ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Ιουλίου 2008

νουθεσίες

leave a comment »

Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως[1]

Ο Ηγεμών[2] *

 

48. Κάποιοι λένε ότι η αρετή του άρχοντα φαίνεται από το ότι μπορεί να μετατρέψει μια πόλη από μικρή σε μεγάλη. Εγώ θα έλεγα ότι η αρετή του άρχοντα φαίνεται περισσότερο από το ότι μπορεί να μετατρέψει μια πόλη από φαύλη σε χρηστή[3]. Διότι το πρώτο είναι πολλές φορές αποτέλεσμα ευνοϊκών συγκυριών, ενώ το δεύτερο δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο από κάποιον άρχοντα που διοικεί με άριστο τρόπο. Αν εσύ έχεις ως πρότυπό σου αυτού του είδους τον άρχοντα, με όσα θα πετύχεις, θα αυξήσεις την αρετή στη ζωή των υπηκόων σου.

 

58. Άριστο δικαστή να θεωρείς αυτόν, ο οποίος με γρήγορη σκέψη να βρει τη φύση του δικαίου και, όταν τη βρει, τη φανερώνει με παρρησία. Και είναι γρήγορος στο να αποκαθιστά τους αδικημένους και βραδύς στο να τιμωρεί τους αδίκους[4]. Και είναι υπεράνω χρημάτων, αλλά δεν υστερεί σε κύρος. Το ίδιο να θεωρείς και αυτόν που συγκρατεί το θυμό του και δεν επηρεάζεται από συμπάθειες προσώπων. Άριστο δικαστή, τέλος, να θεωρείς αυτόν που ως μόνη συγγένεια, φιλία και δόξα, στην απονομή του δικαίου ξέρει τη δικαιοσύνη και ως μοναδική αλλοτρίωση, έχθρα και δυσφήμιση αναγνωρίζει την αδικία.

 

61. Πρέπει να διορίζεις ως άρχοντες κυρίως ανθρώπους πλούσιους σε όλες τις αρετές. Κι αν αυτό δεν είναι δυνατό, πάντως πάρα πολύ δίκαιους. Γιατί οι παρανομίες που κάνουν οι άρχοντες στρέφουν το μίσος και την οργή του πλήθους σ’ αυτόν που τους επέλεξε[5].

 

68. Τρία πράγματα υπάρχουν στους ανθρώπους: η τιμωρία, η επίπληξη, ο έπαινος, κι αν θέλεις και η ευεργεσία. Για την πρώτη είναι άξιοι οι εχθροί. Για την επίπληξη οι πολίτες που σφάλλουν ελάχιστα. Και για τον έπαινο και την ευεργεσία αυτοί που ξεχωρίζουν στα κατορθώματα[6]. Εάν κάποιος παρασυρθεί και φέρεται με την αυθάδεια των εχθρών και τους μιμείται, αυτός επιφέρει εναντίον του και την τιμωρία εκείνων. Κι όποιος επιχειρήσει να αλλάξει κάτι από αυτά και διασαλέψει την τάξη, αυτός είναι περισσότερο εχθρός της πολιτείας παρά οι αντίπαλοί της. Γιατί αυτός που επαινεί τους φαύλους κάνει άνω κάτω την πόλη, γιατί υποκινεί τους πολίτες να κάνουν το κακό. Για το λόγο αυτό και όποιος δεν τιμά όσους συμβάλλουν στην ανόρθωσή της, οδηγεί την πολιτεία στην ίδια αταξία.

 

 

77. Το χρυσάφι ανατρέπει τα πάντα στους ανθρώπους[7]. Να προσέχεις, επομένως, ώστε να μην διασυρθούν τα έθιμα και οι παραδόσεις της πατρίδας σου. Να θεωρείς άχρηστο τον χρυσό, που είναι φοβερή παγίδα όσων τον αγαπούν, και να το δείχνεις σε όλους.

__________________________

 

[1] Η μορφή του Πατριάρχη Φωτίου (810-893) δεσπόζει στο Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, στη διάρκεια του 9ου αιώνα. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και ήταν ανηψιός του Πατριάρχη Ταράσιου. Ως πιο πιθανός δάσκαλός του θεωρείται ο Λέων ο Μαθηματικός. Αρχικά, ο Φώτιος ακολούθησε τη σταδιοδρομία του ανώτερου δημόσιου λειτουργού και έφτασε στα αξιώματα του πρωτοσπαθάριου (αρχηγός της σωματοφυλακής του αυτοκράτορα) και του πρωτοασηκρήτου (αρχιγραμματέας της κυβέρνησης). Ο Φώτιος κλήθηκε να διαδεχθεί τον Πατριάρχη Ιγνάτιο, όταν ο τελευταίος ήρθε σε ρήξη με τον πρωθυπουργό Βάρδα, θείο και επίτροπο του ανήλικου αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄. Η εκλογή του Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις του Πάπα Νικολάου Α΄, ο οποίος σε σύνοδο στο ναό του Σωτήρος στο Λατερανό καθαίρεσε τον Φώτιο, με αιτιολογία την αντικανονική του ενθρόνιση. Ο Φώτιος υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας. Στους λόγους του «περί του Αγίου Πνεύματος» καταδικάζει το filioque. Συνέγραψε κείμενα κατά της αίρεσης των Μανιχαίων, καθώς και εκκλησιαστικούς ύμνους. Η «Βιβλιοθήκη» ή «Μυριόβιβλος» αποτελεί ίσως το σημαντικότερο έργο του, καθώς πρόκειται για καταγραφή και σχολιασμό των βιβλίων που μελέτησε ο ίδιος. Άλλα έργα του το «Λεξικό» και τα «Αμφιλόχια».

[2] Ο ηγεμών της Βουλγαρίας Βόρις, ο οποίος βαπτίστηκε χριστιανός και ονομάστηκε Μιχαήλ, επιδίωξς την ανεξαρτησία της Βουλγατικής Εκκλησίας ζητώντας τόσο από τον Νικόλαο τον Α΄, όσο και από τον Φώτιο να υπάρξει Βούλγαρος πατριάρχης, θεωρώντας την παρουσία του απαράιτητο συμπλήτωμα της πολιτικής ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας. Η επιστολή του Φωτίου γράφτηκε κατά τη διάρκεια αυτών των εντάσεων, την πρώτη περίοδο της πατριαρχίας του Φωτίου. Δυστυχώς έχει γραφτεί με τέτοιο τρόπο που δεν μας δίνει κάποιες πληροφορίες σχετικά με το ακριβές αίτημα του Βόρις.

Πρόκειται για παραινετικό λόγο που έχει ως σκοπό του να νουθετήσει. Ανήκει στην κατηγορία των «ηγεμονικών κατόπτρων». Τα βυζαντινά «κάτοπτρα ηγεμόνων» διαφοροποιούνται από τα εγκώμια στο ότι ο συγγραφέας είχε μία ξεχωριστή σχέση με τον ηγεμόνα και μπορούσε να του δώσει σημαντικές συμβουλές σχετικά με τις υποχρεώσεις του αυτοκράτορα και να διατυπώσει σοβαρές προειδοποιήσεις.

Το καινούργιο στοιχείο που εισάγεται στο κείμενο του Φωτίου είναι η έμφαση που δίνεται στο χριστιανικό ήθος. Η εικόνα του βασιλιά που προβάλλεται είναι η εικόνα ενός δίκαιου ηγεμόνα, ο οποίος β΄ρισκεται στον αντίποδα του τυράννου.

[3] μη΄. «Άρχοντος μεν τινες έφησαν αρετήν, εκ μικράς μεγάλην πόλιν ποιήσαι. Εγώ δε μάλλον αν φαίην, το εκ φαύλης σπουδαίαν παρασκευάσαι.»

[4] νη΄. «Άριστον νόμιζε δικαστήν, ος τάχει μεν λογισμών την του δικαίου φύσιν θηρεύει, θηρεύσας δε συν ορθότητι προάγει. Και πράξαι μεν ένεσιν τοις αδικουμένοις οξύς, βραδύς δε κολάσαι τους αμαρτάνοντας.»

[5] ξα΄. «Άρχοντας δει καθιστάναι, μάλιστα μεν πάσαις πλουτούντας ταις αρεταίς. Ει δε μη, πάντως γε δικαιοτάτους. Και γαρ ά τοις άρχουσι παρανομείται, ταύτα το μίσος και την οργήν του πλήθους εις τον προχειρισάμενον αναφέρει.»

[6] ξη΄. «Τρία εστίν εν ανθρώποις, τιμωρία, ψόγος, έπαινος, ει βούλει δε, και ευεργεσία. Αλλά της μεν οι πολέμιοι άξιοι. Ψόγου δε οι μέτρια των πολιτών αμαρτάνοντες. Επάινου δε και ευεργεσίας οι διαφέροντες κατορθώμασι.»

[7] οζ΄. «Χρυσός άπαντα τα ανθρώπινα στρέφει.»

 

*μετάφραση – σχόλια Ιωάννης Πλεξίδας, εκδόσεις Αρμός, 2007.

Written by nomosophia

25 Ιουλίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

ξένοι περιηγητές

leave a comment »

Ο Γάλλος διπλωμάτης, περιηγητής και ιστοριογράφος Φραγκίσκος Κάρολος Ούγγος Λωράν ντε Πουκεβίλ (1770-1838) αφιέρωσε τη ζωή του αποκλειστικά στην συγγραφή έργων για τον τόπο μας. Τα έργα του – «Ταξίδι στην Ελλάδα»[1] (1820), «Ιστορία της αναγέννησης της Ελλάδας» (1824), «Ιστορία και περιγραφή της Ελλάδας» (1835) – επικεντρώνονται, στο σύνολό τους, στην ελληνικότητα μεγάλου τμήματος της χερσονήσου του Αίμου, πολύ πέρα από τα σημερινά σύνορα του νέου Ελληνικού κράτους. Με τις συχνές αναφορές του στην αρχαιότητα, ο Πουκεβίλ επισημαίνει, εμμέσως, πλην σαφώς την ελληνικότητα της τουρκοκρατούμενης τότε γης των προγόνων μας. Το έργο του αποτέλεσε θερμή συνηγορία υπέρ του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα του λαού μας και ενίσχυσε το ρεύμα του φιλελληνισμού.

 

Από την Πριστίνα στα Σκόπια.

 

Φεύγοντας από την Πριστίνα, πέφτουμε σε μια διάσπαρτη με χριστιανικά χωριά πεδιάδα, η επιφάνεια της οποίας εκτιμάται σε τριάντα τετραγωνικέ λεύγες. Μετά από μισή ώρα, συναντάμε ένα οροπέδιο, το χωριό Ντεσγκλαβίστα και τον ποταμό Λεπέτς, που χάνεται στα βάθη του ορίζοντα. Υπολογίζεται ότι ο χριστιανικός πληθυσμός υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ψυχές. Στο τέρμα της πεδιάδας συναντάμε τον ποταμό Λεπέντς, ο οποίος πηγάζει από τα βουνά που βρίσκονται βόρεια της Σκόδρας, κοντά στην κορυφή Λούγκοτιν ή Τσιαγκαλασλάσι, που είναι ορατή από απόσταση είκοσι λευγών. Ο ποταμός αυτός χύνεται στον Βαρδάρη, και στην κοιλάδα την οποία διαβρέχει, επισημάινουμε την κωμόπολη Κάτσιανικ, έδρα των Χαϊδούτ έως το 1807, οπότε αυτοί εκδιώχθηκαν από τον Ρεσίντ, τον πασά της Καλκανδερέας, μιας πόλης που απέχει οκτώ λεύγες από εκεί. Από το Κάτσιανικ και πέρα, και για μια απόσταση μισής ώρας η κοιλάδα στενεύει, ως ένα διάτρητο βράχο μήκους σαράντα ποδιών, πλάτους δέκα, κι άλλο τόσο ύψους. Αφού διατρέξουμε αυτή τη στοά, ακολουθώντας επί δύο ώρες τον ποταμό Λέπεντς, πέφτουμε στην κοιλάδα των Σκοπίων, την οποία αυτός διασχίζει για να χυθεί στο Βαρδάρη. Πριν μπούμε στα Σκόπια, βλέπουμε πενήντα τρία τόξα από ένα μεγάλο, κτισμένο με πέτρες και τούβλα υδραγωγείο, από το οποίο διοχετεύονταν άλλοτε τα νερά του Λεπέντς σ’ αυτή την πόλη.

 

Είκοσι λεύγες δεξιότερα, προβάλλει μια οροσειρά που κατευθύνεται από βορρά προς νότο. Είναι ένα αντέρεισμα της μεγάλης οροσειράς των Άλπεων η οποία, αφού αγκαλιάσει τη Βοσνία, κατευθύνεται ανατολικά για να διαμορφώσει τα Βαλκανικά όρη, χωρίζοντας, μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, τους παραποτάμους του Δούναβη από εκείνους της μεσογείου. Πολλές δευτερεύουσες οροσειρές, ψηλότερες καμιά φορά από την κύρια, αποχωρίζονται και κατευθύνονται προς νότο. Διαγράφουν το περίγραμμα των κόλπων του Αιγαίου πελάγους, τα νησιά του οποίου θεωρούνται ότι προέρχονται από το διαμελισμό μεγάλων λωρίδων ξηράς, αποκομμένων από τα παράλια της Ελλάδας, της Μακεδονίας και της Θράκης.

 

Διασχίζοντας την Μακεδονία

 

Το Μοναστήρι, που αριθμεί δεκαπέντε χιλιάδες κατοίκους, τόσο Χριστιανούς όσο και Τούρκους και Εβραίους, διαρρέεται από έναν ποταμό ονομαζόμενο Περιστέρα, η κύρια πηγή του οποίου εντοπίζεται πάνω στο όρος Δόβλετζικ. Ανεβαίνοντας τις όχθες αυτού του παραπόταμου του Βαρδάρη προς τα βορειοδυτικά, ανακαλύπτουμε την τοποθεσία των αρχαίων Στόβων απ’ όπου πιθανόν να προήλθε και η σύγχρονη επωνυμία Βιτώλια που δίνουν στο Μοναστήρι, τη σύγχρονη πρωτεύουσα της εδώθε του Αξιού Μακεδονίας. Το σιτάρι, το καλαμπόκι και τα άλλα δημητριακά πωλούνται στην αγορά αυτής της πόλης σε πολύ χαμηλές τιμές πάντοτε, λόγω της δυσκολίας διαθέσεώς τους, από εδώ όμως εξάγονται μεγάλες ποσότητες μαλλιού, μπαμπακιού, δερμάτων αρνιών και βούβαλων ενώ γίνεται και αναπαραγωγή αλόγων, τα οποία στέλνονται με τα καραβάνια στην Ουγγαρία.

 

Ακολουθώντας το ρεύμα της Περιστέρας, που ενώνεται με τον Αξιό, συναντάμε λίγο νοτιότερα τα ερείπια της Πελαγονίας, της αποκαλούμενης από τους κατοίκους Παλαιάς Βιτώλιας. Τα τείχη της, αν και κατεστραμμένα, εξακολουθούν να υφίστανται ακόμη, και ο βαλής της Ρούμελης είχε δώσει, αντί μικρού χρηματικού ποσού, την άδεια στους Έλληνες να αφαιρέσουν από εδώ μάρμαρα για την οικοδόμηση μιας εκκλησίας.

 

Όπως ανέφερα προηγουμένως, στο μοναστήρι δεν υπήρχε βαλής της Ρούμελης, γι’ αυτό και ήδη από πολλά χρόνια τώρα κυβερνούσε ο Αλή Πασάς. Για να πούμε την αλήθεια, το γεγονός αυτό ήταν περισσότερο αποτέλεσμα των ραδιουργιών τού Αλή και λιγότερο μιας παραχώρησης εκ μέρους της Πύλης, η οποία συνέχιζε να διορίζει εδώ σερασκέρηδες in patribus (στις χώρες των απίστων). Φρονίμως ποιούντες όμως οι τελευταίοι δεν έρχονταν να εγκατασταθούν σε μια πόλη παραδομένη στους οπαδούς και τις πανουργίες του σατράπη των Γιαννίνων. Ο αρχιεπίσκοπος, που φέρει τον τίτλο του μητροπολίτη Βιτωλίας, είναι το πιο πλούσιο και πιο ισχυρό πρόσωπο μέσα στην πόλη μετά τον σερασκέρη. Εδώ οι πολυάριθμοι και φτωχοί Εβραίοι ασκούν τη θρησκεία τους σύμφωνα με όλες τις παραδόσεις, αφού κι αυτοί, όπως κι οι Τούρκοι, παντρεύονται ταυτόχρονα πολλές γυναίκες, και ζουν σ’ ένα δικό τους κόσμο γεμάτο ψευδαισθήσεις. Αν και τους έχουν παραπλανήσει πολλοί ψευτομεσσίες, αυτοί διατηρούν πάντοτε την έμμονη πεποίθηση ότι έχουν το Μεσσία μπροστά τους, όταν τύχει και συναντήσουν κάποιον ξένο που η φυσιογνωμία του τους θυμίζει τα χαρακτηριστικά του Μεσσία, όπως τους τα έχουν παραστήσει οι Ταλμουδιστές. Τότε, σαν τους Κουακέρους κι αυτοί, που περιμένουν πότε θα δουν τον Απόστολο Ιωάννη, πλησιάζουν τον ξένο με σεβασμό. Και δεν είναι λίγοι οι ραδιούργοι που έχουν καταχραστεί τη συναγωγή της Βιτωλίας.

 

 

[1] Φραγγίσκου Καρόλου Ούγγου Λαυρεντίου Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα, Μακεδονία Θεσσαλία», μετάφραση Νίκη Μολφέτα, εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα 1995

Written by nomosophia

24 Ιουλίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Αιθιοπικά

leave a comment »

Ηλιόδωρος[1]

«Αιθιοπικά ή τα περί Θεαγένην και Χαρίκλειαν»[2]

 

Η μέρα μόλις που χαμογελούσε και ο ήλιος καταύγαζε τις κορυφογραμμές, όταν κάποιοι άνδρες με ληστρικό οπλισμό ξεπρόβαλαν από τους λόφους που υψώνονται πάνω από τις εκβολές του Νείλου στο στόμιο το καλούμενο Ηρακλεωτικό. Στάθηκαν λίγο εκεί και βάλθηκαν να ψάχνουν με τα μάτια τη θάλασσα κάτω. Πρώτα άφησαν το βλέμμα τους να πλανηθεί στο πέλαγος και, καθώς κανένα πλεούμενο δεν υποσχόταν άγρα ληστρική, έριξαν τη ματιά τους στην κοντινή παραλία. Και να τί είδαν : ένα καράβι δεμένο από τα σχοινιά της πρύμνης, έρημο εντελώς και φορτωμένο ως τα μπούνια. Το πράγμα φαινόταν και από μακριά : από το βάρος του φορτίου το νερό είχε ανέβει ως το τρίτο ζωνάρι του πλοίου. Η παραλία, γεμάτη σώματα ανθρώπων που είχαν πρόσφατα σφαγιαστεί, άλλα νεκρά και άλλα μισοπεθαμένα με κάποια μέλη τους να σπαράζουν ακόμα, μαρτυρούσε ότι η μάχη μόλις είχε τελειώσει. Κι όμως δεν θα μπορούσες να πεις πως ήταν μάχη καθαρή αυτό που είχε γίνει : μαζί με τα πτώματα ήταν ανακατεμένα θλιβερά απομεινάρια από κάποιο κακότυχο φαγοπότι που είχε αυτή τη φρικτή κατάληξη. Μερικά τραπέζια ήταν ακόμα γεμάτα φαγητά κι άλλα κείτονταν καταγής πλάι στα χέρια των νεκρών που τα είχαν χρησιμοποιήσει αντί για όπλα στην απρόβλεπτη εκείνη μάχη. Άλλα σκέπαζαν σώματα ανθρώπων που είχαν νομίσει πως θα ‘βρισκαν κάτω από αυτά καταφύγιο. Έβλεπες κρατήρες αναποδογυρισμένους να κρέμονται από τα χέρια των νεκρών που είτε έπιναν είτε ετοιμάζονταν να τους χρησιμοποιήσουν αντί για πέτρες. Η αιφνίδια συμφορά τους είχε διδάξει καινούργιες χρήσεις, αναγκάζοντάς τους να χρησιμοποιούν τα ποτήρια για βέλη. Άλλος κειτόταν πληγωμένος από τσεκούρι, άλλος χτυπημένος με αιχμηρό χαλίκι από την ίδια εκείνη παραλία, άλλος είχε τα μέλη τσακισμένα από δοκάρι, άλλος ήταν πυρπολημένος με δαυλό, άλλος αλλιώς θανατωμένος, και οι περισσότεροι είχαν χτυπηθεί με βέλη από τοξότες. Σε τόπο μικρό, μύρια όσα είχε σκηνοθετήσει η τύχη : με αίμα είχε μολύνει το κρασί, το γλέντι είχε αναμείξει με τη μάχη, το φονικό με το πιοτό, τις σπονδές με τις σφαγές – να ποιο ήταν το δράμα που παρουσίαζε στους Αιγύπτιους ληστές. Κι εκείνοι, καθισμένοι στην πλαγιά σαν θεατές σε θέατρο, έβλεπαν τη σκηνή και δεν μπορούσαν να την καταλάβουν : οι νικημένοι ήταν μπροστά στα μάτια τους και πουθενά δεν έβλεπαν τους νικητές. Η νίκη φαινόταν λαμπρή, τα λάφυρα όμως ασκύλευτα. Το πλοίο, μόνο κι έρημο κι όμως απείραχτο σαν να το φύλαγαν πλήθος φρουροί, σαν σε ειρήνη να λικνίζεται στο κύμα. Όση όμως κι αν ήταν η απορία τους για το συμβάν, το κέρδος τους τραβούσε και η λεία. Και σαν να ήταν αυτοί που κέρδισαν τη νίκη, όρμησαν.

 

Ήδη πλησίαζαν το πλοίο και τα πτώματα, όταν είδαν ένα θέαμα ακόμα πιο παράξενο. Μια κόρη καθόταν πάνω σ’ ένα βράχο, όμορφη τόσο που θα την έλεγες θεά, βαθιά πονεμένη για το κακό κι όμως μ’ έναν αέρα ευγένειας και περηφάνιας. Φορούσε δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι και είχε στον ώμο κρεμασμένη μια φαρέτρα. Το αριστερό της μπράτσο ακουμπούσε στο τόξο, ενώ το χέρι της κρεμόταν χαλαρό. Με τον αγκώνα του άλλου του χεριού ακουμπισμένο στον δεξιό μηρό της και με το πρόσωπο αφημένο στην παλάμη, πότε έσκυβε να κοιτάξει ένα νέο που κειτόταν μπροστά της και πότε σήκωνε το κεφάλι για να κοιτάξει ολόγυρα. Ο δε νέος φαινόταν μεν σοβαρά τραυματισμένος και σαν μόλις να συνερχόταν από τον βαθύ ύπνο τού παρ’ ολίγον θανάτου του, αλλ’ ακόμα κι έτσι άνθιζε η αρρενωπή ομορφιά του και το πορφυρό αίμα που κυλούσε ποτάμι στα μάγουλά του έκανε να λάμπει ακόμα περισσότερο η λευκότητα του προσώπου του. Ο πόνος βάραινε τα βλέφαρά του, αλλά η όψη της κόρης τον έκανε να σηκώνει το βλέμμα σ’ αυτήν και το μόνο που ανάγκαζε τα μάτια του να βλέπουν ήταν ότι έβλεπαν εκείνην. Καθώς σιγά, σιγά ξαναρχόταν στη ζωή, στέναζε βαθιά και ψιθύρισε αδύναμα λέγοντας «Γλυκιά μου, στ’ αλήθεια έχεις σωθεί ή μήπως, θύμα του πολέμου κι εσύ, δεν στέργεις ούτε και νεκρή να αποσπαστείς από μένα και η ψυχή σου σαν φάντασμα με ακολουθεί στη δυστυχία μου ;» Και η κόρη «Από σένα», είπε, «εξαρτάται η σωτηρία μου και ο χαμός μου. Το βλέπεις αυτό ;» και δείχνοντας ένα ξίφος πάνω στα γόνατά της, «ως τώρα», είπε, «έμεινε αργό γιατί η αναπνοή σου το συγκρατούσε». Και με τα λόγια αυτά εκείνη μεν τινάχτηκε από το βράχο, οι δε ληστές που στέκονταν στο λόφο, σαν να τους χτύπησε στη θέα της κεραυνός, έτρεξαν θαμπωμένοι και περίτρομοι να κρυφτούν άλλος κάτω από άλλο θάμνο. Πιο μεγάλη ακόμα και πιο θεϊκή φάνταζε τώρα όρθια, καθώς τα βέλη βρόντησαν στην ξαφνική κίνησή της, το χρυσοΰφαντο φόρεμά της άστραφτε στον ήλιο και τα μαλλιά της, λυτά κάτω από το βακχικό στεφάνι, κατρακυλούσαν ως τη μέση της σχεδόν. Μα περισσότερο απ’ όσα έβλεπαν τους τρόμαζε η άγνοια για όσα γίνονταν. Άλλοι απ’ αυτούς νόμιζαν πως είναι κάποια θεά, η Άρτεμη ή η εντόπια Ίσις, άλλοι την περνούσαν για ιέρεια που είχε καταληφθεί από θεϊκή μανία και είχε διαπράξει όλο εκείνο το φονικό. Αυτά έβαζαν με το νου τους, αλλά δεν γνώριζαν ακόμα την αλήθεια. …

______________________

 

*εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1997

________________________

[1] «Όμηρος, Βιργίλιος και Ηλιόδωρος – οι τρεις μεγάλοι επικοί ποιητές της αρχαιότητας …» Μόνο κατάπληξη θα προκαλούσε σήμερα μια τέτοια αξιολόγηση : Τί ζητά αυτός ο Ηλιόδωρος (3ος μ.Χ. αιώνας) στη χορεία των μεγάλων κλασικών ; Στον κόσμο της Αναγέννησης όμως, παρόμοιες αξιολογήσεις δεν προκαλούσαν την παραμικρή αντίδραση : Ο Ηλιόδωρος συγκραφέας του ογκώδους μυθιστορήματος που φέρει τον τίτλο Αιθιοπικά, ήταν τότε πολύ της μόδας. Ο Αλόνσο Λοπέζ Πινθιάνο, κορυφαίος θεωρητικός της λογοτεχνίας κατά τον ισπανικό χρυσό αιώνα, υποστηρίζει με παθος ότι ο Ηλιόδωρος έχει δικαιωματικά μια θέση δίπλα στον Όμηρο και τον Βιργίλιο. Και στο έργο του Philosophia Antiqua Poetica (1596), αποδεικνύει ότι ο Ηλιόδωρος πληροί, μία προς μία, τις προϋποθέσεις που έθεσε ο Αριστοτέλης για το έπος και την τραγωδία.

Απόσπασμα από την Εισαγωγή του Γιώργη Γιατρομανωλάκη

[2] Το τελευταίο «σοφιστικό» [Τα Ποιμενικά του Λόγγου, Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα του Τάτιου και τα Αιθιοπικά αποκαλούνται «σοφιστικά» μυθιστορήματα επειδή φαίνεται να επηρεάζονται σαφέστερα από τη «Δεύτερη Σοφοστική», δηλαδή από τη γνωστή κίνηση της Αυτοκρατορικής Εποχής], κατά τα φαινόμενα, και οπωσδήποτε το εκτενέστερο και περισσότερο σύνθετο Αρχαίο Ελληνικό Μυθιστόρημα [τα πρώτα, αβέβαια «πρωτο-μυθιστορήματα» αρχίζουν να εμφανίζονται προς το τέλος της ελληνιστικής περιόδου].

Written by nomosophia

23 Ιουλίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Λογοτεχνία

leave a comment »

 

Οι γοργόνες[1]

 

Είτανε τρεις αδερφάδες. Πιπίνα τη λέγανε τη μεγάλη. Είχανε κάποτε τα ονόματά τους κ’ οι άλλες δυο. Στα νιάτα τους. Τότες που τραγουδούσανε μαζί με τ’ άλλα κορίτσια στις κούνιες και πηδούσανε τις φωτιές τα’ αγιού Γιαννιού, λυγερές σα ζαρκάδες. Η Ακιντύνα και η Βιόλα. Κατόπι, με τον καιρό, αποξεχαστήκανε τα δικά τους, και τώρα πια όλος ο κόσμος τις ήξερε και τις τρεις Πιπίνες, με της μεγάλης τ’ όνομα.

 

Ξεχάστηκε και το οικογενειακό τους.

 

Παλιός κόσμος πέρασε κ’ έσβησε. Καινούργιος ντουνιάς ανεστήθηκε και βασιλεύει. Σα δεν είναι κιόλας κανέ σερνικό να το θεμελιώσει, τ’ όνομα της φαμίλιας έτσι σβήνει μέσα στη λησμονιά. Το θυμότανε μονάχα εκεί γύρω στη γειτονιά οι γιαγιάδες, οι συνομήλικές τους. Και το ξαναλέγανε στις κοπέλες και στ’ αγγόνια, σαν το ‘φερνε η κουβέντα και λάχαινε να νιστορήσουνε καμιά φορά παλαιϊκά θυμητικά. Παλιού ουρανού χαλάσματα.

 

Το σόι των Γιανναράδων. Παπαδόσογο τρανό, μη βλέπεις τώρα, μ’ ένα δεσπότη μέσα στους παπούδες. Μη βλέπεις που ξεκλήρισαν κατόπι. Τα τρία κορίτσια ορφανέψανε, ξεπουλήσανε σιγά – σιγά όλο το έχει τους, ώσπου απομείνανε επί ξύλου κρεμάμενα, τρία ξερά κορμιά μέσα σ’ αυτό το σπίτι.

 

Ο πατέρας τους τόρριξε θαμέλια ανήμερα που γεννήθηκε η μεγάλη. Η Πιπίνα, η πρωτογέννητη με τα πολλά κανάκια. Άρχισε και χτιζότανε και τελειωμό δεν είχε. Δεν είτανε δα και καμιά βια να τελειώσει. Η γιαγιά της, η μητέρα του Γιανναρά, που όλοι πια ξεχάσανε πόσο χρονώ είτανε, δόντιασε για δεύτερη φορά και πέρασε τα στερνά της μέσα στα ξαναμωράματα. Αυτή λοιπόν, μέσα στο παραμιλητό της, είπε και μια κουβέντα με νόημα, λίγες μέρες πριν πεθάνει. Σηκώθηκε πάνω στο στρώμα της ανεκούρκουδη κ’ είπε :

 

– Το νου σας, κόρες, σ’ αυτό το σπίτι. Το νου σας, λέγω. Το κλειδί και τα μάτια σας. Ο ξένος και τα μάτια σας. Χρυσός θάνει και καλοψουνιστής. Ο πρώτος που θα τ’ ανοίξει να ‘μπει θα ‘ναι. Η τύχη της Πιπίνας θα ‘ναι, λέγω. Της Πιπίνας της χαϊδεμένης. Της Πιπίνας της μοσχαναθρεμένης. Νύχτα θα ‘ρτει, λέγω, να χτυπήσει τον κρίκελλα. Το νου σας, κόρες, ν’ ακούσετε…

 

Ο λόγος δέθηκε ακατέλυτος χρησμός πάνω από τις τρεις γυναίκες. Η Πιπίνα μεγάλωνε, το σπίτι είτανε τελειωμένο, μόνο τ’ απάνω πάτωμα απόμεινε άχριστο. Επιταυτού τ’ αφήσανε. Θα το χρίζανε πια κι αυτό σα θα ‘μπαινε ο ξένος, ο χρυσοπόδης, ο νοικοκύρης κι ο καλοψουνιστής. Η τύχη της Πιπίνας της χαϊδεμένης.

 

Όσο είτανε κοπελίτσα πολλοί τη γύρεψαν. Είχανε και το δικό τους, βλέπεις, σαν πέθαναν οι γέροι. Όμως η Πιπίνα διάλεγε, διάλεγε, κ’ οι άλλες δεν παραπονιόντανε που το πράγμα τραβούσε σε μάκρος. Και μέσα στο σπίτι δεν πάτησε πόδι σερνικό. Κάθε μπόδιο σε καλό. Δε θέλανε κιόλας να ξεπέσουνε το σόι των Χατζή – Γιανναράδων σε παρακατινό κανέναν. Κ’ η παντρειά της χαϊδεμένης θα έιχε να κάνει ύστερα και για την αποκατάσταση των άλλω δύο. Έτσι περνούσανε τα χρόνια και διαβαίνανε. Ερχόταν η άνοιξη κι ανθίζανε τα κλαδιά της ακακίας έξω στην αυλή. Ερχόταν ο χειμώνας και μαδούσανε. Κ’ η Πιπίνα όλο ν’ απαντέχει τον ξένο κάθε βράδυ. Μια νύχτα δεν είταν που θαρχότανε ; Αμ’ πώς θα γενότανε ; Πώς θα γενότανε ; Ψυχή μου, θ’ ακουγότανε τα στέρεα πατήματά του στ’ αδειανό σοκάκι, που φέγγει το φανάρι της δημαρχίας. Θα ‘ρχότανε να χτυπήσει τον κρίκελλα, της πόρτας το χτυπητήρι. Να στρίψει κείνη από μέσα το κλειδί, να βάλει κείνος το δεξί του το πόδι, το χρυσό του το πόδι μέσα στο σπίτι, αφέντης και νοικοκύρης. Να την πάρει βασίλισσά του και σκλάβα του, να παιδώσει μαζί του, να γιομίσουν οι σκάλες κ’ αγκαλιές μωρά με χρυσά μαλλιά, με σγουρά μαλλιά.

 

Αμ’ πώς θά ‘τανε, μαθές, ο ξένος ; Ψηλός θάτανε, ψυχή μου, λιγνός θα ‘τανε, μαυρομούστακος και καμαροφρύδης. Λεβέντης και γλυκομάτης θα ‘τανε, μέλι θα ‘ σταζε τ’ αχειλάκι του κ’ ένα κομμάτι μάλαμα η καρδιά του.

 

Κι όλο αφουγκραζότανε τις νύχτες από το κρεβάτι της, εκεί κοντά στο παράθυρο της αυλής. Άνοιγε τα μάτια κ’ έβλεπε άξω, ψηλά, τον κεντημένο ουρανό με τ’ άστρα του, να της γνέφουν ανάμεσα από τ’ άσπρο σύννεφο της ανθισμένης ακακίας. Περνούσαν απ’ έξω οι διαβάτες ανάρια – ανάρια. Άλλοι βιαστικοί, άλλοι με το τέμπο τους. Λογής – λογής πατήματα. Άλλα χορευτικά και άλλα κουρασμένα. Βιαστικά, συλλογισμένα, ανήμπορα ή χαρούμενα, που τρέχανε να προφτάσουν το ξεφάντωμα. Κοντεύανε, προσπερνούσανε την πόρτα, και πάλι αλαργέβανε σιγά – σιγά και σβηούντανε στα μάκρη του σοκακιού. Η μυρουδιά από την ακακία γιόμιζε την ανοιξιάτική νύχτα, γιόμιζε και το σπίτι, παχιά και μεθυστικά. Γλυκιά μυρουδιά, που την ένιωθε ως και στη γλώσσα κι αναστέναζε. Ύστερα μαδούσανε τα λουλούδια της ακακίας, χειμώνας ερχότανε, χιόνια γιόμιζε το σοκάκι. Και πάλι τα πατήμετα όλο κι ακουγόντανε στα κούφια. Όλο και προσπερνούσανε, και κείνη όλο κι αφουγκραζότανε, ν’ ακούσει τα βήματα που θα κοντοσταθούνε στην πόρτα της, που θα σταματήσουνε στην πόρτα της, ν’ ακούσει τον κρίκελλα να βροντήξει, ν’ αντιβουΐξει η αυλή, ν’ αντιβουΐξει κι η καρδούλα της, να πεταχτεί να φωνάξει «τώρα !», να κατέβει τέσσερα – τέσσερα τα σκαλιά ν’ ανοίξει. Αφουγκραζότανε με γλυκιά τρομάρα.

 

Ήρθε μια τέτοια νύχτα. Τρομαχτική και άγρια. Ήρθε ν’ ανοίξει την πόρτα του σπιτιού των τριών κοριτσιών, που δε δρασκέλισε σερνικό πόδι το κατώφλι της. Ήρθε να κλείσει για πάντα την πόρτα της προφητείας. Είτανε μια νύχτα που ξεμπαρκάρανε απ’ αντίκρυ, λεφούσι άγριο, οι διωχμένοι πρόσφυγες. Λεροί, ψωριάριδες, ματωμένοι. Κάτι γυναίκες κοκκαλιάρες, με μεγάλα μάτια, άγρια, γεμάτα από την κόλαση της σφαγής και του βιασμού. Μέσα στη νύχτα χτύπησε η πόρτα, βρόντηξε ο κρίκελλας της προφητείας. Το χτυπητήρι βάρεσε πάνω σε τρεις καρδιές. Ανοίξανε. Ένας άνθρωπος από τη Νομαρχία είτανε. Ένας χωροφύλακας μαζί του. Ανοίξανε με το ζόρι το σπίτι του χρησμού. Στυλώσανε διάπλατα τα φύλλα της πόρτας, και πλάνταξαν πάνω στο ντουβάρι. Σπρώξανε μέσα ένα πλήθος αγριεμένους ανθρώπους. Γιόμισε το κάτω πάτωμα. Τους είχανε μέσα έξη μήνες ολάκερους. Έξη τυραγνισμένους μήνες.

 

Κατόπι αράδα πλακώσανε τα δύσεχτα χρόνια. Όλοι οι δικοί κ’ οι συγγενείς που κρατούσανε με τόκο τα μετρητά των αδρφάδων – λίρες χρυσές είτανε – τα ξεπλερώσανε με μια χούφτα χαρτιά. Πετάξανε κι αυτά ένα-ένα – χαρτιά είτανε και τα πήρε ο άνεμος – και καταπόδι πλάκωσε η φτώχεια. Η μαύρη φτώχεια και τα κακά γεράματα.

 

Οι τρεις αδερφές αποζαρώσανε γεροντοκόρες. Γερνούσανε και δεν το καταλαβαίνανε. Το σπίτι έμενε ακόμα ατελείωτο, άχριστο τ’ απάνω πάτωμα, όπως όταν ανεβοκαταιβένανε τις σκάλες λαφροπόδαρες κοπελούδες, όπως όταν κρεμάζανε την κούνια στην ακακία της αυλής, και τα σκοινιά μαδούσανε πάνω στα μαλλιά τους τ’ ασπρα λουλούδια. Τα χρόνια ας περίμεναν αραδιασμένα απ’ έξω από την οξώπορτα τη μανταλωμένη. Δεν του ανοίγανε του Καιρού. Μόνο η φτώχεια έδωσε μια κλωτσιά, άνοιξε και πέρασε μέσα. Η πείνα πέτρες κατελεί και κάστρα παραδίνει. Τα πουλούσανε σιγά – σιγά, ένα – ένα, όλα τα παλιά, όλα τ’ αγαπημένα πράγματα. Τα μαλαματικά, τ’ ασημένια κουταλάκια, τα ζάρφια, τους ασημένιους χοκάδες του γλυκού, τα γιουσουρένια κομπολόγια, τ’ αγιοταφίτικο καντήλι, όλα τα συντέφια. Σήμερα τούτο, αύριο κείνο. Τα πιο ακριβά, τα πιο αγαπημένα πίσω – πίσω. Και δεν βαρυγνωμούσε καμιά πάνω στην άλλη. Κάλλιο έτσι, παρά να ξεπέσει του Χατζη – Γιανναρά το σόι σε παρακατιανά χέρια. Μοιραστήκανε τη ζωή, τη φτώχεια τους, σε τρία αδερφικά ψυχομέρια.

 

Συναμεταξύ τους κραζόντανε μ’ ένα δικό τους τρόπο. Λέγανε «η Πιπίνα μας» σα μιλούσανε για τη μεγάλη. Σα θέλανε να πούνε για τη δεύτερη λέγανε «η άλλη». Και για την Τρίτη λέγανε «η μικρή». Όπως όταν είταν κοπελίτσες. Λέγανε : Πού βγήκε η μικρή ; Απάνου είναι η μικρή ; Και μιλούσανε για τη γρηά Βιόλα, που είτανε πια εξηνταπέντε χρονώ.

 

Στη γειτονιά δεν τις αγαπούσε κανένας, κι αυτές ποτές δεν το προσέξανε μέσα στην ψωροπερηφάνια τους. Δεν άλλαζαν κιόλας κουβέντα με κανέναν. Με ποιόν να μιλήσουνε και τί να πούνε ! Άλλος κόσμος, άλλα λόγια, άλλα νοήματα. Κι ο κόσμος τις έλεγε και τις τρεις με τ’ όνομά της μεγάλης. «Οι Πιπίνες». Όχι μονάχα γιατί τα ονόματά τους τ’ αχρείαστα αποξεχάστηκαν στη θύμηση των ανθρώπων, μακι ακόμα για ένα λόγο.

 

Σαν ξεπούλησα όλα τους τα προικιά και τα πατρογονικά χρυσαφικά, κράτησαν μόνο τρία χοντρά συναξάρια της Βενετιάς – ο Μέγας Συναξαριστής – και μια φορεσιά ολομέταξη, μενεξελιά. Καλό, ακατέλυτο ρούχι της μάνας τους, που την έφερε από την Προύσσα ο πατέρας, τον καλό καιρό. Αυτή τη ντυσιά, μαζί μ’ ένα καπελλάκι γυαλιστερό, μαύρο, μ’ ένα κοκκαλένιο λουλούδι μπροστά, κ’ ένα ζευγάρι παπούτσια λουστρίνια. Τα φυλάξανε για γιορτιάτικα. Τά ‘βαζαν με την αράδα και βγαίνανε τις καλές μέρες. Τα φορούσαν η κάθε μια τους με τη σειρά, την ΚεΚριακή και τη σκόλη, σαν πηγαίνενε στο σπερνό ή να λειτουργηθούνε. Κείνη που πήγαινε, έφερνε και στις άλλες τ’ αντίδωρο, δεμένο στην άκρη του μαντηλιού. Και κείνες περιμένανε χωρίς να βάλουνε μπουκιά στο στόμα. Πέρνανε τ’ αντίδωρο, το σταυρώνανε, το τρώγανε, κ’ ύστερα πίνανε όλες μαζί τον καφέ, δολωμένον με πολύ κριθάρι.

 

 

[1] Από «Το Πράσινο Βιβλίο» του Στράτη Μυριβήλη.

Written by nomosophia

22 Ιουλίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Οικονομία – Πολιτική

leave a comment »

Ν. Σβορώνος

Οι συνέπειες της οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων της βαλκανικής χερσονήσου στον 18ο αιώνα[1].

 

Η Θεσσαλονίκη, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, έγινε μια από τις πρώτες (εμπορικές) σκάλες της Ανατολής. … Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι το εμπόριο των άλλων εθνών, και κυρίως το εμπόριο διά ξηράς με την Ρωσία, της Αυστριακή Αυτοκρατορία και την Γερμανία, ήταν στην Θεσσαλονίκη πολύ πιο ζωηρό από τις άλλες σκάλες της Ανατολής και ξεπερνούσε, κυρίως ύστερα από την Γαλλική Επανάσταση, το εμπόριο των Γάλλων, θα καταλάβουμε την οικονομική σημασία της Θεσσαλονίκης στο εμπόριο της Ανατολής.

 

Η σημασία αυτή αυξήθηκε περισσότερο στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, όταν, εξαιτίας του ηπειρωτικού αποκλεισμού, η Θεσσαλονίκη έγινε το μόνο διαμετακομιστικό κέντρο από το οποίο οι Άγγλοι ασκούσαν το εμπόριό τους με την Κεντρική Ευρώπη, την Γερμανία και τον Βορρά.

 

Με λίγα λόγια, η Θεσσαλονίκη, της οποίας το εμπόριο εκτεινόταν σ’ όλα τα Βαλκάνια προς Βορράν, σ’ όλη την κυρίως Ελλάδα ως την Πελοπόννησο και τα νησιά, στην Αίγυπτο, στην Συρία, στην Μ. Ασία, στην Ρωσία, στην Αυστρία, στην Ιταλία, στην Γερμανία και στην Γαλλία, μπορεί να θεωρηθεί δικαίως σαν εμπορική πρωτεύουσα όλων των Βαλκανίων. …

 

Διατρέχοντας τις προξενικές εκθέσεις της Θεσσαλονίκης, ύστερα από το 1792, βλέπει κανείς πως μέρα με την ημέρα το εμπόριο της Θεσσαλονίκης περνάει στα χέρια των Ελλήνων, που καταλήγουν να είναι οι μόνοι μεγαλέμποροι στην χώρα και να διενεργούν ακόμα και το εμπόριο της Μασσαλίας. Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των Ελλήνων[2] στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι Έλληνες έμποροι που διενεργούσαν το εξωτερικό εμπόριο ανεξαρτητοποιήθηκαν από την «προστασία» των ξένων δυνάμεων και απόσπασαν μάλιστα από την Πύλη τα ίδια προνόμια, εγγυημένα με βεράτια, όπως και οι δυτικοευρωπαίοι έμποροι, και σχημάτισαν ένα είδος εμπορικού επιμελητηρίου στην Κωνσταντινούπολη, αξίζει να μελετηθεί χωριστά. Τα έγγραφα των αρχείων της Γαλλίας, ιδιαίτερα τα υπομνήματα που αφορούν στην επαναφορά του δικαιώματος των 20% πάνω στο εξωτερικό εμπόριο της Μασσαλίας, και ιδιαίτερα τα ανέκδοτα υπομνήματα του Μπωζούρ, που αφορούν στην επιθεώρησή του των γαλλικών καταστημάτων της Ανατολής ανάμεσα στα 1817 και 1818, καθώς και τα τουρκικά αρχεία που αρχίζουν έστω και σποραδικά να δημοσιεύονται μας παρέχουν πλουσιότατο υλικό. Στο τέλος του 18ουαιώνα και στις αρχές του 19ου οι Έλληνες υποκατάστησαν του Γάλλους στην Θεσσαλονίκη. Ο μεγαλύτερος εμπορικός οίκος της Θεσσαλονίκης, καθώς και ολόκληρης της Μακεδονίας, ήταν ο οίκος Καφταντζόγλου. Κατά τη διάρκεια του ηπειρωτικού αποκλεισμού οι Έλληνες διενεργούν το μεγαλύτερο μέρος του αγγλικού εμπορίου. Το 1812, ο πρόξενος της Θεσσαλονίκης Φούκαρντ γράφει σχετικά με το ελληνικό εμπόριο της Θεσσαλονίκης τα ακόλουθα :

 

«Γενικά, τα ελληνικά σπίτια συμμετείχαν πολύ ενεργητικά στο εμπόριο των αποικιακών. Δεν αναφέρω παρά τα κυριότερα απ’ αυτά : … Οι Έλληνες έχουν πιο πολλές υποθέσεις για λογαριασμό τους, παρά με προμήθεια. Οι Έλληνες είναι οι πιο δραστήριοι παράγοντες αυτού του εμπορίου και οι μεγαλύτεροί μας εχθροί, συνδεδεμένοι με τα αγγλικά και τα γερμανικά σπίτια, που έχουν συμφέροντα στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες, απωθούν και εξευτελίζουν τα βιομηχανικά μας προϊόντα. Η επίδρασή τους απ’ αυτήν την άποψη μάς είναι θανάσιμη. Πλεονέχτες και ζηλότυποι, πιο πλούσιοι από τους δικούς μας εμπόρους, τους πάιρνουν απ’ τα χέρια το εμπόριο των βαμβακιών της Ανατολής που περνάει απ’ τον δρόμο της Κοστανίτσας …».

 

Πολύ χαρακτηριστική είναι, ακόμα, απ’ αυτήν την άποψη η έκθεση του άλλοτε προξένου της Θεσσαλονίκης και επιθεωρητού του εμπορίου Μπωζούρ (1818).

 

«Οι Γάλλοι έμποροι – γράφει – δεν μπορούν πλέον να ισχυριστούν ότι διατηρούν έστω και ένα φαινομενικό συναγωνισμό με τα καινούρια σπίτια της χώρας της οποίας, κατά τη διάρκεια των πολιτικών μας αναστατώσεων, αφυπνίσαμε την οικονομική δραστηριότητα σε βάρος μας. Όλες τους οι προσπάθειες σήμερα τείνουν κυρίως στο να μας εμποδίσουν ν’ αναλάβουμε από τις απώλειές μας. Ένα από τα ελληνικά σπίτια αυτής της πόλης, ο οίκος του κυρίου Νάνου Καφταντζόγλου, κατευθύνεται ανοιχτά προς αυτόν τον σκοπό και για να τον πετύχει δεν φαίνεται να φοβάται κανενός είδους θυσία. Αυτός ο οίκος μόνος του φορτώνει και στέλνει στην Μασσαλία όλα τα γαλλικά καράβια που προορίζονται γι’ αυτό το λιμάνι. Ικανοποιημένοι από την οικονομία στα έξοδα προμήθειας και από την συνεργασία μ’ έναν οίκο τόσο επιχειρηματικό και με μεγάλες εξαγωγικές δυνατότητες, οι έμποροί μας και οι καπετανέοι μας εγκαταλείπουν σιγά-σιγά και συνηθίζουν να ξεχνούν τους δικούς μας εμπορευόμενους που είναι εγκατεστημένοι στον τόπο (Θεσσαλονίκη), οι οποίοι με την σειρά τους κατηγορούν το κράτος για την εγκατάλειψη και την αδυναμία, όπου μας έφεραν οι διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στα λιμάνια μας στο ξένο εμπόριο και ξαναζητούν μ’ όλη τους την δύναμη τα παλιά προστατευτικά μέτρα σαν πηγή της περασμένης τους ευημερίας και σαν τελευταία ελπίδα στο σημερινό ναυάγιο».

 

Ύστερα από την Γαλλική Επανάσταση, … μπορούμε να ισχυριστούμε σχεδόν με βεβαιότητα ότι οι Έλληνες είχαν στα χέρια τους περισσότερα από τα τρία τέταρτα του εμπορίου της Ανατολής. Δηλαδή, από εννέα εκατομμύρια πιάστρα, που ισοδυναμούν με δύο εκατομμύρια τσεκίνια βενετικά περίπου, που αντιπροσωπεύουν σ’ αυτήν την εποχή το εμπόριο της Θεσσαλονίκης, τα έξι εκατομμύρια πιάστρα περίπου ανήκουν στους Έλληνες. Το κέρδος απ’ αυτό το εμπόριο μπορεί να υπολογιστεί απάνω κάτω σε περισσότερο από δέκα εκατομμύρια πιάστρα, δηλαδή, δέκα εκατομμύρια γαλλικά φράγκα της εποχής που ισοδυναμούν με είκοσι πέντε εκατομμύρια χρυσά γαλλικά φράγκα (1913).

 

Οι συνέπειες αυτής της προόδου των Ελλήνων υπήρξαν αποφασιστικές για τους βαλκανικούς λαούς, … Οι ελληνικοί πληθυσμοί από αιώνες ήταν διασκορπισμένοι σε συνοικισμούς λιγότερο ή περισσότερο πολυάριθμους, έξω από τα σύνορα του σημερινού ελληνικού κράτους, σ’ όλη την Βαλκανική Χερσόνησο. Ενισχυμένοι από τις καινούριες εμπορικές παροικίες που δημιούργησε η επέκταση του εμπορίου στην Ουγγαρία, στην νότια Ρωσία και ιδιαίτερα στην Μολδαβία και την Βλαχία, έδιναν στο ελληνικό έθνος την όψη ενός λαού εγκατεστημένου ανάμεσα σ’ άλλους λαούς. Μια σειρά σχεδόν συνεχής από νησίδες ελληνικές περιτριγυρισμένες από αυτόχθονες πληθυσμούς ξεκινούσε από την Μακεδονία, την Θράκη, την Ήπειρο και επεκτεινόταν ως το Δούναβη, στην Ουγγαρία και στις βαλκανικές όχθες της Μαύρης Θάλασσας. Αυτοί οι Έλληνες, εγκατεστημένοι στις πόλεις, εμπορικά κέντρα, αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο την αστική τάξη των Βαλκανίων. Έχοντας στα χέρια τους το εσωτερικό εμπόριο όλων αυτών των χωρών παρέσυραν στην οικονομική τους ανάπτυξη τους βαλκανικούς λαούς και συνετέλεσαν στον σχηματισμό μιας αυτόχθονης εμπορικής τάξης, που στην αρχή εξαρτιόταν απ’ τους Έλληνες, αλλά που σιγά-σιγά έγινε ανεξάρτητη και παρουσιάστηκε σαν φορέας μιας ολοένα και περισσότερο καθαρής εθνικής συνείδησης. Η συνείδηση αυτή, με τη σειρά της ενίσχυε κι έκανε συνειδητές τις προσπάθειες που έκαναν αυτοί οι λαοί για ν’ αποσείσουν τον οθωμανικό ζυγό, ενώ πριν, όπως συνέβη και με τους ίδιους τους Έλληνες, οι προσπάθειες αυτές προκαλούνταν απ’ τις ξένες επεμβάσεις. Μ’ άλλα λόγια, οι Έλληνες έπαιξαν στις βαλκανικές χώρες τον ίδιο ρόλο που οι δυτικοευρωπαίοι έμποροι, οι εγκατεστημένοι στην οθωμανική Αυτοκρατορία, είχαν παίξει γι’ αυτούς τους ίδιους : εκπαιδευμένοι από τους «Φράγκους», εκπαίδευσαν με την σειρά τους τούς βαλκανικούς λαούς, επωφελούμενοι από τα πλούτη των χωρών αυτών. Κατά συνέπεια, είναι φυσικό το ότι η οικονομική ανάπτυξη της Βουλγαρίας λ.χ., άρχισε απ’ τη Φιλιππούπολη, πόλη κατοικημένη αυτήν την εποχή σε μεγάλη πλειονότητα από Έλληνες, το ότι η Μοσχόπολη, το μοναστήρι, πόλεις το ίδιο ελληνικές ή εξελληνισμένες στην μεγάλη τους πλειονότητα, το Δυρράχιο, το Σπαλάτο, το Σεράγεβο, η Ραγούζα, πόλεις γιουγκοσλαβικές ή αλβανικές όπου κατοικούσαν πολλοί Έλληνες έμποροι, υπήρξαν τα πρώτα οικονομικά κέντρα των περιοχών αυτών.

 

Οι οικονομικοί δεσμοί που οι Έλληνες δημιούργησαν με τους λαούς της Ευρώπης είχαν σαν συνέπεια γόνιμες πνευματικές ανταλλαγές. Οι καινούριες ιδέες έβρισκαν στην Ελλάδα και διά μέσου των Ελλήνων στα Βαλκάνια, που είχαν ήδη αποκτήσει μια οικονομία σχετικά αναπτυγμένη, μια καινούρια βάση κι ένα κλίμα ευνοϊκό. … οι ιδέες αυτές, βγαλμένες απ’ τον πολιτισμός της κλασικής Ελλάδας, έβρισκαν στην παράδοση του ελληνικού λαού τον καταλύτη που διευκόλυνε την αφομοίωσή τους. Έτσι οι Έλληνες, στοιχείο διαβαλκανικό, έγιναν οι ενδιάμεσοι του εξευρωπαϊσμού των βαλκανικών λαών …

 

Οι Έλληνες ασκώντας το διαβαλκανικό τους εμπόριο, με πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη, δημιούργησαν την οικονομική ενότητα των Βαλκανίων. Αυτή η οικονομική ενότητα, που την διευκόλυνε και την ενίσχυε συγχρόνως ο βυζαντινός πολιτισμός, που η Ορθόδοξη εκκλησία είχε διατηρήσει και διασώσει, ανάπτυξε, παράλληλα με την εθνική συνείδηση, μια κοινή συνείδηση που μπορεί να ονομαστεί βαλκανική.

_________________________

 

[1] Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας (18ος – 20ος αιώνας), εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1991.

[2] Μόνο οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι, αλλά οι τελευταίοι αυτοί μόνο στην Μ. Ασία, μπόρεσαν να συναγωνιστούν, κατά τρόπο υπολογίσιμο, τους Έλληνες.

Written by nomosophia

21 Ιουλίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Οικονομία

Πελοποννησιακός πόλεμος

leave a comment »

Αντίσταση στις «φωνές»

Θουκυδίδου, Ιστορίας Δ΄[1]

 

Όταν ο Βρασίδας έφτασε στην Θράκη και οι Αθηναίοι το πληροφορήθηκαν, αποφάσισαν ότι ήσαν σε εμπόλεμη κατάσταση με τον Περδίκκα γιατί θεώρησαν ότι αυτός είχε προκαλέσει την εκστρατεία αυτή και άρχισαν ν’ ασκούν αυστηρότερη επιτήρηση επάνω στους συμμάχους τους της περιοχής.

 

Ο Περδίκκας, παίρνοντας και τον Βρασίδα με τον δικό του στρατό, ξεκίνησε εναντίον του Αρραβαίου του Βρομερού, βασιλιά των Λυγκηστών Μακεδόνων, οι οποίοι ήσαν γείτονές του. Είχε διαφορές μαζί του και ήθελε να τον υποχρεώση σε υποταγή. Όταν, όμως, έφτασε με το στρατό του και με τον Βρασίδα στα σύνορα της Λύγκου, ο Βρασίδας του είπε ότι, προτού αρχίσουν οι εχθροπραξίες, επιθυμούσε να διαπραγματευτή με τον Αρραβαίο για να τον κάνη – αν μπορούσε – σύμμαχο των Λακεδαιμονίων. Και ο Αρραβαίος είχε στειλει κήρυκα, έτοιμος ν’ αναθέση στον Βρασίδα την διαιτησία της διαφοράς του με τον Περδίκκα. Αλλά και οι αντιπρόσωποι των Χαλκιδέων, που βρίσκονταν εκεί, συμβούλευαν τον Βράσιδα να μην απαλλάξη τον περδίκκα απ’ όλες του τις δυσκολίες και τούτο για να έχη μεγαλύτερο ζήλο να τους βοηθή στα ζητήματά τους. Άλλωστε, οι πρέσβεις του Περδίκκα που είχαν πάει στην Σπάρτη, αυτό ακριβώς είχαν αφήσει να υπονοηθή, ότι, δηλαδή, θα έπαιρνε πολλές γειτονικές του χώρες με το μέρος των Λακεδαιμονίων. Γι’ αυτό και ο Βρασίδας ήθελε, έχοντας σύμφωνο τον Περδίκκα, να έρθη σε συνεννόηση με τον Αρραβαίο. Ο Περδίκκας, όμως, αποκρίθηκε ότι δεν είχε φέρει τον Βρασίδα για να γίνη δικαστής στις διαφορές του με τους γείτονές του, αλλά για να καταστρέψη τους εχθρούς του που αυτός θα υποδείκνυε, και ότι ο Βρασίδας θα παράβαινε τις συμφωνίες αν συναντούσε τον Αρραβαίο, ενώ ο ίδιος ο Περδίκκας συντηρούσε τον μισό πελοποννησιακό στρατό. Ο Βρασίδας, όμως, μετά από φιλονεικία και παρά την θέληση του Περδίκκα, συναντήθηκε με τον Αρραβαίο, που τον έπεισε ότι είχε δίκιο και, αντί να κάνει εισβολή, πήρε τον στρατό του κι έφυγε. Ο Περδίκκας θεώρησε ότι είχε αδικηθή. Δεν προμήθευε πια στον Βρασίδα εφόδια παρά μόνο για το ένα τρίτο του στρατού του.

 

Ενώ γίνονταν αυτά, ο Βρασίδας και ο Περδίκκας εξεστράτευσαν για δεύτερη φορά στην Λύγκο, εναντίον του Αρραβαίου. Ο Περδίκκας είχε μαζί του στρατό από τους Μακεδόνες που εξουσίαζε και από Έλληνες που κατοικούν στη χώρα του. Ο Βρασίδας είχε τους Πελοποννησίους που του απομέναν, είχε Ακανθίους, Χαλκιδείς και οπλίτες από άλλες πολιτείες, όσους μπόρεσε να δώση η καθεμιά. Οι Έλληνες οπλίτες ήσαν, συνολικά, τρεις χιλιάδες. Το ιππικό – Μακεδόνες και Χαλκιδείς – είχε χίλιους ιππείς. Πλήθος βάρβαροι ακολουθούσαν. Μπήκαν στην Λύγκο και βρήκαν τους Λυγκιστές παρατεταγμένους κ’ έτοιμους να τους αποκρούσουν. Αντιπαρατάχτηκαν κι αυτοί. Το πεζικό των δύο αντιπάλων κρατούσε δύο λόφους αντικριστούς. Στη μέση ήταν ένα πλάτωμα όπου κατέβηκε πρώτα το ιππικό τους κ’ έγινε ιππομαχία. Μετά, κατέβηκαν οι Λυγκιστές οπλίτες κ’ ενώθηκαν με το ιππικό, έτοιμοι για μάχη. Ο Περδίκκας και ο Βρασίδας κατέβηκαν κι αυτοί, έκαναν επίθεση και νίκησαν τους Λυγκιστές. Σκότωσαν πολλούς και οι υπόλοιποι έτρεξαν να καταφύγουν στα ψηλώματα όπου έμειναν χωρίς να επιχειρούν τίποτε. Ο Περδίκκας και ο Βρασίδας έστησαν τρόπαιο κ’ έμειναν εκεί δύο τρεις μέρες περιμένοντας τους Ιλλυριούς που έπρεπε να έρθουν εκεί, μισθοφόροι του Περδίκκα, ο οποίος όμως ήθελε να προχωρήση αμέσως και να κυριέψη τα χωριά του Αρραβαίου για να μην μένη άπρακτος.

 

Ενώ δεν μπορούσαν να ομονοήσουν, έφτασε η είδηση ότι οι Ιλλυριοί πρόδωσαν τον Περδίκκα και πήγαν με το μέρος του Αρραβαίου. Μετά απ’ αυτό συμφώνησαν και οι δύο ότι έπρεπε να φύγουν, από φόβο των Ιλλυριών, οι οποίοι είναι λαός πολεμικός.

 

Όταν ξημέρωσε ο Βρασίδας είδε ότι οι Μακεδόνες είχαν κιόλας φύγει και ότι οι Ιλλυριοί με τον Αρραβαίο ήσαν έτοιμοι να επιτεθούν, παράταξε τους οπλίτες του σε τετράγωνο με τους ψιλούς στη μέση, με σκοπό να επιχειρήση υποχώρηση.

 

Προτού πλησιάσει ο εχθρός, είπε, βιαστικά, τα ακόλουθα ενθαρρυντικά στους στρατιώτες του :

«Πελοποννήσιοι. Αν δεν υποπτευόμουν ότι έχετε τρομάξει επειδή απομονωθήκατε κ’ επειδή οι εχθροί μας είναι βάρβαροι και πολλοί, θα σας έλεγα μερικά προτρεπτικά μόνο λόγια χωρίς να σας κάνω διδαχή. Αλλά τώρα που μας εγκατέλειψαν οι σύμμαχοί μας και αντικρύζομε πολυάριθμο εχθρό, θα προσπαθήσω, θυμίζοντάς σας με λίγα λόγια μερικά πράγματα, να σας δώσω τις βασικές μου οδηγίες. Στον πόλεμο είστε γενναίοι από την αρετή που έχετε σεις οι ίδιοι και όχι επειδή σας βοηθούν σύμμαχοι. Δεν πρέπει να φοβάστε το πλήθος των εχθρών, αφού δεν κατάγεστε από πολιτεία όπου οι πολλοί εξουσιάζουν τους λίγους, αλλά, αντίθετα, στην πολιτεία σας τους πολλούς εξουσιάζουν οι λίγοι, οι οποίοι δεν έχουν αποκτήσει την εξουσία τους με άλλον τρόπο παρά με την αγωνιστική τους υπεροχή. Όσο για τους βαρβάρους, τους οποίους τώρα φοβάστε επειδή δεν τους γνωρίζετε, πρέπει να είστε πεπεισμένοι, και από τις επιχειρήσεις όπου συγκρουστήκατε εναντίον τους μαζί με τους Μακεδόνες, και από τα όσα συμπεραίνω εγώ και πληροφορήθηκα από άλλους, ότι δεν είναι τρομερός αντίπαλος. Όταν ένας εχθρός, ενώ είναι αδύνατος, παρουσιάζεται σαν να είναι ισχυρός, τότε, αν πληροφορηθή κανείς την πραγματική του αξία, τον αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη τόλμη, ενώ αν δεν ξέρη από πριν την αξία ενός πραγματικά δυνατού εχθρού, τότε τον αντιμετωπίζει με υπερβολική τόλμη. Οι εχθροί μας αυτοί, όταν κάνουν επίθεση εναντίον όσων δεν τους ξέρουν, είναι βέβαια τρομεροί. Το πλήθος τους είναι φοβερό, οι αλαλαγμοί τους αφόρητοι και σείοντας τα όπλα τους στο κενό, προκαλούν τον τρόμο. Αλλ’ αν κανείς δεν τρομάξη μ’ αυτά και προβάλη αντίσταση και γίνη συμπλοκή, αλλάζουν όψη τα πράγματα. … τέτοιοι συρφετοί, αν αντισταθή κανείς στην πρώτη κρούση τους, δείχνουν από μακριά μόνο θάρρος, με απειλητικές φωνές. Ενώ αν υποχωρήση κανείς στις φωνές αυτές, τότε μόνο δείχνουν γενναιότητα χωρίς να διατρέχουν κίνδυνο».

__________________

 

[1] Μετάφραση Αγγελος Σ. Βλάχος, βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2004.

Written by nomosophia

17 Ιουλίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Εγκυκλοπαιδισμός

leave a comment »

Ο Εγκυκλοπαιδισμός του 10ου αιώνα*

 

Ο 10ος αιώνας στο Βυζάντιο μπορούμε να πούμε ότι χαρακτηρίζεται, στον τομέα της γνώσης και της παιδείας, από την ιδέα του εγκυκλοπαιδισμού, παρόλο που τότε η λέξη δεν υπήρχε ακόμα, και το βυζαντινό περιεχόμενό της δεν μπορεί να αποδοθεί ακριβώς με κανέναν άλλο όρο. Το φαινόμενο ωστόσο είναι παλαιότερο. Οι προϋποθέσεις του είχαν δημιουργηθεί ήδη στον ελληνικό κόσμο, με το προοδευτικό πέρασμα από το ιδανικό του καλού κ’αγαθού στο ιδανικό του πεπαιδευμένου, με τη θαυμαστή προσπάθεια του Αριστοτέλη να ταξινομήσει και να καταγράψει το σύνολο των γνώσεων, και με την ίδρυση του Μουσείου της Αλεξάνδρειας. Η Ρώμη συνέχισε την παράδοση με τον Ουάρωνα και με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο[1].

 

Ο χριστιανισμός, τουλάχιστον ο δυτικός χριστιανισμός, θα στενέψει σημαντικά τον ορίζοντα. Μάρτυρας το χωρίο εκείνο στο De doctrina Christiana του Ιερού Αυγουστίνου, που, κατά την άποψη του J. Fontaine, ενέπνευσε το εγχείρημα του Ισιδώρου της Σεβίλλης : «Μερικοί συγγραφείς προσπάθησαν να μεταφράσουν χωριστά όλους τους εβραϊκούς, συριακούς και αιγυπτιακούς όρους και τα ονόματα που συναντούμε στην Αγία Γραφή. Κατά το παράδειγμά τους θα μπορούσαμε να επισημάνουμε όλους τους γεωγραφικούς τόπους, όλα τα ονόματα ζώων, δέντρων, λίθων, άγνωστων μετάλλων, και όλα τα κάθε λογής αντικείμενα που αναφέρει η Γραφή, να τα κατατάξουμε κατά γένη, να τα περιγράψουμε ένα, ένα και να τα πραγματευθούμε γραπτώς»[2]. Για τον πρώιμο Μεσαίωνα, και στο θέμα αυτό, όπως σε όλα, πρέπει να εξετάσουμε πρώτα τί έγινε στην Ανατολή[3].

 

Διαπιστώνουμε και εδώ – άλλο πολύ αξιοσημείωτο παράδειγμα – τη συνάντηση, που τη διαπιστώσαμε ήδη πολλές φορές, ανάμεσα στον κόσμο του Βυζαντίου και στον κόσμο του Ισλάμ. Υπάρχει ένας αραβικός εγκυκλοπαιδισμός[4], που χωρίς αμφιβολία σχετίζεται με το μεγάλο έργο της μετάφρασης των Ελλήνων συγγραφέων, αλλά αυτός αντιπροσωπεύει μια άλλη πνευματική κίνηση, μετατοπισμένη λίγο μέσα στο χρόνο : ο Ιμπν Κοτάυμπα [Ibn Qotayba] τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα, ο Ιμπν Αμπντ Ραμπή [Ibn Abd Rabbih] είναι στο μεταίχμιο του 9ου και του 10ου αιώνα, και ο Μακούντι [Macoudi] πέθανε το 956.

 

Είναι εντυπωσιακή η χρονική σύμπτωση με το Βυζάντιο (την περίοδο από τον Λέοντα τον Μαθηματικό ως τον Κωνσταντίνο Ζ΄), αξιοσημείωτη η περίπτωση αυτού του φαινομένου της συνάντησης, για το οποίο η πολιτισμική ιστορία μας δίνει πολλά άλλα παραδείγματα, αλλά καμιά απόδειξη για άμεση επίδραση του βυζαντινού εγκυκλοπαιδισμού στον ισλαμικό. Παρατηρήθηκε σωστά[5], ότι, παρόλο που το πνεύμα είναι το ίδιο και στους δύο, δηλαδή η διατήρηση σταθερών «τύπων» του παρελθόντος με στόχο την επανάληψή τους, η κατάληξή τους υπήρξε αναπόφευκτα διαφορετική, αν όχι αντίθετη, αφού αυτοί οι ίδιοι οι «τύποι» ήταν διαφορετικοί : έτσι θα ήταν μεθοδολογικό σφάλμα αν μελετούσαμε τις δύο αυτές παράλληλες και σύγχρονες αλλά ανεξάρτητες μεταξύ τους κινήσεις θέλοντας να ανακαλύψουμε αμοιβαίες επιδράσεις. Θα πρόσθετα ότι ο βυζαντινός εγκυκλοπαιδισμός σε μεγάλο βαθμό είναι έμμονη ιδέα του ελληνικού παρελθόντος, αλλά έμμονη ιδέα που χαρακτηρίζεται από αμφιβολία και δυσπιστία εξαιτίας του χριστιανισμού. Ενώ ο αραβομουσουλμανικός εγκυκλοπαιδισμός δεν έχει αυτή την ένοχη συνείδηση, και αντλεί κατευθείαν από τον εαυτό του.

___________________________

 

[1] P. Grimal, “Encyclopedies antiques”. Cahiers d’ Histoire mondiale, IX, 3, 1966, σελ. 459-482.

[2] J. Fontaine, “Isidore de Seville et la mutation de l’ encyclopedie antique », στο ίδιο, σελ. 519-538. πρβλ. M. de Gandillac, “Encyclopedies premedievales et medievales”, στο ίδιο, σελ. 483-518.

[3] Σχετικά με το Βυζάντιο, παρουσίασα ένα πρώτο σχεδίασμα, “L’ encyclopedisme a Byzance a l’ apogee de l’ Empire et particulierement sous Constantin VII Porphyrogenete”, στο ίδιο, σελ. 596-616.

[4] Ch. Pellat, “Les encyclopedias dans le monde arabe”, στον ίδιο, σελ. 631-658. [R. Blachere, Quelques reflexions sur les formes de l’ Encyclopedisme en Egyprte et en Syrie du VIIIe / Ixe siecle a la fin dy XIVe / Xve siecle », Bulletin d’ Etudes orientales (de l’ Institut francais de Damas), 23, 1970, σελ. 7-19].

[5] R. Paret, “Contribution a l’ etude des milieux culturels dans le Proche-Orient medieval, l’ encyclopedisme arabo-musulman de 850 a 950 de l’ ere chretienne”, Revue historique, 477, ΙανουάριοςΜάρτιος 1966, σελ. 47-100.

 

*από το βιβλίο του Παύλου Λεμέρλ [Paul Lemerle] «Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός», σελ. 241-242, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985.

Written by nomosophia

16 Ιουλίου, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Παιδεία