ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Οκτώβριος 2008

το έθνος των χριστιανών

leave a comment »

Απ’ την εξόντωση των εθνικών στα «πρωτεία» της Ρώμης[1].

Η βασιλεία του Θεοδόσιου Α΄ σημειώνει μια καμπή στην ιστορία της νέας Αυτοκρατορίας, που την απομακρύνει από τις ρωμαϊκές παραδόσεις. Εννοώ τη βίαιη ρήξη με την ειδωλολατρεία, που προκλήθηκε από τα αυτοκρατορικά μέτρα. Πράγματι, κατά τη βασιλεία του Θεοδόσιου, ο χριστιανισμός γίνεται η θρησκεία του Κράτους. Εναντίον των ειδωλολατρών εφαρμόσθηκαν μέτρα, που πήραν συχνά το χαρακτήρα πραγματικών διώξεων. Το μαντείο των Δελφών υποχρεώθηκε να σιγήσει, οι Ολυμπιακοί αγώνες και τα Ελευσίνια μυστήρια απαγορεύθηκαν. Τα ιερά λεηλατήθηκαν από τους χριστιανούς, οι ειδωλολάτρες ιερείς, όπως γράφει με κάποια πίκρα ο Λιβάνιος, υποχρεώθηκαν «να σιγήσουν ή να αποθάνουν»[2]. Στο εξής ρωμαίος πολίτης είναι, όποιος ασπάζεται την ορθόδοξη πίστη, που καθιερώθηκε από τις οικουμενικές συνόδους της Νίκαιας (325) και της Κωνσταντινούπολης (381). Ντόπιος ή ξένος, ευρωπαίος, ασιάτης ή αφρικανός (η Αυτοκρατορία περιλαμβάνει πράγματι, γύρω από την Μεσόγειο, περιοχές που βρίσκονται σ’ αυτές τις τρεις ηπείρους), αρκεί να είναι χριστιανός για να καταλάβει οποιαδήποτε αυτοκρατορική διοικητική θέση, ν’ ανέβει ακόμα και στον θρόνο. Ο τέταρτος αιώνας, κατά τον οποίο έγινε η σκληρή προσπάθεια που κατέβαλε η Αυτοκρατορία για να διαμορφώσει τη φυσιογνωμία, η οποία θα της επέτρεπε να εγκαινιάσει μια καινούργια ζωή, τελειώνει με τον θρίαμβο του χριστιανισμού. Η Αρχαιότητα με το ανθρωπιστικό και ανεκτικό πνεύμα παρήλθε οριστικά. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία παραχωρεί τη θέση της στην Βυζαντινή, ενώ ο δυτικός κόσμος μπαίνει σε μια καινούργια εποχή της ιστορίας του, κατά την οποία, όπως γράφει ο Γίββων, δεσπόζουν «η θρησκεία και η βαρβαρότητα»[3].

Όταν πέθανε ο Θεοδόσιος, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίζεται, σύμφωνα με μια παλιά μέθοδο και για να ικανοποιηθούν οι δύο γιοι του αυτοκράτορα, σε Αυτοκρατορία της Ανατολής και Αυτοκρατορία της Δύσης και παραδίνεται σπαραγμένη και μοιρασμένη, στις επιθέσεις των βάρβαρων γερμανικών λαών που είχαν αρχίσει από τον τρίτο αιώνα να παραβιάζουν σε αλλεπάλληλα κύματα τις πύλες του Καυκάσου και να εισδύουν στην Ευρώπη. Η Ανατολική Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο[4], που εκτεινόταν σε πλούσιες περιοχές, όπου δέσποζε το ελληνορωμαϊκό στοιχείο, μπόρεσε χάρη στη νέα θρησκεία και στις πολιτικές και πνευματικές παραδόσεις, να σχηματίσει ένα στέρεο κράτος, που είχε συνείδηση της αξίας της κληρονομιάς του. Έτσι μπόρεσε ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους επιδρομείς[5]. Οι βάρβαροι φθάνοντας στον Δούναβη, βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας, που τον κάλυπταν σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις και μια μακρά σειρά από φρούρια, παρά τις πολλαπλές, συχνά θεαματικές, αλλά πάντα μεμονωμένες επιδρομές τους, ως τα φρούρια της Κωνσταντινούπολης ακόμα, υποχρεώθηκαν τελικά ν’ αναγνωρίσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την εξουσία της Αυτοκρατορίας, που δεν δίσταζε να υποβληθεί σε σοβαρές υλικές θυσίες για να την επιβάλει. Το Βυζάντιο, αυτοκρατορία πολυεθνική, που είχε όμως εμπιστοσύνη στην πολιτιστικής της δύναμη, απορρόφησε και αφομοίωσε με τον καιρό στοιχεία ξένα προς τις παραδόσεις του, ενώ από την άλλη μεριά διέθετε τα χρήματα της Αυτοκρατορίας στη σοφή διπλωματία του, που ενθάρρυνε τους πείσμονες αρχηγούς των διαφόρων ομάδων των επιδρομέων ν’ αναζητήσουν αλλού καταφύγιο και τόπο για την εγκατάστασή τους.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, η Ανατολική Αυτοκρατορία, χάρη στο αμυντικό της σύστημα και στο επιδέξιο διπλωματικό της παιγνίδι, που απέβλεπε στο να στρέψει τους βαρβάρους τον ένα εναντίον του άλλου, κατάφερε τελικά να τους κατευθύνει προς την ερημωμένη από τους πληθυσμούς της, φτωχή και εγκαταλελειμμένη στη μοίρα της, Δύση. Χάρη τέλος στις πολιτιστικές και πολιτικές της δυνάμεις, μπόρεσε ν’ απορροφήσει τους βαρβάρους, που εισέδυσαν στο έδαφός της και προμήθευαν εργατικά χέρια για την γεωργία και οπλίτες για τις αυτοκρατορικές στρατιές, στις τάξεις των οποίων πολέμησαν πολλές φορές, εναντίον των αδελφών τους[6]. Έτσι, ενώ η Δυτική Αυτοκρατορία με πρωτεύουσά της τη Ρώμη, υποδουλωνόταν στους βαρβάρους, που μοιράστηκαν μεταξύ τους το έδαφός της το 476, η Ανατολική Αυτοκρατορία βγήκε από τη δοκιμασία που συγκλόνισε την Ευρώπη από τον τρίτο ως τον πέμπτο αιώνα, με την εδαφικής της ακεραιότητα σχεδόν άθικτη και με διαμορφωμένη εθνική και πολιτική φυσιογνωμία.

Η Ανατολική Αυτοκρατορία γίνεται από εδώ κι εμπρός ο προμαχώνας της χριστιανοσύνης και το καταφύγιο του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Μπροστά στην ερημωμένη από τους βαρβάρους Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη γίνεται το κέντρο του πολιτισμένου κόσμου, η μοναδική πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μόνο οι αυτοκράτορές της θα μπορούν να φέρουν νόμιμα τον τίτλο του αυτοκράτορα, που εξυπονοούσε των Ρωμαίων. Ο πατριάρχης της θα υψωθεί στην ίδια ιεραρχική τάξη με τον πάπα και θα μπορεί χωρίς αμφισβήτηση ν’ αποκαλείται οικουμενικός. Μόνο η Κωνσταντινούπολη θα είναι η βασιλίς – πόλις, η κατ’ εξοχήν πόλις[7], ενώ η Ρώμη, κατεστραμμένη και εκβαρβαρισμένη, υποτάσσεται στην Κωνσταντινούπολη. Θα θυμηθεί την παλιά της δόξα, τους τίτλους και τα πρωτεία της, όταν η βάρβαρη Δύση, την οποία και θα εκχριστιανίσει, θα βρει τη δύναμη να ορθωθεί εναντίον του Βυζαντίου, για να διεκδικήσει το προβάδισμα μέσα σ’ έναν καινούργιο κόσμο.

[1] Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, σελ. 17-20, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1988.
[2] Ο Λόγος «Υπέρ των Ιερών», που απηύθυνε ο Λιβάνιος στον Θεοδόσιο αποτελεί την καλύτερη απεικόνιση αυτής της κατάστασης πνευμάτων, Έκδοση Foerster, Oratio, XXX & 8 κε.
[3] Γι’ αυτήν την γνώμη του Γίββωνα, βλ. τις παρατηρήσεις του Οστρογκόρσκυ στο Geschichte des byzantinischen states, 3η εκδ. Munich, 1963, σελ. 1-19.
[4] Ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί αποκαλούν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία «Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» ή «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής». Αποφεύγουν να χρησιμοποιούν τον όρο «βυζαντινή», ως ακατάλληλο και βεβαρυμένο με μια σχεδόν μειωτική έννοια βασισμένη στις εσπευσμένες ερμηνείες λογίων συγγραφέων της εποχής του Διαφωτισμού για έναν πολιτισμό, του οποίου το πνεύμα και την σημασία αδυνατούσαν να συλλάβουν.
[5] J. B. Bury, Causes of survival of Roman Empire in the East, στο Selected Essays, Cambridge, 1930, σελ. 231-242.
[6] Ο καλύτερος εκπρόσωπος αυτής της πολιτικής της ανοχής έναντι των βαρβάρων παραμένει ο Θεμίστιος. Βλ. τον «Λόγο» του αρ. ΧVI, Hildesheim, 1961, σελ. 251.
[7] Για τις σχέσεις μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, βλ. F. Doelger, Ας σημειώσουμε ότι η Κωνσταντινούπολη χαρακτηρίζεται επίσης ως «πόλις εστί βασιλεύουσα του τε κόσμου παντός υπερέχουσα», ως «πατρίς ανθρωπότητος», ως «πανευδαίμων», ως «ο οφθαλμός της χριστιανικής πίστεως», ως «Νέα Ρώμη» και «Νέα Ιερουσαλήμ». Θα συμφωνήσουμε ότι αυτά τα ονόματα αποκαλύπτουν τα βάθρα της ιδεολογίας του βυζαντινού κράτους, από τότε που δημιουργήθηκε. Η Κωνσταντινούπολη, αντίθετα, δεν διεκδίκησε ποτέ τον τίτλο «Νέα Αθήνα».

Advertisements

Written by nomosophia

31 Οκτώβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Β΄ παγκόσμιος πόλεμος

leave a comment »

Βερολίνο, Η Πτώση, 1945[1]

 

Οι Βερολινέζοι, εξουθενωμένοι από την έλλειψη τροφίμων και την αγωνία, δεν είχαν πολλούς λόγους να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα του 1944. Ένα μεγάλο μέρος της πρωτεύουσας του Ράιχ είχε μετατραπεί σε συντρίμμια από τις αεροπορικές επιδρομές. Το ταλέντο του Βερολινέζου στο μαύρο χιούμορ είχε φτάσει στον κυνισμό. Η ατάκα αυτής της θλιβερής εποχής ήταν: «Σκέψου πρακτικά, χάρισε ένα φέρετρο».

 

Η ατμόσφαιρα στη Γερμανία είχε αλλάξει ακριβώς πριν από δύο χρόνια. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1942 είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν φήμες πως η 6η Στρατιά του Στρατηγού Πάουλους είχε περικυκλωθεί από τον Κόκκινο Στρατό στον ποταμό Βόλγα. Το ναζιστικό καθεστώς δυσκολεύτηκε να παραδεχτεί ότι ο μεγαλύτερος σχηματισμός ολόκληρης της Βέρμαχτ ήταν καταδικασμένος να εξοντωθεί στα ερείπια του Στάλινγκραντ και στις παγωμένες στέπες που απλώνονταν γύρω από αυτό. Ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, υπουργός Προπαγάνδας και Διαφωτισμού του Ράιχ, προκειμένου να προετοιμάσει τη χώρα για τα κακά νέα, είχε εξαγγείλει «Γερμανικά Χριστούγεννα», κάτι που στη γλώσσα του εθνικοσοσιαλισμού ισοδυναμούσε με λιτότητα και ιδεολογική αποφασιστικότητα και όχι κεριά, στεφάνια από έλατο και τραγούδια όπως η Άγια Νύχτα. Το 1944 η παραδοσιακή ψητή χήνα είχε γίνει μια μακρινή ανάμνηση.

 

Σε δρόμους όπου η πρόσοψη κάποιου κτιρίου είχε καταρρεύσει, μπορούσε κανείς να δει ακόμα φωτογραφίες να κρέμονται στους τοίχους του δωματίου που ήταν κάποτε το καθιστικό ή η κρεβατοκάμαρα. Η ηθοποιός Χίλντεγκαρντ Κνεφ κοίταζε επίμονα στα αριστερά ένα πιάνο που στεκόταν εκτεθειμένο σε ένα μέρος του πατώματος που είχε απομείνει. Κανείς δεν μπορούσε να το πλησιάσει και εκείνη αναρωτιόταν πόσος καιρός θα χρειαζόταν ακόμα, μέχρις ότου να γκρεμιστεί κι αυτό και να γίνει ένα με τα χαλάσματα. Μηνύματα ήταν γραμμένα βιαστικά στους τοίχους των ξεκοιλιασμένων κτιρίων, από οικογένειες που ενημέρωναν τον γιο τους, αν και όταν θα επέστρεφε από το μέτωπο, ότι ήταν καλά και ότι έμεναν κάπου αλλού. Οι ανακοινώσεις του Ναζιστικού Κόμματος προειδοποιούσαν: «Η λεηλασία θα τιμωρείται με θάνατο».

 

Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί ήταν τόσο συχνοί – οι Βρετανοί είχαν αναλάβει την νύχτα και οι Αμερικανοί την μέρα – που οι Βερολινέζοι ένιωθαν πως περνούσαν περισσότερη ώρα σε υπόγεια και αντιεροπορικά καταφύγια παρά στα κρεβάτια τους. Η έλλειψη ύπνου συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός περίεργου μείγματος καταπιεσμένης υστερίας και μοιρολατρίας. Πολύ λίγοι ήταν πλέον εκείνοι που ανησυχούσαν αν θα καταγγελθούν στην Γκεστάπο για ηττοπάθεια, όπως αποδείκνυε η διάδοση διάφορων ανεκδότων. Τα πανταχού παρόντα LSR, αρχικά που σήμαιναν Luftschutzraum (αντιεροπορικό καταφύγιο), υποτίθεται πως εννοούσαν Lern Schnell Russisch (Μάθετε Ρώσικα Γρήγορα). Οι περισσότεροι Βερολινέζοι δεν χρησιμοποιούσαν πλέον τον χαιρετισμό «Χάιλ Χίτλερ». Ο Λόθαρ Λέβε ήταν μέλος της Χιτλερικής Νεολαίας και έλειπε αρκετό καιρό από την πόλη. Όταν, μπαίνοντας σε κάποιο μαγαζί, κραύγασε «Χάιλ Χίτλερ», όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν έκπληκτοι. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που εκστόμισε αυτές τις λέξεις εκτός υπηρεσίας. Ο Λέβε συνειδητοποίησε ότι πλέον ο πιο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν το Bleib ubrig ! (Μείνε ζωντανός !)

Η ατμόσφαιρα μιας επικείμενης κατάρρευσης, τόσο της προσωπικής ζωής, όσο και της ύπαρξης του έθνους ήταν διάχυτη. Οι άνθρωποι ξόδευαν τα λεφτά τους αλόγιστα, υποθέτοντας πως σύντομα δεν θα έχουν καμιά αξία. …

 

Τα καταφύγια μπορούσαν να ικανοποιήσουν θεωρητικά όλες τις βασικές ανάγκες. Υπήρχε ένας Σταθμός Πρώτων Βοηθειών με μια νοσοκόμα, όπου οι γυναίκες μπορούσαν να γεννήσουν. Οι τοκετοί έμοιαζαν να επιταχύνονται από τις δονήσεις που προκαλούσαν οι εκρήξεις των βομβών και που φαίνονταν να έρχονται τόσο από το κέντρο της γης όσο και από την επιφάνειά της. …

 

Η είσοδος στα καταφύγια απαγορευόταν[2] στους ξένους εργάτες του Βερολίνου, οι οποίοι έφταναν περίπου τις 300.000 και έφεραν ως σημάδι αναγνώρισης το πρώτο ή τα πρώτα δύο γράμματα της χώρας προέλευσής τους στο μανίκι τους. Το γεγονός αυτό αποτελούσε εν μέρει προέκταση της ναζιστικής πολιτικής που ήθελε να εμποδίσει τη στενή επαφή τους με την γερμανική φυλή, όμως η κυρίαρχη φροντίδα των αρχών ήταν να σώσει πρώτα τις ζωές των Γερμανών. Οι όμηροι που δούλευαν καταναγκαστικά, ειδικά οι Oestarbeiter (εργάτες από τα ανατολικά), οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν μεταφερθεί με τη βία από την Ουκρανία και την Ευρωπαϊκή Ρωσία, θεωρούνταν αναλώσιμοι. Όμως υπήρχαν πολλοί ξένοι εργάτες που είχαν έρθει ως εθελοντές και είχαν πολύ μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας σε σύγκριση με τους άτυχους που κλείνονταν στα στρατόπεδα. …

 

Οι περισσότεροι Γερμανοί έβλεπαν τους ξένους εργάτες με φόβο. Στα μάτια τους ήταν ένας Δούρειος Ίππος, έτοιμος να επιτεθεί και να εκδικηθεί μόλις οι στρατιές του εχθρού θα πλησίαζαν στην πόλη. Οι Βερολινέζοι υπέφεραν από έναν αταβιστικό και βαθύ φόβο για τον Σλάβο εισβολέα από τα ανατολικά. Ο φόβος αυτός είχε μετατραπεί εύκολα σε μίσος. …

Ο στρατηγός Γκύνθερ Μπλούμεντριτ, όπως οι περισσότεροι που βρίσκονταν στην εξουσία, ήταν πεπεισμένος πως οι αεροπορικές επιδρομές δημιουργούσαν ένα πραγματικό αίσθημα “Volksgenossenschaft” (πατριωτικής αλληλεγγύης). Κάτι τέτοιο μπορεί να αλήθευε το 1942 και το 1943, αλλά στα τέλη του 1944 οι συνέπειες των επιδρομών έτειναν να πολώσουν τις απόψεις των σκληροπυρηνικών και αυτών που είχαν κουραστεί από τον πόλεμο. …

_______________________

 

[1] Άντονυ Μπήβορ, «Βερολίνο, Η Πτώση, 1945», σελ. 41-45, εκδόσεις Γκοβόστη, 2004.

[2] Το Βερολίνο δεν είχε αρκετά καταφύγια για τα τρία εκατομμύρια του πληθυσμού του, οπότε όσα υπήρχαν ήταν συνήθως ασφυκτικά γεμάτα. Το μεγαλύτερο αντιαεροπορικό καταφύγιο του Βερολίνου ήταν στον Ζωολογικό Κήπο, ένα αχανές φρούριο από μπετόν …, με συστοιχίες αντιαεροπορικών πυροβόλων στην οροφή και τεράστια καταφύγια από κάτω. Το συγκρότημα των καταφυγίων κάτω από τον σταθμό του μετρό στο Γκεζουντμπρούννεν ήταν σχεδιασμένο για να φιλοξενεί 1.500 άτομα. Παρ’ όλ’ αυτά, εκεί στοιβάζονταν συχνά ο τριπλάσιος αριθμός.

 

 

Written by nomosophia

28 Οκτώβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

ο «βρώμικος» Β΄ παγκόσμιος πόλεμος

leave a comment »

Ανθολολογήματα από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο[1]

Ανίερες συμμαχίες και η αρχή «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου»

 

Το Ινδικό Εθνικό Κογκρέσσο εξαπέλυσε το 1942 το κίνημα «φύγετε απ’ την Ινδία» [quit India], ενώ ο ριζοσπάστης Σαμπχάς Μποσέ από τη Βεγγάλη συγκρότησε Ινδικό Απελευθερωτικό Στρατό για τους Ιάπωνες, στρατολογώντας από τις τάξεις των ινδών αιχμαλώτων πολέμου που είχαν συλληφθεί κατά τις αρχικές αστραπιαίες επιχειρήσεις των ιαπωνικών στρατευμάτων. Κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπαν τα πράγματα και οι μαχητές κατά της αποικιοκρατίας στην Βιρμανία και την ινδονησία. Τραβηγμένη στα έσχατα όριά της, η αντιαποικιοκρατική αυτή λογική, πραγματική reduction ad abstractum [αναγωγή στο παράλογο],

καταλήγει στην προσπάθεια εξτρεμιστικής εβραϊκής περιθωριακής ομάδας στην παλαιστίνη να έρθει σε διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς [μέσω Δαμασκού που τότε βρισκόταν υπό το καθεστώς της γαλλικής κυβέρνησης του Βισσύ], ώστε να αποσπάσει βοήθεια για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης από την βρετανική κατοχή, πράγμα που θεωρούσε ύψιστη προτεραιότητα για τον Σιωνισμό. Μέλος της οργάνωσης αυτής, ο Γιτζάκ Σαμίρ, έγινε αργότερα πρωθυπουργός του Ισραήλ. Τέτοιες προσεγγίσεις προφανώς δεν συνεπάγονταν καμιά ιδεολογική συμπάθεια προς τον φασισμό … Κοντολογίς, μόνο τακτικής φύσης μπορούσε να είναι η συμμαχία με τον Άξονα στη βάση της αρχής ότι «οι εχθροί του εχθρού μου είναι φίλοι μου»


[1] Έρικ Χόμπσμπάουμ, «Η Εποχή των Άκρων, ο σύντομος εικοστός αιώνας«, μέρος Α΄, V «ενάντια στον κοινό εχθρό», σ. 224, εκδόσεις Θεμέλιο 1997

Written by nomosophia

27 Οκτώβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Πολιτική

Αρχιτεκτονική

leave a comment »

γοτθικός ρυθμός_αβαείο του ΓουΏ?τμινστερ

γοτθικός ρυθμός_αβαείο του Γουέστμινστερ

 

Διαρκής Επανάσταση[i]

 

Ο δέκατος ένατος αιώνας

 

Αυτό που ονόμασα «τομή στην παράδοση» και που χαρακτηρίζει την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, άλλαξε ριζικά τη θέση του καλλιτέχνη. Οι ακαδημίες και οι εκθέσεις, οι κριτικοί κι οι φιλότεχνοι είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν για να δημιουργήσουν τη διάκριση ανάμεσα στην Τέχνη, με Τα κεφαλαίο και την απλή άσκηση μιας τέχνης, είτε ήταν ζωγραφική είτε αρχιτεκτονική. Τώρα, τα θεμέλια πάνω στα οποία είχε στηριχθεί η τέχνη σε όλη την διάρκεια της ύπαρξής της, υπονομευόταν από έναν άλλο παράγοντα. Η Βιομηχανική Επανάσταση άρχισε να εξουδετερώνει την ίδια την παράδοση της χειροποίητης δουλείας. Η χειροτεχνία υποχώρησε μπροστά στην παραγωγή της μηχανής. Το εργοστάσιο πήρε την θέση που είχε πριν το εργαστήρι.

 

Τα πιο άμεσα αποτελέσματα αυτής της αλλαγής φάνηκαν στην αρχιτεκτονική. Η έλλειψη στέρεης τεχνικής, μαζί με την επίμονη προσήλωση στο «στυλ» και την «ομορφιά», την αφάνισαν σχεδόν εντελώς. Τον δέκατο ένατο αιώνα κατασκευάστηκαν τόσα κτίρια όσα ίσως δεν είχαν χτιστεί σε όλους μαζί τους προηγούμενους αιώνες. Ήταν η εποχή της τεράστιας ανάπτυξης των πόλεων στην Αγγλία και την Αμερική, που μεταμόρφωσε απέραντες εκτάσεις σε «οικοδομήσιμες περιοχές». Η απεριόριστη όμως αυτή οικοδομική δραστηριότητα δεν είχε τον δικό της ρυθμό. Οι εμπειρικές αρχές και τα βιβλία με τα σχέδια που ίσχυαν ως την Γεωργιανή εποχή απορρίφθηκαν, γιατί θεωρήθηκαν πολύ απλά και «ακαλαίσθητα». Οι επιχειρηματίες ή τα δημοτικά συμβούλια που είχαν ανάγκη από ένα καινούριο εργοστάσιο, ένα σταθμό τρένου, ένα σχολικό κτίριο ή ένα μουσείο ζητούσαν και πλήρωναν «Τέχνη». Όταν λοιπόν εκπληρώνονταν οι άλλες προδιαγραφές του κτιρίου, ανέθεταν στον αρχιτέκτονα να διαμορφώσει μια πρόσοψη γοτθική ή να κάνει το κτίριο να μοιάζει με νορμανδικό πύργο ή με αναγεννησιακό ανάκτορο ή ακόμα και με τζαμί. Δέχονταν λίγο πολύ μερικές συμβάσεις, που δεν βελτίωναν όμως την κατάσταση. Οι εκκλησίες χτίζονταν συνήθως σε γοτθικό ρυθμό, επειδή ήταν ο ρυθμός της εποχής που την θεωρούσαν «Εποχή της Πίστης». Για τα θέατρα και τις λυρικές σκηνές χρησιμοποιούσαν συνήθως το Μπαρόκ, ενώ τα ανάκτορα και τα μέγαρα των υπουργείων χτίζονταν στον μεγαλόπρεπο ρυθμό της ιταλικής Αναγέννησης.

 

Θα ήταν άδικο να υποθέσουμε πως δεν υπήρχαν προικισμένοι αρχιτέκτονες τον δέκατο ένατο αιώνα. Και βέβαια υπήρχαν. Η κατάσταση όμως που βρισκόταν η τέχνη τους τούς έδενε τα χέρια. Όσο πιο ευσυνείδητα μάθαιναν να μιμούνται τους παλιούς ρυθμούς, τόσο λιγότερο ήταν πιθανόν να προσαρμοστούν τα σχέδιά τους στον σκοπό για τον οποίο προορίζονταν. Κι αν πάλι δεν ακολουθούσαν τις συμβάσεις του ρυθμού που έπρεπε να μιμηθούν, το αποτέλεσμα δεν ήταν και τόσο επιτυχημένο. Ορισμένοι αρχιτέκτονες του δέκατου ένατου αιώνα κατόρθωσαν να βρουν ένα δρόμο ανάμεσα στις δύο τούτες δυσάρεστες επιλογές και να δημιουργήσουν κτίρια που δεν ήταν ούτε ψευδοαρχαϊκά ούτε απλώς παράξενες επινοήσεις. Τα έργα τους έχουν γίνει ορόσημα στις πόλεις όπου βρίσκονται και έχουμε φτάσει σχεδόν στο σημείο να τα δεχόμαστε σαν τμήματα του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτό ισχύει, π.χ. για το Αγγλικό Κοινοβούλιο στο Λονδίνο, που η ιστορία του είναι χαρακτηριστική για τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες δούλευαν οι αρχιτέκτονες της εποχής. Όταν το παλιό κτίριο κάηκε το 1834, έγινε διαγωνισμός και οι κριτές διάλεξαν την μελέτη του Σερ Τσαρλς Μπάρρυ (1795-1860), που ήταν αυθεντία στον ρυθμό της Αναγέννησης. Αισθάνθηκαν, ωστόσο, ότι οι πολιτικές ελευθερίες στην Αγγλία στηρίζονταν στα επιτεύγματα του Μεσαίωνα και επομένως ήταν δίκαιο και σωστό να οικοδομήσουν το ιερό της Βρετανικής Ελευθερίας σε γοτθικό ρυθμό – μια άποψη, εξάλλου, που ίσχυσε κι όταν αναστηλώθηκε το Κοινοβούλιο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού είχε καταστραφεί από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς. Ο Μπάρρυ λοιπόν έπρεπε να συμβουλευθεί έναν ειδικό του γοτθικού ρυθμού, τον Α. Β. Ν. Πιούτζιν[ii] (1812-1852), ανένδοτο πρόμαχο της Γοτθικής Αναβίωσης. Η συνεργασία κανονίστηκε ως εξής: ο Μπάρρυ θα καθόριζε το γενικό σχήμα και την διάρθρωση του κτιρίου, ενώ ο Πιούτζιν θα αναλάμβανε την διακόσμηση της πρόσοψης και του εσωτερικού. Σ’ εμάς αυτή η διαδικασία δεν θα φαινόταν και τόσο ικανοποιητική, το αποτέλεσμα όμως δεν είναι κακό. Όταν τα δει κανείς από μακριά, μέσα από την ομίχλη του Λονδίνου, τα περιγράμματα του Μπάρρυ έχουν κάποια μεγαλοπρέπεια κι από κοντά οι γοτθικές λεπτομέρειες κρατάνε κάτι από την ρομαντική τους γοητεία.

________________________

 

[i] Ερνστ Γκόμπριτς, «το Χρονικό της Τέχνης», κεφ. 25, σελ. 499-501, έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994

[ii] Αύγουστος Ουέμπυ Νόρθμορ Πιούτζιν

Written by nomosophia

24 Οκτώβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Σλάβοι και βαλκανική

2 Σχόλια

ο Κωνσταντίνος-Κύριλλος ο φιλόσοφος & ο μοναχός Μεθόδιος

ο Κωνσταντίνος-Κύριλλος ο φιλόσοφος & ο μοναχός Μεθόδιος

 

Η σλαβική εγκατάσταση στην Βαλκανική

Η αυτοκρατορία είχε μεταβληθεί σε ερείπια, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνησή της ο Ηράκλειος (610-641), ένας από τους μεγαλύτερους ηγεμόνες του Βυζαντίου. Η χώρα βρισκόταν σε άθλια οικονομική κατάσταση και ο παλαιωμένος διοικητικός μηχανισμός είχε αχρηστευθεί. Η στρατιωτική οργάνωση, που στηριζόταν στους μισθοφόρους, δεν απέδιδε, αφού δεν υπήρχαν χρήματα, ενώ είχαν εξαντληθεί και οι παλαιές εστίες που τροφοδοτούσαν το στράτευμα με έμψυχο υλικό. Οι κεντρικές επαρχίες του κράτους είχαν κυριευθεί από τους εχθρούς. Άβαροι και Σλάβοι είχαν εγκατασταθεί στην Βαλκανική χερσόνησο, ενώ οι Πέρσες βρίσκονταν στην καρδιά της Μ. Ασίας. Μόνο μια εσωτερική αναγέννηση θα μπορούσε να σώσει την αυτοκρατορία από την καταστροφή.

Τελικά η σωτηρία ήρθε, γιατί το Βυζάντιο διέθετε ενδογενείς δυνάμεις για βαθειά κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ανανέωσή του. Στην αρχή το κράτος, καθώς ήταν αποδυναμωμένο και φτωχό, δεν μπορούσε να αντιδράσει στις εχθρικές επιδρομές. Ο Ηράκλειος σκεφτόταν μάλιστα να μεταφέρει την έδρα του στην Καρχηδόνα για να οργανώσει από εκεί την αντεπίθεση, όπως είχε παλαιότερα οργανώσει από την πόλη αυτή την εκστρατεία του για την ανατροπή του τρομοκρατικού καθεστώτος του Φωκά. Η βαθειά απογοήτευση που προκάλεσε στον πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης το σχέδιο αυτό και η αντίδραση του πατριάρχη Σεργίου ανάγκασαν τον αυτοκράτορα να το εγκαταλείψει. Πάντως το γεγονός ότι συνέλαβε ένα τέτοιο σχέδιο αποδεικνύει την κρισιμότητα στην οποία είχε περιέλθει η κατάσταση στην Ανατολή, καθώς και τη σπουδαιότητα που είχαν οι δυτικές επαρχίες.

Μετά τις σποραδικές εποικήσεις των Σλάβων στην Βαλκανική, στα τέλη του έκτου αιώνα, άρχισε στις αρχές του έβδομου και ιδιαίτερα μετά την αποτυχία της εκστρατείας του Μαυρικίου στο Δούναβη, η μεγάλη σλαβική Landnahme [δηλαδή η κατάκτηση και εγκατάσταση των Σλάβων κατά το ιδιότυπο σύστημα εγκαταστάσεως των «βαρβάρων» λαών στα εδάφη της αυτοκρατορίας]. Πολυάριθμα στίφη Σλάβων και Αβάρων ξεχύθηκαν στα Βαλκάνια ως τις ακτές της Αδριατικής στη Δύση και του Αιγαίου πελάγους στο Νότο και στην Ανατολή. Ύστερα από φοβερές λεηλασίες και ερημώσεις το μεγαλύτερο τμήμα των Αβάρων αποσύρθηκε στις περιοχές πίσω από τον Δούναβη, οι Σλάβοι όμως εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Βαλκανική χερσόνησο και ιδιοποιήθηκαν την περιοχή. Έτσι κατέρρευσε η εξουσία των Βυζαντινών στα Βαλκάνια. Ισχυρές ορδές Σλάβων κατέλαβαν όχι μόνο τις παραδουνάβειες επαρχίες αλλά και ολόκληρη τη Μακεδονία και ερήμωσαν τη Θράκη ως τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Ιδιαίτερα σκληρές ήταν οι επιδρομές των αναρίθμητων αβαρικών και σλαβικών ορδών εναντίον της Θεσσαλονίκης, που πολλές φορές δοκιμάσθηκε από πολιορκίες και επιθέσεις εξ εφόδου. Η πόλη αντέταξε σθεναρή αντίσταση, όμως ολόκληρη η ύπαιθρος γύρω της έπεσε στα χέρια των Σλάβων. Το κύμα των σλαβο-αραβικών μαζών ξεχύθηκε διά μέσου της Θεσσαλίας στην κεντρική Ελλάδα και στην Πελοπόννησο. Από εδώ οι έμπειροι στη θάλασσα Σλάβοι αποβιβάσθηκαν στα ελληνικά νησιά και έφθασαν ακόμη και στην Κρήτη. Το ίδιο σκληρές ήταν και οι επιδρομές στη Δαλματία. Το 614 κατέστρεψαν την Σάλωνα, το διοικητικό κέντρο της Δαλματίας, πράγμα που επισφράγισε την οριστική κατάλυση της κυριαρχίας του ρωμαιο – βυζαντινού πολιτισμού στη δυτική πλευρά της χερσονήσου. Όπως η Σάλωνα και μερικές άλλες δαλματικές πόλεις, την ίδια αυτή εποχή κυριεύθηκαν και οι περισσότερες σημαντικές πόλεις στο εσωτερικό της Βαλκανικής, όπως η Σιγγιδών (σημερινό Βελιγράδι), το Βιμινάκιον (σημερινό Κόστολακ), η Ναϊσσός (σημερινή Νις) και η Σαρδική (σημερινή Σόφια). Εκτός από την Κωνσταντινούπολη, τα λίγα κέντρα βυζαντινής εξουσίας που διατηρήθηκαν στα Βαλκάνια ήταν κατ’ εξοχήν η Θεσσαλονίκη και ορισμένες πόλεις στα παράλια της Αδριατικής, όπως η Ζάρα και το Τραγκούριουμ στο Βορρά, η Μπούτουα, τα Σκόδρα και η Λισσός στον Νότο.

Ολόκληρη η περιοχή των Βαλκανίων έγινε θέατρο σοβαρών φυλετικών ζυμώσεων, αφού μάλιστα συνεχιζόταν ακόμη η εισροή των σλάβων. Η χερσόνησος ολόκληρη, ως το νοτιώτερο άκρο της πλημμύρισε από Σλάβους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι εκσλαβίστηκε πλήρως και οριστικά ο ελληνικός χώρος. Όμως ακόμη και η Πελοπόννησος βρέθηκε κάτω από σλαβική κατοχή περισσότερο από δύο αιώνες. Ωστόσο, η βυζαντινή εξουσία κατόρθωσε σιγά – σιγά να επιβληθεί πάλι στην Ελλάδα και στις λοιπές παράκτιες περιοχές, οι οποίες έτσι διαφύλαξαν ή ανέκτησαν τον ελληνικό τους χαρακτήρα. Κάτω από την πίεση των σλαβικών επιδρομών οι εγχώριοι πληθυσμοί υποχώρησαν στις παράλιες περιοχές και στα πλησιέστερα νησιά. Στο γεγονός αυτό οφείλεται η ισχυροποίηση του ελληνικού στοιχείου στα νότια και ανατολικά παράλια και η προοδευτική εκτόπιση του σλαβικού, ενώ το ρωμαϊκό στοιχείο επικράτησε πάλι στα δυτικά παράλια. Πάντως και στις περιοχές αυτές είχαν διεισδύσει οι Σλάβοι. Το μεγαλύτερο όμως τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου, ολόκληρο το εσωτερικό της, μεταβλήθηκε σιγά – σιγά σε μια καθαρά σλαβική περιοχή, όπου ζούσαν τα διάφορα σλαβικά φύλα. Από την εποχή αυτή οι βυζαντινές επαρχίες της Βαλκανικής, όπου επικρατούσαν πια οι Σλάβοι και ήταν αδύνατον να ασκηθεί η αυτοκρατορική διοίκηση, ονομάζονται στις βυζαντινές πηγές «Σκλαβινίαι».`
______________________

Γκεόργκ Οστρογκόρσκυ, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», τ. Α΄, μέρος Β΄ «Ο αγώνας επιβιώσεως και η ανανέωση του βυζαντινού κράτους (610-711)», σ. 159-161, ιστορικές εκδόσεις Σ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1993.

 

Written by nomosophia

23 Οκτώβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

αρχαίος κόσμος

leave a comment »

Ο κόσμος την εποχή των Ομηρικών επών[i]

 

Οι κλασικοί φιλόλογοι αποδέχονται, σχεδόν ομόφωνα, την άποψη ότι ο Όμηρος συνέθεσε τα έπη του κατά τη διάρκεια του τελευταίου μισού του 8ου αιώνα π.Χ. και ότι η Ιλιάδα είναι το παλαιότερο από τα δύο. Ο ελεύθερος εξαρχαϊσμός των αφηγήσεών του θεωρείται ως προσπάθεια του ποιητή να τοποθετήσει τα γεγονότα βαθιά μέσα σε μια μακρά παράδοση, μετατοπίζοντας τα Τρωικά πίσω στο χρόνο και μέσα στο πολιτισμικό πλαίσιο της Εποχής του Χαλκού. Οι διάδοχοι του Ομήρου φαίνεται ότι έχουν αντιληφθεί αυτό το γεγονός. Ο Ηρόδοτος, ο «πατέρας της ιστοριογραφίας», πίστευε ότι ο Όμηρος έζησε τον 9ο αιώνα π.Χ., δηλαδή, τέσσερις αιώνες πριν από αυτόν. Ο Ησίοδος, γράφοντας περίπου το 700 π.Χ., όχι πολύ μετά τον Όμηρο, τοποθετεί τον Τρωικό πόλεμο στην Εποχή του Χαλκού. Ο Θουκυδίδης χρονολογεί την κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα ογδόντα χρόνια μετά την πτώση της Τροίας και συνεπώς όχι αργότερα από το 1196 π.Χ. Στο βυζαντινό λεξικό του Σουΐδα του 10ου αιώνα μ.Χ. διαβάζουμε ότι η Τροία καταλήφθηκε 410 χρόνια πριν από την πρώτη Ολυμπιάδα, δηλαδή το έτος 1154 π.Χ.Επομένως, ο αγώνας για την κατάληψη της Τροίας που υμνείται στην λογοτεχνία χρονολογείται στην εποχή του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Τα κείμενα των Χιττιτών που αναφέρονται σε μια χώρα με το όνομα «Αχχιγιάβα», η οποία ταυτίζεται από πολλούς μελετητές με την Μυκηναϊκή Ελλάδα και πιθανόν στους βασιλείς των Μυκηνών και σε άλλα πρόσωπα, υπαινίσσονται γεγονότα του τέλους του 14ου αιώνα π.Χ., που θα μπορούσαν να συσχετιστούν με τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Τροία και με την μυκηναϊκή εξάπλωση στο Αιγαίο και την Μικρά Ασία.

Είναι πολύ πιθανόν, αν και σχεδόν αδύνατόν να αποδειχθεί [τοις πράγμασι], ότι τα ίχνη εκτεταμένης καταστροφής από φωτιά που βρέθηκαν στο στρώμα της Τροίας VI (το μόνο αξιόλογο από χρονολογική άποψη) είναι συνέπεια μιας επίθεσης από Μυκηναίους Έλληνες, που είναι γνωστοί ως Αχαιοί. Παρόλα αυτά, η φωτιά μπορεί επίσης να προκλήθηκε από ένα σεισμό που αναφέρεται στις πηγές των Χιττιτών. Αν και δεν μπορεί να απαντηθεί εδώ αυτό το ερώτημα, είναι σαφές ότι το χρονικό πλαίσιο των γεγονότων της Τροίας που αναφέρονται στην Ιλιάδα, μπορεί πράγματι να επιβεβαιωθεί βάσει αρχαιολογικών στοιχείων.

Οι αρχαιολόγοι συνεχίζουν να φέρνουν στο φως ευρήματα τόσο από το Μυκηναϊκό όσο και από το μετά-Μυκηναϊκό πολιτισμό, δηλαδή αντικείμενα από τους λεγόμενους «Σκοτεινούς Αιώνες» της πρώιμης Ελληνικής Ιστορίας, που επιτρέπουν συγκρίσεις με πληροφορίες από τον Όμηρο και σε ορισμένες περιπτώσεις απεικονίζουν κάποιες Ομηρικές μαρτυρίες. Η αρχαιολογία επομένως, βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη θέση να υποστηρίξει την θεωρία ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια εμπεριέχουν στην πραγματικότητα αρκετά σαφείς χρονολογικές τομές. Στην διπλή – φιλολογική και αρχαιολογική – ερμηνεία της (1990) η Ε. Σ. Σέρρατ επεξεργάστηκε ξανά αυτό το «στρωματογραφικό» σχήμα, που καλύπτει την περίοδο από το 16ο έως τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. Στην πορεία των διαφόρων προανακτορικών και ανακτορικών φάσεων (16ος-13ος αιώνας π.Χ.), η ιστορία με επίκεντρο την Πελοπόννησο, την καρδιά του Μυκηναϊκού πολιτισμού, φαίνεται να τελειώνει σχεδόν ταυτόχρονα με τον Τρωικό πόλεμο. Ο σίδηρος, που βρέθηκε εδώ για πρώτη φορά, έπαιζε ακόμη ασήμαντο ρόλο. Οι πολεμιστές φορούσαν κράνη που καλύπτονταν από δόντια κάπρου, έφεραν μακριά ξίφη και λόγχες και ήταν προστατευμένοι από μια πλατιά πυργόσχημη ασπίδα που κάλυπτε όλο το σώμα και σε κάποιες περιπτώσεις από χάλκινη πανοπλία που έφθανε μέχρι το γόνατο (πανοπλία τύπου Δένδρων). Αυτοί οι πολεμιστές ήταν οπλισμένοι για μάχες ευγενών σώμα με σώμα, στις οποίες οδηγούνταν πεζή ή με δίτροχα πολεμικά άρματα. Οι χώροι κατοικίας τους ήταν τα πρώιμα Μυκηναϊκά ανάκτορα, πολύπλοκα οικοδομήματα με κλιμακοστάσια και επίπεδες οροφές.

Η Μετανακτορική περίοδος (από τον 12ο έως τις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ.) διακρίνεται ακόμα σαφέστερα από το δυναμικό της χαρακτήρα. Είναι η περίοδος της Φοινικικής επίδρασης και του θαλάσσιου εμπορίου. Ο σίδηρος ήταν πλέον σε κοινή χρήση. Η καύση των νεκρών ήταν η επικρατέστερη ταφική συνήθεια. Οι πολεμιστές χρησιμοποιούσαν μια μικρή στρογγυλή ασπίδα, ένα ξίφος, δύο λόγχες ή ακόντια και φορούσαν κερασφόρα κράνη. Οι στρατιώτες πολεμούσαν στοιχισμένοι σε μια πρώιμη μορφή φάλαγγας, για να αποκρούουν τις μετωπικές επιθέσεις των εχθρών. Τα ανάκτορα ήταν μάλλον απλά οικοδομήματα με κεκλιμένες οροφές και δωμάτια στο επίπεδο του εδάφους.

Η τελευταία περίοδος (από τον 8ο αιώνα π.Χ.) συμπίπτει περίπου με την σύνθεση των ηρωικών επών του Ομήρου. Οι πολεμιστές τώρα πολεμούν πεζοί, προστατευμένοι με κράνη, στρογγυλές ασπίδες με γοργόνεια, κοντούς θώρακες και κνημίδες. Στην μάχη έφεραν δύο λόγχες. Δεν ζούσαν πια σε ανάκτορα, αλλά σε απλές κατοικίες με θεμελίωση που μας είναι γνωστή από άλλους οικισμούς της ίδιας περιόδου.

Οι ήρωες του Ομήρου ήταν οι βασιλείς και οι ευγενείς της Μυκηναϊκής και Προκλασικής Ελλάδας. Ανεξάρτητα από το μέγεθος της επικράτειας ενός ηγεμόνα, αυτός είχε πάντα ξεχωριστή θέση στην κοινωνία. Ο κόσμος των ευγενών απεικονίζεται στα πολύτιμα αντικείμενα που κατείχαν και αντάλλασσαν μεταξύ τους, καθώς και στις κατοικίες τους, τα ανάκτορα. Δεν είναι καθόλου δύσκολο, επομένως, να αποδώσουμε τους πολυτελείς τάφους του Μυκηναϊκού πολιτισμού – τους Λακκοειδείς Τάφους των Μυκηνών, τους Θολωτούς των Μυκηνών, της Πύλου ή του Ορχομενού και τους Θαλαμωτούς Τάφους των Δένδρων, για παράδειγμα, σε αυτήν την συγκεκριμένη κοινωνική τάξη. Εξαφανίστηκαν με το τέλος του Μυκηναϊκού πολιτισμού τον 12ο αιώνα π.Χ., τον πρώτο των «Σκοτεινών Αιώνων» της Ελληνικής Ιστορίας. …

Έξω από την περιοχή του Αιγαίου οι αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει ευρήματα από όλες τις φάσεις της Εποχής του Χαλκού. Τα πιο σημαντικά είναι πλούσια κτερισμένες ταφικές θέσεις και αντικείμενα μεγάλης αξίας, που μπορούμε να συνδέσουμε με ευγενείς, πολέμαρχους ή «βασιλείς», δηλαδή, με την ανώτερη κοινωνική τάξη στις αντίστοιχες κοινωνίες. Ορισμένα αντικείμενα της Εποχής του Χαλκού έχουν σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά με άλλα που βρίσκονται σε αρκετά μακρινές περιοχές, γεγονός που δείχνει ότι οι άμεσες ή έμμεσες επαφές μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης μπορεί να ήταν πολύ στενότερες από ό,τι γενικά είχαμε υποθέσει. Ο Οδυσσέας, ο αρχαίος εξερευνητής, αναλαμβάνει τον συμβολικό ρόλο του μεσάζοντος μεταξύ των ευγενών της Ευρώπης …
______________________


[i] Θεοί και Ήρωες της Εποχής του Χαλκού, αφιερωματική έκδοση στο πλαίσιο της 25ης έκθεσης τέχνης του Συμβουλίου της Ευρώπης, αποσπάσματα από το εισαγωγικό άρθρο «Γραπτές Πηγές και Αρχαιολογία: ο Όμηρος, η Γραμμική Β΄ γραφή και η Αρχαιολόγια», των Καίτης Δημακοπούλου, Κριστιάν Ελυέρ, Γιόργκεν Γιένσεν, Αλμπρεχτ Γιοκενχέβελ, Ζαν-Πιερ Μοέν


 

 

Written by nomosophia

22 Οκτώβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Αρχαιολογία

περί συμποσίων

leave a comment »

Συμπόσια[i]
_ _ _ _ _ _ _

Τότε λοιπόν να ‘χεις στη σκιά του βράχου βίβλινο κρασί και τραχανόψωμο και γάλα από γίδες αποκομμένες και κρέας δαμάλας δασοθρεμμένης αγέννητης και πρωτογέννητα κατσίκια και από πάνω να πίνεις λαμπερό κρασί, στη σκιά καθισμένος, με χορτασμένη κρασί καρδιά, απέναντι στο ζωηρό Ζέφυρο στρέφοντας το πρόσωπο και από πηγή αείρροη και τρεχούμενη, αθόλωτη, τρεις φορές νερό και την τέταρτη κρασί να χύνεις.   

(«Έργα και Ημέραι», στ. 588-596)


Για τους αρχαίους ημών προγόνους ήταν αδιανόητο το να γευματίζουν μόνοι. Ο Πλούταρχος έλεγε ότι «το να φάει κανείς μόνος του δεν σημαίνει να γευματίσει αλλά να γεμίσει το στομάχι του σαν τα ζώα».Και ο Αθήναιος:
Όταν ιδείς ιδιώτη μόνο του να τρώγει, χωρίς να ‘χει συντροφιά ή κανένα ποιητή να μη θέλει τα τραγούδια ούτε και την μουσική, γι’ αυτούς πρέπει να πιστεύεις ότι χάσανε κι οι δυο τους, ο μεν πρώτος τη μισή απ’ όλη του τη ζωή, ο δε δεύτερος τη μισή απ’ όλη την τέχνη του. Και στο κάτω, κάτω άθλια ζούνε και οι δύο.

Αυτοί που έτρωγαν μόνοι τους φαίνεται πως ενοχλούσαν τους άλλους.

«Μόνος σου πλέον τρώγεις κάτι και βλάπτεις εμέ», σημείωσε ο Αντιφάνης και ο Αμειψίας, επίσης κωμικός ποιητής (και σύγχρονος του Αριστοφάνη), εκνευρίζεται:

Πήγαινε στον κόρακα

μονοφάγε
και κατεργάρη

.
Έτσι, με τέτοια νοοτροπία, δικαιολογείται η μεγάλη αγάπη των αρχαίων Ελλήνων για τα συμπόσια, που πολλά απ’ αυτά έμειναν στην ιστορία.

Βέβαια, ακόμα και σ’ ένα συμπόσιο ή σ’ ένα επίσημο γεύμα, ο αριθμός των καλεσμένων ήταν περιορισμένος. Κι αυτό για να μην αφήσει ο οικοδεσπότης παραπονούμενους.

Να τρώνε όλοι μάλιστα, σε πλούσιο τραπέζι, μα ας είναι τρεις ή τέσσερις ή πέντε όλοι κι όλοι κι όχι περισσότεροι, γιατί τότε καταντά σκηνή στρατιωτών που ζουν με το συσσίτιο και την αρπαγή.

 

 

(Αθήναιος, Α 7)


Αντίθετη γνώμη, για τον περιοριμένο αριθμό καλεσμένων στο συμπόσιο, είχε ο Μέγας Αλέξανδρος. Ο Μακεδόνας στρατηλάτης, όπως εξιστορεί ο ιστοριογράφος Έφιππος ο Ολύνθιος, που τον ακολούθησε στις εκστρατείες του και διορίστηκε μάλιστα απ’ τον Αλέξανδρο Επίσκοπος στην Αίγυπτο, «οσάκις εδείπνει μετά των φίλων του εδαπάνα εκατό μνας την ημέρα, ενώ μετείχαν στο δείπνο εξήντα ίσως και εβδομήντα φίλοι».Φυσικά, όλα τα γεύματα και τα δείπνα, των Αθηναίων ή των Κορινθίων, ήταν μια μεγάλη πολυτέλεια για τους Σπαρτιάτες.
Στην πρωτεύουσα της Λακωνίας, όπου τα γεύματα ήταν κοινά, πρώτη θέση είχε ο «μέλας ζωμός», κάτι που ούτε στον ύπνο τους δεν ήθελαν να δουν οι εκτός Λακεδαίμονος καλοφαγάδες.

Διηγείται ο Πλούταρχος:

Ένας βασιλιάς του πόντου αγόρασε ένα Σπαρτιάτη μάγειρο και τον έβαλε να του φτιάξει τον μέλανα ζωμό. Φυσικά, μόλις τον δοκίμασε δεν του άρεσε και ο μάγειρος δικαιολογήθηκε ως εξής: Για να σε ικανοποιήσει αυτός ο ζωμός βασιλιά πρέπει πρώτα να λουστείς στα νερά του Ευρώτα.

Στα γεύματα και στα συμπόσια οι αρχαίοι έτρωγαν ξαπλωμένοι σε κλινίδια. Άρχιζαν με το πρόπομα, ένα γλυκόπιοτο κρασί ή από χυμό φρούτων ανακατεμένο με μέλι και συνέχιζαν το κρασί τους, πάντα βέβαια νερωμένο. Κανένας δεν μπορούσε να καθίσει στο τραπέζι χωρίς να πιει. Άλλωστε το «πίε ή φύγε» ήταν κάτι που συχνά τόνιζε ο συμποσίαρχος στους καλεσμένους.

Συμποσίαρχος ήταν αυτός που καθόριζε το βαθμό του μείγματος των κρασιών, πολλές φορές ήταν ο ίδιος ο οικοδεσπότης.

Κανένας δεν λάμβανε μέρος σε συμπόσιο απρόσκλητος, εκτός των πολύ στενών συγγενών, των εταίρων και των γελωτοποιών.

Πριν αρχίσει το φαγοπότι γίνονταν οι απαραίτητες σπονδές στους θεούς. Μία απ’ τις σπονδές, απαραιτήτως, ήταν για τον Ξένιο Δία και τον Διόνυσο. Αξιοσημείωτη είναι η μελέτη του Φλασελιέρ:

«Κάθε συμπόσιο άρχιζε με σπονδές για τους θεούς και πιο πολύ για τον Διόνυσο. Έπιναν λίγο ανέρωτο κρασί και μετά έχυναν μερικές σταγόνες προφέροντας το όνομα της θεότητας. Κατά την συγκέντρωση οι πότες αντί να ρίχνουν κάτω την σπονδή διασκέδαζαν σημαδεύοντας έναν ορισμένο στόχο με το υγρό που είχε μείνει στον πάτο της κούπας τους. Σ’ αυτήν την νέα σπονδή δεν αναφέρονταν στο όνομα ενός θεού αλλά κάποιου αγαπημένου τους προσώπου. Αν το υγρό έπεφτε πάνω στην πιατέλα ή στο δοχείο που είχαν βάλει στόχο, έβλεπαν σ’ αυτό ένα καλό οιωνό, που τους έλεγε από πριν πως η ερωτική τους επιδίωξη θα είχε επιτυχία.

…Οι γυναίκες στα συμπόσια, που γίνονταν αποκλειστικά με μέλη του φύλου τους ή οι εταίρες που ήταν προσκαλεσμένες στα συμπόσια των ανδρών, έπαιζαν επίσης τούτο τον ερωτικό κότταβο. Σ’ ένα αγγείο του Ευφρονίου μια γυναίκα γυμνή, ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι συμποσίου, κρατά με το δεξί της χέρι τη λαβή μιας κούπας λέγονατας: Ρίχνω σε σένα, Λέαγρε.
…Ο κότταβος έγινε τόσο πολύ της μόδας, ώστε επινόησαν πολλές ποικιλίες αυτού του παιχνιδιού

».
«Εστιάζεσθαι, κοτταβίζειν, συβαρίζειν», τόνιζε ο Αριστοφάνης.

 

 

[i] Χρήστου Μότσια, «Τί έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες», σελ. 112-115. εκδόσεις Κάκτος, 1982.


 

 

Written by nomosophia

21 Οκτώβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία