ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Λογοτεχνία

leave a comment »

η Ιωάννα Τσάτσου με τις κόρες της ΔΏ?ποινα και Ντόρα_Αίγινα 1937

Η Ιωάννα Τσάτσου στο βιβλίο της «ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης» σκιαγραφεί με απαράμιλλη τρυφερότητα και σεβασμό μία μορφή ιερή, τη μητέρα της.

 

Αγγελική Χρυσικοπούλου

 

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΠΟΧΗ

 

Η μάνα ήταν γυναίκα βιβλική. Όσο και να σκεφτώ, δε βρίσκω επίθετο να της ταιριάζει καλύτερα. Όπως τη βλέπω στο περιβάλλον της ομηρικής οικονομίας της Ιωνίας, με την ασάλευτη πίστη της και το φόβο του Θεού, μου θυμίζει μορφές της Παλιάς Διαθήκης. Προχωρούσε πάντα με την καρδιά της και ποτέ δεν έχανε το δρόμο της.

Ο πατέρας της ο καπετάν Γεωργάκης, πλούσιος γαιοκτήμονας. Από κείνον είχε κληρονομήσει μία πηγαία αγάπη για τη γη.

Το σπίτι της Σμύρνης δεν το ξαναείδα από τα παιδικά μου χρόνια. Ένα μεγάλο σπίτι με τρία πατώματα, με πλατιά μαονένια σκάλα. Στα υπόγεια οι αποθήκες. Εκεί έμπαιναν οι σοδιές της χρονιάς. Στο πρώτο πάτωμα η μεγάλη κλειστή αυλή, η τραπεζαρία με τα πορτραίτα των παππούδων και τις βαθιές πολυθρόνες, η σάλα, το σαλόνι Ήταν και μία υπαίθρια μικρή αυλή με τη φανταχτερή γλυσίνα, τη γούρνα της και τη βρύση της. Στο δεύτερο πάτωμα το δωμάτιο των εικονισμάτων, οι κρεβατοκάμαρες. Μία μεγάλη κάμαρα με το κλειστό μπαλκόνι προς το δρόμο, προς τη θάλασσα όπου τα τρία παιδιά παίζαμε. Αυτή ήταν το βασίλειό μας. Εκεί όλες οι αταξίες και τα μαλώματα.

Ο Γιώργος είχε το δικό του δωμάτιο, μ’ ένα μικρό γραφείο για τη μελέτη του. Ο Άγγελος κι εγώ το δικό μας. Τα κρεβατάκια μας ήταν πλάϊ – πλάϊ. Θυμάμαι, συχνά τις νύχτες άκουα να τρίζουν τα ξύλα. Φοβόμουνα, ξυπνούσα τον Άγγελο. Φλυαρούσαμε ενθουσιασμένοι για την παρανομία μας. Έπειτα τα λόγια αραίωναν, η νύστα μας ζάλιζε, και πάλι ο γλυκύτατος ύπνος.

Το δωμάτιο «των κονισματιών», όπως τόλεγαν, δε μου φεύγει από το νου. Έμοιαζε εκκλησιά. Φωτεινό, ευρύχωρο. Μύριζε λιβάνι. Στον ένα τοίχο στη γωνιά, πλάϊ στο παράθυρο, το μεγάλο εικονοστάσι ακουμπούσε σ’ ένα τραπέζι. Πρωτοστατούσαν βέβαια οι άγιοι του σπιτιού. Ο Άη Στυλιανός, ο Άη Γιώργης, ο Άη Γιάννης. Στον άλλο τοίχο της γωνιάς, η μεγάλη θαυματουργή ασημένια Παναγιά και η άλλη, η Γλυκοφιλούσα όπου ήταν κρεμασμένα τα τάματα. Το καντήλι έκαιε μέρα νύχτα. Ένα μανουάλι για τ’ αγιοκέρια. Εκεί κάθε βράδυ τα τρία παιδιά πριν κοιμηθούμε κάναμε την προσευχή μας. Συχνά ψάχνοντας τη μάνα την εύρισκα εκεί γονατιστή. Καθόμουνα τότε στο σκαλοπάτι αμίλητη και περίμενα. Εκείνη βγαίνοντας με σήκωνε στα χέρια και μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά της.

Τα Χριστούγεννα, στη μέση της κάμαρας έμπαινε το μπρούτζινο μαγκάλι. Απάνω στα αναμένα κάρβουνα έβραζαν ως τα Φώτα, νύχτα μέρα, μήλα καρφωμένα με κανέλλα και γαρούφαλα. Μοσχομύριζε το σπίτι ολόκληρο. Από τα μήλα αυτά πλάθανε το λιβάνι της χρονιάς. Γιατί η μάνα κάθε μέρα, το πρωϊνό και στο σούρουπο θύμιαζε τις εικόνες.

Ένιωθε την κατάνυξη μα και το χρέος της χριστιανής. Κάθε φτωχό που χτυπούσε την πόρτα μας, τον κρατούσαμε για φαγητό. Ακόμα και στην Αθήνα, με λιγοστά τα χρήματα, η συνήθεια αυτή δε στάθηκε βολετό να κοπεί. Δεν ήταν μόνο από καλωσύνη. Ήταν ο σεβασμός για τον αναγκεμένο.

Τη θυμάμαι στη Σκάλα ένα πρωί του Σεπτέμβρη να κατεβαίνει ανταριασμένη. Τρέξαμε με τα νυχτικά μας στη τραπεζαρία όπου είχαν μαζευτεί όλοι. Εκεί ήταν ο βαρκάρης ο Στεφανής με τις βράκες του. Γύρω του πέντε μικρά ξενυχτισμένα, και η γυναίκα του με το μωρό στην αγκαλιά. Ανοίγοντας η μάνα μας το παράθυρό της, τους είδε όλους πλαγιασμένους μέσα στη βάρκα και τους φώναξε μέσα. Μιλούσε στον άντρα:

– Μα είσαι με τα καλά σου, Στεφανή, να περάσεις τη νύχτα στη βάρκα με μωρά παιδιά; Κι έχουμε Σεπτέμβρη μήνα κι ο καιρός είναι κρύος.

Εκείνος εξηγούσε. Δεν είχε να πληρώσει το νοίκι, τον έδιωξε ο νοικοκύρης. Τι να κάνει; Κατάφυγε στη βάρκα του.

Η μάνα είχε πολύ στενοχωρεθεί. Πώς δεν πρόλαβε το κακό; Τους εγκατέστησε προσωρινά σ’ ένα δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού μας. Έπειτα τους χάρισε ένα οικόπεδο αντίκρυ στον Άη Νικόλα Μπορούσε να το κάνει, είχε γη. Ο Στεφανής έχτισε το σπιτάκι του. Όλο το χωριό βοήθησε. Το καλό είναι μεταδοτικό, όπως και το κακό. Άλλος κουβαλούσε πέτρες, άλλος λάσπη. Κάθε σκαλιώτης τεχνίτης έβαλε ένα χέρι. Για μας τα παιδιά, το μεγάλο μας παιχνίδι ήταν αυτό το χτίσιμο. Φυτέψαμε γύρω και χωνάκι που ανθίζει γρήγορα. Οι τοίχοι ηχούσαν από τα γέλια μας και φάνταζαν μεσ’ την περιπλοκάδα. Τόσο άμεση και καρδιακή η αλληλεγγύη της, και σιγανή σαν να ζητούσε συγχώρηση. Ταυτίζονταν με τον δυστυχισμένο. Έτρεμε να μην προσβάλει την ανθρωπιά του, την περηφάνια του. Γνώριζε όλες τις οικογένειες του χωριού και τις πιο απόμακρες με τα μικρά τους ονόματα. Ταχτικά τα πρωϊνά πήγαινε και τους έβλεπε Παρακολουθούσε με αγάπη την υγεία των παιδιών τους, το σκολειό τους. Ο Γιώργος συχνά κοιμότανε στα σπίτια τους.

 

Η μάνα δε συμπαθούσε τις εσωτερικές ξένες δασκάλες. Η ιδέα πως δε θα ήταν βολετό να μπαίνει στο δωμάτιό μας όποια ώρα της μέρας και της νύχτας, της ήταν ανυπόφορη. Είχε πάντα η ίδια τη φροντίδα μας. Δεν ήταν εύκολο. Ο Γιώργος ήταν πολύ άτακτος, και φυσικά, για μας τα μικρά, ο ήρωας. Μία μέρα είχε σκαρφαλώσει στα ράφια της αποθήκης των γλυκών του κουταλιού. Έψαχνε το βάζο με το πορτοκάλι. Το ράφι έγειρε, και μέσα σ’ ένα τρομερό σαματά ο Γιώργος και μερικά βάζα γκρεμίστηκαν. Η μάνα τρόμαξε. Έτρεξε και τράβηξε το γιό της μέσ’ απ’ τα γυαλιά και τα σιρόπια. Όταν τον είδε σώο, του έδωσε ένα μπάτσο κι έπειτα τον έβαλε στο μπάνιο. Όλο εκείνο το απόγευμα δε μας μίλησε. Αυτή ήταν σοβαρή τιμωρία. Θυμάμαι την απελπισία μου. Είχαμε τόση ανάγκη από τη ζεστή αγάπη της. Και οι τρεις είμαστε πρόθυμοι να γίνουμε άγιοι για το χαμόγελό της.

Μου φαίνονταν βασίλισσα σαν κατέβαινε ψηλή, στητή τα σκαλοπάτια. Άνοιγα την παιδική μου αγκαλιά και της έλεγα:

– Πέσε, καλίτσα μου.

Η μάνα, χωρίς ποτέ να μας διδάξει, μας άφησε ανυπολόγιστη κληρονομιά: την πίστη στην παρουσία του Θεού. Τ’ αγόρια με την αντρίκεια τους αιδώ δεν εκφράζονταν εύκολα, δεν πήγαιναν συχνά στην εκκλησιά. Όμως λίγο να τους γνώριζες, ένιωθες ν’ αναπνέουν αυτή την παρουσία, να ζουν την ορθοδοξία ολόκληρη.

Αυτή η πίστη παραστάθηκε το Γιώργο ως το τέλος. Κι’ η προσευχή που γνώρισε παιδάκι ήταν έτοιμη να βρει το δρόμο της. Στις ώρες τις κρίσιμες, στις ώρες τις γόνιμες, την έβλεπα αυτή την εκ βαθέων έκκληση ν’ ανεβαίνει στα μάτια του.

Μόνο εκείνο το ιερό: «Δοσμένα» λέει πολλά. Τόλεγε και τόγραφε ο Γιώργος σε κύριο τίτλο για τους στίχους του.

– Τι καλό ποίημα, «ο Βασιλιάς της Ασίνης».

– Αυτά είναι από το Θεό.

Χαμογέλασε σαν μου χάρισε τη μετάφρασή του της Αποκάλυψης:

– Βλέπεις, Ιωάννα, καθένας έχει το δικό του τρόπο να κάνει τη προσευχή του.

Και στο τέλος, στην αρρώστιά του, ακίνητος στο δωμάτιο της ανάνηψης κι εγώ καθισμένη στο πλαϊνό του σκαμνάκι μ’ αγκάλιαζε με το δεμένο του χέρι, όλο μάτια. Όταν ακόμη μπορούσε να μιλήσει:

– Άναψε το κεράκι σου για μένα.

_______________________________

 

Ιωάννας Τσάτσου «Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης», εκδ. «Εστίας», Αθήνα 1973.

Advertisements

Written by nomosophia

4 Ιουνίου, 2008 στις 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: