ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Ιουνίου 2008

οικονομία και εργασία

leave a comment »

εργάτες πυλού_κορινθιακή πύλινη πλάκα_6ος πΧ αιώνας

Το μέλλον είναι…τώρα ![1]

 

Τί φοβερό να διαβάζουμε το ποίημα του Σέλλεϋ [για να μην αναφέρω τα τραγούδια των Αιγύπτιων αγροτών πριν από 3.000 χρόνια] που καταγγέλλουν την καταπίεση και την εκμετάλλευση. Να το διαβάζουν άραγε στο μέλλον και να είναι ακόμα αυτό γεμάτο καταπίεση και εκμετάλλευση και να λέει άραγε ο κόσμος : «Ακόμα και τότε…»

 

Μπέρτολτ Μπρεχτ, διαβάζοντας το ποίημα του Σέλλεϋ «Η μάσκα της Αναρχίας», το 1938 (Brecht, 1964)

 

Περί της αστάθειας του κεφαλαιοκρατικού συστήματος

 

Οι λειτουργίες μιας καπιταλιστικής οικονομίας ουδέποτε είναι ομαλές και οι διακυμάνσεις διάφορης χρονικής διάρκειας, που είναι συχνά πολύ σοβαρές, αποτελούν συστατικά μέρη αυτού του τρόπου διαχείρισης των παγκόσμιων υποθέσεων. Από τον δέκατο ένατο αιώνα κιόλας, οι επιχειρηματίες ήταν εξοικειωμένοι με τον αποκαλούμενο «εμπορικό κύκλο» έξαρσης και πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας. Όλοι ανέμεναν την επανάληψή του, με διάφορες παραλλαγές, κάθε επτά με έντεκα χρόνια. … Μια θεαματική παγκόσμια έξαρση της οικονομικής δραστηριότητας, που έσπασε όλες τις μέχρι τότε επιδόσεις, σημειώθηκε γύρω στο 1850 και μέχρι τις δεκαετίες του 1870. Ακολούθησαν, όμως, κάπου είκοσι χρόνια οικονομικής αβεβαιότητας και κατόπιν μια άλλη, προφανώς πρόσκαιρη, άνοδος της παγκόσμιας οικονομίας. Στις αρχές του 1920 ένας Ρώσος οικονομολόγος ο Ν. Δ. Κοντραντίεφ, ο οποίος αργότερα έπεσε θύμα του Στάλιν, διαπίστωσε ότι η οικονομική ανάπτυξη, μετά τα τέλη του 18ου αιώνα ακολουθούσε ένα πρότυπο διαδρομής με μια σειρά «μεγάλων κυμάτων» που διαρκούσαν πενήντα με εξήντα χρόνια, μολονότι ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητική εξήγηση γι’ αυτές τις κινήσεις. Πράγματι στατιστικολόγοι που εξέφρασαν τον σκεπτικισμό τους έφτασαν ακόμα και να αρνηθούν την ύπαρξη τέτοιων κινήσεων. … Ο Κοντραντίεφ, παρεμπιπτόντως, συμπέρανε τότε ότι το μακρύ κύμα της παγκόσμιας οικονομίας επ΄ροκειτο να έχει καθοδική πορεία. Είχε δίκαιο.

 

Το Τράουτενάου έχει δύο νεκροταφεία,

ένα για τους πλούσιους κι ένα για τους φτωχούς.

Ούτε στον τάφο η φτωχολογιά

δεν γίνεται ίση με τους δυνατούς.

 

Ποίημα στην εφημερίδα Trautenau Wochenblatt, 1869

 

Το πρόβλημα της φτώχειας είναι το πρόβλημα του θανάτου, της αρρώστιας, του χειμώνα ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού φαινομένου. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσαν να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα.

 

William Makepeace Thackeray, 1848

 

Περί ανασφάλειας

 

Ο παράγοντας που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο επηρέαζε τη ζωή των εργατών τον 19ο αιώνα ήταν η ανασφάλεια. Δεν ήξεραν στην αρχή της εβδομάδας πόσα λεφτά θα έφερναν σπίτι στο τέλος της. Δεν ήξεραν πόσο θα έμεναν στην τωρινή τους δουλειά ή αν την έχαναν, πότε θα έβρισκαν άλλη και με ποιους όρους. Δεν ήξεραν πότε θα πάθαιναν κάποιο ατύχημα ή πότε θα αρρώσταιναν και παρόλο που γνώριζαν ότι κάποια στιγμή στη μέση ηλικία τους – ίσως στα 40-50 τους, αν ήταν ανειδίκευτοι, ίσως στα 50-60 τους, αν είχαν κάποια ειδικότητα – δεν θα μπορούσαν πια να έχουν την σωματική απόδοση ενός νέου εργάτη, δεν ήξεραν τί θα τους συνέβαινε από εκείνη τη στιγμή ως το θάνατό τους. Δεν είχαν την ανασφάλεια των αγροτών, που ήταν στο έλεος περιοδικών – και για να είμαστε ειλικρινείς, συχνά πιο εξοντωτικών – καταστροφών όπως η ξηρασία και η σιτοδεία, αλλά που μπορούσαν να προβλέψουν με σχετική ακρίβεια πώς θα περνούσε ένας φτωχός τις περισσότερες ημέρες της ζωής του από την κούνια έως τον τάφο. Είχαν μια ανασφάλεια βαθύτερη, παρά το γεγονός ότι ένα, πιθανώς, σημαντικό ποσοστό εργατών απασχολούνταν για μεγάλες περιόδους της ζωής τους από τον ίδιο εργοδότη. Ακόμα και οι πιο ειδικευμένοι δεν είχαν σίγουρη τη θέση τους : στην ύφεση του 1857-58 ο αριθμός των εργατών που απασχολούνταν στην βρετανική μηχανολογική βιομηχανία μειώθηκε σχεδόν κατά το ένα τρίτο. Δεν υπήρχε τίποτα αντίστοιχο με την σημερινή κοινωνική ασφάλεια, εκτός από τις φιλανθρωπικές οργανώσεις και κάποια χρηματικά βοηθήματα για τους ενδεείς, αλλά μερικές φορές αυτή η αρωγή ήταν εντελώς ανεπαρκής.

 

Για τον κόσμο του φιλελευθερισμού, η ανασφάλεια ήταν το τίμημα για την πρόοδο και την ελευθερία [χωρίς να αναφέρουμε τον πλούτο] και την έκανε υποφερτή η συνεχής οικονομική ανάπτυξη.

 

Περί ημερομισθίων

 

… για τους εργοδότες των μέσων του 19ου αιώνα αποτελούσε αξίωμα ότι τα μεροκάματα έπρεπε να διατηρούνται όσο το δυνατόν χαμηλότερα, αν και μερικοί ευφυείς επιχειρηματίες με διεθνή πείρα, όπως ο Τόμας Μπράσσεϋ, ο κατασκευαστής σιδηροδρομικών γραμμών, άρχιζαν να επισημαίνουν ότι η εργασία του καλοπληρωμένου Βρετανού εργάτη ήταν στην πραγματικότητα φτηνότερη από όσο του κούλη, με το εξευτελιστικό του μεροκάματο, γιατί η παραγωγικότητά του ήταν πολύ μεγαλύτερη. Αλλά τέτοιες παραδοξολογίες δεν είχαν πολλές πιθανότητες να πείσουν επιχειρηματίες γαλουχημένους με την οικονομική θεωρία του «κονδυλίου ημερομισθίων», την οποία θεωρούσαν επιστημονική απόδειξη ότι η αύξηση των ημερομισθίων ήταν αδύνατη και γι’ αυτό και τα συνδικάτα ήταν καταδικασμένα να αποτύχουν.

 

Το άρθρο 414 του γαλλικού Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε το 1864, κήρυσσε αδίκημα την πρόκληση ή την απόπειρα πρόκλησης ή τη συνέχιση της συλλογικής διακοπής της εργασίας με σκοπό την αύξηση ή την μείωση των ημερομισθίων ή την με οποιοδήποτε τρόπο παρακώλυση της εργασίας, με τη χρήση βίας, απειλών ή απάτης. Ακόμα και εκεί όπου η τοπική νομοθεσία δεν ακολουθούσε αυτό το παράδειγμα, όπως στην Ιταλία, η στάση του νόμου καθοριζόταν σχεδόν πάντα από τέτοια φιλοσοφία.

_______________________

 

[1] Αποσπάσματα από τα βιβλία του E.J. Hobsbawm, «Η εποχή των άκρων» [εκδόσεις Θεμέλιο, 1997] και «Η εποχή του κεφαλαίου» [Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996].

Advertisements

Written by nomosophia

30 Ιουνίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Οικονομία

ποινική δικαιοσύνη

leave a comment »

Η ψυχολογία του κατηγορούμενου

 

… Η μελέτη της ψυχολογίας του κατηγορουμένου ενδιαφέρει[2] σπουδαίως την ποινική δικαιοσύνη. Κυρίως ενδιαφέρει η ψυχολογική στάσις του κατηγορουμένου έναντι της τελεσθείσης πράξεως, τόσον η ενδόμυχη όσον και η εξωτερική, ως και η συμπεριφορά αυτού ενώπιον του ανακριτού και του δικαστηρίου.

 

Διά να καταλήξη ο δικαστής σε ακριβή σχετικώς συμπεράσματα πρέπει να λαμβάνη πάντοτε υπ’ όψιν του τις προσωπικές του κατηγορουμένου ιδιότητες, την ηλικία, το φύλο, τον χαρακτήρα, την ιδιοσυγκρασία, το επάγγελμα και τον βαθμό μορφώσεως, τον τόπο, τον χρόνο, τα μέσα και τον τρόπο της τελέσεως της πράξεως, τέλος τις ειδικές συνθήκες τελέσεως αυτής, διότι πάντα ταύτα συνδέονται στενώς μετά των ψυχολογικών καταστάσεων του ανθρώπου και ασκούν ανάλογη επιρροή επί του καθορισμού της στάσεως αυτού.

 

Οφείλει δηλαδή ο δικαστής να μην κρίνη την στάσιν και τις διάφορες ψυχολογικές εκδηλώσεις του κατηγορουμένου επί τη βάσει της στάσεως, την οποίαν ο ίδιος θα ετήρει εάν ευρίσκετο στην θέσι του κατηγορουμένου ως ενίοτε συμβαίνει συνεπεία του ψυχολογικού φαινομένου της ενδοσκοπήσεως, αλλ’ επί τη βάσει εκείνου, το οποίον ο κατηγορούμενος ηδύνατο να πράξη υπό τας ειδικάς ως άνω ιδιότητας και συνθήκας.

 

Πέραν τούτου σχετικώς προς την ψυχολογικήν επιρροήν επί του κατηγορουμένου του γεγονότος της αθωότητος ή της ενοχής αυτού, οφείλει ο ανακριτής και ο δικαστής να έχη υπ’ όψιν του ότι και ο αθώος, ο οποίος απροόπτως προσάγεται ως κατηγορούμενος και ο οποίος διατελεί υπό την ζωηράν εντύπωσιν της αποδιδομένης αυτώ κατηγορίας και της αβεβαιότητος εν γένει της θέσεώς του, δεν επιτυγχάνει πάντοτε να εκδηλώση τας σκέψεις και την προσωπικότητά του μετά της αναμενομένης πνευματικής διαυγείας, απλότητος και φυσικότητος, αλλά ταράσσεται ισχυρώς, περιπίπτει συνεπεία της ταραχής και της διεγέρσεως εις αντιφάσεις, αδυνατεί να απαντήση μετ’ ευχερείας εις τας υποβαλλομένας αυτώ ερωτήσεις και να εξηγήση τας πράξεις του και εν γένει δεικνύει στάσιν, η οποία παρά του εστερημένου επιστημονικών ψυχολογικών γνώσεων, δύναται να θεωρηθή ως ένδειξις ενοχής.

 

Εκ της ψυχολογικής μελέτης των κατηγορουμένων προέκυψεν ότι οι ολιγώτερον ένοχοι είναι και οι μάλλον αδεξίως υπερασπίζοντες εαυτούς, ενώ οι καθ’ έξιν και κατ’ επάγγελμα εγκληματίαι οι έχοντες ηθικήν αναισθησίαν και φυσικήν αναλγησίαν και αφ’ ετέρου υποστηρίζουν σθεναρώτερον τον περί αθωότητος οσχυρισμόν των.

 

Όσον αφορά την ενδόμυχον, την ψυχικήν στάσιν του κατηγορουμένου ένεντι της τελεσθείσης υπ’ αυτού αξιοποίνου πράξεως παρατηρούνται τα εξής :

 

α) Γνήσια μεταμέλεια[3] δηλαδή λύπη διά την συμπεριφοράν εκ καθαρώς ηθικών ελατηρίων, υπάρχει γενικώς οσάκις η πράξις είναι εντελώς ξένη προς την προσωπικότητα του δράστου ήτοι, εις τας περιπτώσεις της απλής παρεκτροπής ή εκτροχιάσεως. Ενταύθα υπάγονται κυρίως τα εξ αμελείας εγκλήματα ή τοιαύτα εγκλήματα, τα οποία φέρουν τον χαρακτήρα του μοναδικού και πρωτοφανούς διά την μέχρι της τελέσεως της πράξεως εν γένει διαγωγήν του δράστου, ως λ.χ. ανθρωποκτονία εκ ζηλοτυπίας και άλλα παρεμφερή παρορμητικά εγκλήματα.

 

β) Συνηθέστερον όμως η επιδειχθήσα μετάνοια δεν ανταποκρίνεται τόσον εις την συνείδησιν της ηθικής μειονεξίας όσον εις την επίγνωσιν των δυσμενών συνεπειών της τελεσθείσης πράξεως.

 

γ) Συγγενείς προς την ειλικρινή μετάνοιαν[4] είναι αι περιπτώσεις καθ’ ας ο μετανοών υποφέρει από την συναίσθησιν της απολεσθείσης υπολήψεως και της πληγείσης αξιοπρεπείας. Ούτος αποδεικνύεται ιδιαιτέρως ευγνώμων προς πάντα όστις ήθελεν επιδείξει κατανόησιν προς την δεινήν αυτού κατάστασιν.

 

δ) Εις τας περισσοτέρας των περιπτώσεων ο δράστης δεν μετανοεί. Είτε θεωρεί την πράξιν ως προδιαγραφείσαν υπό της ειμαρμένης[5] ή μετακυλίει την ηθικήν ευθύνην εις τρίτους ή θεωρεί την ανακάλυψίν του ως απλήν επιτυχίαν. Εις τους δράστας αυτούς η πράξις δεν εγκαταλείπει ψυχικά τραύματα, δεν εμφανίζονται αι λεγόμεναι τύψεις συνειδήσεως. Η πράξις είτε λησμονείται παθητικώς είτε απωθείται εις το υποσυνείδητον.

 

Εις τας περιπτώσεις ταύτας έχομεν και εσκεμμένην ή και ακουσίαν αλλοίωσιν της αναμνήσεως, συνήθως δε και προσπάθειαν μειώσεως του θύματος ή προσάψεως μομφής προς το θύμα.

 

Τελείως διάφορος της ενδομύχου στάσεως του εγκληματίου έναντι της υπ’ αυτού τελεσθείσης πράξεως είναι η εξωτερική συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι της προσαπτομένης αυτώ κατηγορίας. Η συμπεριφορά αύτη δύναται να είναι είτε καταφατική, οπότε έχομεν την ομολογίαν του δράστου, είτε αποφατική, οπότε ευρισκόμεθα προ αρνήσεως της κατηγορίας.

 

Ομολογία και άρνησις είναι αι δύο δυνατότητες συμπεριφοράς του δράστου ένεντι της προσαπτομένης αυτώ κατηγορίας, δεν αποδεικνύουν όμως εάν η ομολογία ή η άρνησις οφείλονται εις την συνείδησιν της ενοχής ή της αθωότητος.

 

Αναλόγως προς την υπάρχουσαν ή την ελλείπουσαν συνέιδησιν περί της ενοχής και την αντίστοιχον ή αντίστροφον εξωτερικήν συμπεριφοράν του δράστου, είναι και η ομολογία αληθής ή ψευδής και η άρνησις της κατηγορίας βάσιμος ή αβάσιμος.

 

Έργον της δικαστικής ψυχολογίας είναι η ανευρεσίς της σχέσεως μεταξύ της συνειδήσεως και εξωτερικής συμπεριφοράς. Έργον δε της ψυχολογίας της ομολογίας είναι η διακρίβωσις του αληθούς ή του ψευδούς της γενομένης ομολογίας και η προσπάθεια επιτεύξεως αληθούς ομολογίας ως και της κατά το δυνατόν εξουδετερώσεως αβασίμου αρνήσεως.

_________________________

 

[1] Τηλέμαχου Γαβριήλ Φιλιππίδη, καθηγητή του Ποινικού Δικαίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, «Δικαστική Ψυχολογία», εκδόσεις α/φων Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1993.

[2] Όπως και η ψυχολογία του δικαστού

[3] ή ειλικρινής μετάνοια, άρθρο 84 ΠΚ

[4] και γνήσια μεταμέλειαν

[5] «ήταν γραφτό να γίνη» ή «έτσι έπρεπε να γίνη»

Written by nomosophia

27 Ιουνίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Ανθολογία

leave a comment »

Κωνσταντίνου Σκόκου[1]

Σκίτσα από την ζωήν

 

Λογοκοπία

 

… Κάποτε ο αρχαίος Ζήνων, ο θαυμάσιος ιδρυτής της Στοάς, εζήτησε διπλάσια δίδακτρα από φλήναφον[2] και αερολόγο μαθητήν.

– Μα διατί ; τον ερώτησαν.

– Διότι, απήντησε, θα έχω να τον διδάξω δύο πράγματα :

Πρώτον πώς να μιλή και δεύτερον πώς να σιωπά…

 

Γνώθι σαυτόν

 

… Ορίστε : «Σπεύδε βραδέως», σου λέει. Σ’ ερωτώ : Είδες τί έγινε προχθές εδώ ίσα-ίσα έξω στον δρόμον ; Ένας άτυχος συμπολίτης, διά να μην τον πλακώση το επελαύνον αυτοκίνητον, έσπευσε να περάση εις το αντικρυνόν πεζοδρόμιον. Αλλ’ αντί να σπεύση σαν φρόνιμος άνθρωπος, έσπαυσε…βραδέως, κατά το ηλίθιον παράγγελμα. Και το αυτοκίνητον σπεύσαν και αυτό, όχι βραδέως βέβαια, τον εξεκοίλιασε κατ’ ευχήν και αυτόν και το σοφόν απόφθεγμα !

 

Τα θύματα της κριτικής

 

… Ο Διόνυσος της Σικελίας είχεν, ως γνωστόν, την μανίαν να γράφη μετριώτατα ποιήματα και να τα απαγγέλη εις κύκλον αυλοκολάκων, οι οποίοι τον ανευφήμουν. Κάποτε παρέτυχε και ο Φιλόξενος[3], ο οποίος, καθ’ ον χρόνον οι αυλοκόλακες τον ανευφήμουν [τον Διονύσιο], ερωτηθείς να εκφράση την γνώμην του, είπε ξερά την αλήθεια. Ο βασιλεύς, καταγανακτήσας διά την αυθάδειαν, τον έστειλε προς τιμωρίαν εις τας «Λατομίας», φυλακήν κατωρυγμένην[4] εις την σάρκα του βουνού. Μετ’ ολίγον του εχάρισε την ποινήν και τον προσεκάλεσε πάλιν εις ακρόασιν νέων ποιημάτων του. Αλλά ο Φιλόξενος, εις το μέσον της απαγγελίας, εγερθείς εβάδιζε προς την έξοδον.

– πού πηγαίνεις ; τον ηρώτησεν ο Διονύσιος.

– Εις τας Λατομίας ! απήντησεν ο αδιόρθωτος κριτικός.

Ο βασιλεύς εγέλασε και ίσως γελάσετε και σεις. Αλλ’ εγώ σοβαρώς φρονώ ότι η ποίησίς μας και η λογοτεχνία μας έχει ανάγκην ενός αμειλίκτου Φιλοξένου, αμειλίκτου και προς τον εαυτόν του, ο οποίος να είναι έτοιμος εις πάσαν στιγμήν να ξεκινήση διά τας Λατομίας !…

 

Καλλιτεκνία

 

… Κάποιος γέρων, θέλων να αφήση κληρονόμον της περιουσίας του και αποφασίσας να νυμφευθή – ολίγον αργά όμως – ερώτησε τον ιατρόν :

Τί λες, γιατρέ μου ; Είναι εβδομήντα δύο ετών και σκέπτομαι να νυμφευθώ ένα φρόνιμο κορίτσι τριάντα χρονών. Τί λες ; Υπάρχει ελπίς να κάμω παιδί ;

Και ο ιατρός, ξηροβήξας δεόντως, του είπεν :

– Χμμ ! Ελπίς, όχι … Φόβος, ναι !…

 

[1] Κωνσταντίνος Σκόκος (1854-1929). Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά, αλλά τον ετράβηξε η ποίηση και η λογοτεχνία. Η ζωή του συνδέθηκε με το «Εθνικόν Ημερολόγιον», που εξέδιδε ο ίδιος (1886-1919). Στις σελίδες του παρήλασεν η φιλολογική ζωή της εποχής του. Ο Σκόκος έδειξε ιδιαίτερη επίδοση στο σατιρικό επίγραμμα και δημοσίεθσε τις συλλογές ποιημάτων : «Έαρ», «Ακτίνες και μύρα», τη συλλογή σατιρικών στίχων «Επιγράμματα», την κοινωνιολογική μελέτη «Διατί είμεθα ευτυχείς», την συλλογή χρονογραφημάτων «Σκίτσα από την ζωήν», απ’ όπου και τα ως άνω αποσπάσματα.

[2] Φλύαρο

[3] ποιητής διθυράμβων

[4] Σκαμμένη

Written by nomosophia

26 Ιουνίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Δίκαιο

leave a comment »

Παράνομοι έρωτες στο Βυζάντιο[1]

 

Mοιχεία στοιχειοθετούσε η εξώγαμη ερωτική δραστηριότητα μόνο των έγγαμων γυναικών. Αν ένας άνδρας, ακόμη και έγγαμος, δημιουργούσε ερωτικό δεσμό με μη έγγαμη γυναίκα, η σχέση αυτή χαρακτηριζόταν γενικώς ως πορνεία. Μια πορνική σχέση δεν ήταν όμως οπωσδήποτε αξιόποινη.

 

Ας περιοριστούμε σε έναν από τους ιστορικούς που περιγράφει με πολλή ακρίβεια, αλλά και γλαφυρότητα τα γεγονότα του 12ου αιώνα, τον Νικήτα Χωνιάτη[2].

 

Αναφερόμενος στον Μανουήλ Α΄ γράφει ο Νικήτας, ότι ο αυτοκράτορας, έχοντας γυναίκα Αλαμανή που φρόντιζε όμως περισσότερο το ψυχικό κάλλος από το σωματικό, έδειχνε καταφανή προτίμηση προς άλλες με θηλυκότερη εμφάνιση. Έτσι, λόγω της ακάθεκτης ορμής του για ερωτικές απολαύσεις, προτιμούσε να «διαπερνά» τα εγχώρια προϊόντα[3]. Για τον Αλέξιο Β΄ που σπατάλησε σε ακολασίες πολύ δημόσιο χρήμα : εις έντερον πόρνης πολλάκις μεταρρυΐσκεσθαι τα χρόνω και πόνω συλλεγέντα μακρώ. Τέλος, για τον Ανδρόνικο Α΄, ότι έφευγε μακριά από την πρωτεύουσα μετά χορείας εταιρίδων και παλλακών, ως όρνιθας κατοικιδίους αλεκτρυών ή αίγας τράγος ηγούμενος αιπολίου και ότι προσπαθώντας να μιμηθεί ατέχνως τον Ηρακλή κατά την των πεντήκοντα και μόνον του Θυέστου θυγατέρων φθοράν, για να επαυξήσει τις δυνατότητές του, έκανε άφθονη χρήση αφροδισιακών παρασκευασμάτων[4].

 

Η κριτική δεν άφηνε … άθικτες ούτε τις αυτοκράτειρες, όταν παρείχαν αφορμές. Το «κακό παράδειγμα» έδωσε ο Προκόπιος που στα Ανέκδοτά του παρουσίασε με πολύ παραστατικό τρόπο την ερωτική δραστηριότητα της Θεοδώρας τόσο πριν όσο και μετά το γάμο της με τον Ιουστινιανό[5]. Αλλά και αργότερα ο Ιωάννης Ζωναράς, παρά το συγκρατημένο ύφος του, περιγράφει με ζωηρά χρώματα τους έρωτες της Ζωής με τον μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Παφλαγόνα, όταν ήταν ακόμη θαλαμηπόλος στα ανάκτορα : Τούτου τω έρωτι αλούσα η βασιλίς επυρπολείτο την ψυχήν και το πυρ το εκείνου κάλλος καθ’ εκάστην ορώμενον υπανέφλεγε. Προφανώς θα είχε ο νεαρός Μιχαήλ κάποιους δισταγμούς που ο αδελφός του (για ευνόητους λόγους) προσπαθούσε να τον πείσει να υπερνικήσει, γι αυτό τον παρακινούσε να μην αποφεύγει την αυτοκράτειρα (που, σημειωτέον, είχε τότε ήδη περάσει τα πενήντα) αλλά και άψασθαι και φιλήσαι και προσφύναι αυτή. Οι συμβουλές έπιασαν τόπο, ώστε μέχρι και συνουσιασμού τα του έρωτος κατηντήκεσαν και προϊόντος του χρόνου εις προύπτον σχεδόν το περί τον Μιχαήλ εξερράγη φίλτρον. Και ην υποψιθυριζόμενον ου τοις περί τα βασίλεια μόνον, αλλά και τοις εν ταις τριόδοις, μόνω δ’ ηγνοείτο τω αυτοκράτορι[6].

 

Στη νομολογία του πατριαρχικού δικαστηρίου αρκετές φορές εμφανίστηκαν περιπτώσεις, στις οποίες η πορνεία έπαιξε σημαντικό ρόλο. Περιορίζομαι στην παρουσίαση μίας μόνο (από τα μέσα περίπου του 14ου αιώνα, το 1352) που είναι ιδιαίτερα γραφική, αλλά συνάμα και διαφωτιστική. Δύο μοναχοί, ο ένας μάλιστα ιερομόναχος της γνωστής μονής της Περιβλέπτου στην Κωνσταντινούπολη, σύχναζαν στο σπίτι μιας μοναχής, πρώην μαστρωπού, που είχε μεταβάλει το κατάλυμά της σε πορνείο, όπου εξέδιδε νεαρές μοναχές. Φαίνεται ότι ο άσωτος αυτός βίος τους δεν ήταν τελείως άγνωστος στο πατριαρχείο και ότι τους είχαν γίνει συχνά παραινέσεις, χωρίς όμως – προφανώς – αποτέλεσμα, μέχρις ότου κάποια μέρα μερικοί αγανακτισμένοι γείτονες τους έπιασαν επ’ αυτοφώρω και τους παρέδωσαν στον δικαιοφύλακα της Μεγάλης Εκκλησίας. Από το κείμενο της σχετικής πατριαρχικής πράξης, φαίνεται ότι η όλη ιστορία σταμάτησε στην καθαίρεση του ιερομονάχου[7].

 

… τα χαμαιτυπεία ήταν ανθούσες επιχειρήσεις που δεν δυσκολεύονταν πολύ να βρούν ανθρώπινο υλικό και μάλιστα «πλήρους αλλά μη αποκλειστικής απασχολήσεως», ακόμα και στρατολογώντας το ανάμεσα από νοικοκυρές :

 

Και άλλες όταν παντρευτούν,

θέλουν διά να ποπευτούν,

δοκιμάζουν και άλλους θέλουν,

να σκολάσουν πλέο δε θέλουν.

Φαίνεταί της ωσάν το μέλι

και γοργά πάει εις το μπουρδέλι,

νέον, γέρον, δεν την μέλει,

βάνει και μικρόν κοπέλι

και τον άνδρα της ου θέλει,

επειδή τον έχει ως τρέλι.

_________________________

 

[1] Αποσπάσματα από την ομιλία με τίτλο «Έρως και νόμος στο Βυζάντιο» του ομ. Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπύρου Τρωιάνου, «Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο», Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1997.

[2] Η επιλογή του Χωνιάτη οφείλεται τόσο στην γλαφυρότητα του ύφους του όσο και στο εξεζητημένο λεξιλόγιό του, ιδιαίτερα κατάλληλο για την περιγραφή «λεπτών» καταστάσεων. Άλλοι ιστορικοί παρουσιάζουν ανάλογα περιστατικά με πολύ περισσότερο συγκρατημένο τρόπο, όπως π.χ. ο Μιχαήλ Ψελλός τον 11ο αιώνα, για τις ερωτικές συνήθειες του Αλεξάνδρου ή του Ρωμανού Β΄ και, κυρίως, για τις διαδοχικές περιπέτειες του Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου (Ιστορία σύντομος 101 και 103, Χρονογραφία 6.50-56 και 151-155). Μετριοπαθής στη διήγησή του για τον Κωνσταντίνο Θ΄ είναι και ο Ιωάννης Ζωναράς (Σύνοψις ιστοριών 17.21.10-28). Άλλοι ιστορικοί περιορίζονται σε γενικές περιγραφές, όπως ο Κωνσταντίνος Μανασσής στο Χρονικό του (εκδ. I. Bekker, Βόννη 1837, στ. 6044-6947).

[3] Ηγάγετο δε γυναίκα ο βασιλεύς ούτος εξ’ Αλαμανών, γένους των επί δόξης και πάνυ λαμπρών. Αύτη μέντοι ου τοσούτον του σωματικού κάλλους εφρόντιζεν, όσο του ένδον και περί ψυχήν επεμέλετο. … Όθεν ουδ’ ο βασιλεύς προσείχεν αυτή τα πολλά, αλλά τιμής μεν και δορυφορίας και της λοιπής λαμπροφορίας βασιλικωτάτης μετείχε, τα δ’ ες την κοίτην ηδίκητο. Νέος γαρ ων ο Μανουήλ και ερωτικός τω τε ανειμένω βίω και ταις τρυφαίς προσανέκειτο … και όσα το νεοτήσιον άνθος υπέβαλλε και εμύουν οι πάνδημοι έρωτες διεπράττετο. Και προς τας μίξεις ακάθεκτος ων και πολλαίς θηλυτέραις επιθορνύμενος έλαθε και δι’ ομογνίου τρυμαλιάς αθεμίτως εμπερονών. Έκδοση I.A. van Dieten, Nicetae Choniatae Historia, [CFHB, 11/1], Βερολίνο κ.α. 1975, σελ. 53 επ.

[4] Ουκ έχων δε την ίσην προς το ακολασταίνειν ισχύν, ως Ιόλεων εκείνος κατά της παλιμφυούς Ύδρας συνέριθον, ούτω και ούτος τα υπό γαστρός προς συνουσίαν αλοιφαίς και περιττοίς σκευάσμασιν ανερρώννυεν. Ήσθιε δε και ζώον Νειλώον, κροκοδείλω πάνυ τι εμφερές, απόσιτον μεν τοις μη τα τοιαύτα βρωτέα κρίνουσι, διερεθίζον δ’ όμως και διανιστών εν ταις ομιλίαις προς απουσαισμόν.

[5] Ιδού μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα : Η δε κακ τριών τρυπημάτων εργαζομένη ενεκάλει τη φύση δυσφορούμενη ότι δη μη και τους τιτθούς αυτή ευρύτερον ή νυν εισι τρυπώη, όπως και άλλην ενταύθα μίξιν επιτεχνάσθαι δυνατή είη. … Ούτω δε ακολάστως ες το σώμα το αυτής ύβριζεν, ώστε την αιδώ ουκ εν τη της φύσεως χώρα κατά ταυτά ταις άλλαις γυναιξίν, αλλ’ εν τω προσώπω έχειν εδόκει (ΙΧ 18 και 24, εκδ. O. Veh, Μόναχο 1981, σελ. 80 και 82).

[6] Σύνοψις ιστοριών 17.13.10-14 (εκδ. Buttner-Wobst, ό.π., τ. 3, σελ. 582, 11-583,7).

[7] J. Darrouzes, “Les regestes des actes du Patriarcat de Constantinople”, τ. 1: Les actes des patriarches, fasc. 5, Παρίσι 1977, αριθμ. 2339

Written by nomosophia

25 Ιουνίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Φιλοσοφία

leave a comment »

Αριστοτλους_συμπόσιο ή περί μθης

Αριστοτέλους

«Συμπόσιον ή περί μέθης»[1]

 

Τα αποσπάσματα του χαμένου για μας έργου του Αριστοτέλη «Συμπόσιον ή περί μέθης» έχουν τα χαρακτηριστικά όλων των αριστοτελικών αποσπασμάτων, τα οποία εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1863 στην Λειψία από τον Βαλεντίνο Ρόζε με τον τίτλο “Aristoteles Pseudepigraphus”.

 

Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα εξής : α) Τα πρωτότυπα παραθέματα, αυτά δηλ. που αποδίδονται ευθέως στον Αριστοτέλη, είναι ελάχιστα, ενώ σε μεγαλύτερο ποσοστό τα αποσπάσματα είναι δοξογραφικά. β) Η κατάταξη των αποσπασμάτων έγινε με βάση αφ’ ενός τον κατάλογο των τίτλων των απολεσθέντων έργων του Αριστοτέλη που παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος (και με τον οποίο συμφωνεί στα περισσότερα σημεία ο Ησύχιος) και αφετέρου στην κατά την κρίση του Ρόζε[2] συμφωνία του περιεχομένου των αποσπασμάτων με τους παραδεδομένους τίτλους.

 

Ορισμένα από τα έργα αυτά [του Αριστοτέλη] θεωρούνται διάλογοι, με βάση εσωτερικές ή εξωτερικές μαρτυρίες. Το «Συμπόσιον ή περί μέθης» ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία, μάλιστα δε στους πρώιμους διαλόγους του Αριστοτέλη, αν δεχτούμε την άποψη του Ρος[3] (και πολλών άλλων μελετητών) ότι οι πρώιμοι διάλογοι του Αριστοτέλη μαρτυρούν έντονη την πλατωνική επίδραση, πράγμα που δηλώνεται και από την σύμπτωση των τίτλων με τους τίτλους των πλατωνικών διαλόγων (Μενέξενος, Συμπόσιον, Σοφοστής).

 

Η χρονολόγηση των αποσπασμάτων παραμένει επισφαλής. … Για το «Συμπόσιον ή περί μέθης» δεν παραδίδεται μαρτυρία, ούτε καν εικασία. Καλύπτεται από την γενική κατάταξή του στους πρώιμους διαλόγους του Αριστοτέλη.

 

Οι απόψεις που εκθέτει ο Αριστοτέλης στους πρώιμους αυτούς διαλόγους και η σχέση τους με τις πλατωνικές απόψεις απετέλεσε το βασικό κριτήριο αρχικώς της γνησιότητάς τους (Ρόζε) και στην συνέχεις κριτήριο για την αξιολόγησή τους.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

 

I (R2 175, R3 100)

 

ATH. 178 e-f. Ο Όμηρος, σ’ όλα του ακριβής, μήτε και τούτο το ασήμαντο δεν παρέλειψε, πως με το σώμα καθαρό και φροντισμένο πρέπει να πηγαίνουμε στο δείπνο. Λέει λοιπόν για τον Οδησσέα πριν από το γεύμα στους Φαίακες : «αυτόδιον δ’ άρα μιν ταμίην λούσασθαι άνωγεν»[4]. Και για τους συντρόφους του Τηλέμαχου λέει : «ες ρ’ ασαμίνθους βάντες εϋξέστας λούσαντο»[5]. Γιατί ήταν ανάρμοστο, καθώς λέει ο Αριστοτέλης, να φτάνεις στο συμπόσιο μες στον ιδρώτα και τη σκόνη. Εξάλλου κατά τον Ηράκλειτο, ο άνθρωπος του κόσμου δεν πρέπει να βρωμίζει μήτε να βρωμάει μήτε να χαίρεται μες στη βρωμιά του.

 

3 (R2 98, R3 102)

 

ATH. 40 c-d. Ο Σέλευκος αναφέρει πως οι παληοί δεν τόχανε συνήθεια να πίνουν περισσότερο απ’ το κανονικό ή άλλες να γεύονται απολαύσεις αν δεν ήταν προς τιμήν των θεών. Γι’ αυτό κι οι λέξεις που δήλωναν τέτοιες δραστηριότητες ήταν «θοίναι» και «μέθαι». «Θοίναι» διότι θεωρούσαν πως χάριν των θεών έπρεπε να πίνουν, «θάλειαο» διότι πάλι χάριν των θεών συγκεντρώνονταν στα συμπόσια – αυτό εξάλλου σημαίνει το «δαίτα θάλειαν» του Ομήρου. Τέλος το «μεθύειν», λέει ο Αριστοτέλης πως δήλωνε ότι έπιναν μετά τις θυσίες προς τους θεούς (μετά το «θύειν»).

 

PHILO. De Plant. 34.141. Τα όσα ανέφερε ο νομοθέτης περί μέθης θα τα δούμε αργότερα. Τώρα ας εξετάσουμε τί πίστευαν οι άλλοι. Πάρα πολλοί φιλόσοφοι ασχολήθηκαν και μάλιστα εκτενώς με το θέμα, που τίθεται ως εξής : «Πρέπει να μεθάει ο σοφός ;» Το να μεθάει κανείς έχει δύο όψεις : η μια είναι απλώς να πίνει κι η άλλη να παραμιλάει από τη μέθη. Απ’ όσους ασχολήθηκαν με το πρόβλημα, άλλοι υποστήριξαν πως ο σοφός δεν πρέπει μήτε κατάχρηση να κάνει στο ποτό μήτα να φτάσει να παραμιλάει… 35.144 Άλλοι πως το ποτό αρμόζει και στους αγαθούς, στους οποίους όμως η μέθη δεν αρμόζει… 38.154 Το δυνατό κρασί, το ανέρωτο, οι παλιοί και «μέθυ» το ονόμαζαν. Σε πολλά τουλάχιστον ποιητικά κείμενα έτσι αποκαλείται, ώστε αν τα συνώνυμα αναφέρονται σ’ ένα πράγμα, όπως «οίνος» και «μέθυ», εύλογο θα ήταν πως και όσα απ’ αυτά παράγονται, δηλ. το «οινούσθαι» και το «μεθύειν», να μην διαφέρουν παρά μόνο στον ήχο… 155. Αν λέμε δηλ. πως ο σοφός επιτρέπεται να πίνει κρασί, είναι σαν να λέμε πως επιτρέπεται και να μεθάει…40.165-6. …ορισμένοι πιστεύουν πως η μέθη δεν ονομάζεται έτσι διότι ακολουθεί τις θυσίες (μετά το θύειν), αλλά διότι γίνεται αιτία «μεθέσεως» (χαλάρωσης) της ψυχής. Των άμυαλών λοιπόν ο λογισμός παραδίνεται στην δίνη πολλών υπερβολών, ενώ των μυαλομένων παραδίνεται στην απόλαυση της άνεσης, της ευθυμίας και της ιλαρότητας. Διότι πιο άνετος και ήπιος γίνεται ο σοφός σαν πιει, απ’ ό,τι είναι νηφάλιος, έτσι ώστε δεν κάνουμε λάθος αν πούμε και ως προς αυτό, πως πράγματι ο σοφός μπορεί να μεθάει…

 

5 (R2 102, R3 104)

 

ATH. 641 d-e. Ο Αριστοτέλης στο «περί μέθης» το ονομάζει, όπως κι εμείς «δεύτερο πιάτο», μ’ αυτά τα λόγια : «πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως το επιδόρπιο διαφέρει εντελώς από το κυρίως φαγητό όσο και το έδεσμα από τους ξηρούς καρπούς, γιατί αυτό το όνομα είναι το γνωστό στους Έλληνες όταν κάποιες τροφές προσφέρονται ως επιδόρπια. Έτσι φαίνεται πως είχε δίκιο εκείνος που πρώτος το ονόμασε «δεύτερο πιάτο». Πράγματι το επιδόρπιο συνοδεύει το κυρίως φαγητό και προσφέρεται ως επιπλέον γεύμα».

 

6 (R2 218, R3 105)

 

PS-JUL., Ep. 391 b-c. Το σύκο δεν είναι μόνο ευχάριστο στην γεύση αλλά και άριστο για την πέψη. Τόσο πολύ δε είναι ωφέλιμο στους ανθρώπους ώστε ο Αριστοτέλης λέει πως είναι αντίδοτο σε κάθε βλαβερό δηλητήριο και πως στο δείπνο δεν χρειάζεται τίποτε άλλο να προσφέρεται πλην αυτού είτε ως ορεκτικό πριν το κυρίως φαγητό είτε ως επιδόρπιο, ως εάν επρόκειτο να προστατεύσει τον άνθρωπο από οποιαδήποτε παρενέργεια της τροφής αντί οποιασδήποτέ άλλης ιερής προφύλαξης. Και μάλιστα το ότι το σύκο προσφέρεται στους θεούς κι ότι συνοδεύει κάθε θυσία στον βωμό, όπως και το ότι είναι το καλύτερο λιβάνι για θυμίαμα, δεν είναι δική μου εκτίμηση, αλλά όποιος γνώρισε στην πράξη τη χρησιμότητά του ξέρει καλά πως αυτά λένε άνδρες σοφοί και γνώστες των ιερών.

 

7 (R2 101, R3 106)

 

ATH. 447 a-b. Αλλά όπως λέει ο Αριστοτέλης στο «περί μέθης», ανάσκελα πέφτουν όσοι πίνουν ποτό φτιαγμένο από κριθάρι, αυτό δηλ. που αποκαλούμε ζύθο. Κι αυτά αναφέρει : «μόνο που κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει με το ποτό που φτιάχνεται από κριθάρι, τον αποκαλούμενο ζύθο : όσοι μεθάνε με άλλα ποτά πέφτουν προς όλες τις μεριές κι αριστερά και δεξιά και μπρούμυτα κι ανάσκελα. Μόνο όσοι μεθάνε από ζύθο γέρνουν προς τα πίσω και πέφτουν ανάσκελα».

 

11(R2 105-6, R3 110-111)

 

ATH. 464 c-d. Ο Αριστοτέλης αναφέρει στο «περί μέθης» πως «το ποτό που ονομάζουν Ροδιακό προσφέρεται στα συμπόσια και για την απόλαυση που δίνει και γιατί όταν ζεσταίνεται μεθάει λιγότερο. Διότι μέσα στο νερό που βράζει προσθέτουν σμύρνη και σχοίνα κι άλλα τέτοια μυρωδικά κι όταν το μίγμα αυτό το ρίξουν στο κρασί γίνεται πιο ελαφρύ». Και σε άλλο σημείο αναφέρει : «το ροδιακό ποτό γίνεται με την προσθήκη ενός ζεστού μίγματος από σμύρνη, σχοίνα, άνηθο, κρόκο, βάλσαμο, κάρδαμο και κανέλλα. Αυτό το μίγμα όταν προστεθεί στο κρασί το κάνει πιο ελαφρύ, έτσι ώστε και τις ερωτικές ορμές καταπαύει διατηρώντας το πνεύμα νηφάλιο.

 

 

________________________

 

 

 

[1] Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1989

[2] Ο ίδιος ο Ρόζε (Valentin Rose) θεωρούσε όλα τα αριστοτελικά αποσπάσματα που εξέδωσε ψευδεπίγραφα.

[3] W.D. Ross, “The works of Aristotle” v. XII, Select fragments Oxford, 1952, σελ. IX

[4] Οδ. Δ 449. μετ. Καζαντάκη-Κακριδή : «στην ώρα πάνω κι η κελάρισα τον κάλεσε ν’ ανέβει και να λουστεί».

[5] Οδ. Δ 48. μετ. Καζαντάκη-Κακριδή : «σε καλοσκαλισμένους κάθισαν για να λουστούν λουτήρες».

Written by nomosophia

24 Ιουνίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Άνθρωπος

leave a comment »

Αρχαίοι τρόποι στην Κατμαντού

 

Οι πόλεις μιάς περίκλειστης κοιλάδας του Νεπάλ διαιωνίζουν πρότυπα ζωής όμοια μ’ εκείνα των πρώτων πολιτισμών.

 

Ανάμεσα στην Ινδία και το Θιβέτ υπάρχει μία στενή λωρίδα γης τριγυρισμένη από βουνά, όπου από αιώνες κατοικούν εκατομμύρια άνθρωποι. Είναι το βασίλειο του Νεπάλ. Οι περισσότεροι Νεπαλέζοι ζουν σε αραιούς οικισμούς και βόσκουν κοπάδια στις απόκρημνες πλαγιές των Ιμαλαϊων ή καλλιεργούν μια γη, που ποικίλλει από τα φτωχά και πετρώδη χωράφια ως τους εύφορους κάμπους. Πάντως στην κοιλάδα της Κατμαντού του Νεπάλ συνεχίζεται ένας πολιτισμός, που στην πολυσύνθετη δομή του και στην πολύμορφη θρησκεία του θυμίζει τη Σουμερία στην αυγή της ιστορίας και την αρχαία Αίγυπτο. Τρεις πόλεις της κοιλάδας συνεχίζουν αυτόν τον πολιτισμό. Είναι η πρωτεύουσα Κατμαντού, το Πατάν και η Μπατγκαόν. Η ηλικία και των τριών, πάνω από χίλια χρόνια.

Η κοιλάδα της Κατμαντού είναι το γόνιμο κεντρικό κόσμημα μιάς αλυσίδας από κοιλάδες των κεντρικών Ιμαλαϊων, που απλώνεται προς ανατολάς και προς δυσμάς σε όλο το μήκος των 800 χιλιομέτρων του βασιλείου. Στον βορρά τα βουνά ορθώνονται και σμίγουν σ’ ένα πελώριο λευκό τείχος που περιλαμβάνει εννιά από τις 14 υψηλότερες κορυφές του κόσμου. Στο νότο το πέρασμα φράζεται από μία ζώνη απόκρημνων λόφων, δασωμένων και πνιγμένων στην τύφη, που φτάνει σε ύψος τα πέντε μέτρα και από πυκνές ζούγκλες, που οι τίγρεις τις κάνουν επικίνδυνες. Από κάθε πλευρά οι προσβάσεις στο περίκλειστο βασίλειο είναι τόσο δύσκολες και απόκρημνες ώστε επί αιώνες τα μοναδικά εμπορεύματα που έφταναν ή που έφευγαν από την Κατμαντού μεταφέρονταν στις πλάτες αχθοφόρων.

 

Παρά τη γεωγραφική του προστασία, το Νεπάλ συχνά κατακτήθηκε από ισχυρούς και αποφασιστικούς λαούς. Το νότιο τείχος του ήταν ίσως το πρώτο που διασπάσθηκε – από κάποιο νεγροειδή λαό, που πιστεύεται ότι πρώτος αυτός εγκαταστάθηκε στην Ινδική χερσόνησο. Ακολούθησαν μογγολικοί λαοί, μερικοί από αυτούς διωγμένοι προς βορράν από τους Ινδοαρίους που επεκτείνανε την κυριαρχία τους στη βόρειο Ινδία. Οι ίδιοι οι Ινδοάριοι έφτασαν στο Νεπάλ ανάμεσα στο 1000 και το 700π.Χ. Τον 7ο αιώνα μ.Χ. μια στρατιά εισβολέων από το Θιβέτ, ενώ κατευθυνόταν προς τις Ινδίες, κατέλυσε το Νεπάλ. Τον 14ο αιώνα έφτασε μία νέα ηγεμονική δυναστεία, οι βασιλείς Μάλλα. Και στα 1769 το καταθρυμματισμένο βασίλειο των Μάλλα κατακτήθηκε από τους πολεμικούς Γκούρκα, που και αυτούς τους είχαν διώξει από τις Ινδίες μουσουλμάνοι επιδρομείς. Απ’ όλους τους επήλυδες ο πολιτισμός της κοιλάδας της Κατμαντού δανείστηκε στοιχεία και τα προσάρμοσε. Απορρόφησε μάλλον παρά απορροφήθηκε. Οι Νεβάρ, ο λαός που κυρίως επωμίστηκε την ανάπτυξη του πολιτισμού, αναδύονται συγκεχυμένα μέσα από τους θρύλους του Νεπάλ. Δεν είναι ακριβώς γνωστό από πού ήλθαν ή πότε έφθασαν, αλλά φαίνεται πιθανόν ότι ο πολιτισμός τους είχε εγκατασταθεί στην κοιλάδα της Κατμαντού το 563π.Χ., όταν ο ιδρυτής του βουδισμού, ο Γοτάμα Βούδας, γεννήθηκε στο σημερινό νοτιοδυτικό Νεπάλ. Οι Νεβάρ επιδείξανε από πολύ νωρίς μία ασυνήθιστη ιδιοφυία σαν οργανωτές και τεχνίτες. Χαράξανε το αρδευτικό σύστημα, που απλώνει ένα πυκνό πλέγμα στα χαμηλά της κοιλάδας, και από τότε οι Νεβάρ γεωργοί εδώ καλλιεργούν το ρύζι, τη βασική και πατροπαράδοτη τροφή τους. Έκοψαν πεζούλες στις ιλιγγιώδεις βουνοπλαγιές και καλλιέργησαν αγρούς, που ποτίζονται από τις βροχές των μουσώνων. Οι ξυλογλύφοι τους έπλασαν τους θεούς του ινδουισμού και του βουδισμού. Οι αρχιτέκτονές τους σχεδίασαν ναούς για να τους στεγάσουν. Οι οικοδόμοι τους έχτισαν τους ναούς με ξύλο, πέτρα και ορείχαλκο. Χρησιμοποίησαν οπτόπλινθους στα πολυόροφα σπίτια για τις τεράστιες οικογένειες των Νεβάρ. Οι τρεις πόλεις των Νεβάρ Κατμαντού, Πατάν και Μπατγκαόν, αναπτύχθηκαν σε απόσταση μικρότερη από 12 χιλιόμετρα. Παρά τους πολέμους, τις κατοχές, τους σεισμούς, οι πόλεις αυτές πέρασαν μέσα από τους αιώνες παραμένοντας σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτες. Είναι ο πυρήνας ενός μεσαιωνικού κράτους που μόλις τελευταία άνοιξε τις πύλες του στον σύγχρονο νέο κόσμο.

Κοντόσωμοι και μελαμψοί οι κάτοικοι των πόλεων αυτών ζουν ανάμεσα σε πανύψηλους ναούς και μονολίθους, κλεισμένοι στο παρελθόν τους όπως και στην κοιλάδα τους από το τείχος των βουνών που τους περιζώνει. Μένουν προσκολλημένοι στον βουδισμό και στον ινδουισμό, και πολλοί απ’ αυτούς τιμούν και τις δύο θρησκείες σε κοινές ιεροτελεστίες. Μ’ επιμέλεια τηρούν ένα περίπλοκο σύστημα κάστας, θεμελιωμένο στα παραδοσιακά επαγγέλματα και τέχνες, που τους χωρίζουν σε αναρίθμητα κοινωνικά στεγανά. Παρά την ανομοιότητα των θεών τους, οι άνθρωποι αυτοί ουσιαστικά είναι ενωμένοι στη θρησκεία τους και παρ’ όλα τα στεγανά της κάστας, ανέχονται τις εξαιρέσεις και την κοινωνική άνοδο. Μία ζωή πλούσια σε εθιμοτυπία και μία κοινωνία ικανοποιητική για τη σταθερή τάξη της τους στηρίζει, καθώς ο σύγχρονος κόσμος προσπαθεί να παραβιάσει το απομονωμένο αρχαίο Νεπάλ.

______________________________________________

 

«Η Εποποιία του Ανθρώπου», του συντακτικού επιτελείου του LIFE, εκδ. «Λύκειος Απόλλων», 1962.

Written by nomosophia

13 Ιουνίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Λογοτεχνία

leave a comment »

Όταν ένα απλό ταξίδι, μετατρέπεται σε ταξίδι και ανύψωση της ψυχής. Ο Χένρυ Μίλλερ δεν περιφέρεται απλώς από τόπο σε τόπο. Βιώνει με κάθε κύτταρο του κορμιού του το τοπίο, το καταπίνει, το μηρυκάζει και το κάνει μέρος του εαυτού του. Ένας μεγάλος συγγραφέας αποκαλύπτει στο παγκόσμιο κοινό έναν αληθινό Άνθρωπο.

 

Αγγελική Χρυσικοπούλου.

 

Ξυπνήσαμε νωρίς και πήραμε ένα αυτοκίνητο να μας πάει στην Επίδαυρο. Η μέρα άρχισε με μία υπέροχη γαλήνη. Ήταν η πρώτη μου πραγματική επαφή με την Πελοπόννησο. Και δεν ήταν μια απλή ματιά, αλλά ένα ολόκληρο θέαμα που άνοιγε πάνω από ένα κόσμο ακόμα σιωπηλό, τέτοιο που ίσως κληρονομήσει κάποια μέρα η ανθρωπότητα, όταν πάψει να επιδίδεται σε σφαγές κι εγκλήματα. Αναρωτιέμαι πως συμβαίνει και κανένας ζωγράφος μέχρι σήμερα δε μας έχει δώσει τη μαγεία αυτού του ειδυλλιακού τοπίου. Μήπως είναι υπερβολικά ξένο προς το δράμα, μήπως είναι υπερβολικά ειδυλλιακό ; Είναι μήπως το φως υπερβολικά αιθέριο για να συλληφθεί απ’ το χρωστήρα ; Αυτό μόνο μπορώ να πω κι ίσως αποθαρρύνω τον υπεραισιόδοξο καλλιτέχνη : δεν υπάρχει ίχνος ασχήμιας εδώ, είτε γραμμής, είτε χρώματος, είτε μορφής, χαρακτηριστικού ή εντύπωσης. Είναι απόλυτη τελειότητα, όπως η μουσική του Μότσαρτ. Πράγματι, τολμώ να πω πως εδώ κρύβεται περισσότερος Μότσαρτ παρά οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Ο δρόμος προς την Επίδαυρο είναι σαν το δρόμο προς τη δημιουργία. Σταματά κανείς την αναζήτηση. Μένει σιωπηλός, ακινητοποιημένος απ’ τη σιωπή μυστηριακών αρχών. Αν μπορούσε να μιλήσει κανείς, τα λόγια του θα γίνονταν μελωδία. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς ν’ αδράξεις, να απομονώσεις ή ν’ αποθησαυρίσεις: το μόνο που υπάρχει είναι η κατάρρευση των τειχών που κρατούν φυλακισμένο το πνεύμα. Το τοπίο δεν υποχωρεί, αλλά εγκαθίσταται στους ανοιχτούς τόπους της καρδιάς. Συσσωρεύεται, μαζεύεται μέσα, κατακτά. Παύεις πλέον να διασχίζεις κάτι – ονόμασέ το Φύση, αν θέλεις – αλλά συμμετέχεις σε μια αναστάτωση, μια αναστάτωση των δυνάμεων της πλεονεξίας, της κακίας, του εγωισμού, της ματαιοδοξίας, της σκληρότητας, της αλαζονείας, του εγωισμού, της πανουργίας και τόσων άλλων.

 

Είναι η ανατολή της πρώτης ημέρας της μεγάλης ειρήνης, της ειρήνης της καρδιάς, που έρχεται πριν την παράδοση. Δεν θα γνώριζα ποτέ το νόημα της ειρήνης αν δεν πήγαινα στην Επίδαυρο. Όπως όλοι, χρησιμοποιούσα σ’ όλη μου τη ζωή αυτή τη λέξη, χωρίς ποτέ να συνειδητοποιώ ότι χρησιμοποιούσα κάτι πλαστό. Η ειρήνη δεν είναι αντίθετο του πολέμου περισσότερο απ’ ό,τι ο θάνατος είναι το αντίθετο της ζωής. Η φτώχεια της γλώσσας, που είναι το ίδιο πράγμα σα να λέμε η φτώχεια της ανθρώπινης φαντασίας ή η φτώχεια της εσωτερικής ζωής μας, έχει δημιουργήσει μια αμφισημία απόλυτα λάθος. Μιλώ φυσικά για την ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Δεν υπάρχει άλλο είδος ειρήνης. Η ειρήνη που οι περισσότεροί μας ξέρουμε δεν είναι παύση των εχθροτήτων, μια ανακωχή, ένα διάλειμμα, μια ανάπαυλα, ένα αποκοίμισμα. Όλα αρνητικά. Η ειρήνη της καρδιάς είναι κάτι το θετικό και ακατανίκητο, που δεν χρειάζεται συνθήκες και προστασία. Απλώς υπάρχει. Αν είναι νίκη, είναι παράξενη νίκη γιατί βασίζεται ολότελα στην παράδοση, τη θεληματική βέβαια παράδοση. Για μένα δεν υπάρχει κανένα μυστήριο στις θεραπείες που πετύχαιναν εδώ οι αρχαίοι, σ’ αυτό το μέγα θρησκευτικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Εδώ ο ίδιος ο θεραπευτής θεραπεύεται, που είναι το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα στην ανάπτυξη της θρησκευτικής τέχνης, που δεν είναι ιατρική αλλά θρησκευτική. Ύστερα, ο ασθενής θεραπευόταν πριν καν αρχίσει η θεραπεία. Οι μεγάλοι γιατροί πάντα μιλούσαν για την Φύση σαν τον Μέγα Θεραπευτή. Αυτό μερικά μόνο είναι αλήθεια. Η φύση από μόνη της δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Η φύση είναι σε θέση να θεραπεύσει μόνο όταν ο άνθρωπος αναγνωρίσει τη θέση του στον κόσμο, που δε βρίσκεται στη φύση, όπως συμβαίνει με το ζώο, αλλά στο ανθρώπινο βασίλειο, τον κρίκο ανάμεσα στο φυσικό και το θείο.

 

Στα μάτια των υποανθρώπινων δειγμάτων αυτής της σκοταδιστικής επιστημονικής εποχής, οι τελετουργίες και η λατρεία που συνδέονταν με τη θεραπευτική τέχνη όπως εφαρμοζόταν στην Επίδαυρο μοιάζουν καθαρή φάρσα. Στον κόσμο μας οι τυφλοί οδηγούν τους τυφλούς και οι άρρωστοι τρέχουν στους άρρωστους για θεραπεία. Κάνουμε συνεχή πρόοδο, είναι μια πρόοδος όμως που οδηγεί στο χειρουργικό τραπέζι, στις καλύβες των φτωχών, στα άσυλα φρενοβλαβών, στα χαρακώματα. Δεν έχουμε θεραπευτές – μόνο σφαγείς διαθέτουμε, οι ανατομικές γνώσεις των οποίων τους δίνουν το δικαίωμα να αποχτούν κάποιο δίπλωμα, το οποίο με τη σειρά του τους δίνει το δικαίωμα να ξεριζώνουν με το νυστέρι αρρώστιες έτσι που να συνεχίζουμε σαν ανάπηροι τη ζωή μας ώσπου να καταλήξουμε κάποτε στο σφαγείο. Αναγγέλλουμε την ανακάλυψη της μιας και της άλλης θεραπείας αλλά δεν κάνουμε καμιά αναφορά στις καινούριες αρρώστιες που δημιουργήσαμε εν τω μεταξύ. Η ιατρική τάξη λειτουργεί απαράλλαχτα όπως το Υπουργείο Αμύνης – οι θρίαμβοι που αναγγέλλονται είναι συνθήματα που ρίχνονται για να συγκαλύψουν τον θάνατο και την καταστροφή. Οι γιατροί, όπως και οι στρατιωτικοί ηγέτες, είναι καταδικασμένοι απ’ την αρχή, οι μάχες τους δεν έχουν καμιά ελπίδα ποτέ να ευοδωθούν. Εκείνο που χρειάζεται για να ζήσει ο άνθρωπος είναι η ειρήνη. Το να νικήσουμε τον γείτονά μας δεν μας φέρνει ειρήνη όπως και η θεραπεία του καρκίνου δεν μας φέρνει υγεία. Δεν αρχίζει να ζει ο άνθρωπος θριαμβεύοντας πάνω στον εχθρό του ούτε αρχίζει να αποχτά υγεία κάνοντας ατέλειωτες θεραπείες. Η χαρά της ζωής βγαίνει από την ειρήνη, που δεν είναι κάτι το στατικό αλλά το δυναμικό. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πει πραγματικά πως ξέρει τί είναι η χαρά αν δεν έχει πρώτα εμπειρία της ειρήνης. Και χωρίς χαρά δεν υπάρχει ζωή, ακόμη κι αν έχεις δέκα αυτοκίνητα, έξι μπάτλερ, κάστρο, ιδιωτικό παρεκκλήσι και αντιεροπορικό καταφύγιο. Οι αρρώστιες μας είναι όλα εκείνα που μας δεσμεύουν, είτε λέγονται συνήθειες, είτε ιδεολογίες, είτε ιδανικά, αρχές πλούτη, φοβίες, θεοί, πίστεις, θρησκείες, οτιδήποτε. Οι καλοί μισθοί μπορεί να είναι το ίδιο μεγάλη αρρώστια όσο και η δουλειά. Σ’ οτιδήποτε αγκιστρωνόμαστε, έστω κι αν αυτό είναι ελπίδα ή πίστη, μπορεί να είναι η αρρώστια που μας κουβαλά μαζί της. Η παράδοση είναι απόλυτη: αν αγκιστρωθείς κι απ’ το παραμικρό πράγμα, θρέφεις το σπέρμα που θα σε καταβροχθίσει. Όσο για τον Θεό, εκείνος μας έχει εγκαταλείψει για να μπορέσουμε κάποτε να συνειδητοποιήσουμε τη χαρά να προσεγγίσουμε το θεϊκό με τις δικές μας και μόνο προσπάθειες. Όλα αυτά τα κλαψουρίσματα στα σκοτεινά, αυτή η επιμονή, πανάθλια αναζήτηση για ειρήνη, που θα θεριέψει όσο μεγαλώνει ο πόνος και η δυστυχία, πού μπορεί να βρεθεί ; Ειρήνη ! Μα νομίζει ο κόσμος πως είναι κάτι που το μαζεύεις σαν το στάρι και τη σίκαλη ; Είναι κάτι που μπορείς να πέσεις πάνω του και να το καταβροχθίσεις, όπως κάνει ο λύκος με τα ψοφίμια ; Ακούω τον κόσμο να μιλάει για ειρήνη και βλέπω πρόσωπα να σκοτεινιάζουν από θυμό ή μίσος ή με καταφρόνηση κι ακαταδεξία, με αλαζονεία κι εγωισμό. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να πολεμήσουν για να φέρουν την ειρήνη – αυτοί τα ‘χουν περισσότερο χαμένα απ’ όλους. Ειρήνη δε θα υπάρξει παρά μόνο αφού έχει εξαλειφθεί απ’ το νου και την καρδιά μας κάθε ίχνος αγριότητας. Ο φόνος είναι στην κορυφή της πλατιάς πυραμίδας που έχει για βάση της το εγώ. Αυτό που στέκεται θα πρέπει να πέσει. Όλα εκείνα για τα οποία πολέμησε ο άνθρωπος θα πρέπει να εγκαταλειφθούν πριν μπορέσει ν’ αρχίσει να ζει σαν άνθρωπος. Μέχρι τώρα υπήρξε ένα άρρωστο κτήνος, που ακόμα κι οι θεοί του βρωμούν. Είναι κύριος πολλών κόσμων και σκλάβος στον δικό του. Εκείνο που κυριαρχεί στον κόσμο είναι η καρδία, όχι ο εγκέφαλος. Σε κάθε χώρο οι κατακτήσεις μας μόνο θάνατο φέρνουν. Έχουμε γυρίσει τις πλάτες μας σ’ εκείνο το μοναδικό χώρο όπου κρύβεται η πραγματική ελευθερία. Στην Επίδαυρο, στην ακινησία του τοπίου, στην μεγάλη ειρήνη που με κατέλαβε άκουσα την καρδιά του κόσμου να χτυπά. Ξέρω ποια είναι η γιατρειά: είναι μια κίνηση παράδοσης, μια κίνηση εγκατάλειψης έτσι που οι μικρές μας καρδιές να χτυπούν σ’ αρμονία με την μεγάλη καρδιά του κόσμου.[1]

_______________________________

 

  

[1] Χένρυ Μίλλερ, «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού», εκδόσεις Κάκτος, 1981

Written by nomosophia

12 Ιουνίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία