση, που με την σειρά της αναδείκνυε τον αρχηγό του κράτους και τις άλλες αρχές. Πολλά άρθρα του συντάγματος προστάτευαν τις ατομικές ελευθερίες. Τέλος, μετά την παραχώρησή τους στην Βρεττανική Αυτοκρατορία (1815), τα Επτάνησα κυβερνήθηκαν ως αποικία, βάσει συντάγματος που κατήρτισε ο πρώτος Βρεττανός Ύπατος Αρμοστής, Μαίτλαντ, που τυπικά ενέκρινε το νομοθετικό τους σώμα (1817). Την εκτελεστική εξουσία τυπικά ασκούσε 6μελής Γερουσία και την νομοθετική Βουλή με 42 μέλη, που τα περισσότερα εξέλεγαν οι ευγενείς. Το σύνταγμα αυτό, αφού τροποποιήθηκε αρκετές φορές, ίσχυσε ως το 1864, οπότε τα Επτάνησα ενώθηκαν με την Ελλάδα.

 

Στην παράδοση των μυστικών Εταιριών που άνθισαν στην Νότια Ευρώπη στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό η «Φιλική Εταιρεία». Οι ιδρυτές της απέφυγαν να της δώσουν σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό, πράγμα το οποίο συνέτεινε στην ταχεία ανάπτυξή της αφού οι Φιλικοί, σε αντίθεση με ανάλογες προσπάθειες που είχαν γίνει στο παρελθόν, προτίμησαν να μην καταρτίσουν σχέδιο πολιτείας για την οργάνωση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους που οραματίζονταν. Όμως, οι φιλελεύθερες επαναστατικές ιδέες είχαν ήδη διαδοθεί τόσο πλατειά, ώστε η επιρροή τους πάνω στους επαναστατημένους Έλληνες να είναι αποφασιστική, λίγα χρόνια αργότερα.

 

 

_____________________

 

[1] Νικού Αλιβιζάτου, «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία», εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1981, σελ. 23-26

 

[i] συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, 1774

[ii] Άρθρο 1: La Republica delle Setta Isole Unite e una ed Aristocratica

 

Written by nomosophia

22 Μαΐου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία