ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Νοέμβριος 2008

Ινδική λογοτεχνία

leave a comment »

Ντάρμα[1]

Την μέρα που ο υποστράτηγος Τζάγκο Αντία έγινε πενήντα χρονών, άρχισε να τον πονάει το κομμένο του πόδι. Του είχαν μιλήσει παλιότερα οι γιατροί γι’ αυτόν τον «φανταστικό πόνο», αλλά το πόδι έλειπε είκοσι χρόνια τώρα χωρίς να τον έχει ενοχλήσει καθόλου, κι έτσι, όταν ένιωσε μια σουβλιά πέντε πόντους κάτω από το πλαστικό του γόνατο, παραπάτησε όχι από τον πόνο αλλά από έκπληξη. Ήταν μικρό παραπάτημα, αλλά οι αξιωματικοί που βρίσκονταν γύρω του στράφηκαν αλλού, γιατί ήταν ο Τζάγκο Αντία και δεν παραπατούσε ποτέ. Οι νεώτεροι υπολοχαγοί κοκκίνισαν από συγκίνηση, γιατί πίστευαν ακράδαντα ότι ο Τζάγκο Αντία είναι βράχος ακίνητος κι αυτό το μικρό στραβοπάτημα και ο τρόπος με τον οποίο επανήλθε ακαριαία στο ολόισιο στρατιωτικό του παράστημα τους θύμιζε την μεταλλική ακαμψία της πειθαρχίας του, που την έβλεπες καθαρά στα γκρίζα του μάτια. Φημιζόταν για το βλέμμα του, για την ψυχρή μαυρίλα του θυμού του, για τις ικανότητές του στην στρατιωτική τακτική, για την ευκολία με την οποία «διάβαζε» το έδαφος στα πεδία της μάχης, για όλη του την σταδιοδρομία, από το χρυσό μετάλλιο στην Καρακβάσλα μέχρι την μάχη και τα μετάλλια στην Λεχ και την Διοίκηση των Βορειοανατολικών Συνόρων. Φημιζόταν για όλα αυτά, αλλά το επίκεντρο του θρύλου ήταν το πόδι. Υπήρχε κάτι τρομερό σ’ αυτήν την ιστορία, στο τί είχε συμβεί κι έτσι κανείς δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτό. Ο Τζάγκο Αντία διέσχιζε ζούγκλες ντροπιάζοντας άντρες είκοσι χρόνια νεώτερούς του και ήταν λες και δεν είχε χάσει ποτέ το πόδι του. Γι’ αυτό οι μαθητές της Στρατιωτικής Ακαδημίας συνήθιζαν να μιμούνται το φέρσιμό του – την ευγένειά του, την δυστροπία του, την λεπτότητά με την οποία χειριζόταν το μαχαίρι και το πιρούνι, το αργό χαμόγελο. Ήθελαν να αποκτήσουν την σιγουριά του και πίστευαν ότι η μοναξιά του είναι σημάδι της ιδιοφυΐας του.

Έτσι, όταν έφυγε από το μπάρα κάνα, οι άντρες τον κοίταξαν με σεβασμό και, περιέργως, αυτό το μικρό στραβοπάτημα τους έκανε να πιστέψουν ακόμη περισσότερο στην δύναμή του. Είχαν κάνει πάρτυ για να γιορτάσουν κάποια μάλλον άγνωστη μάχη του συντάγματος πριν από μισό αιώνα, επειδή δεν τους επέτρεπε ποτέ να γίνει γιορτή για τον ίδιο. Όταν έφυγε, ξαπλώθηκαν στους καναπέδες πίνοντας τα ποτά τους και άρχισαν να λένε ιστορίες γι’ αυτόν. Το όνομά του ήταν Τζεχανγκίρ Αντία, αλλά εδώ και τριάντα χρόνια τώρα στις ιστορίες τους ήταν ο Τζάγκο Αντία. Μερικοί δεν ήξεραν καν το πραγματικό του όνομα.

Στο μεταξύ, ο Τζάγκο Αντία ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κάτω από μια κουνουπιέρα, με τα χέρια ίσια στα πλευρά του το ένα του πόδι ίσιο κι αυτό – σαν να στεκόταν προσοχή – και το άλλο όρθιο δίπλα στο κρεβάτι και περίμενε να τον πάρει το όνειρό του. Κάθε βράδυ φανταζόταν ότι πέφτει ασταμάτητα μέσα στην νύχτα, γλιστρά μέσα από κρύο αέρα και σε κάποιο σημείο η πτώση γινόταν όνειρο και αποκοιμίοταν πέφτοντας ακόμη. Το έκανε αυτό από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, πολύ πριν από την εκπάιδευσή του στην σχολή αλεξιπτωτιστών και πολύ πριν από την πτώση στην Συλχέτ, προς τα εχθρικά πυρά και το επικίνδυνο έδαφος. Το είχε μέσα του από πολύ παλιά αυτό το άλμα και ήξερε που τον πήγαινε, αλλά τούτη την νύχτα ένας πόνος μεγάλωνε σ’ εκείνο το μέρος που δεν το είχε πια και προσπαθούσε να τον διώξει, να φανταστεί την ορμή του αέρα στον σβέρκο του, το πετάρισμα των ρούχων, το απόλυτο σκοτάδι αλλά μάταια. Ήταν ακόμη ξύπνιος.
_________________

[1] Βίκραμ Τσάντρα, «Ιστορίες της Βομβάης», Χαρλένικ Ελλάς Εκδοτική, 1998

Advertisements

Written by nomosophia

28 Νοέμβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Φιλοσοφία

leave a comment »

Το πορτρέτο του στρατευμένου ηλίθιου[1]

Ο 18ος αιώνας διέκρινε δύο μορφές ηλιθιότητας : η πρώτη, που ταυτίστηκε με την προκατάληψη δηλαδή με τα όσα κληρονομούνται ανεξέλεγκτα, θα γινόταν ο στόχος της προοδευτικής σκέψης προτού η τελευταία βυθιστεί κι αυτή με τη σειρά της σε μια άλλη μορφή βλακείας, ακόμα χειρότερης, εκείνης που συνίσταται στην ειδωλοποίηση της Ιστορίας, της Επιστήμης, της Τεχνολογίας. Αλλά ο Διαφωτισμός, διατηρώντας κάποια στοιχεία συντηρητικού χριστιανισμού, εγκωμίαζε επίσης, με ένα συγκαλυμμένο τρόπο, την κατάσταση της φύσης, το μακάριο αμαθή που παραμένει ηθικός και ενάρετος χάρη στην αποβλάκωσή του. Οι ταπεινοί, οι φτωχοί, οι αγρότες δεν χρειάζονται καμιά μόρφωση. Αυτή προορίζεται μόνο για τις πεφωτισμένες τάξεις.

Στον επόμενο αιώνα βρίσκουμε ένα κατάλοιπο αυτής της απολογίας του στοιχειώδους στη μορφή του Ηλίθιου. Σε μια θετικιστική εποχή, αφοσιωμένη στη γνώση, το σχολείο, τη βιομηχανία, αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μια επιβίωση ή μια διανοητική μειονεξία. Ίσως να μην διαθέτει το εκλεπτυσμένο πνεύμα των σοφών, αλλά μες στην ηλιθιότητά του μιλάει μια γλώσσα πολύ πιο ουσιαστική από τη γλώσσα του λογικού. Τη γλώσσα της καρδιάς, ακόμα και της ψυχής. Ο Ηλίθιος είναι ένας ήρωας του αυθεντικού συναισθήματος ενάντια στον εκφυλισμένο πολιτισμό. Ο Ντοστογιέφσκυ θα εξυψώσει αυτόν τον ανθρώπινο τύπο, κάνοντας τον Πρίγκιπα Μίσκιν ένα πλάσμα έξω από τα κοινά μέτρα, σχεδόν μια μετενσάρκωση του Χριστού : ενήλικος με παιδική ψυχή, έγινε πτωχός τω πνεύματι λόγω της επιληψίας, λες και η αρρώστιά του ήταν κάτι το θεόσταλτο. Γιατί αυτός ο αγαθούλης κεραυνώνει τους άλλους με τη διορατικότητά του, προκαλεί καταιγίδες που τον καθιστούν μισητό και σαγηνευτικό ταυτόχρονα. «Αχ, πρίγκιπα, έχετε μια αφέλεια και μια αθωότητα που όμοιές τους δεν γνώρισε μήτε η εποχή του χρυσού. Και ξαφνικά, η βαθιά ψυχολογική σας διεισδυτικότητα διαπερνά τον άνθρωπο σαν βέλος», του λέει ένας από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Μέσα από αυτόν μιλάει μια αρχέγονη, σχεδόν θεϊκή σοφία που σκανδαλίζει, καταλύει τις κοσμικές συμβατικότητες. Ρομαντική αντιστροφή των αξιών : αυτοί που κατέχουν την αλήθεια δεν είναι πια οι ισχυροί και οι λόγιοι, αλλά οι περιθωριακοί. Ο αφελής, ο καθυστερημένος συναντά όλους εκείνους τους ήρωες του αντί- μοντερνισμού, το παιδί, τον τρελό, τον καλλιτέχνη, τον αντάρτη, τον άγριο, που διακατέχονται ακόμα από κάτι το θεμελιακό.

Η εποχή μας έχει πάψει να σέβεται την μελέτη και την μόρφωση. Τα είδωλά της βρίσκονται αλλού : στην «γκλαμουριά», την κομπίνα, τον σουσουδισμό. Το πιο δημοφιλές από τα «μίντιά» μας, η τηλεόραση, καταφέρνει μερικές φορές να διευρύνει ως το μη περαιτέρω τα όρια της μηδαμινότητας, σε σημείο που εξαναγκαζόμαστε να σωπάσουμε, γοητευμένοι ή εξουθενωμένοι. Μια και σήμερα αυτοί που αποστρέφονται την μωρολογία, του αυτοσχηματισμούς, την αυτάρεσκη κουφότητα θεωρούνται βλάκες, έχει σχεδόν χαθεί η ντροπή που, μέχρι πρόσφατα, περιέβαλλε τους κουμπούρες και τους απαίδευτους. Αντίθετα μάλιστα, τους βλέπουμε να κυριαρχούν στα «μίντια» σαν ράθυμοι βασιλιάδες που όχι μόνο δεν κοκκινίζουν καθόλου για την αμάθειά τους, αλλά αντίθετα την θεωρούν τιμή τους και καμάρι τους. Και το χειρότερο : είναι οι εκπρόσωποι μιας στρατευμένης, χολερικής βλακείας που μισεί θανάσιμα το καθετί το πνευματικό. Στην λέξη «κουλτούρα» βγάζουν περίστροφο – επικαλούμενη το ρεκόρ τους στην τηλεθέαση ή την ακροαματικότητα – και μαζί μα το κοινό τους γιουχάρουν όλους τους σνομπ, τους σχολαστικούς, τους ξενέρωτους που δεν εκστασιάζονται μπροστά στο μεγάλο «μιντιο-διαφημιστικό» τσίρκουλο. Μη αρκούμενοι να χλευάζουν το σχολείο ή το πανεπιστήμιο, θέλουν σώνει και καλά να τα υποκαταστήσουν, να αποδείξουν με το προσωπικό τους παράδειγμα πως η επιτυχία και το χρήμα δεν περνούν πια μέσα από τους ναούς της γνώσης. Ο πεισματικός κρετινισμός τους δεν ανέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση της δεσποτείας του, τα πάντα οφείλουν να υποχωρούν μπροστά στην υπερφίαλη σαχλότητά τους που χρησιμοποιεί όλα τα όπλα του «οχαδελφισμού», της χυδαιότητας, της χαμέρπειας. Και η μωρία τους είναι ακαταμάχητη, επειδή αποκλείει κάθε ιδέα απόστασης και ειρωνείας. Η θριαμβευτική επιστροφή του αγράμματου στα καθοδικά δίκτυα επιτελείται κάτω από το διπλό σήμα της υπερηφάνειας και του αγώνα : δεν είναι πια ο αδαής που έχει επίγνωση της κατωτερότητάς του, αλλά ο μεγαλόστομος που με τα γαυγίσματά του κόβει την οποιαδήποτε αντιλογία. Αν ο επιθετικός ηλίθιος κατορθώσει κάποτε να γίνει απόλυτος άρχοντας της κοινωνίας μας, τότε ο καλλιεργημένος άνθρωπος θα καταντήσει να θεωρείται ευήθης, σαν ε΄να αξιοπερίεργο δείγμα αυτής της εξαφανιζόμενης φυλής που εξακολουθεί ακόμα να ευλαβείται το βιβλίο, το ήθος και την σκέψη.

[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Ο Πειρασμός της Αθωότητας», σ. 95-97, εκδόσεις Αστάρτη, 1995.

Written by nomosophia

27 Νοέμβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία

Πόλεμος

leave a comment »

Περί της φονικότητας των βομβών[1]

Όταν η ΡΑΦ εισήλθε στον Β΄παγκόσμιο πόλεμο, οι βόμβες της ήσαν ακόμη στα πρότυπα των εκρηκτικών του 1918 και τουλάχιστον σε μία περίπτωση, κατά τις βρετανικές επιδρομές στην Στουτγάρδη τον Ιούλιο του 1944, μερικές μοίρες αεροσκαφών έριξαν βόμβες του 1918. Η εμπειρία από τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο υποδείκνυε ότι τα ωστικά κύματα των βομβών μπορούσαν να σκοτώσουν σε μεγάλη απόσταση από το σημείο έκρηξης. Κι όμως, για έναν τέτοιο σκοπό η Διοίκηση Βομβαρδιστικών δεν διέθετε μεγαλύτερες βόμβες από εκείνες των 227 κιλών και τα κίνητρα ανάπτυξης μεγαλύτερων ήσαν λίγα. Οι Γερμανοί δεν είχαν κάνει το ίδιο λάθος και έως το 1943 χρησιμοποιούσαν συστηματικά εκρηκτικές ύλες με πρόσθετα καθαρού αλουμινίου, τα οποία διπλασίαζαν την δύναμή τους, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στους Βρετανούς θεωρητικούς, ειδικούς του πολέμου, οι οποίοι εντούτοις δεν κατόρθωσαν να το «περάσουν» στην πράξη προς τους προγραμματιστές της κατασκευής των πυρομαχικών της Διοίκησης Βομβαρδιστικών.

Η ανακολουθία εντοπίστηκε από έναν κορυφαίο ειδήμονα του Ναυαρχείου στην επιχειρησιακή έρευνα, τον καθηγητή Φυσικής Πάτρικ Μπλάνκετ : «Δοκιμές στατικών εκρήξεων», έγραψε, «έδειξαν ότι οι βρετανικές βόμβες γενικής χρήσης που χρησιμοποιούνταν τότε, ήσαν περίπου κατά το ήμισυ αποτελεσματικές σε σύγκριση με τις γερμανικές βόμβες ελαφρού περιβλήματος (εκρηκτικές) του ίδιου βάρους. Κατά τους δέκα μήνες, Αύγουστος 1940 – Ιούνιος 1941, το συνολικό βάρος των βομβών που έπεσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν περίπου 50.000 τόνοι. Ο αριθμός των νεκρών ήταν 40.000, που σημαίνει 0,8 σκοτωμένοι ανά τόνο».

Συνεπώς, συμπέραινε ο Μπλάνκετ, έχοντας ως δεδομένα την αποδεδειγμένα χαμηλότερη δυναμικότητα της ΡΑΦ και τον κατώτερο οπλισμό της, μπορούσαν να ελπίζουν σε 0,2 νεκρούς Γερμανούς ανά ριπτόμενο τόνο βρετανικών βομβών. Καθώς είχε ήδη αποδείξει ότι «οι απώλειες της βιομηχανικής παραγωγής … και οι απώλειες μεταξύ των αμάχων … ήσαν περίπου αναλογικές», υποδείκνυε με υπολογισμούς του ότι η συνέχιση των βομβαρδισμών κατοικημένων περιοχών εκ μέρους της ΡΑΦ ήταν μάταιη, άποψη ήδη ευρέως αποδεκτή στους κύκλους του Ναυαρχείου.

Αυτό επιβεβαιώθηκε και από τα μακάβρια πειράματα του καθηγητή Σόλι Ζούκερμαν, στα τέλη του 1941, τα οποία γνωστοποιήθηκαν για πρώτη φορά μετά από σχετική ερώτηση που υποβλήθηκε στην Βουλή των Κοινοτήτων. Ο Ζούκερμαν κατέδειξε ότι οι γερμανικές βόμβες, συγκρινόμενες με τις βρετανικές ανά μονάδα βάρους, ήσαν αποτελεσματικότερες περίπου στο διπλάσιο. Αλλά δεν ήταν μόνο αύτο : πυροδοτώντας βρετανικές βόμβες γενικής χρήσης των 227 κιλών ανάμεσα σε ζωντανές κατσίκες στοιβαγμένες σε βαθύ λάκκο και υπό διαφορετικές γωνίες, ο Ζούκερμαν συμπέρανε ότι «η φονική πίεση για τον άνθρωπο» ήταν περίπου 28-36 κιλά ανά τ.ε. Η εμπειρία των αεροπορικών επιδρομών στις βρετανικές πόλεις επαλήθευσε τον υπολογισμό. Έως τότε, θεωρούσαν ότι η φονική πίεση ήταν μόλις 0,35 κιλά ανά τ.ε.

Ο Ζούκερμαν υπολόγισε εμπειρικά ότι η αναγκαία πίεση για να προκαλέσει ελάχιστη πνευμονική ζημιά στον άνθρωπο ήταν 4,93 κιλά ανά τ.ε. Επικαλούμενος έρευνα του καθηγητή Τζ. Ντ. Μπέρναλ για τις απώλειες από τις γερμανικές αεροπορικές επιδρομές στις βρετανικές πόλεις, ο Ζούκερμαν συμπέρανε ότι πολύ λίγοι κάτοικοι βρίσκονταν τόσο κοντά στα σημεία βομβαρδισμού, ώστε να υποστούν τραυματισμούς από τα ωστικά κύματα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι παρόλο που ο Ζούκερμαν ερεύνησε και τις θραυστικές επιπτώσεις των βομβαρδισμών, κανένας επιστήμονας και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές δεν είχε ερευνήσει την φονικότητα των βομβών από την άποψη του καπνού – και της συνεπαγόμενης δηλητηρίασης από το μονοξείδιο του άνθρακα. Στις επιδρομές που αναλύονται στην παρούσα εργασία, το ποσοστό των απωλειών που προκλήθηκαν εξαιτίας αυτής της αιτίας, προσεγγίζει το 70% του συνόλου των γερμανικών απωλειών.

Αν, όμως, οι καθηγητές Μπλάνκετ και Ζούκερμαν περίμεναν το Επιτελέιο Αεροπορίας να εκτιμήσει σοβαρά τους αποθαρρυντικούς υπολογισμούς τους και να προσανατολίσει την πολεμική βιομηχανική παραγωγή στην επίθεση κατά των εχθρικών υποβρυχίων – και οι 2 επιστήμονες ήσαν γνωστοί πολέμιοι του βομβαρδισμού κατοικημένων περιοχών – απογοητεύτηκαν. Οι υπολογισμοί τους, όπως και πολλοί άλλοι από επιστήμονες ανάλογων πεποιθήσεων, χρησιμοποιήθηκαν μονάχα ως επιχειρήματα για ισχυρότερα όπλα και καλύτερη μεθόδευση των ενεργειών της Διοίκησης Βομβαρδιστικών.

[1] Ντάιβιντ Ίρβιγκ, «ο Βομβαρδισμός της Δρέσδης», εκδόσεις Ιωλκός, 2004

Written by nomosophia

26 Νοέμβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Οικονομία

leave a comment »

Η πηγή του μίσους και της διαμάχης[1]

Το καθεστώς του χωρίς όρια ανταγωνισμού, η επικράτηση του ισχυροτέρου και η εξόντωση του αδύναμου, ο οικονομικός δαρβινισμός όπως αποκαλείται, εφαρμοζόταν με ζήλο στις Ηνωμένες Πολιτείες από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Οι κοινωνικές δαπάνες – για υγεία, πρόνοια, παιδεία – απορρίπτονταν στις περισσότερες πολιτείες. Και όποιος αποτολμούσε να εισηγηθεί πιστώσεις για κοινωνικούς σκοπούς κινδύνευε να χαρακτηριστεί κομμουνιστής. Στα νομοθετικά σώματα των πολιτειών, γράφει ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζων Κ. Γκαλμπρέιθ, στα δημαρχεία και στις σχολικές επιτροπές, «κάθε συνηγορία για κρατικά κονδύλια χαρακτηριζόταν ανελεύθερη αντίληψη… Κάθε αίτημα για ανέγερση νέων σχολείων, για καταπολέμηση της ρύπανσης και αυστηρότερη εφαρμογή των κανονισμών στις βιομηχανικές ζώνες, ερμηνευόταν ως ένα απαράδεκτο βήμα στον ολισθηρό κατηφορικό δρόμο που οδηγεί στον κομμουνισμό»[2].

Οι υπέρμαχοι του δαρβινισμού στην κοινωνία υποστήριζαν ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός καταλήγει στην επιβίωση και τον πλουτισμό των νικητών. Αυτοί είναι οι ισχυρότεροι και ικανότεροι. Οι άλλοι, οι ηττημένοι, προορίζονται για τον σκουπιδότοπο.

Γενάρχες αυτής της αμείλικτης και ανθρωποφαγικής ιδεολογίας υπήρξαν κυρίως ο Άγγλος οικονομολόγος Δαυΐδ Ρικάρντο και ο επίσης Άγγλος κοινωνιολόγος Ερβέρτος Σπένσερ [ΙΘ΄ αιώνας]. Ο Ρικάρντο έλεγε ότι ο ανθρωπισμός δεν έχει καμμιά θέση στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς. Οι νόμοι για την προστασία των φτωχών πρέπει να καταργηθούν. Δεν είναι λογικό η συμπόνια και η φιλανθρωπία να παρεμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη!

Ο Σπένσερ υποστήριζε ότιδεν πρέπει να επιβαρύνεται το κράτος με την εκπαίδευση. Είναι φροντίδα που αφορά αποκλειστικά στους γονείς. Εκείνοι πρέπει να αποφασίσουν αν τα παιδιά τους θα μορφωθούν – με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες – ή αν θα μείνουν αγράμματα. Ούτε με την υγειονομική περίθαλψη των φτωχών πρέπει να ασχολείται το κράτος. Γιατί η οργάνωση δημόσιων υπηρεσιών υγείας κρατά στη ζωή αδύναμα, δηλαδή άχρηστα άτομα του ανθρώπινου είδους[3].

Ο «φιλελευθερισμός» της αγοράς διαχωρίζει το οικονομικό από το πολιτικό, την αγορά από την κοινωνία. Η παραγωγή, η κατανομή του εισοδήματος, η κατανάλωση, η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η διαχείριση, η συσσώρευση πλούτου είναι ιδιωτική υπόθεση. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση του κράτους και των πολιτών. Αποτελεί χώρο ουδέτερο που λειτουργεί με τους δικούς του νόμους.

Αλλά ενώ οι θιασώτες του «φιλελευθερισμού» θεωρούν την αγορά αυτόνομο περιχαρακωμένο στρατόπεδο, αποξενωμένο από την πολιτική, η οικονομική ολιγαρχία όχι μόνο επεμβαίνει σε όλες τις φάσεις του δημόσιου βίου αλλά και ελέγχει την πολιτική εξουσία επιβάλλοντας τους εκλεκτούς της, πρόθυμους πάντοτε να υπερασπισθούν τα συμφέροντα και να επεκτείνουν τα προνόμια των υπερκυριάρχων της οικονομίας.

Μερικοί επικαλούνται τον Άνταμ Σμιθ, τον θεμελιωτή της κλασσικής οικονομίας και προφήτη της «κοινωνίας της αγοράς», για να δικαιολογήσουν το θηριοτροφείο του «φιλελευθερισμού». Αλλά ο επιφανής Άγγλος διανοητής, όπως και ο συμπατριώτης του Τζων Λοκ, ο θεωρητικός της φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης, είχαν συνδέσει την ελευθερία των συναλλαγών με την δίκαιη ρύθμιση των κοινωνικών προβλημάτων, με την ευημερία των λαών και την παγκόσμια ειρήνη. Μιλούσαν για ατομικά δικαιώματα, για λαϊκές ελευθερίες, για περιορισμό των αυθαιρεσιών της εξουσίας, για αντίσταση κατά του αυταρχισμού των ισχυρών, για κοινωνική δικαιοσύνη. Μιλούσαν ακόμα για ηθική συνείδηση, για αλληλεγγύη και ειρηνική συνύπαρξη και απέκρουαν την αρπακτικότητα, τον αδελφοκτόνο ανταγωνισμό και την ασυδοσία των εδραιωμένων συμφερόντων[4].

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Η Διαφθορά της Εξουσίας», σ. 567-568, Αθήνα 1992.
[2] The Affluent Society, New York 1958, ελληνική μετάφραση, σ. 89.
[3] Social Statics, New York 1865, σ. 413. Κατά τον Σπένσερ κάθε προσπάθεια για ανακούφιση της δυστυχίας παραβιάζει θεμελιώδη νόμο της κοινωνικής ζωής – την επιβίωση του ισχυροτέρου (Principles of Ethics, New York 1897, τ. Β΄, σ. 260). Συνηγορεί ο κοινωνιολόγος Γουλιέλμος Γκράχαμ Σάμμερ. Παρέμβαση του κράτους με κοινωνικές δαπάνες οδηγεί στην επιβίωση των ανίκανων. Και τονίζει πως χρειάζεται μάχη εναντίον της φορολογίας και της φιλανθρωπίας (Essays in Politics and Politial Science, σ. 85). Και ο σύγχρονος Αμερικανός κοινωνιολόγος Ριχάρδος Χοφστάνττερ: Η επιβίωση των ισχυροτέρων είναι πρακτική εφαρμογή ενός νόμου της φύσης και του Θεού! (Social Darvinism in American thought, Boston 1955, σ. 45).
[4] Έγραφε ο Άνταμ Σμιθ το 1776: «Το εμπόριο, που από φυσικού του πρέπει να είναι χώρος ομόνοιας και φιλίας, κατάντησε αστείρευτη πηγή μίσους και διαμάχης».

Written by nomosophia

25 Νοέμβριος, 2008 at 14:58

μετά την «Πτώση»

leave a comment »

«]

Ιερώνυμος Βολφ 1516-1580

Το Βυζάντιο υπό το «δυτικό πρίσμα»[1].

Ο πρώτος λόγιος που εξετίμησε τη βυζαντινή ιστορία και αναγνώρισε την ιδιαίτερη αξία της ήταν ο μαθητής του Μελάχθονος, Ιερώνυμος Βολφ (1516-1580). Ο Βολφ, βιβλιοθηκάριος και γραμματέας στον οίκο των Φούγγερ στο Άουγκσμπουργκ, ασχολήθηκε με τον ίδιο ζήλο με τους βυζαντινούς, όσο και με τους κλασικούς συγγραφείς. Με την επιχορήγηση του Άντον Φούγγερ εξέδωσε το Χρονικό του Ιωάννου Ζωναρά, την ιστορία του Νικήτα Χωνιάτη και ένα μέρος από την ιστορία του Νικηφόρου Γρηγορά. Πρώτος ο Βολφ είδε την βυζαντινή ιστορία ως ένα ιδιαίτερο και ανεξάρτητο τμήμα της γενικής ιστορίας και συνέλαβε την ιδέα ενός Corpus Byzantinae historiae.

Το παράδειγμα του Βολφ μιμήθηκαν και άλλοι. Ο νεοφανής Ουμανισμός με το ερευνητικό του πνεύμα ερεθίσθηκε από πολιτικά και εκκλησιαστικά ενδιαφέροντα, όπως ήταν το ζήτημα του πολέμου εναντίον των Τούρκων, οι ενωτικές προσπάθειες στους κύκλους των καθολικών και οι συμπάθειες για το αντι-παπικό Βυζάντιο στους προτεσταντικούς κύκλους. Καθένας χωριστά και από διαφορετικά κίνητρα οι δυτικοί ευρωπαίοι ουμανιστές επιδόθηκαν στα τέλη του δέκατου έκτου και στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα στην έρευνα των πηγών της βυζαντινής ιστορίας και του βυζαντινού δικαίου. Πρωταγωνιστές στην προσπάθεια αυτή ήταν στην Γερμανία οι μαθητές του Βολφ, Βίλχελμ Χόλτσμαν (Ξυλάντερ) και Δαυΐδ Χέσελ, καθώς και ο επιφανής ιστορικός του δικαίου Ιωάννης Λενκλάβιους, στην Γαλλία οι λόγιοι ιησουΐτες, με πρωτοστάτη τον Διονύσιο Πετάβιους (Πετάου), στην ολλανδία ο Β. Βουλκάνιους και κυρίως Ιωάννης Μέρσιους και στην Ιταλία οι Έλληνες ουνίτες Νικόλαος Αλαμαννός και Λέων Αλλάτιος.

Στην πρώτη αυτή φάση των βυζαντινών σπουδών η εργασία περιορίσθηκε ουσιαστικά στην έκδοση και μετάφραση των πηγών στα λατινικά, ενώ η επιλογή των επί μέρους συγγραφέων γινόταν σχεδόν συμπτωματικά. Ως τότε οι ερευνητές δεν είχαν την εποπτεία όλου του υλικού, γι’ αυτό και προχωρούσαν ψηλαφητά και χωρίς καθορισμένο σχέδιο εργασίας.

Ύστερα από τις αξιόλογες, αλλά περιορισμένες αυτές προσπάθειες την πρώτη τους άνθηση δοκίμασαν οι βυζαντινές σπουδές στην Γαλλία από τα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα και εξής. Η επιστημονική δραστηριότητα που επικρατούσε στην γαλλική αυλή επί Λουδοβίκου ΙΓ΄ και προ παντός επί Λουδοβίκου ΙΔ΄ επεκτάθηκε ιδιαίτερα στον βυζαντινό χώρο. Η εκδοτική παραγωγή, που ως τώρα γινόταν χωρίς κανένα σύστημα, εντάχθηκε σε ένα ενιαίο και ευρύ πρόγραμμα, ενώ σιγά-σιγά άρχιζε μια ζωηρή και καρποφόρα ερευνητική δραστηριότητα. Με χορηγούς τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ και τον Κολμπέρ, το περίφημο τυπογραφείο του Λούβρου άρχισε την έκδοση μιας μεγάλης σειράς βυζαντινών ιστορικών. Πρώτο εκδόθηκε το 1645 το ιστορικό έργο του Ιωάννου Καντακουζηνού και το 1648 ακολούθησε η έκδοση των Excepta de legationibus του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου από τον Φ. Λαμπέ, ο οποίος στον Πρόλογό του καθώριζε το σχέδιο ενός Corpus των βυζαντινών ιστορικών, τόνιζε τη σημασία της βυζαντινής ιστορίας και καλούσε σε συνεργασία τους ερευνητές όλων των χωρών. Στις επόμενες δεκαετίες η εργασία συνεχίσθηκε με πολύ ζήλο με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η πρώτη πλήρης έκδοση των βυζαντινών ιστορικών. Η έκδοση αυτή ανατυπώθηκε αργότερα στο σύνολό της στο Corpus της Βενετίας και στο μεγαλύτερο μέρος της, αλλά με ορισμένες προσθήκες στο Corpus της Βόννης.

Στο Corpus των Παρισίων συνεργάστηκαν οι πιο σημαντικοί τότε λόγιοι της Γαλλίας, όπως οι ιησουΐτες Φίλιππος Λαμπ (1607-1667) και Πέτρος Πουσσέν (1609-1689), οι δομηνικανοί Ιάκωβος Γκοάρ (1601-1653) και Φραγκίσκος Κομπεφίς (1605-1697) και ο σπουδαίος νομομαθής Κάρολος Αννίβας Φαμπρό (1580-1659). Πολύτιμη συνεργασία προσέφεραν και συνεργάτες από το εξωτερικό και ιδιαίτερα από την Ρώμη, όπως ο Λουκάς Χολστένιους και ο Λέων Αλλάτιος. Στο Corpus του Λούβρου εκδόθηκαν για πρώτη φορά πολλοί βυζαντινοί συγγραφείς. Σε κάθε περίπτωση επανεκδόσεως γνωστών συγγραφέων, το Corpus των Παρισίων αποτελούσε ουσιαστική πρόοδο γιατί προσέφερε καλύτερο κείμενο και προ παντός χρήσιμο υπομνηματισμό.

Το ζωηρό ενδιαφέρον για το βυζάντιο, που εκδηλώθηκε κατά το δέκατο έβδομο αιώνα, απέφερε πλούσιους καρπούς, ιδιαίτερα στην Γαλλία. Οι βυζαντινές όμως σπουδές δοκίμασαν αισθητή κάμψη στον επόμενο αιώνα, κάτω από την επίδραση του ορθολογισμού, που τελικά όμως αποδείχθηκε χρήσιμος για την πρόοδό τους. Η εποχή του Διαφωτισμού, που στηρίχθηκε περήφανα στον «λόγο», στον αφηρημένο ηθικολογισμό και στον θρησκευτικό σκεπτικισμό, έβλεπε με περιφρόνηση ολόκληρη τη μεσαιωνική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας. Στον διαφωτισμένο άνθρωπο προκαλούσε ιδιαίτερη αντιπάθεια το συντηρητικό και θρησκευτικό πνεύμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας και η ιστορία της γι’ αυτόν δεν ήταν παρά ένα «άχρηστο απάνθισμα ρητορισμών και θαυματουργίων» (Βολταίρος) ή ένα «πλέγμα επαναστάσεων, εξεγέρσεων και αισχροτήτων» (Μοντεσκιέ) ή, στην καλύτερη περίπτωση, ο τραγικός επίλογος της ένδοξης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι η βυζαντινή ιστορία παρουσιάσθηκε ως χιλιετής ιστορία της παρακμής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στα γνωστά έργα του Καρόλου Λεμπώ, “Histoire du Bas Empire” (Paris 1967-1786) και του Εδουάρδου Γίββωνα, “the History of the Decline and Fall of the Roman Empire” (London 1776-88). Όπως δήλωσε ο ίδιος ο Γίββων, στο έργο του περιέγραψε «τον θρίαμβο της βαρβαρότητας και της θρησκείας».

[1] Γκεόργκ Οστρογκόρσκυ, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», τ. Α΄, σ. 48-52, ιστορικές εκδόσεις Στεφ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1993.

Written by nomosophia

24 Νοέμβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Μυθιστόρημα

leave a comment »

cebf-cf84cf83ceadcebbceb9ceb3cebaceb1cf82Ο νεαρός στιχοπλάστης, επίδοξος ποιητής, φλογερός πατριώτης [παρά το νεαρό της ηλικίας του] και τελικά φυγάς, καταδιωκόμενος από τις τουρκικές αρχές της ιδιαίτερης πατρίδας του, το σκλαβωμένο Συρράκο της Ηπείρου, εξαιτίας του επαναστατικού ποιητικού του λόγου, δεν είναι άλλος από τον Κώστα Κρυστάλλη, το λυπημένο παιδί των ελληνικών γραμμάτων, όπως εύστοχα αναφέρει στην πρώτη μυθιστορηματική βιογραφία του «Τσέλιγκα» ο συγγραφέας Μιχ. Περάνθης

Ι.Λ.

Ο φυγάς[1]

Ήταν 13 Δεκεμβρίου. Μόλις είχε ντυθεί κι ετοιμαζόταν να κατεβεί στο χειμωνιάτικο για καφέ, πριν φύγει για το σχολειό, όταν ακούστηκε στην πόρτα τους δυνατό χτύπημα. Τί διάβολο πάθαν πρωί, πρωί!… Και ποιος είναι που χτυπάει έτσι!… Οι φίλοι, όταν περνούσαν να τον πάρουν, τον φώναζαν απ’ τον δρόμο με τα’ όνομά του. Ποιος χτυπούσε τώρα έτσι;

Πριν προλάβει να φανταστεί, τα χτυπήματα ακούστηκαν δυνατότερα. Έκαμε ν’ ανοίξει το παράθυρο για να ιδεί κάτω, αλλά σταμάτησε. Κάποιος του ‘κανε νοήματα από τα’ αντικρινό σπίτι, ανήσυχος. Κάτω ήταν η αστυνομία…τρεις τούρκοι τσαντάρηδες…τρεις κιόλας; Δεν ήταν ποτέ για καλό τέτοια γιουρούσια. Κάποιον θέλουν να πιάσουν… Θες να…

Κάτι σφίγγεται μέσα του κι ανακαλύπτει πως τρέμει. Γι’ αυτόν θα ‘ναι… Τα ποιήματα… κάποιος τα πρόδωκε στον τούρκο και…

Βγαίνει απ’ την κάμαρα με δυο τρεις δρασκελιές, να ειδοποιήσει κάτω τον πατέρα, αλλά δεν προλαβαίνει. Ο Γιώργης ο παραγιός έχει ανοίξει την οξώπορτα κι ο κυρ Δημήτρης όρθιος στο κεφαλόσκαλο ρωτάει ποιος είναι.

– Για τον Κώστα, αφεντικό. Ήρθαν απ’ την αστυνομία…

Και σέρνει με νόημα τη φωνή του προφέροντας «την αστυνομία».

– Ο Κώστας έφυγε… Δεν είν’ εδώ… Πήγε σχολειό

Και του πατέρα η φωνή είναι δυνατότερη απ’ όσο χρειάζεται. Σίγουρα φωνάζει για να με ειδοποιήσει, σκέφτεται ο Κώστας. Πρέπει να κρυφτώ…

Οι τσαντάρηδες έχουν σπρώξει τον παραγιό κι ανεβαίνουν. Τα βήματά τους ακούγονται στην σκάλα βαριά.

– Έφυγε…πάει στο σχολειό του…

…ακούει μέσ’ απ’ το δωμάτιο αδύναμη την φωνή του πατέρα. Ξέρει που ο πατέρας θα τους χασομερήσει, ως να κρυφτεί. Και, πράμα παράξενο, το χτυποκάρδισμα τώρα του έχει κοπεί. Κοιτάει γύρω του. Δεν υπάρχει κι άλλη κρυψώνα από τον μασανταρά. Μια πελώρια ντουλάπα εντοιχισμένη, που πιάνει ολόκληρη την πλευρά του δωματίου. Την ανοίγει να μπει, αλλά ξαναβγαίνει. Απάνω στο τραπέζι έχει ξεχάσει τη σάκα με τα βιβλία του. Σκέψου, αν τά ‘βλεπαν, θα καταλάβαιναν. Την παίρνει, την ρίχνει στο βάθος και χώνεται κι αυτός στο μασανταρά, κλείνοντας από μέσα τα φύλλα και λουφάζοντας στο σκοτάδι με κρατημένη ανάσα…

Τώρα που ασφαλίστηκε, νιώθει πάλι πως τρέμει. Θα τα καταφέρει να κρατήσει την ανάσα του αν ίσως κι ανοίξουν τον μασανταρά; Βρίσκεται στριμωγμένος στενόχωρα. Μπροστά στο μούτρο του κρέμονται κάτι ρούχα. Σκυμμένος λίγο, με την πλάτη του ν’ ακουμπάει αλαφρά, έχει ρίξει όλο το βάρος στα δάχτυλα του ενός ποδιού. Και το πόδι αρχίζει να τρέμει, το γόνατο να μουδιάζει. Κι η ανάσα του, πόσο μπορεί να κρατήσει δίχως ανάσα; Κι οι τσαντάρηδες πού βρίσκονται τώρα; Τί έγιναν;

Στήνει τα’ αυτί του. Πιάνει ένα βόμβο ομιλιών, τόσο συγκεχυμένο και ακαθόριστο, που δεν ξεχωρίζει τίποτε. Ύστερα μεσολαβούν κάτι τρομαχτικά διάκενα σιωπής. Και πάλι, στιγμές – στιγμές, ομιλίες. Βέβαια, του αρέσει που τα ποιήματά του ξεσήκωσαν θόρυβο, αλλά πάλι, όχι να βρούνε και κανένα μπελά. Τώρα μοιάζει σαν βήματα. Ανεβαίνουν. Θα μπουν. Κρατάει την ανάσα του. Όχι, καλύτερα ν’ αναπνέει, να ‘χει απόθεμα για την στιγμή που θα χρειαστεί. Μπορεί και να μπήκανε. Να, αυτή η λέξη ήταν του πατέρα. Τί είπε; Τί του αποκρίθηκαν; Πόσοι βρίσκονται στο δωμάτιο; Άραγε ετούτη να είναι η κρίσιμη στιγμή; Κι αν ανοίξουν τον μαστανταρά[2], φτάνουν το σκοτάδι και τα ρούχα για να τον κρύψουν; Αλλά γιατί αργούν τόσο; Τί κάνουν; Στέκονται; Έφυγαν; Έπαψαν να μιλούν; Το ένα πόδι του μούδιασε ολόκληρο και του ‘ρχεται να σωριαστεί. Πόσο θα μπορέσει να κρατηθεί έτσι; Φεύγουν ή μπας τώρα είναι που έρχονται;

Ο ήχος ολοένα απομακρύνεται. Αφήνει την ανάσα του ελεύθερη κι απλώνει το δεξί χέρι του χαμηλά, ώσπου απ’ το βάρος του να πέφτει στο χέρι και στήνει πάλι αυτί. Δεν ακούγεται τίποτε. Στηρίζεται περισσότερο στο χέρι του, ώσπου κάθεται κατάχαμα κι απλώνει πια το μουδιασμένο του πόδι.

Τώρα ανασαίνει με ανακούφιση. Κάτι του λέει μέσα του πως ο κίνδυνος πέρασε. Κάθεται λίγο ακόμη, ακίνητος κι ύστερα, αθόρυβο, σέρνεται μπροστά, σπρώχνει ελαφρά το ένα φύλλο και βγάζει το μούτρο του στο άνοιγμα. Οι τσαντάρηδες θα πρέπει ακόμα να βρίσκονται κάτω. Ακούει σιγανές ομιλίες, ακαθόριστες, ο τόνος τους όμως του λέει πως δεν πρέπει πια να φοβάται. Μάλλον φεύγουν. Να, τα βήματά τους που κατεβαίνουν τη σκάλα… Κι ύστερα πέφτει βαριά, καταθλιπτική, μια σιωπή που παρατείνεται. Μένει κάμποσο γονατιστός, με το κεφάλι στο άνοιγμα, ανίκανος να κάμει την παραμικρή κίνηση, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί, ναρκωμένος. Ούτε θυμάται πόσες στιγμές πέρασαν. Όλες οι στιγμές του φαίνονταν ατέλειωτες. Ώσπου, ξάφνου άκουσε ελαφρό τρίξιμο και βιάστηκε να κλείσει τα φύλλα. Αλλά δεν πρόλαβε.

– Κώστα…
– Α, εσύ είσαι…και τρόμαξα.

Ο παραγιός του άπλωσε το χέρι βοηθώντας τον να σηκωθεί.

[1] Μιχ. Περάνθη, «ο τσέλιγκας», Εστία, Αθήνα 1982.
[2] Μασανταράς ή μαστανταράς

Written by nomosophia

21 Νοέμβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

φυλακισμένοι στην ελεύθερη οικονομία…

leave a comment »

Η μιζέρια του πλούτου[1]

Παντού στην περίχαρη Δύση μας, επανέρχεται το φάντασμα της πενίας που εγγράφεται μες στην καρδιά μιας ανήκουστης αφθονίας, παντού στις νέες γενιές ριζώνει η ιδέα πως δεν εργαζόμαστε πια για να κερδίσουμε τη ζωή μας αλλά για να εξασφαλίσουμε την επιβίωσή μας, δίχως καμία από τις εγγυήσεις που προσέφερε το κράτος πρόνοιας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Πώς να είσαι πιστός στην επιχείρηση όπου εργάζεσαι όταν από την μια μέρα στην άλλη μπορεί να βρεθείς στον δρόμο από μια ιδιοτροπία των μετόχων, όταν, έναντι ενός γελοίου μισθού, κάνεις επίμοχθες δουλειές που ίσως να τις διαδεχθούν άλλες, ακόμα πιο αχάριστες; Ολόκληρο το εργασιακό σύμπαν έχει υποστεί σημαντικές μεταλλαγές: όχι μόνο έχει καταργηθεί η επαγγελματική σταθερότητα, αλλά επιπλέον η πληροφορική πολυδυναμία δημιούργησε ένα καινούριο σταχανοβισμό που κυνηγά τον κενό χρόνο, συμπιέζει πολλά καθήκοντα μέσα σε ένα και μόνο άτομο και θέτει τους υπαλλήλους υπό πίεση[2]. Κι έτσι, καθώς επισημαίνουν όλοι οι μελετητές, έχουμε την πολύ γρήγορη φθορά των στελεχών και των διευθυνόντων για τους οποίους τίποτε δεν είναι κεκτημένο: και ο παραμικρός νυσταγμός πάνω στο μαλακό μαξιλάρι της ρουτίνας, είναι γι’ αυτούς μοιραίος[3], ο συναγωνισμός επιβάλλει στους πάντες εξοντωτικά ωράρια, ακροβατικές μεταστροφές της σκέψης. Ενώ η αρχαιότητα γίνεται συχνά ένα μειονέκτημα και σε ορισμένους τομείς αιχμής φαίνεται πως ο χρόνος αποδοτικότητας ενός ατόμου δεν ξεπερνάει αυτόν ενός τοπ-μόντελ ή ενός επαγγελματία αθλητή, διασώζωνται μόνο εκείνοι που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα – και καταρχάς την ιδιωτική τους ζωή. Με αυτές λοιπόν τις συνθήκες δεν είναι καθόλου περίεργο που όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι [αλλά όχι και Αμερικανοί][4] έλκονται από την προοπτική της μείωσης του χρόνου εργασίας προς όφελος των άλλων τρόπων ζωής. Έστω κι αν το γραφείο, το εργαστήριο παραμένουν οι χώροι της κοινής ζωής, αυτό που υποχωρεί είναι η ιδέα μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας που να αντιστοιχεί στα πτυχία που έχει κανείς, καθώς και η κλασική θεώρηση της εργασίας σαν μιας υπομονετικής ωρίμανσης και μεταμόρφωσης του εαυτού μας, μιας αρμονικής συνεργασίας μας με τον χρόνο για να γίνουμε οι καλύτεροι σε έναν τομέα. Αντ’ αυτού, τώρα κυριαρχεί η ιδέα πως η δουλειά είναι σαν ένα εμπόρευμα μιας χρήσης μικροδουλειές που τις δεχόμαστε και τις εγκαταλείπουμε δίχως συναισθηματικές εμπλοκές, λες και το επάγγελμα έχει γίνει ένα απλό παράρτημα της ζωής, κάτι που μεταβάλλεται ανάλογα με τις περιστάσεις. Εξ ου το εξής παράδοξο: ενώ οι εργατικές τάξεις αποζητούν όλο και περισσότερο ελεύθερο χρόνο, οι υψηλά ιστάμενοι σκοτώνονται στη δουλειά και προβάλλουν την υπερκόπωση σαν ένδειξη δύναμης. Φαίνεται πως σήμερα, στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, οι λαϊκές μάζες υιοθετούν σιγά – σιγά την αριστοκρατική περιφρόνηση για την εργασία, ενώ η ελίτ αποδέχεται με ευχαρίστηση τη σκλαβιά της δουλειάς που άλλοτε ήταν η μοίρα της πλεμπάγιας. Με τον εξής προφανή κίνδυνο: οικειοποιούμενοι την εργασία, οι αφέντες οικειοποιούνται επίσης και τα πεπρωμένα του έθνους και τέλος θα αναλάβουν να συντηρούν όλους τους άλλους που θα έχουν περιέλθει σε κατάσταση ψυχαγωγούμενων δούλων.

[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, «η μιζέρια του πλούτου», σ. 34-36, εκδόσεις Αστάρτη, 2002.
[2] Daniel Cohen, Nos temps modernes, Κεφ. Ι, σ. 45 κ.ε., Flammarion, 2000.
[3] Ζ. Μ. Μεσσιέ: «δεν κρατάει κανείς για πολύ στους χώρους της αγοράς».
[4] «Ίσως να πρόκειται για μια ηθική προτεσταντική κληρονομιά ή ένα πάθος για υλικές αξίες, πάντως οι Αμερικανοί εργάζονται κατά μέσον όρο 350 ώρες τον χρόνο παραπάνω από τους Ευρωπαίους και οι πιο στρεσαρισμένοι σε αυτόν τον τομέα είναι οι πιο εύποροι, που πολλαπλασιάζουν τις προσπάθειές τους για να διατηρήσουν τα εισοδήματά τους» (Robert Reich, Futur parfait, σ. 126 και 240).

Written by nomosophia

20 Νοέμβριος, 2008 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Οικονομία