ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Φεβρουαρίου 2009

λογοτεχνία

leave a comment »

Η Πενθερά[i]

Η Χαρμολίνα εκατοίκει πλησίον της κόρης της, εις εν χαμώγειον της μεγάλης οικίας. Είχε «γραφή σκλάβα» εις τον γαμβρόν της. Όπως ισοβίως έφερε της χηρείας τα δεσμά, ισοβίως είχεν αναλάβει και τον ζυγόν της θητείας πλησίον της κόρης της και του γαμβρού της.

Εις τα ευρύχωρα παραρτήματα της οικίας, τους κήπους και τα προαύλια, και εις το ελαιοτριβείον – το οποίον εσχόλαζε δεκαοχτώ μήνες εις τους εικοσιτέσσαρας και όλον αυτόν τον καιρόν εχρησίμευε ως πλυσταρείον, αλλά και ως αποθήκη – είχεν όρνιθες, πάπιες, χήνας, μίαν προβατίναν με το αρνί της, μίαν κατσίκαν με τα ερίφιά της, δύο μικρά γουρουνόπουλα (τα οποία εις χωρικός είχε δώσει απέναντι χρέους, κι’ επειδή δεν ήτο κατάλληλος εποχή όπως πωληθώσιν ή σφαγώσιν, ο γαμβρός επέβαλεν εις την πενθεράν του να φροντίζη και δι’ αυτά) και τέλος μίαν όνον με το πουλάρι της. Όλ’ αυτά, καθώς και τα επτά παιδιά, ήσαν εις την δικαιοδοσίαν της πενθεράς.

Μίαν ημέραν, η γειτόνισσά της Γκιολή η Βοσταντζίνα, μια πρωτινή γραία της είπε:
– Τί ήθελες παιδάκι μου, να μπης στα βάσανα του κόσμου;
Η Χαρμολίνα εγέλασεν εκ καρδίας, ακούσασα την επιφώνησιν ταύτην της γραίας. Ω! ήτον τόσος καιρός ήδη, αφότου αυτή είχεν εμβή «στα βάσανα του κόσμου». Και της εφαίνετο ως όνειρον. Και το όνειρον είχε καλυφθή, ενιαυτόν μετά ενιαυτόν, και είχε ταφή εις το παρελθόν το απίστον, όπως εις τα κορυφάς των υψηλών ορέων, όπου αι χιόνες, από χειμώνος εις χειμώνα, καλύπτουσι τας χιόνας, ώστε η πολυχρόνιος μάζα γίνεται πλέον ως βράχος ή ως ο πάγος του Πόλου.

Ήτον, άρα, η χήρα Χαρμολίνα, εις την υπηρεσίαν του γαμβρού της, συνάμα κηπουρος, ορνιθοτρόφος, χοιροβοσκός, συβώτις, αιγοβοσκός και ονηλάτης … και συγχρόνως παραμάννα διά τα επτά παιδιά, εξαιρουμένου του μικρού το οποίον εθήλαζεν ακόμη η μάννα του, και του εμβρύου, το οποίον αύτη είχεν εντός της κοιλίας της.

Είχε καθημερινόν πρόγραμμα εργασίας, η προώρως γηράσασα χήρα, ν’ αντλή νερόν, να γεμίζη την στέρναν, να το διανέμη στα αυλάκια, να ποτίζη τα ολίγα λαχανικά, όπως και τας γλάστρας με τα’ άνθη, είτα να ταΐζη τις κότες, τις πάπιες, τις χήνες, να ελαύνη τα τελευταίας με την καλαμιάν, όταν εξήρχοντο εις το λιβάδι. Ενίοτε να πιάνη καυγάν με την γειτόνισσαν, ένεκα μικράς ζημίας, την οποίαν έκαμνε μία χήνα, εις τον γειτονικόν κήπον, να τράφη τα δύο γουρουνόπουλα, να τα οδηγή εις την λάσπην του γειτονικού ρεύματος, διά να κυλισθούν, να εξάγη προς βοσκήν εις τα χωράφια την κατσίκαν με τα ερίφιά της, την αμνάδα με το αρνίον της, να δένη την προβατίνανν εις την άκραν του κάμπου, εις την υπωρείαν του λόφου την κατσίκαν, ολίγον παραπάνω επί της κλιτύος του βραχώδους λόφου, ανάμεσα εις σχοίνους και πρινάρια, να επισκέπτεται και πάλιν την κατσίκαν και προβατίναν διά να τας «αλλάξη», ήτοι να τας μεταφέρη και τας δέση παρέκει. Να οδηγή την γαϊδουρίτσαν με το πουλαράκι της εις τα χωράφια, να την δένη εις ένα κορμόν, και πάλιν να την επισκέπτεται. Να κουβαλά από τον αχυρώνα άχυρον διά την όνον, εις τα ισόγεια και τας αυλάς της οικίας δεμάτια χόρτου διά την αμνάδα και την αίγα, διά την νύκτα, και εν ελλείψει επαρκούς βοσκής.

Ώφειλεν από πρωΐας να νίψη όλα τα παιδιά, να τα ενδύση, να τα χτενίση, να τα βάλη να σταυρώσουν τα χέρια και να πουν το «Πάτερ ημών» εμπρός εις τα εικονίσματα, να τους δώση να κολατσίσουν … να οδηγάη τα δύο τρία εξ αυτών «εις το σχολειό», … να επιβλέπη αδιακόπως τα άλλα, να επαρκή εις όλας τας απαιτήσεις των, να θεραπεύη όλας τας ορέξεις των … Έπειτα να κουνή τα δυο μικρότερα παιδιά στα πόδια της απλωμένα ή στην κούνιαν, διά να τα αποκοιμίση να τους λέγη τραγούδια …

Κοιμήσου και παράγγειλα στην Πόλι τα προικιά σου,
Στη Βενετιά τα ρούχα σου, στη Σμύρνη τα καλά σου.

[i] Α. Παπαδιαμάντη, «Άπαντα», τ. Δ΄, «Η θητεία της Πενθεράς», εκδόσεις Φυτράκη – Κουτσουμπού», Αθήνα, 1966.

Advertisements

Written by nomosophia

27 Φεβρουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

ποίηση

leave a comment »

Άγγελου Σικελιανού
Θαλερό [1915]

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ’ αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη,
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας
μες σε διπλή γαλήνη.

Βαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά
το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νια, που της πλαγιάς ανέβαιναν
μακριά-πλατιά τη σκάλα,

σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε
στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων’ απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοϋφαντο
κεφαλοπάνι …

Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
το ‘να από τ’ άλλο πίσω,
την κρεμας΄τη τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο
ξεκόβαν το βουνίσο.

Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο επήδαγε
ζητώντας μου τα χνάρια.

Και κάτου απ’ την κληματαριά την άγουρη μ’ επρόσμενε,
στο ξάγναντο το σπίτι,
στρωτό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του Αποσπερίτη …

Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπού ‘χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα,

που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της παρθενιάς τη φλόγα,
κι απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τ’ αμάλαγα,
χώριζ’ ολόρτη η ρώγα,

που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεγμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, δε θα μπόρει’ η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π’ αγανάχτησε
στα ορτά μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε προσμένοντας,
μια σφήνα μες στα μάτια.

Εκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
γευόμουν απ’ το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο …

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
πασ’ιχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμέρια ωσάν τσαμπιά
στα δέντρα ν’ αμολήσει.

Κ’ ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
και διάφανο το χώμα,
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνότανε
μ’ αδρό, γαλήνιο σώμα.

Εκεί μ’ ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
νυχτιά δροσιά τα θάμνα …

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
ν’ αναπαυτεί λιγάκι
πα σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι …

Written by nomosophia

26 Φεβρουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Μυθολογία

leave a comment »

το όρος Άτλας[1]

Μέσα σε ένα ωραίο περιβόλι, κόρες χαριτωμένες, οι Εσπερίδες, φυλούσαν τους καρπούς αυτούς, δώρα των θεών στην Ήρα για τον γάμο της με τον Δία. Για να αποθαρρύνουν τους κλέφτες, είχαν με πολλή φρόνηση εξασφαλίσει τις υπηρεσίες ενός εκατοντακέφαλου δράκοντα. Ο Ηρακλής, ήρθε, σκότωσε το τέρας και πήρε τα χρυσά μήλα. Με τρόπο τελείως φυσικό, όπως παρατήρησε ο Στράβων, το υπέροχο αυτό περιβόλι βρισκόταν στην Δύση, όχι μακριά από τις στήλες του Ηρακλή, όχι μακριά από τα διάφορα θέρετρα των νεκρών. Ο Ησίοδος κάνει λόγο για τις Εσπερίδες «που πέρ’ από τον ξακουσμένο Ωκεανό τα μήλα τα χρυσά φυλάνε»[2].

Όμως, οι αξιαγάπητες προστάτιδες των ιερών καρπών αποδεικνύονταν κόρες του Άτλαντα. Κατά μία πασίγνωστη παράδοση, ο γίγαντας αυτός, τιμωρημένος από το Δία για απείθεια, είχε καταδικαστεί να κρατά τον ουρανό στους ώμους του. Για τους Αρχαίους, που τόσο πολύ τους άρεσε να αναγνωρίζουν τους μύθους τους στη φύση, η επίπονη αυτή στάση είχε παρασταθεί με ένα βουνό τόσο ψηλό που έμοιαζε να συγκρατεί το στερέωμα. Όπως είναι ευνόητο, ο Άτλας βρισκόταν στη Δύση, κοντά στις θυγατέρες του κοντά στα Τάρταρα, κοντά στο νησί των Παμμακάρων. Ο Ησίοδος μπορούσε να γράψει: «Ο Άτλας … ορθός στα πέρατα της γης, μπροστά στις λιγερόφωνες τις Εσπερίδες, κρατάει τον πλατύτατο ουρανό»[3]. Τον τοποθετεί και αυτός κοντά στα Τάρταρα[4].

Ο Οβίδιος θέλει τον ίδιο τον γίγαντα φύλακα των «χρυσών καρπών». Ο Περσέας έρχεται να τον συναντήσει. Ο Άτλας, επειδή φοβόταν μήπως του τους κλέψει, τον υποδέχεται σαν ευσυνείδητος θυρωρός, δηλαδή τόσο άσχημα ώστε ο επισκέπτης να του παρουσιάσει το κεφάλι της Μέδουσας, που έχει την ιδιότητα να μεταμορφώνει σε πέτρα όποιον το κοιτάξει. Και αμέσως «σε όλο του το ύφος, ο Άτλας σε βουνό μεταμορφώνεται … το κορμί του μεγαλώνει προς όλες τις κατευθύνσεις, διαστάσεις τεράστιες παίρνει και ο ουρανός μαζί με όλα τ’ άστρα ακουμπούν επάνω του»[5].

Ήδη από τον όγδοο πΧ αιώνα, οι Έλληνες συνέχιζαν την εγκατάστασή τους στην Αλγερία και την Τυνησία. Έστελναν αποστολές για να εξερευνήσουν τις περιοχές αυτές. Η μόδα είχε στρέψει τότε τους προβολείς της σ’ αυτή την ήπειρο, που αποτελούσε το νεωτερισμό της εποχής. … Ο Ηρόδοτος μαθαίνει από τους πληροφοριοδότες του πως στη Δύση ανακαλύφθηκε ένα βουνο τόσο ψηλό που αγγίζει τον ουρανό. Οι ιθαγενείς το ονομάζουν «στύλο του ουρανού». Κι ακόμη το προσδιορίζουν με μια μορφή που δεν διασώθηκε μέχρι τις ημέρες μας, μα που πρέπει να έμοιαζε στον Άτλαντα. Άδρας στην γλώσσα των Βερβέρων σημαίνει βουνό. Ο Ηρόδοτος δεν χρειάζεται περισσότερα από την πληροφορία αυτή. «Η μετατροπή της λέξεως εις «Άτλας» καθίστατο τοσούτο μάλλον ελκυστική εκ του γεγονότος ότι το όρος εξεπλήρει την εις τον Άτλαντα πρόσωπον μυθικόν, αποδιδομένη ιδιότητα»[6]. Ένα βουνό που υποβαστάζει τον ουρανό, στη Δύση, κοντά στις στήλες του Ηρακλή, κοντά στον κήπο των Εσπερίδων, κοντά στα Τάρταρα και τα νησιά των Παμμακάρων, και πέρα απ’ όλα αυτά, ένα βουνό που βρίσκεται στην Αφρική, την ήπειρο της μόδας. Ο Ηρόδοτος πιστεύει πως έχει ανακαλύψει το όρος Άτλας. περιορίζεται σε έναν ακριβή γεωγραφικό εντοπισμό και παραλείπει τα μυθολογικά περιβλήματα για να δώσει ίσως περισσότερο βάρος στην διαβεβαίωσή του. Και φυσικότατα, δίνει στην απέραντη θάλασσα αυτής της άγνωστης δύσης το όνομα του θεόρατου βουνού που δεσπόζει στην περιοχή.

[1] Μιχαήλ, «Η Κρήτη ναυάγιο της Ατλαντίδας», κ. Δ΄, σ. 135-137, εκδόσεις Ίκαρος 1975.
[2] Ησίοδος, Θεογονία, 215 και 216 και FHG Didot.
[3] Ησίοδος, Θεογονία, 517 και 518 και FHG Didot.
[4] Ησίοδος, Θεογονία, 767-768.
[5] Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, VI 655-663.
[6] Stephane Gsell, Herodote, Παρίσι 1916.

Written by nomosophia

25 Φεβρουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Αρχαιολογία

πραγματισμός στην πολιτική

leave a comment »

το δίλημμα του Λένιν[1]

Η Ελβετία βρίσκεται χωμένη ανάμεσα στην Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Αυστρία. Ο δρόμος μέσω των συμμαχικών κρατών είναι κλειστός[2] για τον επαναστάτη Λένιν. Από τη Γερμανία και την Αυστρία δεν μπορεί να περάσει, επειδή είναι Ρώσος υπήκοος, μέλος μιας εχθρικής δύναμης. Και το αποκορύφωμα του παραλογισμού: από τη Γερμανία του Κάιζερ Βίλχελμ ο Λένιν έχει να περιμένει περισσότερη επιείκεια και μεγαλοθυμία, παρά απ’ τη Ρωσία του Μιλιούκοφ και τη Γαλλία του Πουανκαρέ[3]. Η Γερμανία, στα πρόθυρα της κήρυξης του πολέμου απ’ την πλευρά της Αμερικής, χρειάζεται οπωσδήποτε την ειρήνη με τη Ρωσία. Η παρουσία, λοιπόν, ενός επαναστάτη, που θα δημιουργήσει δυσκολίες στους πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας, είναι γι’ αυτή ευπρόσδεκτη βοήθεια.

Παράτολμο, όμως, φαντάζει ακόμα και για τον ίδιο το σχέδιο: ν’ αρχίσει ξαφνικά διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία του Κάιζερ, που αμέτρητες φορές έχει απειλήσει και στηλιτεύσει στα γραπτά του. Γιατί στα μάτια της παραδοσιακής ηθικής αποτελεί, φυσικά, έσχάτη προδοσία η είσοδος κατά τη διάρκεια του πολέμου σε εχθρικό έδαφος, με την άδεια μάλιστα του Γενικού Επιτελείου των αντιπάλων. Κι ο Λένιν δεν αγνοεί, βεβαίως, ότι κατ’ αυτό τον τρόπο βάζει σε κίνδυνο το κόμμα του και το όραμα της επανάστασής του. Ότι θα θεωρηθεί ύποπτος. Ότι θα τον περάσουν για πληρωμένο πράκτορα, που η γερμανική κυβέρνηση έστειλε επίτηδες στη Ρωσία. Κι ότι, αν προχωρήσει στο πρόγραμμά του κλείνοντας αμέσως ειρήνη με τη Γερμανία, τότε η Ιστορία θα του φορτώσει για πάντα το φταίξιμο μιας επονείδιστης ειρήνης και θα τον κατηγορήσει πως εμπόδισε τη νίκη της Ρωσίας. Δεν αντιδρούν, λοιπόν, μονάχα οι μετριοπαθείς, οι ηπιότεροι της Επανάστασης. Ακόμα και οι ομοϊδεάτες του Λένιν διαφωνούν με φρίκη και αποτροπιασμό όταν τον ακούν να τους λέει ότι δεν θα διστάσει να βαδίσει ακόμα κι αυτόν τον πιο επικίνδυνο, τον πιο παράτολμο δρόμο, για να φτάσει στο στόχο του. Του θυμίζουν αναστατωμένοι πως οι Ελβετοί σοσιαλδημοκράτες έχουν ήδη ξεκινήσει προσπάθειες και αγωνίζονται από τον δρόμο της νομιμότητας και της ουδετερότητας να εξασφαλίσουν την επιστροφή των Ρώσων επαναστατών στην πατρίδα τους. Ο Λένιν, όμως, ξέρει ότι ο δρόμος αυτός θα ’ναι μακρύς, μακρύς, χωρίς τέλος. Ξέρει τα τερτίπια και τα τεχνάσματα που θα επιστρατεύσει η ρωσική κυβέρνηση για να αναβάλει επ’ αόριστο την επιστροφή των ανεπιθύμητων. Και ξέρει επίσης ότι κάθε μέρα που περνάει, κάθε ώρα, είναι κρίσιμη και αποφασιστική. Έχει το βλέμμα καρφωμένο στο στόχο του. Ενώ οι άλλοι, λιγότερο κυνικοί, λιγότερο παράτολμοι, δεν τολμούν να επιχειρήσουν ένα βήμα που σύμφωνα με όλους τους νόμους και τις κρατούσες αντιλήψεις είναι καθαρή προδοσία. Αλλά ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν έχει πάρει την απόφασή του.

[1] Στέφαν Τσάιχ, «οι Μεγάλες Στιγμές της Ανθρωπότητας», «το σφραγισμένο βαγόνι», εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1996
[2] Σ’ όλα τα κράτη της Αντάντ έχουν φτάσει οι μαύρες λίστες με τα ονόματα όσων είχαν πάρει μέρος στην Τρίτη Διεθνή στο Τσίμερβαλντ.
[3] Ραιιμόν Πουανκαρέ (1860-1934). Γάλλος δικηγόρος και πολιτικός, διετέλεσε υπουργός σε αρκετά υπουργεία, και από το 1913 ως το 1920 πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Written by nomosophia

24 Φεβρουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Πολιτική

φάκελος «Υγεία»

with one comment

Απόσπασμα από ομιλία του Τζέφρεϋ Λέβετ,
oμότιμου καθηγητή της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας
Δεκέμβριος 2005

Μετά από μια μακρά περίοδο σημαντικής προόδου, η κατάσταση της υγείας των Ελλήνων παρουσιάζει, εκ νέου, κάποιες ανησυχητικές ρωγμές. Τουλάχιστον 2,5 εκατομμύρια Έλληνες πάσχουν από αρτηριακή υπέρταση, ενώ μετά από μπάι-πας, ο ένας στους δύο καπνίζει ξανά. Η διατροφή έχει πλέον ξεφύγει από το παραδοσιακό πρότυπο της μεσογειακής διατροφής. Η κατανάλωση του αλκοόλ, η χρήση επικίνδυνων ουσιών, και η κατάχρηση φαρμάκων είναι ανησυχητικές. Οι καρκινοπαθείς, δεν βρίσκουν ανακούφιση, στο τελικό στάδιο της ζωής τους, και ούτε καν επαρκούν οι αντίστοιχες υπηρεσίες. Γέννες πραγματοποιούνται, αδικαιολόγητα, με καισαρική τομή και τα παιδιά μεγαλώνουν με παχυσαρκία. Κι ενώ η πατρίδα πάσχει από υπογεννητικότητα, το κόστος μιας γέννας αυξάνεται. Ενώ η νεολαία πλήττεται κυριολεκτικά από τα κυκλοφοριακά ατυχήματα, ακόμα δεν υπάρχει ένα ειδικό κέντρο για την αντιμετώπιση των τραυμάτων της σπονδυλικής στήλης. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων της τρίτης ηλικίας και των ψυχικών διαταραχών δεν υφίστανται. Τα Κέντρα Υγείας, ως επί το πλείστον, λειτουργούν χωρίς κοινοτική δράση και τα εντατικά κρεβάτια στα νοσοκομεία λιγοστεύουν.

Η υγεία απειλείται από την αλλαγή του κλίματος, την μόλυνση του περιβάλλοντος, και τον διαφορετικό τρόπο ζωής. Και επίσης από διάφορες επιδημίες των λοιμωδών νοσημάτων, τις καταναλωτικές συμπεριφορές και τον μαϊμουδισμό, και από τη δυσλειτουργία και τη διαφθορά των θεσμών. Στις ημέρες μας, ο χώρος της υγείας ολοένα και περισσότερο φαίνεται να απομακρύνεται από τις αρχές του Ιπποκράτη. Η εφαρμογή της τεκμηριωμένης ιατρικής, με έλεγχο της αποδοτικότητας, η χρήση των κλινικών οδηγιών και των ανεπτυγμένων πληροφοριακών συστημάτων υγείας υπολείπονται. Το πολύτιμο ιατρικό ιστορικό και η εφαρμογή της πλήρους πληροφορημένης συναίνεσης μεταξύ ιατρού και ασθενούς απουσιάζουν. Ο Έλληνας ασθενής, αν και υποτίθεται πως καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία, εντούτοις, αναγκάζεται να βάζει όλο και πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη, περισσότερο από κάθε άλλον Ευρωπαίο πολίτη. Συνεπώς, ο πολίτης είναι δέσμιος ιατρικών πρακτικών, χωρίς κατάλληλη λογοδοσία και αξιολόγηση όταν ασθενεί.

Με δεδομένες τις κακές συνθήκες υγιεινής, ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο και μια χειρότερη πορεία υγείας, στα γειτονικά με την Ελλάδα κράτη ο κίνδυνος είναι ακόμα μεγαλύτερος. Παράλληλα, τα δομικά στοιχεία (ετοιμότητας, απάντησης, μετρίασης) του υγειονομικού τομέα και της πολιτικής προστασίας στην αντιμετώπιση των καταστροφών είναι ακόμα αδύναμα ενώ πλήττονται περισσότερο οι φτωχοί και οι ανήμποροι.

Written by nomosophia

23 Φεβρουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

μεγάλες στιγμές

leave a comment »

Ο σταυρός πέφτει[1]

Καμιά φορά η Ιστορία παίζει με τους αριθμούς. Γιατί χίλια χρόνια ακριβώς μετά την τρομερή λεηλασία της Ρώμης από τους Βανδάλους αρχίζει τώρα το κούρσεμα της Βασιλεύουσας. Φοβερός και τρομερός ο Μωάμεθ, ο νικητής, κρατάει το λόγο του. Μετά την πρώτη σφαγή, αφήνει τους πολεμιστές του να διαγουμίσουν τα πάντα, χωρίς διάκριση καμιά: σπίτια και παλάτια, εκκλησίες και μοναστήρια, άντρες, γυναίκες και παιδιά, όλα είναι λάφυρα. Σαν δαίμονες ξεχύνονται στους δρόμους χιλιάδες στρατιώτες, μεθυσμένοι απ’ το αίμα, να προλάβουν ν’ αρπάξουν όσο μπορούν περισσότερα. Το πρώτο κύμα ξεγυμνώνει τις εκκλησίες: εκεί αστράφτουν το χρυσάφι, τα δισκοπότηρα, τα πολύτιμα πετράδια. Ύστερα ορμούν στα σπίτια: σ’ όποιο μπαίνουν, καρφώνουν απέξω τα λάβαρά τους, για να ξέρουν οι επόμενοι ότι εδώ τας λάφυρα έχουν κιόλας περάσει στην κατοχή του κατακτητή. Και τα λάφυρα δεν είναι μονάχα τα χρυσαφικά, και τα βαρύτιμα υφάσματα, και τα φλουριά. Είναι κι οι γυναίκες, που θα πουληθούν στα σεράγια, είναι κι οι άντρες και τα παιδιά, που θα πάρουν το δρόμο για τα σκλαβοπάζαρα. Με τους βούρδουλες διώχνουν όσους δύστυχους έχουν γυρέψει άσυλο στις εκκλησίες, σκοτώνουν τους γέρους – άχρηστα στόματα κι εμπόρευμα αζήτητο –, δένουν τους νέους κοπάδια, σαν τα ζώα, τους παίρνουν μαζί τους. Και μαζί με τη λεηλασία ξεσπάει και η άσκοπη, η παράλογη καταστροφή. Ό,τι είχε μείνει απείραχτο απ’ τους Σταυροφόρους [που λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη με τον ίδιο, ίσως και τρομερότερο, τρόπο] συντρίβεται τώρα απ’ τους μανιασμένους νικητές. Πολύτιμα κειμήλια και έργα τέχνης γίνονται στάχτη και θρύψαλα, παμπάλαια εικονίσματα γίνονται κομμάτια, υπέροχα αγάλματα γκρεμίζονται και σπάνε. Βιβλία, που έκρυβαν μέσα τους τη σοφία αιώνων, τον αθάνατο πλούτο της αρχαίας ελληνικής σκέψης και ποίησης, για να τον παραδώσουν στις μελλοντικές γενιές, καίγονται τώρα ή καταστρέφονται με αδιαφορία. Ποτέ δεν θα μπορέσει η ανθρωπότητα να υπολογίσει το μέγεθος της καταστροφής που ξεκίνησε την μοιραία εκείνη στιγμή απ’ την ανοιχτή Κερκόπορτα. Ποτέ δεν θα μπορέσει να λογαριάσει με ακρίβεια όσα έχασε το ανθρώπινο πνεύμα στις λεηλασίες της Ρώμης, της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινούπολης.

Το απόγευμα της αποφράδας εκείνης ημέρας, όταν οι σφαγές έχουν πια τελειώσει, μπαίνει ο Μωάμεθ στην κατακτημένη Πόλη. Περήφανος και σοβαρός,, προσπερνά καβάλα στο άλογό του τις άγριες σκηνές της βάναυσης λεηλασίας, χωρίς να γυρίσει καν να κοιτάξει. Πιστός στο λόγο που είχε δώσει, δεν θέλει να ενοχλήσει στο αποτρόπαιο έργο τους, τούς στρατιώτες που πήραν για λογαριασμό του την Βασιλεύουσα. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν νοιάζεται για τα λάφυρα, γιατί απ’ όλα τα λάφυρα έχει ήδη το σπουδαιότερο. Αγέρωχος καλπάζει ως τη μεγάλη εκκλησία, το αστραφτερό στέμμα του Βυζαντίου. Πάνω από πενήντα μέρες κοίταζε με λαχτάρα απ’ το αντίσκηνό του τους χρυσούς άφθαστους τρούλους της Αγίας Σοφίας. Τώρα μπορεί πια να διαβεί το κατώφλι της νικητής. Αλλά για μια ακόμα φορά χαλιναγωγεί ο Μωάμεθ την ανυπομονησία του: πρώτα θα ευχαριστήσει τον Αλλάχ, πριν του αφιερώσει μια για πάντα τούτο το ναό. Ταπεινά πεζεύει ο σουλτάνος και σκύβει το κεφάλι του στη γη, για να προσευχηθεί. Ύστερα παίρνει μια χούφτα χώμα και το ρίχνει στο κεφάλι του, για να θυμηθεί πως είναι κι αυτός θνητός και να μην βουλιάζει στην άβυσσο της αλαζονείας για τον θρίαμβό του. Και ύστερα αφού πρώτα έδειξε στον θεό την ταπεινότητά του, σηκώνεται ο σουλτάνος, και ο πρώτος πιστός του Αλλάχ μπαίνει στη βασιλική του Ιουστινιανού, στο ναό της Σοφίας του Θεού, στην Αγία Σοφία.

Περίεργος και αναστατωμένος κοιτάζει ο σουλτάνος την υπέροχη εκκλησία, τους ψηλούς θόλους, τις μισοσκότεινες ανταύγειες των ψηφιδωτών και των μαρμάρων, τα καλογραμμένα τόξα, που αναδύονται απ’ το σκοτάδι για να φτάσουν ψηλά στο φως. Το νιώθει: τούτο το ανάκτορο της προσευχής δεν ανήκει στον ίδιο, αλλά στον Θεό του. Καλεί αμέσως τον ιμάμη, που ανεβαίνει στον άμβωνα και διαλαλεί από κει το σύμβολο της οθωμανικής θρησκείας. Και ο πατισάχ, με το πρόσωπο στραμμένο στη Μέκκα, ανοίγει το στόμα του και προσεύχεται στον Αλλάχ, τον κυρίαρχο των κόσμων, μέσα απ’ αυτόν τον ναό της χριστιανοσύνης. Την άλλη μέρα οι εργάτες πιάνουν κιόλας δουλειά: πρέπει ν’ απομακρύνουν όλα τα σύμβολα, όλα τα σημάδια της χριστιανικής πίστης, μέσα απ’ την εκκλησία. Ρίχνουν τα σκαλιστά τέμπλα, ασβεστώνουν τα ευλαβικά ψηφιδωτά, κι ο σταυρός της Αγίας Σοφίας, που χίλια χρόνια τώρα άπλωνε τα μπράτσα του για ν’ αγκαλιάσει όλους τους πονεμένους της γης, πέφτει, γκρεμίζεται κατάχαμα, μ’ έναν υπόκωφο, τρομερό γδούπο.

[1] Στέφαν Τβσάιχ, «οι μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας», 2, σ. 62-64, εκδόσεις Πατάκη.

Written by nomosophia

20 Φεβρουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Δοκίμια

leave a comment »

«Το δεξί χέρι του Θεού»[1]

Στα 1800 η Οδησσός αποτελούσε κέντρο Ρωμιών εμπόρων. Σύμφωνα με τον Σακελλάριο Σακκελαρίου, …, όταν τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν νικηφόρα στην πόλη (1794) φιλοξενήθηκαν σε ελληνικά σπίτια, «το δε ελληνικόν σχολείον, το και μοναδικόν τότε, ηρίθμει 72 μαθητάς». Πιθανώς από κείνη την εποχή έλκουν την καταγωγή τους οι ρωσικές παροιμίες «ο γραικός είναι το δεξί χέρι του Θεού» ή «ο αδελφός μου ο γραικός». Οι μετακινήσεις προς τη Ρωσία σημειώθηκαν κυρίως μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1760-1774, όταν οι κάτοικοι της Άσπρης θάλασσας, δηλαδή του Αιγαίου, απέκτησαν επίσημο δικαίωμα μεταναστεύσεως. Η πόλη είχε περιέλθει στη Ρωσία με τη συνθήκη του Ιασίου και, μετά τα Ορλωφικά, η Μεγάλη Αικατερίνη είχε παραχωρήσει εκεί γαίες στους φυγάδες του νότου, που μέσα σε λίγα χρόνια συγκρότησαν ένα από τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της διασποράς. Άλλωστε χάρη στη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (αυτό το «θαύμα της φαναριώτικής διπλωματίας»), το 1774, τα αιγαιοπελαγίτικα πλοία είχαν ελευθερία προσπέλασης στο λιμάνι της Οδησσού (η οποία πριν από το 1789 ονομαζόταν Χατζή-Μπέη, ονομασία που έλαβε κατά συνεκδοχή, από το φρούριο της πόλης το οποίο κατελήφθη από τους Ρώσους). Η πόλη, όπως σημειώνουν οι ιστορικοί, είχε ευεργετηθεί από την παρουσία τοιυ Αρμάν-Εμμανουέλ ντυ Πλεσί, δούκα του Ρισελιέ, ο οποίος είχε προσφέρει πολύτιμές υπηρεσίες ως κυβερνήτης.

[1] Κωστή Παπαγιώργη, «Εμμανουήλ Ξάνθος, ο Φιλικός», εκδόσεις Καστανιώτη, 2005.

Written by nomosophia

19 Φεβρουαρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία