ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Ιανουαρίου 2009

προφητείες

leave a comment »

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος αναφερόμενος στις προκλήσεις της εποχής του εκφράζει τις ανησυχίες του για το μέλλον του ελληνισμού μέσα σε έναν ολοένα και περισσότερο διεθνοποιημένο περίγυρο. Αν και οι αγωνίες και οι έγνοιες του καιρού εκείνου διέφεραν παρασάγγες από τα σύγχρονα προβλήματα, και αν ακόμα οι εχθροί, πραγματικοί και νοητοί πλέον δεν υφίστανται ή ακριβέστερα, είναι η δική μας προσέγγιση για τα πράγματα που διαφέρει ριζικά από παγιωμένες εκτιμήσεις των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, εντούτοις η αγωνία για το μέλλον του ελληνισμού παραμένει ισχυρή κι οι λόγοι του Παναγιώτη Κανελλόπουλου διατηρούν, παραδόξως, μια νέα επικαιρότητα, έστω κι αν σήμερα πρέπει να ιδωθούν μέσα από ένα άλλο πρίσμα.

Ι.Λ.

Παναγιώτη Κανελλόπουλου
Η Ελλάς εν όψει του Μέλλοντος της Ανθρωπότητος[1]

Φοβούμαι ότι η ανθρωπότης κτίζει τον πύργον της Βαβέλ. Δεν αποκλείεται ο μύθος αυτός να είναι αμυδρόν και θολόν εις την μνήμην των ανθρώπων κατάλοιπον φοβερών αντιποίνων, τα οποία η Φύσις – ο Θεός – απεφάσισε να επιβάλη διά να αντισταθμίση την βέβηλον υπεροψίαν των ανθρώπων που ενόμισαν, ότι ημπορούσαν να φθάσουν εις τον ουρανόν. Και κάτι, επίσης, πολύ βαθύ σημαίνουν οι μύθοι των κατακλυσμών. Και εάν, όμως, ήτο ο άνθρωπος βέβαιος, ότι θα έλθη κάποτε η ώρα των φοβερών αντιποίνων, δεν θα ημπορούσε να αναστείλη την πορείαν των βημάτων του. Ας λάβω, λοιπόν, ως δεδομένον, ότι η καταπληκτική πρόοδος της πυρηνικής επιστήμης και της διαστημικής τεχνικής ανέτρεψεν όλας τας γνωστάς προϋποθέσεις ιστορικής εξελίξεως που χιλιάδες χρόνια ίσχυσαν. Ο Καρλ Μαρξ εθεώρησε την τεχνική πρόοδον των μέσων παραγωγής – κατά τους δύο αιώνας, τον 18ον και 19ον, ως καταπληκτικήν επανάστασιν εις την ιστορίαν. Και εβάσισεν επ’ αυτής την θεωρίαν του, κατά την οποίαν αι αναπόφευκτοι αντινομίαι της αστικής κοινωνίας, της καπιταλιστικής οικονομίας, θα ωδήγουν αναγκαστικά εις την επανάστασιν του προλεταριάτου και εις την άνευ τάξεων κοινωνίαν.

Χωρίς, λοιπόν, να τολμώ να διατυπώσω προφητείαν, δικαιούμαι να ειπώ – πράγμα που αποτελεί μόνον αρνητικήν ούτως ειπέιν προφητείαν – ότι, μετά είκοσι ή τριάντα ή το πολύ πενήντα έτη, θα έχουν δημιουργηθή εις τον κόσμον πολιτικαί και κοινωνικαί συνθήκαι που δεν θα έχουν καμμίαν ομοιότητα με τας σημερινάς. Η πολεμική σύγκρουσις των δύο κόσμων … εις καθολικήν επί της υφηλίου κλίμακα, με πυρηνικά όπλα, θα εσήμαινεν, εάν δεν εσταματούσε εντός ολίγων ωρών διά της υποταγής του ενός κόσμου εις τον άλλον (πράγμα λίαν απίθανον), καταστροφήν που θα έμοιαζε με προϊστορικόν κατακλυσμόν. Δεν ημπορώ να ειπώ, ότι η λογική είναι εις τους ανθρώπους παράγων τόσον ισχυρός, ώστε να αποκλείεται το μέγα και ασύλληπτον αυτό κακόν. Αλλά, εάν σημειωθή, δεν έχει καμμίαν αξίαν να ειπώ τί θα έπρεπε να πράξωμεν, ως Έλληνες, ενώπιον τοιούτου ενδεχομένου ή να δοκιμάσω να προβλέψω τί θα ήτο δυνατόν να γίνη ύστερα από ένα τοιούτο κατακλυσμόν.

Όπως και αν έχει το πράγμα, βέβαιον θεωρώ τούτο : Ότι, εάν θα έχη αποτραπή (ή διά να αποτραπή) ένας παγκόσμιος κατακλυσμός κατά τα είκοσι ή τριάντα ερχόμενα έτη, θα δοθή κάποια άλλη μορφή εις τον κόσμον και αι σημεριναί αντιθέσεις θα έχουν αναγκαστικά παραμερισθή. Τί πρέπει να πράξωμεν εμείς έως τότε ;

Έως τότε πρέπει να μείνωμεν Ε λ λ ά ς. Υπάρχει, τάχα, αμφιβολία περί αυτού ; Δυστυχώς υπάρχει. … Ο Πολύβιος και ο πατριάρχης Γεννάδιος (Γεώργιος Σχολάριος), συμμορφούμενοι με το θέλημα της Ρώμης ο πρώτος, του πορθητού Μωάμεθ ο δεύτερος, εγνώριζον ή διησθάνοντο, ότι το Ελληνικόν Γένος – και υπόδουλον – θα κατώρθωνε να επιζήση. Οι Ρωμαίοι είχαν κατακτηθή ήδη υπό του ελληνικού πνεύματος, όταν κατακτούσαν την Ελλάδα, και των Τούρκων η γλώσσα ή η θρησκεία ήτο αδύνατον να εκτοπίσουν, εις την συνείδησιν των Ελλήνων, την ελληνικήν φωνήν και τον Χριστιανισμόν. … Δούλος έγινε πολλές φορές [ο Έλλην], αλλά η σκλαβιά υπήρξεν εις το παρελθόν πάντοτε συνδεδεμένη με την φωτεινήν συνείδησιν της βαρειάς δοκιμασίας. Ο Έλλην έμεινεν ελεύθερος και ως δούλος. … Η απουσία ελληνικής παιδείας κατά τους αιώνας του οθωμανικού ζυγού δεν ημπόδισε να μένη αναμμένο το κανδήλι της εκκλησιάς και του κρυφού σχολειού. … Τώρα, για πρώτην φοράν, θέλει ο ίδιος … να γίνει δούλος, θέλει να αναιρέση τον από αιώνων ελληνικόν χαρακτήρα της ελευθέρας ψυχής του, ψυχής συνδεδεμένης τόσον αρρήκτως με τον λόγον και τον αντίλογον, με την διαλεκτικήν έριδα, με την ελευθέραν μετάπτωσιν από την πίστιν εις την αμφιβολίαν …

[1] Απόσπασμα ομιλίας του Παναγιώτη Κανελλόπουλου προς τα μέλη της Εθνικής Ενώσεως Δικηγόρων, Αθήναι, Μάρτιος 1966

Written by nomosophia

30 Ιανουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Πολιτική

προφητείες

leave a comment »

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος αναφερόμενος στις προκλήσεις της εποχής του εκφράζει τις ανησυχίες του για το μέλλον του ελληνισμού μέσα σε έναν ολοένα και περισσότερο διεθνοποιημένο περίγυρο. Αν και οι αγωνίες και οι έγνοιες του καιρού εκείνου διέφεραν παρασάγγες από τα σύγχρονα προβλήματα, και αν ακόμα οι εχθροί, πραγματικοί και νοητοί πλέον δεν υφίστανται ή ακριβέστερα, είναι η δική μας προσέγγιση για τα πράγματα που διαφέρει ριζικά από παγιωμένες εκτιμήσεις των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, εντούτοις η αγωνία για το μέλλον του ελληνισμού παραμένει ισχυρή κι οι λόγοι του Παναγιώτη Κανελλόπουλου διατηρούν, παραδόξως, μια νέα επικαιρότητα, έστω κι αν σήμερα πρέπει να ιδωθούν μέσα από ένα άλλο πρίσμα.

Ι.Λ.

Παναγιώτη Κανελλόπουλου
Η Ελλάς εν όψει του Μέλλοντος της Ανθρωπότητος[1]

Φοβούμαι ότι η ανθρωπότης κτίζει τον πύργον της Βαβέλ. Δεν αποκλείεται ο μύθος αυτός να είναι αμυδρόν και θολόν εις την μνήμην των ανθρώπων κατάλοιπον φοβερών αντιποίνων, τα οποία η Φύσις – ο Θεός – απεφάσισε να επιβάλη διά να αντισταθμίση την βέβηλον υπεροψίαν των ανθρώπων που ενόμισαν, ότι ημπορούσαν να φθάσουν εις τον ουρανόν. Και κάτι, επίσης, πολύ βαθύ σημαίνουν οι μύθοι των κατακλυσμών. Και εάν, όμως, ήτο ο άνθρωπος βέβαιος, ότι θα έλθη κάποτε η ώρα των φοβερών αντιποίνων, δεν θα ημπορούσε να αναστείλη την πορείαν των βημάτων του. Ας λάβω, λοιπόν, ως δεδομένον, ότι η καταπληκτική πρόοδος της πυρηνικής επιστήμης και της διαστημικής τεχνικής ανέτρεψεν όλας τας γνωστάς προϋποθέσεις ιστορικής εξελίξεως που χιλιάδες χρόνια ίσχυσαν. Ο Καρλ Μαρξ εθεώρησε την τεχνική πρόοδον των μέσων παραγωγής – κατά τους δύο αιώνας, τον 18ον και 19ον, ως καταπληκτικήν επανάστασιν εις την ιστορίαν. Και εβάσισεν επ’ αυτής την θεωρίαν του, κατά την οποίαν αι αναπόφευκτοι αντινομίαι της αστικής κοινωνίας, της καπιταλιστικής οικονομίας, θα ωδήγουν αναγκαστικά εις την επανάστασιν του προλεταριάτου και εις την άνευ τάξεων κοινωνίαν.

Χωρίς, λοιπόν, να τολμώ να διατυπώσω προφητείαν, δικαιούμαι να ειπώ – πράγμα που αποτελεί μόνον αρνητικήν ούτως ειπέιν προφητείαν – ότι, μετά είκοσι ή τριάντα ή το πολύ πενήντα έτη, θα έχουν δημιουργηθή εις τον κόσμον πολιτικαί και κοινωνικαί συνθήκαι που δεν θα έχουν καμμίαν ομοιότητα με τας σημερινάς. Η πολεμική σύγκρουσις των δύο κόσμων … εις καθολικήν επί της υφηλίου κλίμακα, με πυρηνικά όπλα, θα εσήμαινεν, εάν δεν εσταματούσε εντός ολίγων ωρών διά της υποταγής του ενός κόσμου εις τον άλλον (πράγμα λίαν απίθανον), καταστροφήν που θα έμοιαζε με προϊστορικόν κατακλυσμόν. Δεν ημπορώ να ειπώ, ότι η λογική είναι εις τους ανθρώπους παράγων τόσον ισχυρός, ώστε να αποκλείεται το μέγα και ασύλληπτον αυτό κακόν. Αλλά, εάν σημειωθή, δεν έχει καμμίαν αξίαν να ειπώ τί θα έπρεπε να πράξωμεν, ως Έλληνες, ενώπιον τοιούτου ενδεχομένου ή να δοκιμάσω να προβλέψω τί θα ήτο δυνατόν να γίνη ύστερα από ένα τοιούτο κατακλυσμόν.

Όπως και αν έχει το πράγμα, βέβαιον θεωρώ τούτο : Ότι, εάν θα έχη αποτραπή (ή διά να αποτραπή) ένας παγκόσμιος κατακλυσμός κατά τα είκοσι ή τριάντα ερχόμενα έτη, θα δοθή κάποια άλλη μορφή εις τον κόσμον και αι σημεριναί αντιθέσεις θα έχουν αναγκαστικά παραμερισθή. Τί πρέπει να πράξωμεν εμείς έως τότε ;

Έως τότε πρέπει να μείνωμεν Ε λ λ ά ς. Υπάρχει, τάχα, αμφιβολία περί αυτού ; Δυστυχώς υπάρχει. … Ο Πολύβιος και ο πατριάρχης Γεννάδιος (Γεώργιος Σχολάριος), συμμορφούμενοι με το θέλημα της Ρώμης ο πρώτος, του πορθητού Μωάμεθ ο δεύτερος, εγνώριζον ή διησθάνοντο, ότι το Ελληνικόν Γένος – και υπόδουλον – θα κατώρθωνε να επιζήση. Οι Ρωμαίοι είχαν κατακτηθή ήδη υπό του ελληνικού πνεύματος, όταν κατακτούσαν την Ελλάδα, και των Τούρκων η γλώσσα ή η θρησκεία ήτο αδύνατον να εκτοπίσουν, εις την συνείδησιν των Ελλήνων, την ελληνικήν φωνήν και τον Χριστιανισμόν. … Δούλος έγινε πολλές φορές [ο Έλλην], αλλά η σκλαβιά υπήρξεν εις το παρελθόν πάντοτε συνδεδεμένη με την φωτεινήν συνείδησιν της βαρειάς δοκιμασίας. Ο Έλλην έμεινεν ελεύθερος και ως δούλος. … Η απουσία ελληνικής παιδείας κατά τους αιώνας του οθωμανικού ζυγού δεν ημπόδισε να μένη αναμμένο το κανδήλι της εκκλησιάς και του κρυφού σχολειού. … Τώρα, για πρώτην φοράν, θέλει ο ίδιος … να γίνει δούλος, θέλει να αναιρέση τον από αιώνων ελληνικόν χαρακτήρα της ελευθέρας ψυχής του, ψυχής συνδεδεμένης τόσον αρρήκτως με τον λόγον και τον αντίλογον, με την διαλεκτικήν έριδα, με την ελευθέραν μετάπτωσιν από την πίστιν εις την αμφιβολίαν …

[1] Απόσπασμα ομιλίας του Παναγιώτη Κανελλόπουλου προς τα μέλη της Εθνικής Ενώσεως Δικηγόρων, Αθήναι, Μάρτιος 1966

Written by nomosophia

30 Ιανουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Πολιτική

τύπος, πολιτική και εξουσία

leave a comment »

Κοινωνιολογία του Τύπου*
ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΝ

Ότι ή δημοσιογραφία είναι και τέχνη, τέχνη δε ταυτόσημος ή ανάλογος προς την πολιτικήν, έλαβα ήδη την εύκαιρίαν νά ύπαινιχθώ, όπου το ζήτημα τούτο ήλθε κάπως εις επαφήν με τα εν τοις ανωτέρω πραγματευθέντα προβλή­ματα. Η σχέσις της δημοσιογραφικής επιστήμης και τής επιστημονικής δημο­σιογραφίας προς την δημοσιογραφικήν τέχνην είναι ακριβώς η αυτή τής θεωρητικής οικονομίας προς την οίκονομικήν πολιτικήν, των πολιτικών επι­στημών εν γένει προς την πραγματικήν πολιτικήν. Η βασική νομοτέλεια, η διέπουσα τα κοινωνικά φαινόμενα, ουδόλως μεταβάλλεται εκ τής δημοσιογρα­φίας ως τέχνης. Διότι ως επαρκώς, ελπίζω, κατεδείχθη, πάσαι αι ελευθερίαι και αι δημιουργικότητες τής τελευταίας ταύτης ουδόλως εκφεύγουν τής κοινωνικής νομοτέλειας, εντάσσονται δέ οπωσδήποτε εις αυτήν, και υπό τάς άτομικωτέρας των εκδηλώσεις.
Και αυτό ακόμη το ύ φ ο ς , δηλαδή ο προφορικός ή γραπτός λόγος, όστις ανήκει εις άλλην τέχνην — την λογοτεχνίαν — δεν αποτελεί ιδιαίτερον γνώρι­σμα του δημοσιογράφου, αλλά και του πολιτικού. Ενώ αντιθέτως, ούτε το περιεχόμενον τής πολιτικής αποτελεί Ιδιαίτερον γνώρισμα του πολιτικού, δεδομένου ότι και ο δημοσιογράφος ασκεί πρακτικήν πολιτικήν ου μόνον διά του ύφους του αλλά και διά τών ιδεών του. Ότι ο δημοσιογράφος χρησιμοποιεί περισσότερον το γράφειν, ο δε πολιτικός περισσότε­ρο ν το ενεργείν, τούτο και μόνον αποτελεί την διαφοράν. Ίδωμεν όμως λεπτομερέστερον πού ακόμη υπάρχουν ταυτότητες ή αναλογίαι:
«H πολιτική, όπως η Ιστοριογραφία, παρατηρεί ο μέγας ιστορικός Ranke[1], είναι ταυτοχρόνως επιστήμη και τέχνη». Μολονότι ο R a n k e ανα­γνωρίζει ότι ή επιστήμη είναι απαραίτητος διά τον πολιτικόν, εν τούτοις επά­γεται: «Άλλους νόμους ανωτέρας σημασίας, μεγαλειωδεστέρας απόψεις, συλ­λαμβάνει ο πολιτικός, απόψεις δημιουργούμενος εκ τής ορμής τής εσωτερικής ζωής και αναφερόμενος εις το πνεύμα και την καρδίαν, απόψεις πού κάμνουν τον άνθρωπον να συμμετέχη εις την θείαν ελευθερίαν». «Διά την ανωτέραν ταύτην σφαίραν — συνεχίζει o Oncken[2]χρειάζονται όμως ανώτεραι ικα­νότητες, αίτινες δεν είναι δυνατόν ν’ αποκτηθούν δι’ επιστημονικών γνώσεων»[3]. «Αναρίθμητοι είναι εκείνοι — συνεχίζει ο R a n k e οίτινες αναλαμβάνουν να κυβερνήσουν εν κρατικόν σκάφος, άλλ’ ολίγιστοι εκείνοι, οίτινες δεν αναγκάζονται ν’ αφήσουν και πάλιν το πηδάλιον εκ των χειρών των. Διότι ή τέχνη αύτη απαιτεί, περισσότερον πάσης άλλης, οξύτητα διανοί­ας, δύναμιν Ιδιοφυΐας, ήτις γεννάται δια ν’ ανακαλύπτη και να θεμελιώνη[4], γενναιότητα ψυχής και είναι… η δυσκολωτέρα των τεχνών». Τον ωραιότερον χαρακτηρισμόν της πολιτικής δίδει όμως ο Hermann Ο n c k e n εις το εξής χωρίον του: «Πολιτική είναι ή μετατροπή γνώσεων και εμπειρίας εις θέλησιν, εν μέσω μιας πραγματικότητος, ήτις αποτελεί ταυτοχρόνως την ύλην και το όριον τής πολιτικής ενεργείας»[5]. Τόσον εις τ’ ανωτέρω, όσον και εις τα κατω­τέρω ή πολιτική είναι σχεδόν ταυτόσημος με την μεγάλην δημοσιογραφίαν.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι ή πολιτική προϋποθέτει μίαν συνθετικήν ικανότητα πνεύματος, διαίσθησιν, άμεσον παρατηρητικότητα επί των πραγ­μάτων και όχι μέσω βιβλίων, (όπερ o Schopenhauer κηρύσσει και διά τούς επιστήμονας)[6], μεγαλυτέραν Ικανότητα εις το συνθέτειν παρά εις την έννοιολογικήν κατάταξιν και έρευναν[7], προσγείωσιν αλλά και φαντασίαν, ρεαλισμόν, αλλά και έγκαιρον πρόγνωσιν του μη εισέτι πραγματοποιηθέντος, όσφρησιν διά τας εν σπέρματι εξελίξεις, ένστικτον διά τους αστάθμητους παράγοντας[8].
OOncken αναφέρει το χωρίον του L a s s a l l e : «Εις τί συνέκειτο ή υπεροχή μου; Εις τούτο: ότι ήμην πολιτικός, δηλαδή εγνώριζον μερικούς μήνας ενωρίτερον, ό,τι όλοι οι αμερόληπτοι άνθρωποι παρεδέχοντο μερικούς μήνας αργότερον». Ρήτωρ δέον να είναι ο πολιτικός, άλλ’ ο λόγος του πρέπει να έχη ουσίαν. Ότι ο πολιτικός είναι καλλιτέχνης[9], εκ τούτου δεν έπεται ότι ο καλλιτέχνης δύναται να είναι πολιτικός. Τουναντίον: συνηθισμένος ο καλλιτέχνης να χειρί­ζεται την νεκράν ύλην είναι ανίκανος να χειρισθή τον έμψυχον άνθρωπον[10].
Και αυτής ακόμη τής θεωρητικής πολιτικής το αντικείμενον είναι, κατά τον Piloty, η πολιτική ως τέχνη. Όλαι αι επιστήμαι είναι σχετικώς με την πολιτικήν βοηθητικού. «Ενώ εις την πρακτικήν πολιτικήν η τέχνη του πολιτικού, αναχωρούσα από την διαίσθησιν, το ένστικτον ή την εμπειρίαν, καταλήγει εις πράξεις και χωρίς λεπτομερή εξέτασιν λογαριάζεται με τάς δια­θέσεις και τάς συμπτώσεις τής τύχης, αντιθέτως ή επιστήμη τής πολιτικής απο­μονώνει το ενεργούν άτομον δια των ψυχολογικών μεθόδων έκ τών τυχαίων περιστατικών τής ζωής και διαγράφει ένα τύπον πολιτικού, εις τον οποίον ο πολιτικός βίος εμφανίζεται με όλας του τάς δυνατότητας και συμπτώσεις, δυσχέρειας και ανάγκας, σαφώς και ορθώς, όπως ένας χάρτης»[11].
Βεβαίως, ουδέποτε πρέπει να λησμονήται, ότι ή πολιτική ως τέχνη προϋπο­θέτει την πολιτικήν ως επιστήμην. «Δι’ όλους, όσοι αναλαμβάνουν ν’ ασχοληθούν ενεργώς με την πολιτικήν και θέλουν ν’ αναλάβουν την ευθύνην να ηγηθούν του λαού, προϋποτίθεται πλούτος γνώσεων, ή καλλίτερα μόρφωσις και προ παντός η αυστηρωτέρα συστηματικότης τής μορφώσεως», λέγει ο διφυής Georg Bernhard, τέως διευθυντής τής Βερολιναίας και παγκοσμίου φήμης «Εφημερίδος του Φός» και καθηγητής τής Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου του Βερολίνου[12]. Διά την πολιτικήν είναι απαραίτητα, κατά τον Bernhard, ή ιδιοφυΐα, ο χαρακτήρ και αι γνώσεις. Ό πολιτικός γεννάται, δεν γίνεται, όπως επίσης ο δημοσιογράφος, ο καλλιτέχνης, ο ιατρός, ο δικηγόρος[13].
Αποτελεί συνεπώς σφάλμα ή γνώμη ότι αι διάφοροι σχολαί πολιτικών επι­στημών είναι ικαναί να παραγάγουν πολιτικούς. Αι σχολαί αύται δύνανται να δώσουν μόνον γνώσεις[14]. Ομοίως και κατά τον καθηγητήν του δικαίου Josef Ρ a r t s c h, ο πολιτικός χρησιμοποιεί εκ της θεωρίας μόνον μεθόδους και από­ψεις, αίτινες όμως δεν δύνανται να τον απαλλάξουν τής ευθύνης διά τας ενερ­γείας του[15].

*Ε. Λεμπέση, «Κοινωνιολογία του Τύπου«, κ. ΙΙ, σελ. 85-87, εκδόσεις Αρσενίδη, Αθήνα 1992
[1] Eις Hermann Oncken, Politik als Kunst (Hdb. d. Pol. I, 9).
[2] O n c k e n , Ivo. rivui.
[3] Oncken, 9. — Bernhard, Die Ausbildung des Politikers (Hdb. d. Pol. V, 436, 440).
[4]Βλ. εκτενώς Ε. Λεμπέση, Βενιζέλος. —Ό «Αντι-Βενιζέλος.
5.Oncken, 10.
[6] Schopenhauer, Über Lesen und Bücher 54. — Ο n c k e n, 10.
[7] Oncken, 10.
8.0ncken, 11.
[9]Oncken, 12. — Ενδιαφέρουσα είναι ή ύπό του Oncken παρατιθεμένη επιστολή του
Bismarck κατά τής γραφειοκρατίας καί της πεζότητος της ζωης.
[lO] Oncken, 12.
[11]Piloty, Politik als Wissenschaft (Hdb. d. Pol. I,1).
[12] Bernhard,439.
14.Bernhard,440.
15.Bernhard,440.
[15]Partsch, Die Bedeutung der Geschichte und der wissenschaftlichen Theorie für den Politiker (Hdb. d. Pol. V. 442).

Written by nomosophia

29 Ιανουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Πολιτική

Ανθολόγιο

leave a comment »

Από την ιστορία της «μούτζας»[i]

Οι Βυζαντινοί πρόγονοι ημών συχνά ανά τας ρύμας και τας πλατείας διεσκέδαζον, παρακολουθούντες το θέαμα τής διαπομπεύσεως. Οι κλέπται, οι μοιχοί και αι μοιχαλίδες, οι δειλοί, οι μέθυσοι, οι αντάρται, εξέχοντα πολλάκις πρόσωπα, πατριάρχαι και βασιλείς, υφίσταντο τότε την ατιμωτικήν περιαγωγήν. Πόσον συνήθης κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ήτο η διαπόμπευσις δεικνύει πλήθος Νεοελληνικών φράσεων, αι οποίαι νοούνται μόνον όταν λάβη τις υπ’ όψιν τί εγίνετο τότε, προκειμένου να διαπομπευθή τις.
Ό μέλλων λοιπόν να υποστή την διαπόμπευσιν, εν πρώτοις εκουρεύετο. Σήμερον ή κουρά τής κόμης δεν έχει τι το προσβλητικόν, τότε όμως, ότε οι πολίται, πλην των μοναχών και του κλήρου, έφερον μακράν κόμην, το να έμφανισθή τις κουρεμένος ήτο μεγάλη προσβολή.
Πλην των πενθούντων, μόνον οι υποπεσόντες εις παράπτωμα και καταδικασθέντες εκουρεύοντο» συχνά εις τούς Βυζαντινούς χρόνους απαντά ή φράσις : «(ο δείνα) τυπτόμενος και κουρευόμενος, εξοριζέσθω».
Ταύτα λαμβάνων τις υπ’ όψιν, θα νοήση τας σημερινάς φράσεις : ά ν τ ε να κ ο υ ρ ε ύ ε σ α ι ή: κουρέματά σου, ήτοι τόσον φαύλος είσαι, ώστε αξίζεις να κουρευθής.
Διά τον αυτόν λόγον σήμερον εις πολλά μέρη κουτρούλα ή κουρεμένη λέγεται ή άτιμος γυνή, επειδή την μοιχαλίδα, προτού την διαπομπεύσουν, την εκούρευον.
Το κουρεύω κατά τούς Βυζαντινούς χρόνους ελέγετο και κ ο υ ρ ά ζ ω, π.χ. : «τον τάδε εκούρασαν μοναχόν» εκουράσθη λοιπόν ο δείνα ή η δείνα εσήμαινεν εκουρεύθη. Το κούρευμα όμως, επειδή ήτο, ως ανωτέρω ελέχθη, συνέπεια κακής συμπεριφοράς, κατεπόνει ψυχικώς τον κουρασθέντα. Εντεύθεν το κουράζω κατήντησε να σημαίνη καταπονώ ου μόνον ψυχικώς, αλλά και σωματικώς.
Ποίος αρά γε σήμερον, όταν λέγη κουράστηκα, φαντάζεται ότι ή καταπόνησίς του έχει σχέσιν με το κούρευμα ;
Εν συνεχεία οι διαπομπεύοντες, ίνα προκαλέσωσι τον γέλωτα των θεατών, ήλειφον το πρόσωπον του διαπομπευθησομένου δι’ ασβόλης, ήτοι καπνιάς, ή επίχρισις δ’ αύτη έδωκεν αφορμήν εις τας σημερινάς φράσεις : α π ο σ β ο λ ώ θ η κ α ή: έμεινα αποσβολωμένος, αίτινες σημαίνουν ησχύνθην τόσον, όσον ο δι’ ασβόλης χρισθείς και μέλλων να διαπομπευθη.
Το ρήμα δήλα δη είναι αντίστοιχον προς το αρχαίον προπηλακίζω. Εν τω Λεξικώ του Σουΐδα αναγινώσκομεν : «προπηλακισμός ύβρις είρηται δε από του πηλόν επιχρίεσθαι τα πρόσωπα των ατιμίαν και ύβριν καταψηφιζομένων».
«Η ασβόλη τότε ελέγετο και μ ο υ τ ζ α (=μουντόν χρώμα), εντεύθεν δ’ έλαβον την αρχήν των το τε σημερινόν ρήμα μουτζώνω ή μ ο υ τ ζ ο υ ρ ώ ν ω, ως και αι φράσεις : έφυγα μουτζωμένος, ήτοι κατησχυμένος, κοίταξε να μη με μουτζουρώσης, ήτοι να μη με προσβάλης, έννοια σου κι’ εγώ σε βάφω, θα σε τιμωρήσω δήλα δή.
Επειδή δε, ίνα δια μούτζης αλείψωσι το πρόσωπον του περιαγομένου, ήπλωνον επί της αιθάλης την παλάμην τής χειρός διαστέλλοντες τους δακτύλους, δια τούτο το υβριστικόν σχήμα, το όποιον αποτελείται εκ τής τοιαύτης τής άκρας χειρός διαθέσεως, εκλήθη μούτζα και το ρήμα μουτζώνω, του οποίου συνώνυμον είναι το φασκελώνω ή σφακελώνω.
Αντί ασβόλης, ήλειφον ενίοτε το πρόσωπον του διαπομπευομένου δια σ ι ν ω π ι δ ί ο υ, ήτοι ερυθράς βαφής. Το έτσι κι’ έτσι κόκκινος κι’ έτσι κατακόκκινος, το λεγόμενον υπό του απελπισθέντος και μη έχοντος ελπίδα βελτιώσεως, εκ του ανωτέρω έχει την αρχήν.
Ο εξετασθείς και αθώος αποδειχθείς εννοείται ότι παρουσιάζετο εις την κοινωνίαν με λευκόν πρόσωπον, ως αντιστρόφως ο ένοχος και μέλλων να περιαχθή μαυροπρόσωπος. Δι’ αυτό λέγομεν σήμερον : βγήκε ασπροπρόσωπος και : κοίταξε να μη με μουτζουρώσης, ήτοι να μη με κάνης να εντραπώ δια την συμπεριφοράν σου.
Τον ένοχον κατόπιν ανεβίβαζον συνηθέστατα επί όνου, ούτω πως μάλιστα, ώστε να βλέπη προς τα οπίσθια τού ζώου και να κρατή την ουράν του. Εκ τής στάσεως ταύτης προήλθεν ή σημερινή φράσις : τον (την) ανέβασαν στο γάιδαρο. Την εντροπήν δε του εποχουμένου δηλοί ή κοινή σημερινή φράσις : θαρρούσα πώς ήμουνα ‘ς τό γάιδαρο καβάλλα.
Τον διά των οδών περιφερόμενον οι παρακολουθούντες το θέαμα ου μόνον ενέπαιζον, διαφόρους σκωπτικούς εις αυτόν απευθύνοντες λόγους, αλλά και, προς ύβριν, και ίνα περισσότερος γίνεται θόρυβος, εκρέμων κώδωνας από του λαιμού του ή και τον υπεδέχοντο με κωδωνοκρουσίας, όπερ τελευταίον έθιμον υποδεικνύει το εν Ονειροκριτικώ του Θ’ μ.Χ. αιώνος : «εάν δε γύναιον ίδη ότι σημαντήριον σημαίνει, θέατρον αισχύνης έσται παντί τω λαώ». Πβ. και τας σημερινάς εν Αιτωλία φράσεις : του βάρισαν καμπάνα, ήτοι αυστηρώς τον ετιμώρησαν, καί : ταχιά θ’ άκούης τ’ γκαμπάνα σου, ήτοι την τιμωρίαν σου. Διά τούτο σήμερον : τόν εκουδούνισαν καί, κατά τόπους : τον εκαμπάνισαν σημαίνει τον διεπόμπευσαν, κοινότερον δε λέγομεν : άντε ν’ ακούσης τα κουδούνια σου, τας κατά σου δήλα δή κατηγορίας. Αυτή είναι η αρχή τής φράσεως, δι’ ο δεν έχουσι δίκαιον οι φρονούντες, ότι το τ ή ς κ ρ έ μ α σ α ν κ ο υ δ ο ύ ν ι α ελέχθη περί γυναικός, τής οποίας διαλαλούνται και ακούονται παντού αι ένοχοι μετ’ ανδρών σχέσεις, ως από αποστάσεως ακούονται οι ήχοι των κωδώνων των από του λαιμού ζώων αποκρεμαμένων.
Οι θεαταί όμως και οι την πομπήν παρακολουθούντες δεν ηρκούντο εις τούς κωδωνισμούς τον διαπομπευόμενον έτυπτον με εντόσθια αιγοπροβάτων, έρριπτον δε κατ’ αυτού και αποχωρήματα. Τά σημερινά : τον έχεσα, θαρρώ πώς θάσε χέσω, δέν ήσαν απλούν σχήμα λόγου, αλλά πραγματικότης. Τα ριπτόμενα όμως αποχωρήματα εμόλυνον ου μόνον τον διαπομπευόμενον, αλλά και τον όνον εφ’ ου επέβαινεν ούτος. Τώρα εννοεί τις την σημασίαν τού παγκοίνου : του ‘χεσα το γάιδαρο (‘ς το ξύλο).
Οσάκις το παράπτωμα τού πομπευομένου δεν ήτο μέγα, ούτος υφίστατο οίας ανωτέρω είπον ατιμώσεις εάν όμως ούτος είχε μετάσχει εγκλήματος καθοσιώσεως ή αποτυχούσης ανταρσίας ή οι καιροί, καθ’ ους είχε διαπραχθή το έγκλημα, ήσαν τεταραγμένοι και τα πάθη ισχυρά, τότε ούτος περιήγετο, αφ’ ου πρότερον ετυφλούτο. Τότε είχεν ου μόνον μούτζες, αλλά και τύφλες, ήτο, όπως σκωπτικώς έλεγον, μούτζουφλος ή μούρτζουφλος (=μουτζότυφλος).
Φανερόν εκ των ανωτέρω καθίσταται πρώτον πόθεν ή σημερινή φράσις : τύφλες και μούτζες νά ‘χης και δεύτερον διατί το ύβριστικόν σημερινόν σχήμα, η μούτζα, λέγεται και τύφλα και τό μουτζώνω τυφλώνω.
Η διαπόμπευσις ελέγετο και άτιμος θρίαμβος και πομπή, μεταπεσούσης της αρχαίας σημασίας τής λέξεως. Δι’ αυτό σήμερον η λέξις μ π ο μ π ή έχει κακήν σημασίαν, δηλούσα την επίψογον συμπεριφοράν και πράξιν. πβ. : δεν πάς να δής (ν’ακούσης) τοις μπόμπες σου; να χαθής, μπομπεμένη, εκατσ’ ή μπομπή ‘ς τη στράτα κι’ αναγέλα τους διαβάτες.
Τέλος, επειδή του πομπευομένου προηγείτο ειδικός υπηρέτης, σύρων τον όνον, πλατσάριος καλούμενος, διαλαλών το έγκλημα εκείνου, το δε διαλαλώ ελέγετο κιβεντίζω ή γιβεντίζω, διά τούτο σήμερον πολλαχού τά γίβεντα ή τά γέβεντα συνωνυμούσι τω άτιμοι πράξεις και επίψογοι, το δε γιβεντισμένος ή γεβεντισμένος τω φαύλος και άτιμος.

[i] Φαίδωνος Κουκουλέ, «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», τ. Ε΄ «η νέα ελληνική γλώσσα και τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά έθιμα», σ. 6-8, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1952.

Written by nomosophia

28 Ιανουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Οικονομία

leave a comment »

Μερκαντιλισμός και Φιλελευθερισμός*

Το μερκαντιλιστικό κράτος.
Όπως είναι γνωστό, το καθεστώς πού προηγήθη αμέσως του φιλε­λευθερισμού είναι το καθεστώς του αυταρχικού μερκαντιλιστικού κρά­τους [1].
Τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού του καθεστώτος μπορούν να υπαχθούν σε τέσσαρες κατηγορίες ή απόψεις.
Από φιλοσοφική άποψη, το μερκαντιλιστικό — απολυταρχικό κρά­τος είναι προσδεμένο στη θεωρία του ατομισμού και στη μηχανιστική θεω­ρία του σύμπαντος [2].
Από την άποψη των τεχνικών εφαρμογών και δυνατοτήτων, έχει σαν γνώρισμα τη σταθερή πίστη στην παντοδυναμία τής επιστήμης [3].
Από κοινωνικό – πολιτική σκοπιά, στηρίζεται στο συντονισμό τής κεντρικής — κατά κανόνα βασιλικής — εξουσίας και των ενδιαμέσων υπο­κειμένων εξουσιών, δηλαδή τής φεουδαρχικής ή τής αστικής ολιγαρχίας [4].
Από οικονομική, τέλος, πλευρά, ο μερκαντιλισμός τής απολυταρχικής περιόδου επιδιώκει την προοδευτική ενοποίηση τής εσωτερικής αγο­ράς, χάρη στο συνδυασμό συναλλακτικής ελευθερίας και κρατικών μονο­πωλίων [5].
Στη βάση του συστήματος επενεργεί σταθερά ή ιδέα ενός εκτεταμέ­νου οικονομικό – πολιτικού σχεδιασμού, με επίκεντρο την κυβερνητική ε­ξουσία.

Οι κεντρικές ιδέες του φιλελευθερισμού.

Από το μερκαντιλιστικό – απολυταρχικό κράτος, ο φιλελευθερισμός κληρονομεί δύο κυρίως βασικές ιδέες.
Ή πρώτη είναι ή Ιδέα τής οικονομικής προόδου, χάρη στην εφαρμογή νέων επιστημονικών ή τεχνικών μεθόδων.
Ή δεύτερη είναι ή Ιδέα τής ευρείας εθνικής αγοράς, σαν πλαισίου μιας απεριόριστης, κατ’ αρχή, παραγωγικής και καταναλωτικής διαδικα­σίας, εκ διαμέτρου αντίθετης προς το στατικό ιδεώδες τής ιεραρχήσεως και κοινωνικής ταξινομήσεως των αναγκών των μεσαιωνικών χρόνων [6].
Και τις δύο όμως αυτές Ιδέες ο φιλελευθερισμός τις αναθεωρεί, τις διευρύνει και τις αναπροσαρμόζει σύμφωνα με τις επιταγές μιας νέας κοι­νωνικής Ιδεολογίας, πού συνοψίζεται στο γνωστό σύνθημα : laissez faire laissez passer s.
Αυτό το σύνθημα υποδηλώνει όχι την απλή τυπική ενοποίηση[7], άλλα την ουσιαστική ομοιογένεια και ομοιομορφία τής εθνικής αγοράς και τής εθνικής πολιτιστικής κοινότητας. Επάγεται, συνεπώς, την κατάργηση των εσωτερικών φραγμών και των μονοπωλιακών θέσεων—διά τής αποβολής των ενδιαμέσων» εξουσιών τής φεουδαρχίας και δι’ ολοκληρώσεως τής συναλλακτικής ελευθερίας, χάρη στην εξαφάνιση κάθε είδους κρατικού παρεμβατισμού—την απελευθέρωση των δουλοπάροικων και την αποδέ­σμευση τής μεγάλης φεουδαρχικής ιδιοκτησίας. Αυτό υπήρξεν, άλλωστε, το τελικό αποτέλεσμα όλων των επαναστατικών κινημάτων του δεκάτου ογδόου και του δεκάτου ενάτου αιώνα, από τις επαναστάσεις των Η.Π.Α. και τής Γαλλίας ως εκείνες των άλλων ευρωπαϊκών λαών.
*Γ.Κ. Βλάχου, «Πολιτική«, τ. Α΄, σ. 44-45, Αθήνα 1977
[1] Για το οικονομικό σύστημα του μερκαντιλισμού, βλ. R. Gonnard, Histoire des doctrines économiques, Paris, 1930, σελ. 53 έπ.
[2] Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ή θεωρία αυτή ανεπτύχθη στα πλαίσια του αντι­στοίχου είδους κρατικής οργανώσεως και αντανακλά, κατά κάποιον τρόπο, την Ιδεολογία του κράτους τής αυτής κατηγορίας.
[3] Βλ. το βιβλίο του James E.King,Science and nationalism in the Government of Louis XIV, 1661 -1683, Baltimore, 1948.
[4] Ή Ιδέα αύτη ξεπερνάει, κατά §να μέρος, τα όρια τής μερκαντιλιστικής Ιδεολο­γίας καί είναι διάχυτη και στο έργο φιλελευθέρων συγγραφέων, όπως ó Montesquieu.
[5] Βλ. R. Gonnard, op. cit.
[6] Κάτω από τη γενική αρχή, ότι, σε κάθε τάξη άνηκαν ορισμένες υποχρεώσεις άλλα και Ιδιαίτερος τρόπος ζωής και εργασίας (convenienter vivere). Βλ. R. Gonnard, op. cit. σελ. 23 έπ.
[7] Όπως αυτό συνέβαινε κατά το προηγούμενο καθεστώς του μερκαντιλισμού, το οποίο είχε περιορίσει άλλ’ όχι και ανατρέψει την εσωτερική κατάτμηση τής κυριαρχίας προς Όφελος των προνομιούχων τάξεων.

Written by nomosophia

27 Ιανουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Οικονομία

εξουσία και διαφθορά

leave a comment »

Περί της κατάχρησης της εξουσίας

Εγκλήματα «λευκού κολλάρου» και εγκλήματα «μπλε κολλάρου»[i]

Η διάκριση σε εγκλήματα «λευκού κολλάρου» ή «λευκού περιλαι-μίου» και σε εγκλήματα «μπλε κολλάρου» δημιουργεί απορίες σε όσους δεν ασχολούνται με τις ποινικές επιστήμες. Επί πλέον θίγει το ελληνικό γλωσσικό αίσθημα. Ο όρος εγκληματικότητα «λευκού κολλάρου» δημιουργήθηκε το 1940 από τον Αμερικανό εγκληματολόγο Ε. Sutherland (1883-1950). Σε σχετικές δημοσιεύσεις του εκείνης της εποχής τόλμησε να επισημάνει την εγκληματική συμπεριφορά ατόμων με «υψηλή κοινωνική θέση». Όρισε μάλιστα ως έγκλημα λευκού κολλάρου την παράβαση του ποινικού δικαίου από άτομα της ανώτερης κοινωνικοοικονομικής τάξης στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων».
Από τον παραπάνω ορισμό προκύπτει ότι εκείνο που επέβαλε τη δημιουργία αυτής της κατηγορίας εγκλημάτων, ήταν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δραστών. Δηλαδή, το υψηλό κοινωνικό status που απέρρεε από την επαγγελματική τους απασχόληση. Γνώρισμα που τους διαφοροποιούσε από τους περισσότερους, συνηθισμένους δράστες, οι οποίοι, σύμφωνα με τις στατιστικές των καταδικών, ανήκαν στην κατώτερη κοινωνικοοικονομική τάξη, την τάξη που φορεί «μπλε κολλάρο», φόρμα εργάτη.
Η έννοια του εγκλήματος λευκού κολλάρου αρχικά αναφερόταν σε αθέμιτες δραστηριότητες κυρίως επιχειρηματιών, και μάλιστα ανωτέρων τάξεων, ή και επιχειρήσεων (π.χ. στις Η.Π.Α., η ποινική ευθύνη νομικού προσώπου είναι νοητή). Βαθμιαία όμως το περιεχόμενο της εννοίας μεταβλήθηκε. Στα εγκλήματα αυτά προστέθηκαν τα οικονομικά εγκλήματα που διαπράττουν άτομα από οποιαδήποτε κοινωνική τάξη μέσα στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους απασχόλησης, αδιάφορο αν αυτή γίνεται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα (π.x. φοροδιαφυγή δικηγόρου, εγχείριση μη δικαιολογημένη ιατρικώς από χειρουργό, δωροληψία κτλ.) Έτσι γίνεται λόγος στην Ευρώπη συνήθως για οικονομικά εγκλήματα η οικονομική εγκληματικότητα (Wirtschaftskriminalitaet, economic crime, criminalité des a-faires). Για την έννοια αυτή δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός ορισμός γι’ αυτό και συχνά είτε απαριθμούνται τα εγκλήματα που την απαρτίζουν είτε προτείνονται κατατάξεις, όπως θα δούμε παρακάτω.
Στη σύγχρονη αμερικανική βιβλιογραφία απαντώνται και νέοι όροι. Ο όρος «επαγγελματικό έγκλημα» (occupational crime)79 φαίνεται πως ταυτίζεται με τον όρο «οικονομικό έγκλημα» και αντικαθιστά πλέον τον στενότερο όρο του Sutherland. (Στην ευρωπαϊκή, εγκληματολογική παράδοση με την έντονη επίδραση της θετικής σχολής και τις διακρίσεις των εγκληματιών σε «εκ περιστάσεως, καθ’ έξιν ή κατ’ επάγγελμα» κτλ. ένας τέτοιος όρος δημιουργεί άλλους συνειρμούς γι’ αυτό ίσως και αποφεύγεται). Εξάλλου με τον όρο «έγκλημα του υπερκόσμου» (upperworld crime) επιχειρείται μια ακόμα διεύρυνση των εγκλημάτων «λευκού κολλάρου»», ώστε να περιλαμβάνουν και εγκλήματα πολιτικής δράστηριότητας που χαρακτηρίζονται από σήψη και διαφθορά.
Όποιος και αν είναι ο όρος της νέας αυτής κατηγορίας εγκλημάτων, είναι βέβαιο ότι ακόμα δεν έχει σαφώς καθοριστεί το περιεχόμενο της. Οι ερευνητές δεν έχουν προσδιορίσει τελεσίδικα τα είδη των εγκλημάτων που περιλαμβάνει (ωστόσο δεν αμφισβητείται ότι η συζυγοκτονία που διαπράττει ένας μεγαλοεπιχειρηματίας δεν είναι έγκλημα λευκού κολλάρου), το modus operandi και τα ακριβή χαρακτηριστικά των δραστών, την έκταση της βλάβης στα θύματα, καθώς και το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρουν οι δράστες. Πάντως και σ’ αυτήν την κατηγορία εγκλημάτων, όπως και στο οργανωμένο έγκλημα, είναι χρήσιμη μια περιγραφική προσέγγιση.

Κατά τον Kaiser και άλλους τα οικονομικά εγκλήματα, παρά την κάποια αμοιβαία διείσδυση, είναι δυνατόν να καταταγούν σε τέσσερις ομάδες σύμφωνα με την περιοχή που πρέπει να προστατευθεί.

— Προστασία της εθνικής οικονομίας και της οικονομίας των επιχειρήσεων: εγκλήματα κατά των τραπεζών και του χρηματιστηρίου εγκλήματα σχετικά με το σύστημα των πιστώσεων, με τις ασφάλειες, με τον ελεύθερο ανταγωνισμό, με τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων.
— Προστασία του δημοσιονομικού τομέα: εγκλήματα σχετικά με τη φορολογία, τον τελωνειακό κώδικα, απάτη ως προς τις χρηματοδοτήσεις, δωροδοκία και δωροληψία.
— Προστασία του κοινωνικού συνόλου: παραβάσεις διατάξεων σχετικών με την προστασία της νεότητας και της εργασίας, την κοινωνική ασφάλιση και γενικά εγκλήματα σχετικά με την προστασία των καταναλωτών (π.χ. νοθεία τροφίμων) και του περιβάλλοντος.
— Προστασία των αντισυμβαλλομένων και καταναλωτών: απάτη και τοκογλυφία.

Από όσα αναφέρθηκαν καταδεικνύεται η εγκληματολογική αξία της διάκρισης αυτής. Ωστόσο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η σταδιοδρομία του όρου εγκλήματα λευκού κολλάρου δεν ήταν απρόσκοπτη. Ήδη από το Ι947 είχε αρχίσει η αμφισβήτησή του. Η αοριστία και η ασάφεια του όρου, το ζήτημα αν όντως αποτελούν τα εγκλήματα αυτά ξεχωριστή κατηγορία εγκλημάτων με ειδική μορφή συμπεριφοράς και το ερώτημα αν είναι ορθό να αντιμετωπίζονται ηγετικά και υπεύθυνα στοιχεία της κοινωνίας ως εγκληματίες, είναι μερικά από τα θέματα που έθιξαν οι επικριτές των εγκλημάτων λευκού κολλάρου. Τα εγκλήματα όμως αυτά στην «απομυθοποιημένη και εκδημοκρατισμένη» μορφή τους δεν αμφισβητούνται πλέον. Αντίθετα είναι φανερό ότι η δημιουργία αυτής της ξεχωριστής κατηγορίας εγκλημάτων βοήθησε να εντοπισθεί μια νέα μορφή εγκληματικότητας συνυφασμένη με την οικονομική ανάπτυξη και την καταναλωτική κοινωνία, μια εγκληματικότητα που συνεπάγεται πολύπλευρη ζημιά. Αν και δεν είναι γνωστή η ακριβής έκταση των εγκλημάτων λευκού κολλάρου — αφού είναι μεγάλος ο σκοτεινός τους αριθμός — είναι παραδεκτό ότι ζημιώνουν σημαντικά την κοινωνία. Το υψηλό κόστος των εγκλημάτων αυτών μαρτυρούν αφενός τα συνήθως πολύ μεγαλύτερα χρηματικά ποσά που αφορούν και αφετέρου τα πολύ περισσότερα θύματα που εμπλέκονται στα οικονομικά εγκλήματα από ό,τι στα συνηθισμένα εγκλήματα. Αλλά και το κοινωνικό τους κόστος είναι βαρύ αφού τα εγκλήματα αυτά διαβρώνουν θεσμούς και άτομα.
Εξάλλου αυτή η διάκριση εγκλημάτων επέβαλε στους ποινικολόγους και εγκληματολόγους να ασχοληθούν με την ανεύρεση διαφορετικών και αποδεκτών από ειδικοπροληπτικη και γενικοπροληπτική άποψη μεθόδων μεταχείρισης (π.χ. ποινές που πλήττουν την ελευθερία οικονομικής και επαγγελματικής δραστηριότητας του δράστη — κλείσιμο επιχείρησης, αφαίρεση επαγγελματικής αδείας, ποινές στερητικές της ελευθερίας, υψηλές χρηματικές ποινές, έκκληση στη συνείδηση).
Τέλος, δεν θα έπρεπε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι αυτή η νεοπαγής κατηγορία εγκλημάτων αποτέλεσε κινητήρια δύναμη για έρευνα και συγγραφή αξιόλογων έργων στις ποινικές επιστήμες. Επιπλέον εξακολουθεί να χρησιμεύει, όπως και την εποχή του Sutherland, στον ποινικό νομοθέτη σαν μανδύας με τον οποίο καλύπτει νέες μορφές συμπεριφοράς (π.χ. ρύπανση περιβάλλοντος) για τις οποίες επιβάλλεται εγκληματοποίηση.

Εγκλήματα μη συμβατικά και εγκλήματα κοινά, συμβατικά

Πρόσφατα, η προσοχή διεθνών οργανισμών και κυρίως του Ο.Η.Ε., έχει στραφεί στα μη συμβατικά εγκλήματα. Για τα εγκλήματα όμως αυτά, όπως και για τα οργανωμένα εγκλήματα ή τα οικονομικά εγκλήματα, τα οποία συνήθως εμπεριέχονται στα μη συμβατικά εγκλήματα, δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός ορισμός.
Ο όρος μη συμβατικά εγκλήματα προϋποθέτει τη διχοτόμηση όλων των εγκλημάτων σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στην κατηγορία των κοινών, παραδοσιακών, συμβατικών εγκλημάτων (π.χ. εκ προθέσεως ανθρωποκτονία, σωματική βλάβη, ληστεία, κλοπή, βιασμός κτλ.) και στην κατηγορία των μη συμβατικών εγκλημάτων. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται μορφές συμπεριφοράς οι οποίες, αδιάφορο αν συνιστούν έγκλημα, αποτελούν κατάχρηση οικονομικής ή πολιτικής εξουσίας. Στην περίπτωση που συνιστούν έγκλημα, η υψηλή πολιτική, οικονομική ή κοινωνική θέση του δράστη ή οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελείται μειώνουν συνήθως τις πιθανότητες ανακάλυψης ή σύλληψης ή καταγγελίας κτλ.
Ως παραδείγματα μη συμβατικών εγκλημάτων αναφέρονται ιδιαίτερα» τα οικονομικά εγκλήματα και μεταξύ αυτών οι απάτες στις αγοραπωλησίες γης
, η εκμετάλλευση εργατών και μάλιστα μεταναστών, οι εισαγωγές και εξαγωγές ακατάλληλων και επικίνδυνων προϊόντων, τα οικονομικά εγκλήματα των πολυεθνικών εταιρειών και γενικά η κατάχρηση οικονομικής εξουσίας από αυτές τις εταιρείες σε βάρος κυρίως αναπτυσσομένων χωρών (π.χ. πωλήσεις απαγορευμένων φαρμάκων, απάτη ως προς τη διαφήμιση). Μη συμβατικά εγκλήματα θεωρούνται επίσης η βάναυση μεταχείριση υπόπτων από αστυνομικούς ή κρατουμένων από φύλακες, η διαφθορά πολιτικών, δικαστών ή άλλων ατόμων με ενισχυμένες εξουσίες, το οργανωμένο έγκλημα καθώς και τα εγκλήματα κατά της ειρήνης, τα εγκλήματα πολέμου, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, η γενοκτονία, το απαρτχάιντ, η δουλεία, τα βασανιστήρια, η αυθαίρετη εκτέλεση ατόμων, η αναγκαστική ή ακούσια εξαφάνιση ατόμων και άλλες σημαντικές παραβάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η αναφορά σε παραδείγματα μη συμβατικών εγκλημάτων τονίζει το εύρος των μορφών συμπεριφοράς τις οποίες καλύπτει η κατηγορία αυτή. Επίσης συντελεί στο να διαπιστώσει κανείς ότι πολλά από τα συμβατικά εγκλήματα δεν αποτελούσαν εγκλήματα σε ορισμένες χώρες (πρβλ. τον πρόσφατο ελληνικό νόμο 1500/1984 για τα βασανιστήρια και την κατάχρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) ή και δεν αποτελούν ακόμη.
Η επισήμανση των μη συμβατικών εγκλημάτων επιβεβαιώνει την επίδραση της νέας, ριζοσπαστικής εγκληματολογίας στην παλιά, παραδοσιακή εγκληματολογία. Εκείνο όμως που κάνει πιο σημαντική αυτή την επισήμανση είναι ότι ευαισθητοποιεί την κοινή γνώμη στα εγκλήματα των κυβερνώντων και της άρχουσας τάξης.

Το πρόβλημα της «κατάχρησης εξουσίας» και των μη συμβατικών εγκλημάτων έχει απασχολήσει τον Ο.Η.Ε. εδώ και μια δεκαετία. Το 1980 (6ο Συνέδριο. Καράκας) συζητήθηκε διεξοδικά το θέμα «Έγκλημα και Κατάχρηση Εξουσίας: Αδικήματα και Δράστες πέρα από το Νόμο». Σε σχετική μάλιστα απόφαση του Ο.Η.Ε. προτρέπονται τα κράτη-μέλη, και ιδιαίτερα τα αναπτυσσόμενα, να συνεχίσουν να συλλέγουν, να αναλύουν και να μεταδίδουν πληροφορίες σχετικά με την κατάχρηση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. (Υπολογίζεται ότι τα θύματα από την εγκληματική κατάχρηση πολιτικής εξουσίας σε μια περιοχή τα τελευταία 15 έτη ήταν 2.000.000 αγνοούμενοι πολύ περισσότερα, φυσικά, από τα θύματα συμβατικών ανθρωποκτονιών). Το 1985 το Σχέδιο Διακήρυξης για Δικαιοσύνη και Βοήθεια σε Θύματα περιέλαβε και διάταξη στην οποία εξομοιώνονται τα θύματα των συμβατικών εγκλημάτων με τα θύματα των μη συμβατικών. Δεν είναι φυσικά γνωστό, αν θα παραμείνει η διάταξη αυτή και αν τα θύματα των μη συμβατικών εγκλημάτων θα έχουν τελικά τα ίδια δικαιώματα για αποζημίωση και περίθαλψη καθώς και για πρόληψη της θυματοποίησής τους με τα θύματα των συμβατικών. Πάντως ο σπόρος για την αναγνώριση των μη συμβατικών εγκλημάτων και την παραδοχή της χρησιμότητας τους έχει ήδη αρχίσει να ριζώνει παρά την ευρύτητα ή και κάποια αοριστία του όρου και παρά το γεγονός ότι θίγονται συμφέροντα με την καθιέρωση αυτών των εγκλημάτων.

[i] Κ.Δ. Σπινέλη, «Εγκληματολογία», κ. 3.4.6 & 3.4.7, σ. 113-118, νομικές εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1985

Written by nomosophia

26 Ιανουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Δίκαιο

μεταφυσική

leave a comment »

Η ελληνική διδασκαλία περί του ανθρώπου κι η ορφική μυστηριακή δογματική[1]

Στη δεμένη με το όνομα του θράκα τραγουδιστή ‘Ορφέα μ υ σ τη ρ ι α κ ή θρησκεία … ο Διόνυσος είναι … κύριος τής ζωής και του θανάτου. Τον Ίδιο, πού είχε πάρει μορφή ταύρου—έτσι το λέ­γει ο τελετουργικός μύθος—τον ξέσκισαν οι Τιτάνες και κατάπιαν τα μέλη του. Μόνο την καρδιά του τη γλίτωσε η Αθηνά και την πήγε στο Δία, κ’ εκείνος έφτιαξε απ’ αυτή το νέο Διόνυσο – Ζαγρέα. Ό Δίας τσάκισε τους Τιτάνες με τον κεραυνό κι από τη στάχτη τους γεννήθηκαν οι άνθρωποι πού παρουσιάζουν διπλή φύση : είναι μια ένωση του τιτανικού στοιχείου, που έδρα του έχει το σώμα, και του θεϊκού-διονυσιακού, κι απ’ αυτό βαστάει ή ψυχή. Το σώμα είναι εφήμερο, ή ψυχή αιώνια, δηλαδή χωρίς αρχή και τέλος. Ή ψυχή, για να τιμωρηθεί για κάποιο παραστρά­τημα κατά τη διάρκεια τής θεϊκής της ζωής, εξορίστηκε στο γήινο σώμα, πού είναι το όργανό της, μαζί όμως κ’ ή αλυσίδα της, φυλακή και τάφος της (σώμα-σήμα). Είναι υποχρεωμένη χιλιάδες των χιλιάδων χρόνια να ξαναγεννιέται ολοένα, να καθαρίζεται μένοντας σε αναμεταξύ διαστήματα στον Άδη και σε κάθε μια από τις γεννήσεις να μπαίνει σε πλήθος σώματα φυτών, ζώων, ανθρώπων, και μόνο αν πάρει το δρόμο τής σωτηρίας ακολουθών­τας τις εντολές του ‘Ορφέα, του άρχοντα, και ζήσει καθαρή ζωή και βάζοντας ασκητικό περιορισμό στον εαυτό της αποφεύγει κάθε σαρκική τροφή κι άλλα απαγορευμένα φαγητά (λ.χ. κουκιά) κι απέχει από αιματηρές θυσίες, μπορεί στο τέλος να γλιτώσει από τον κύκλο των γεννήσεων και να ξαναγυρίσει στη χαμένη θεϊκή μακαριότητα. Γύρω στο δόγμα αυτό τής μετεμψύχω­σης συγκεντρώθηκαν οι ορφικοί σύλλογοι, πού ξαπλώθηκαν στη μητρόπολη, ιδιαίτερα στην Αττική, περισσότερο όμως στις δυτι­κές αποικίες τής Κάτω Ιταλίας και τής Σικελίας. «Έχομε, από μεταγενέστερα όμως χρόνια (4°-2° αιώνα π.Χ.), χρυσές πλάκες από την Πετηλία, τούς Θούριους, τις Ελευθερνές τής Κρήτης, τη Ρώμη, πού τις έθαβαν με πεθαμένα μέλη ορφικών συλλόγων. Οι επιγραφές πού βρίσκονται επάνω σ’ αυτές βεβαιώνουν την ψυχή του ή τής πεθαμένης πώς έρχεται «καθαρή από καθαρούς», πώς ξέφυγε τον πονεμένο κύκλο (των γεννήσεων) κ’ ύστερα απ’ αυτό την προσφωνούν: «Καλότυχη και μακαρισμένη! θα γίνεις θεός αντί άνθρωπος» Με το δόγμα αυτό τής μετεμψύχωσης είταν δε­μένη στην ορφική διδασκαλία μια κοσμολογική θεωρία, πού οι λεπτομέρειες της δεν είναι ολότελα εξακριβωμένες. Ξέρομε όμως με βεβαιότητα, πώς γι’ αρχές του κόσμου έβαζαν το χάος και τη νύχτα. Ή τελευταία γεννούσε ένα αβγό κι απ’ αυτό έβγαινε ένας φτερωτός Έρωτας. Είναι επίσης βέβαιο πώς ή όρφική θεολογία, πού την περιείχαν οι Ιεροί λόγοι, δεν ξεπερνούσε ολότελα την πολυθεΐα, όμως στα πολλά ονόματα των θεών έβλεπε μόνο διάφορες ονομασίες για τις ποικίλες ενέργειες και φανερώματα τής μιας στο βάθος θεϊκής ουσίας, πού αποτε­λεί τον πυρήνα ολόκληρου του κόσμου. Έτσι ή ορφική αυτή θεο­λογία πρόβαλλε με δόγματα σαν τ’ ακόλουθα :

Ο Δίας αρχή, ο Δίας μέση, από το Δία όλα γένηκαν.
Ο Δίας βυθός τής γης και του αστρόσπαρτου ουρανού
,

είτε :

Ένα πράμα είναι ο Δίας, ο Άδης, ο Ήλιος κι ο Διόνυσος.

Ένας θεός κατοικεί σε όλα. Και τραβάει πέρα ως το κατώφλι του πανθεϊσμού, χωρίς όμως να το περάσει. Πάσκισε, καθώς φαίνεται, τον κόσμο να το νιώσει σα μιαν ενότητα, που την κυβερνάει ένας σταθερός νόμος. Δεν κατάφερνε όμως να ξεφορτωθεί την αντίθεση : ύλη και πνεύμα, θεός και κόσμος, σώμα και ψυχή. Ό άνθρωπος με το δόγμα τής μετεμψύχωσης σύρθηκε μέσα στην κοσμική στροφή τής γέννησης και του χαμού κ’ ή μοίρα του συντελιέται κατά τον αυστηρό νόμο : «ό,τι έφτιαξες υπόφερε το».
Αυτή ή ορφική μυστηριακή θρησκεία με τη διδασκαλία της για τον άνθρωπο αναποδογυρίζει ολότελα την ελληνική αντί­ληψη για τη ζωή. Εκεί ο σωματικός άνθρωπος είναι ο καθαυτό άν­θρωπος, ή ψυχή ένα αδύναμο είδωλο, Εδώ το αιώνιο κι αχάλαστο είναι ή ψυχή, το σώμα το εφήμερο, το ακάθαρτο, το παρακα­τιανό. Εκεί ή ζωή πάνω στη γη και μέσα στο φως τού ήλιου είναι ή αληθινή ζωή, ο πέρα κόσμος ένα αχαμνό και θολό της αντίγραφο, εδώ ή ζωή πάνω στη γη ένα είδος κόλαση, μέρες φυ­λακής, τιμωρία, και μόνο στον πέρα κόσμο, όταν ή ψυχή λυτρω­θεί από τη φυλακή του κορμιού, χαμογελάει ή αληθινά θεϊκή ύπαρξη. Έτσι αυστηρά ένιωθε ήδη την αντίθεση αυτή ο Ευριπί­δης, πού σε μια του από τις χαμένες τραγωδίες βάζει κάποιο πρόσωπο να πει:

Ποιος ξέρει αν η ζωή δεν είναι θάνατος κι αυτό πού εμείς θάνατο λέμε, κάτω εκεί να λέγεται ζωή.

Το τέλειο αυτό αναποδογύρισμα του πηγαίου και γνήσιου τρόπου, πού ο Έλληνας νιώθει τη ζωή, κ’ ή συνέπειά του, ή ξαναπροσαρμογή όλων των άξιων, ιδιαίτερα ή υποτίμηση του σωματι­κού κι ο ασκητικός τρόπος της ζωής πού πηγάζει απ’ αυτή, είναι κάτι ολότελα ξένο για την ουσία του Έλληνα και γι’ αυτό μαρ­τυρεί προέλευση εξωελλαδική, ανατολίτικη. Μπορεί αυτή η μυστικόπαθη πνευματική κατεύθυνση να βρήκε κάποια σημεία επαφής στην ελληνική ουσία, να ικανοποιούσε κάποιες ανάγκες, πού τις ένιωθαν εξαιρετικά ζωηρά ίσα, ίσα γιατί πρωτοπαρουσιάζονται τον καιρό αυτό, μπορεί ή ελληνική περιπάθεια να ρίχτηκε ξα­φνικά στη θρησκεία και να ήθελε να ξεδιψάσει στην εκστατική μέθη. Ωστόσο ο δυϊσμός αυτού του μυστικισμού, πού την ανθρώπινη φύση τη χωρίζει σε δυο εχθρικά το ένα στο άλλο στοι­χεία, είναι ξένη σταγόνα μέσα στο ελληνικό αίμα. Πατρίδα τής ιδέας αυτής του λυτρωμού, του ξεσκλαβωμού δηλαδή της ομοούσιας με το θεό ψυχής από τα δεσμά του γήινου κορμιού, είναι χωρίς αμφιβολία ή Ινδία, όπου προβάλλει στα ερμηνευτικά των Βέδας θεολογικά συγγράμματα, τις Ουπανισάδες, κάπου ανά­μεσα στα 800 και 600, τον καιρό πού απονεκρώνεται ή βεδική πίστη σε θεούς. Ενώ εδώ διαμορφώθηκε περισσότερο θεωρητικά, στο Ιράν, στη θρησκεία του Ζαραθούστρα, δέθηκε με τούς πα­λιούς περσικούς λαϊκούς θεούς. Την ξέρουν ήδη τα παλαιότερα Γκάθας τής Άβέστα και σ’ ένα κομμάτι του Ζαραθούστρα, πού βρέθηκε τελευταία, προβάλλει αυτός σαν ο σταλμένος από τον ου­ρανό σωτήρας, πού ελευθερώνει την ψυχή από το «αγκάλιασμα» του κορμιού. Η Θράκη χρησίμεψε σα γέφυρα πού την πέρασε ή ανατολική αυτή ιδέα του λυτρωμού για να έρθει στην Ελλάδα. Σε διάφορες φυλές τής χώρας αυτής βρίσκομε πολύ παλιά ίχνη όχι μόνο της πίστης στην αθανασία παρά και του αναποδογυρισμού τού εδώ και τού άλλου κόσμου, πού φανερώνεται στο έθιμο να θρηνούν τούς νεογέννητους και να μακαρίζουν στην κηδεία τούς πεθαμένους για την καλή τους τύχη. Κ’ ή Θράκη είταν, καθώς ξέρομε, ή πατρίδα του Ορφέα, πού με τ’ όνομά του απλώ­θηκε ή διδασκαλία αυτή στην Ελλάδα.

[1] Τσέλλερ – Νεστλέ, «Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας», 1η περίοδος, σελ. 18-22, Εστία, Αθήνα 1980.

Written by nomosophia

23 Ιανουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία