ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Μαρτίου 2009

τα περί ευθυμογραφήματος

leave a comment »

Ροκάς είσαι … δεν γίνεσαι ![1]

Αυτές τις μέρες πέρασα μια δοκιμασία. Η κόρη μου αποφάσισε να με κάνει ροκά.
Δεν ήξερα τί σημαίνει η λέξη, αλλά από το ύφος της κόρης μου κατάλαβα ότι δεν έπρεπε να ρωτήσω. Είναι μερικά πράγματα που οφείλει να τα ξέρει ένας μπαμπάς.
Αργότερα κατάλαβα ότι ροκάς είναι αυτός που χορεύει ροκ. Ή αυτός που ανήκει στη γενιά του ροκ. Δεδομένου ότι εγώ ανήκω στη γενιά του Γιόχαν Στράους, προσπάθησα επίμονα να εξηγήσω στην κόρη μου ότι ο κόπος της θα πήγαινε χαμένος.
Πήγε χαμένος ο δικός μου κόπος.
Η κόρη μου πιστεύει αδιάλλακτα ότι ένας μπαμπάς οφείλει να ανήκει στη γενιά της κόρης του.

Το παν είναι να πιστέψεις ότι μπορείς να γίνεις ροκάς, είπε η κόρη μου. Όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους. Καταρχάς πρέπει ν’ αλλάξεις το ντύσιμό σου.
Τί ακριβώς πρέπει ν’ αλλάξω στο ντύσιμό μου;
Όλα!
Απλά πράγματα, παραδέχτηκα.
Και πρώτα, είπε η κόρη μου, πρέπει ν’ αλλάξεις παντελόνι. Πρέπει να φοράς εφαρμοστό πέτσινο που να μην μπορείς να το βγάλεις.
Το βράδυ πώς θα πέφτω να κοιμηθώ; ρώτησα. Με το παντελόνι;
Όχι. Απλώς θα το βγάζεις με τη βοήθεια κάποιου. Πριν πέσεις να κοιμηθείς, θα με φωνάζεις. Εσύ θα πιάνεσαι από τα κάγκελα του μπαλκονιού κι εγώ θ’ αρχίζω να το τραβάω.
Απλά πράγματα, συμφώνησα.
Σε δέκα λεπτά το πολύ θα το ‘χουμε βγάλει, είπε η κόρη μου.
Τί θα γίνει αν την ώρα που τραβάς το παντελόνι, εγώ πέσω κάτω απ’ το μπαλκόνι; Ένας ροκάς δεν πέφτει ποτέ απ’ το μπαλκόνι, είπε η κόρη μου. Γενικά ένας ροκάς δεν πέφτει ποτέ. Αυτό πρέπει να το έχεις συνεχώς υπόψη σου.
Θα το έχω συνεχώς υπόψη μου.
Τώρα για να δούμε το υπόλοιπο ντύσιμο, είπε η κόρη μου. Σου χρειάζεται μια αλυσίδα γύρω από το λαιμό. Τη θέλω να κρέμεται μέχρι τον αφαλό.
Μέσα ή έξω απ’ το πουκάμισο; ρώτησα.
Ποιος μίλησε για πουκάμισο;
Θες να πεις ότι θα πηγαίνω κάθε μέρα στην εφημερίδα φορώντας αντί για πουκάμισο μια αλυσίδα που θα κρέμεται μέχρι τον αφαλό;
Μόνο το βράδυ, είπε η κόρη μου. Το πρωί θα φοράς απλώς σκουλαρίκι.
Προσπάθησα να φανταστώ την έκφραση του ΚΥΡ την ώρα που θα έμπαινα στην εφημερίδα φορώντας το πρωί ένα σκουλαρίκι και το βράδυ μια αλυσίδα μέχρι τον αφαλό και μούσκεψα στον ιδρώτα.
Απλά πράγματα, είπα πάλι.
Ένα σκουλαρίκι στο δεξί αυτί είναι σύμβολο του καλού ροκά. Μαύρο με κόκκινα διαμαντάκια.
Η κόρη μου με κοίταξε προσεκτικά:
Έχεις φορέσει ποτέ;
Μαύρο με κόκκινα διαμαντάκια ποτέ, ομολόγησα.
Η κόρη μου κούνησε το κεφάλι της.
Δεν πειράζει, είπε. Όλοι έχουμε τις ανωμαλίες μας. Το ζήτημα είναι ότι πρέπει να κάνεις τις προσπάθειές σου. Σε πάρτυ πας;
Όσο συχνότερα γίνεται.
Πότε πήγες τελευταία φορά;
Λίγο πριν πεθάνει ο Παπάγος, είπα.
Η κόρη μου κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της:
Αυτό είναι καλό. Το πάρτυ είναι μια μικροαστική συνήθεια που καλλιεργεί το κατεστημένο των πολυεθνικών εταιρειών. Ένας καλός ροκάς πρέπει να χορεύει μόνος του. Επιπλέον πρέπει να χορεύει ανόρεχτα. Εσύ πώς χορεύεις;
Ανόρεχτα, είπα.
Η κόρη μου κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της:
Ήξερα ότι μπορώ να ελπίζω σ’ εσένα. Τί μάρκα μηχανάκι έχεις;
Ολιβέτι, είπα.
Η κόρη μου με κοίταξε ξαφνιασμένη.
Ιταλική μοτοσυκλέτα; ρώτησε.
Όχι, είπα. Ιταλική γραφομηχανή.
Η κόρη μου κούνησε στενοχωρημένη το κεφάλι της.
Δεν είμαι σίγουρη αν ένας ροκάς πρέπει να ‘χει πάρε δώσε με γραφομηχανές, είπε. Θα ρωτήσω και θα σου πω. Εσύ έχεις τίποτε να με ρωτήσεις;
Ένα μόνο, είπα. Όλα αυτά που είπαμε μπορώ να τα βάλω στο βιβλίο που θα γράψω; Η κόρη μου με κοίταξε αυστηρά.
Ένας καλός ροκάς δεν γράφει βιβλία, είπε.
Τί γράφει ένας καλός ροκάς; ρώτησα.
Τίποτε. Ένας καλός ροκάς πρέπει να ‘ναι τόσο απασχολημένος με τη μοτοσυκλέτα του, ώστε ο ίδιος δεν γράφει ποτέ. Μόνο τον γράφουν – όταν περάσει τα εκατόν ογδόντα.

[1] από το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού, «Κατάστασις απελπιστική αλλά όχι σοβαρή», Δημοσιεύτηκε στο Κοσμοπόλιταν [1980] με τον τίτλο «Το να είσαι ροκάς …», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999.

Written by nomosophia

31 Μαρτίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Λαοί

leave a comment »

«Ελεύθεροι γενήσεσθε …»[1]

Ο Πόντιος Πιλάτος έχει γίνει τραγικό σύμβολο ανθρώπου που παλεύει με τη συνείδησή του, με το φόβο, με την ολιγοπιστία του, με το σκεπτικισμό του. … Ήταν Ρωμαίος άρχων. Έπρεπε να πιστεύει στη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία. «Όπου σταθμεύουν οι ρωμαϊκές λεγεώνες, έλεγαν οι Ρωμαίοι, εκεί υπάρχει και το Ρωμαϊκό κράτος». Υπηρετούσε λοιπόν τη ρωμαϊκή ισχύ και σταθερότητα. …

Η τύχη όμως τον είχε στείλει να κυβερνά έναν λαό θορυβώδη, ασύντακτο, παρορμητικό, ανατολίτικο, φανατισμένο και συνάμα εχθρικότατο προς τη Ρώμη. Οι Ιουδαίοι είχαν την παράδοση του περιούσιου λαού. Ήταν προσηλωμένοι στο μωσαϊκό νόμο και βέβαιοι για τη φυλετική τους υπεροχή. Σ’ αυτό ήταν αδιάλλακτοι. Όταν ο Ιησούς είχε πει ότι η Αλήθεια θα ελευθερώσει τους ανθρώπους, οι Ιουδαίοι εξεγέρθησαν : Τί θα πει θα μας ελευθερώσει ! Εμείς είμαστε απόγονοι του Αβραάμ, και δούλοι δεν εγίναμε ποτέ σε κανέναν : «Πώς συ λέγεις ότι «ελεύθεροι γενήσεσθε;»».

Δεν είχαν εννοήσει οι Ιουδαίοι τα λόγια εκείνα του Ιησού. Δεν είχαν αντιληφθεί τη βαθύτερη έννοια εκείνης της εσωτερικής ελευθερίας, που περιέχεται στη χριστιανική θρησκεία.
«Επ’ ελευθερία εκλήθητε!»[2].
«Ού Κύριος, εκεί και ελευθερία!»
[3].
Δεν είχαν αντιληφθεί, ότι ο Ιησούς είχε καλέσει τους ανθρώπους σε ελεύθερη και αυθόρμητη προσέλευση. Γι’ αυτό ακριβώς, ο χριστιανός είναι ελεύθερος μπροστά στο Θεό – αλλά μαζί και ισχυρός και θαρραλέος, γιατί πάντα αντλεί κανείς ισχύ και θάρρος από την ελευθερία που του δίνουν. Και το κυριώτερο, ο χριστιανός αισθάνεται ελεύθερος και θαρραλέος απέναντι και στους ισχυρούς της γης, επειδή γνωρίζει ότι δεν υπάρχει υλική δύναμη ικανή να εξαφανίσει αυτή την ελευθερία του, που πηγάζει μεσ’ από την ψυχή του. … Από εδώ επήγασε το μέγα εκείνο θάρρος, που έκαμε τότε τους Απολογητές να μιλούν με ένα απλό κι’ εκπληκτικό, σχεδόν ακατανόητο θάρρος απ’ ευθείας προς τους πανίσχυρους αυτοκράτορες, χωρίς καμμιάν υποψία φόβου, αλλά και τους πιο ταπεινούς και άσημους ανθρώπους, να αναδεικνύονται, απλά και φυσικά, ήρωες και μάρτυρες κατά τους διωγμούς. Ήταν αυτή η ελευθερία του Χριστού, που τους έδινε αυτό το θάρρος.

Πώς όμως να αντιληφθούν αυτήν την ευρύτερη ελευθερία οι Ιουδαίοι ; Ο φανατισμός και η μονομέρεια τους εμπόδιζε να ιδούν πιο μακρυά από την περιούσια φυλή τους και τον μωσαϊκό νόμο. Τα «έθνη», δηλαδή τους άλλους λαούς, τους «εθνικούς», τους έβλεπαν σαν μολυσμένους, και κάθε επικοινωνία μαζί τους ήταν απαγορευμένη. Ο Πέτρος, φιλοξενούμενος στο σπίτι του Κεντυρίωνος Κορνηλίου, αρνείται να φάγει «κοινόν ή ακάθαρτον», δηλαδή τροφή οποιαδήποτε προσφερόμενη από εθνικούς, έως ότου όραμα Κυρίου του έδωσε την άδεια. Και οι Ιουδαίοι ιερείς, όταν πήγαιναν στη Ρώμη με αποστολές και πρεσβείες, έπαιρναν μαζί τους σύκα και ξηρούς καρπούς, για να μην μολυνθούν με τις ακάρθατες τροφές των εθνικών !

Αυτός λοιπόν ο αδιάλλακτος λαός, ο γεμάτος φανατικό εθνικισμό και υπεροψία, ήταν τώρα τραυματισμένος και ταπεινωμένος. Οι Προφήτες του, τού είχαν υποσχεθεί ότι όλα τα έθνη θα υποτάσσονταν σ’ αυτόν, και τώρα ήταν υποταγμένος στα έθνη. Του είχαν υποσχεθεί τους θησαυρούς της γης, και τώρα ήταν λαός φτωχός, που εγόγγυζε για τους φόρους που πλήρωνε στη Ρώμη. Του είχαν υποσχεθεί ότι οι ξένες στρατιές θα γονάτιζαν μπροστά του, και τώρα τον κυβερνούσε ένας μεσαίου βαθμού αξιωματούχος της Ρώμης, ο Επίτροπος, ο Προκουράτωρ, που ήταν απόλυτος κυρίαρχος στις τύχες του. Πικρίες και συμπλέγματα είχαν συσσωρευθεί, και είχαν κάμει αυτό το λαό ακόμα πιο δυσκυβέρνητο.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι λαοί που χάνουν την ελευθερία τους, το βασικό αγαθό, διεκδικούν ζηλότυπα τα «παρεπόμενα» αγαθά που απομένουν. … Στους υπόδουλους λαούς συνήθως παραχωρούνται για παρηγοριά, δικαιώματα ανεξιθρησκείας, δικαιώματα εργασίας, κοινωνικής πρόνοιας, … χρηματικές ενισχύσεις και καλλιτεχνικές απολαύσεις … Προ πάντων όμως παραχωρούνται και δικαιώματα ισότητος, ίσης μεταχειρίσεως, που δίνουν κάποια απατηλή εντύπωση ελευθερίας. Ισότητα εννοείται όχι μεταξύ σκλάβων και κατακτητών, αλλά μόνον στους σκλάβους μεταξύ τους.

[1] Μιχ. Δ. Στασινόπουλου, «το Πινάκιον Φακής και ο Νόμος των Λύκων», από την «Δικαστική συνείδηση στη Δίκη του Ιησού», σ. 95-97, Εστία 1973.
[2] Προς Γαλ., 5, 13.
[3] Προς Κορινθ., Β΄, 3, 17.

Written by nomosophia

30 Μαρτίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Πολιτική

δικτάτορες

leave a comment »

το πέρασμα από την Δημοκρατία στην Δικτατορία[1]

Κατά τας αρχάς του τρίτου αιώνος το δημοκρατικόν πολίτευμα της Ρώμης έχει λάβει την οριστικήν του μορφήν και υπό την τοιαύτην συγκρότησιν του πολιτεύματός της η Ρώμη αποδύεται εις τους αγώνας εξ ων επέπρωτο να εξέλθη κοσμοκράτειρα.

Αλλ’ αι βαθύτεραι οικονομικαί και κοινωνικαί ανακατατάξεις ας επέφεραν αι Ρωμαϊκαί κατακτήσεις δεν ήτο δυνατόν να μην επιδράσουν επί της λειτουργίας του πολιτεύματος αυτής.

Αι συναχείς πολεμικαί περιπέτειαι εις ας η Ρώμη αποδύεται οδηγούν εις την οικονομικήν καταστροφήν της αποτελούσης μέχρι τότε τον κορμόν της Ρωμαϊκής κοινωνίας και την βάσιν της στρατιωτικής αυτής δυνάμεως τάξεως των μικρών καλλιεργητών. Εκατέρωθεν, αι πολεμικαί κατακτήσεις δημιουργούν δύο ισχυράς κοινωνικώς και οικονομικώς ομάδας: Τους Συγκλήτικούς και τους Ιππείς.

Κατ’ αντίθεσιν προς τους ανωτέρω, δημιουργείται εν Ρώμη ευρεία τάξις πενήτων, αποτελουμένη από κατεστραμμένους μικροκτηματίας, απελευθέρους και παλαιμάχους δυσηρεστημένους και προθύμους ν’ ακολουθήσουν φιλοδόξους αρχηγούς από τους οποίους προσεδόκων οφέλη.

Η εντεύθεν δημιουργουμένη έντασις έβαινεν αυξανομένη μέχρι των μέσων του δευτέρου π.Χ. αιώνος, πολλαί δε αλλ’ ανεπιτυχείς προσπάθειαι εγένοντο εκ διαφόρων κατευθύνσεων προς διόρθωσιν των καώς κειμένων. Ούτως η Ρώμη κλυδωνίζεται έκτοτε από ταραχάς και εμφυλίους πολέμους, συνεπεία των οποίων το δημοκρατικόν πολίτευμα καταρρέει.

Τόσον ως προς το κοινωνικόν πρόβλημα, όσον και ως προς το πολιτικόν, σημαντικόν σταθμόν απετέλεσαν αι μεταρρυθμιστικαί προσπάθειαι των αδελφών Γράκχων. Η Lex Sempronia agrarian (133 πΧ) του πρεσβυτέρου τούτων Τιβερίου, επαναλαμβάνουσα τας διατάξεις μιας των Leges Liciniae Sextiae, έθεσεν ανώτατον όριον εις την έκτασιν του ager publicous, ην έκαστος Ρωμαίος pater familias ηδύνατο να νέμηται ομού μετά των υιών αυτού. Η επί πλέον έκτασις διενέμετο μεταξύ ακτημόνων εις αναπαλλοτρίωτους κλήρους έναντι ετησίου τελέσματος (vectigal). Διά να επιτύχη όμως τους σκοπούς του ο Τιβέριος ηναγκάσθη να παραβιάση τους καθιερωμένους κανόνας του Ρωμαϊκού πολιτειακού βίου, θέτων υποψηφιότητα επί δύο διαδοχικά έτη ως Δήμαρχος. Κατά τας επακολουθησάσας, συνεπεία της προκληθείσης αντιδράσεως της περί την Σύγκλητον μερίδος, ταραχάς, ο Τιβέριος Γράκχος εφονεύθη. Ευρυτέρου χαρακτήρος υπήρξαν αι προσπάθειαι του νεωτέρου αδελφού του Τιβερίου, Γαΐου, όστις απέβλεψεν εις εκδημοκρατισμόν του Ρωμαϊκού πολιτεύματος. Και εν προκειμένω η αντίδρασις της περί την Σύγκλητον μερίδος ωδήγησεν εις τον φόνον του Γαΐου, ούτω δε η μεταρρυθμιστική προσπάθεια των αδελφών Γράκχων έλαβεν οικτράν κατάληξιν …
Το έργον των γράκχων συνέχισεν εν τινι μέτρω ο Μάριος, όστις πρώτος εδημιούργησε εξ εθελοντών στρατόν μισθοφορικοί, προσωπικώς αφοσιωμένον εις τον ίδιον. Οι μισθοφορικοί στρατοί, αποτελούμενοι εκ πενήτων, υπήρξαν εις των σημαντικοτέρων μοχλών της επαναστατικής μεταμορφώσεως της Ρωμαϊκής πολιτικής ζωής, ήτις κατέληξεν εις την Ηγεμονίαν. Ο Μάριος προβαίνει εις διώξεις και σφαγάς των προσκειμένων προς την ευγένειαν.

Ακολουθεί προσπάθεια της περί την Σύγκλητον μερίδος, διά του Σύλλα, όπως, υπό το πρόσχημα της αποκαταστάσεως του δημοκρατικού πολιτεύματος, αναμορφώση τούτο κατά τας επιθυμίας της. Ο Σύλλας ορίζεται Δικτάτωρ διά μίαν τριετίαν (81-79 πΧ) με πλήρεις εξουσίας, περιλαμβανομένης και της καταργήσεως της provocation ad populum, της προγραφής των αντιπάλων του και της δημεύσεως περιουσιών. Ο αριθμός των μελών της Συγκλήτου αναβιβάζεται υπό του Σύλλα εις εξακοσίους. Η δικτατορία του Σύλλα παρ’ ότι υποτίθεται ότι απέβλεπεν εις την αποκατάστασιν της δημοκρατικής τάξεως, εν τοις πράγμασι κατέφερε νέα πλήγματα κατ’ αυτής, ως το της το πρώτον εισόδου ενόπλου στρατού εντός του pomonerium.

Με τον Καίσαρα καθίσταται πλέον προφανές ότι η Ρώμη οδηγείται προς απολυταρχικόν πολίτευμα, το οποίον, άλλωστε, αυτός ούτος ο αντίπαλος του Κάισαρος Κικέρων, προανήγγελλεν. Ο Καίσαρ ορίζεται Δήμαρχος διά βίου, αποκτά το δικαίωμα να θέτη υποψηφιότητα διά την Υπατείαν επί πέντε συνεχή έτη, ορίζεται διά βίου Δικτάτωρ και αναλαμβάνει τον έλεγχον των ηθών. Επί Καίσαρος ο αριθμός των Συγκλητικών αναβιβάζεται εις εννεακοσίους, ενώ διαγράφεται η πρόθεσις αυτού να καταστήση την Σύγκλητον όργανόν του.

Ότε ο καίσαρ δολοφονείται, είναι πλέον πασιφανές ότι η Ρωμαϊκή Δημοκρατία δεν είναι πλέον βιώσιμος, η δε ιδέα της διακυβερνήσεως του Ρωμαϊκού κράτους υφ’ ενός μονάρχου[2], κατά το υπόδειγμα των Ελληνιστικών μοναρχιών, έχει πλέον ωριμάσει.

[1] Δημητρίου Χ. Γκόφα, «Ιστορία του Ρωμαϊκού Δικαίου», σ. 16 – 19, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι – Κομοτηνή 1985.
[2] Ήδη ο Πομπήιος εμνημονεύετο συχνάκις υπό τον τίτλον του Ηγεμόνος (Princeps).

Written by nomosophia

27 Μαρτίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

ιστορικά ανέκδοτα

leave a comment »

Ραγκαβής Αλέξανδρος (1809-1892)[1]

Πολιτικός, διπλωμάτης και λόγιος από τους επιφανέστερους της Νεωτέρας Ελλάδος. Διετέλεσε καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπουργός των Εξωτερικών και πρεσβευτής. Η πληθωρική του πνευματική παραγωγή έκαμε να λεχθή γι’ αυτόν ότι είχε την ατυχία ν’ αγαπηθή απ’ όλες τις Μούσες κι έτσι δεν μπόρεσε να διακριθή πουθενά ιδιαιτέρως.
_ _ _ _ _ _ _ _ _

Όταν ο Ραγκαβής ήταν πρεσβευτής της Ελλάδος στη Γερμανία, ο αυτοκράτωρ Γουλιέλμος τον προσκάλεσε μαζί με άλλες προσωπικότητες σε δείπνο. Ήταν την εποχή, που η χώρα μας δεν τα πήγαινε καλά με την Τουρκία, γιατί διεκδικούσε εδάφη, τα οποία ήσαν κάτω από την κυριαρχία του Σουλτάνου.

Όταν λοιπόν τελείωσε το δείπνο, βγαίνοντας ο Ραγκαβής προθημοποιήθηκε να κρατήση το επανωφόρι του Τούρκου συναδέλφου του. Τότε ο Γουλιέλμος, που παρακουλουθούσε τη σκηνή, γύρισε και είπε ειρωνικά στο Ραγκαβή:

– Βλέπω ότι η Ελλάς βοηθεί την Τουρκία! …
– Ναι, αλλά διά να εξέλθη!
απάντησε ο Ραγκαβής με ετοιμότητα.
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Επρόκειτο να παιχτή στο θέατρο η «Φροσύνη» του Ραγκαβή. Κάποιο βράδυ όμως ορμάει στο γραφείο του ένας παράξενος τύπος και του λέει:

– Να απαγορεύσετε την παράσταση της «Φροσύνης»!
– Προθύμως. Αλλά διατί;
ρωτάει σαστισμένος ο Ραγκαβής.
– Γιατί είμαι ο υιός της.
– Ο υιός της! Μα εις την τραγωδίαν μου η Φροσύνη πνίγεται αγνή νέα και παρθένος.
– Στην τραγωδία μπορεί. Στην αλήθεια όμως ήταν γυναίκα του πατέρα μου και μητέρα μου! …

[1] από την «Ανθολογία Ιστορικών Ανεκδότων» του Ευάγγελου Κ. Μιλλεούνη, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1969.

Written by nomosophia

26 Μαρτίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

μικρές προεπαναστατικές ιστορίες

leave a comment »

horos-kleftwnτο χαστούκι[1]

 

Κόντευε να περάσει κι’ ο τρίτος χειμώνας από τότε που ο Θοδωράκης τριγυρνούσε στους δρόμους της Ττιπολιτσάς, σέρνοντας από το σχοινί το γαϊδούρι του φορτωμένο ξύλα.

Παρασκευή, μέρα προσευχής για τους Μουσουλμάνους.

 

Οι Τούρκοι με τα μεταξωτά καφτάνια πήγαιναν στο τζαμί το μεσημέρι να προσκυνήσουν.

 

… Ο Θοδωράκης … βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τέσσερις αγάδες, που τραβούσαν κορδωμένοι για προσκύνημα.

 

το καλντερίμι ήταν στενό, και το παιδί έσπρωξε καλοπροαίρετα το γαϊδούρι κατά τον τοίχο, για να τους κάνει τόπο να περάσουν.

 

Μα ενώ το κουρασμένο ζώο προσπαθούσε να κάνει ένα βήμα στα πλάγια, γλίστρησε κι’ έπεσε μέσα στις λασπερές γούβες, κάνοντας τα νερά ν’ αναπηδήσουν και να πιτσιλίσουν τους Τούρκους.

Ο  πιο μεγαλόσωμος, από τους τέσσερεις θεοφοβούμενους τουρκαλάδες, τον άρπαξε από το γιακά, και του άστραψε βλαστημώντας δυο χαστούκια.

 

         Να, μικρέ γκιαούρη, για να μάθεις να μη λερώνεις τα καφτάνια μας με τα βρωμόνερά σου, ούρλιασε.

 

Ο Θοδωράκης ένοιωσε το αίμα ν’ ανεβαίνει κοχλακίζοντας στο κεφάλι του. Εκείνος λέρωσε το καφτάνι τους ; Δικά του ήταν τα βρωμόνερα, που λίμναζαν στα καλντερίμια της έδρας του πασά ; Για μια στιγμή του ‘ρθε ν’ αρπάξει ένα ξύλο από το φόρτωμα και να το καταφέρει στο κεφάλι του Αγαρηνού. Μα μονομιάς κρατήθηκε. Τί θα ωφελούσε αυτό ; Αν τον χαστούκησαν γιατί γλίστρησε το γαϊδούρι του, τί θα του έκαναν αν σήκωνε εκείνος χάρι ; Σίγουρα θα τον σκότωναν.

Όχι. Η εκδίκηση χρειάζεται υπομονή και ψυχραιμία. Το δίκιο του θα το ‘παιρνε αγάλια αγάλια. Και θα το ‘παιρνε ακέριο. Κάποια μέρα θα του το πλήρωναν κι’ αυτό και όλα τα άλλα … το χαμό του πατέρα του, το ξενοδούλεμα της μάνας του, το σκλάβωμα του αδερφού του. Όλα. Όλα.


[1] Κ. Α.  Σφαέλου – Βενιζέλου, σελ. 124 επ., «Το λιονταρόπουλο», Εστία.

Written by nomosophia

24 Μαρτίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

πολιτική

with one comment

Το ύστατο ψεύδος[1]

Στην κοινωνία όπου δεν συνυπάρχουν μεγάλος πλούτος και μεγάλη φτώχεια διαμορφώνονται τα πιο υγιή ήθη, γιατί εκεί δεν ευδοκιμούν ούτε η αλαζονεία, ούτε η αδικία, ούτε ο φθόνος»[2]. Εκεί όπου δεν υπάρχουν μεγάλες ανισότητες, διατηρείται η εσωτερική γαλήνη και αποτρέπεται ο διχασμός – το «μέγιστον νόσημα». Ούτε φτώχεια ούτε πλούτος[3].

Το κενό είναι τρομακτικό, γράφει ο Robert Bellah, καθηγητής της κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ. «Ο καπιταλισμός μας, θεμελιωμένος στο άμεσο και γρήγορο κέρδος, οδηγεί στην καταστροφή».

Όλα καταρρέουν. Οι «παραδοσιακές ψευδοαξίες», όπως η απεριόριστη ανάπτυξη, ο κοινωνικός δαρβινισμός και ο κανιβαλικός καπιταλισμός. Στην λεωφόρο Μάντισον της Νέας Υόρκης ανθρώπινα πλάσματα διανυκτερεύουν σε χαρτόκουτα. Καθηγητές του Κολλεγίου Κουΐνς καταγγέλουν: «οι άστεγοι είναι ο ανθρώπινος σκουπιδοτενεκές που δημιούργησε το σύστημα. Χειρότερα από την Καλκούτα. Ιδού το πιο ωμό, το απαίσιο προϊόν του καπιταλισμού». Στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ οι φοιτητές κραυγάζουν ρυθμικά: «Κάτω η δυτική κουλτούρα»[4].

Η αμερικανική γερουσία είναι μια κλειστή λέσχη δισεκατομμυριούχων. Μερικοί γερουσιαστές συμπεριφέρονται σαν γκάγκστερς. «Μια παλίρροια δολλαρίων πλημμυρίζει τους διαδρόμους του Καπιτωλίου», γράφει ο Τζων Τσάνσελλορ. Ποιος τολμά να διεκδικήσει έδρα στο Κογκρέσσο; Το 1988 το 98% των βουλευτών πέτυχαν την επανεκλογή τους[5].

Και οι φυλετικές διακρίσεις οργιάζουν[6]. Ακόμα και στα πανεπιστήμια. Τί χρειάζονται τα διπλώματα στους μαύρους; Ελάτε το απόγευμα στο πανεπιστήμιο, την ώρα που φεύγει το διδακτικό προσωπικό, γράφει ο καθηγητής Andrew Hacker. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει η ομάδα των μαύρων, ανδρών και γυναικών που καθαρίζουν τα κτίρια. «Το αγαπημένο επάγγελμα των μαύρων είναι η σκούπα και το σφουγγαρόπανο», σχολιάζει με πικρία ο Χάκερ[7].

Κάτω απ’ αυτές τις δραματικές συνθήκες πολλοί διερωτώνται πού οδηγείται η αμερικανική πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζούγκλα. Ο συγγραφέας Νόρμαν Μαίηλερ δεν κρύβει τις ανησυχίες του. Μια οικονομική κρίση θα προκαλέσει εξέγερση στα «γκέτο», στρατιωτικό νόμο και αιματοχυσία. Ζοφερές οι προβλέψεις του δημοσιολόγου Άλιστερ Κουκ: Υπάρχει κίνδυνος εμφυλίου πολέμου και δικτατορίας…

[1] Από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου, «Η Διαφθορά της Εξουσίας», Αθήνα 1992
[2] Ηι δ’ αν ποτε ξυνοικία μήτε πλούτος ξυνοική μήτε πενία σχεδόν εν ταύτη γενναιότατα ήθη γίγνοιτ’ αν Ούτε γαρ ύβρις ούτ’ αδικία, ζήλοι τε αυ και φθόνοι ουκ εγγίγνονται [Πλάτων, Νόμοι, γ΄, 679 B-C].
[3] Δει γαρ εν πόλει που, φαμέν την του μεγίστου νοσήματος ου μεθεξούση, ο διάστασιν ή στάσιν ορθότερον αν είη κεκλήσθαι, μήτε πενίαν την χαλεπήν εκείναι παρά τισι των πολιτών μήτε αυ πλούτον ως αμφότερα τοκτόντων ταύτα αμφότερα [ό.π., ε’, 744 d].
[4] Hey, hey, ho, ho, western culture has got to go.
[5] Peril and Promise, New York 1990. Η αμερικανική Κοινή Γνώμη έχει επίγνωση της διαφθοράς της εξουσίας και του αμοραλισμού των πολιτικών. Και εκφράζει την απέχθειά της για το ανήθικο σύστημα με την αποχή. Το 1984 ψήφισε το 53% των Αμερικανών πολιτών, το 1988 μόνο το 50%. Προσέρχονται στις κάλπες μόνο οι πλούσιοι και η μεσαία τάξη. Οι άλλοι, η συμπαγής μάζα των εργαζομένων, που βλέπει το οικογενειακό εισόδημα να συρρικνώνεται από χρόνο σε χρόνο, δεν ελπίζει τίποτα, γνωρίζει την απάτη της «λαϊκής ετυμηγορίας» και προτιμά την αποχή.
[6] «Πνευματική χρεωκοπία», χαρακτηρίζει το Τάιμ, το καθεστώς του ρατσισμού [φ. 31/12/90]
[7] Στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ διδάσκουν 373 καθηγητές. Απ’ αυτούς μόνο δύο είναι έγχρωμοι. [στοιχεία 1992].

Written by nomosophia

23 Μαρτίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Πολιτική

από την πεζογραφική μας παράδοση

leave a comment »

εμπνεόμενος την Πάπισσα Ιωάννα[1]

Το θρησκευτικόν αίσθημα ήκμαζεν ακόμη εν τη Δύσει (υπήρχον άνθρωποι τρώγοντες αστακούς την Παρασκευήν και ασπαζόμενοι των καλογήρων την ζώνην) ότε προ εικοσαετίας περίπου[2] μετέβην νήπιος έτι εις Ιταλίαν. Πολλούς δε του έτους μήνας διατρίβων κατά την εκεί φιλάγραυλον συνήθειαν εις την εξοχήν και πολλάκις κατά τας μακράς του φθινοπώρου εσπέρας, ενώ είρπον οι κοχλιαί επί των γυμνωθέντων κλημάτων και εφύοντο υπό τας καστανέας οι αμανίται, παρακαθήμενος εις την πυράν των τρυγητών, παρ’ ων άλλο δεν ήκουον ειμή μόνον θαύματα αγίων εικόνων, δραπετεύσεις βρυκολάκων εκ του τάφου και ψυχών εκ του καθαρτηρίου, είχον καταντήσει διά της αγροτικής εκέινης επιμειξίας οπωσούν δεισιδαίμων. Τον δε πάπαν, ον ήκουον ανοιγοκλείοντα την θύραν του Παραδείσου, φιλικώς συναναστρεφόμενον μετά του Αγίου Πνεύματος, το οποίον επέτα κατά πάσαν πρωΐαν επί τον ώμον του, και προτείνοντα τους ιερούς πόδας του εις βασιλείς προς ασπασμόν, ενόμιζον τότε τεράστιόν τι και μυθώδες ον ως αερόστατον μεταξύ ουρανού και γης μετέωρον.

Εις τοιαύτην ευρισκόμην πνεύματος διάθεσιν, εν Γενούη κατοικών, ότε εξερράγη αίφνης η σύμπασαν κλονήσασα την Ιταλίαν εν έτει 1848 επανάστασις. Οι ιερείς και η θρησκεία συμπεριελήφθησαν, ως συμβαίνει κατά πάντας τους εν τη Δύσει πολιτικούς σπαραγμούς, εις το κατά των βασιλέων και της τυραννίας ανάθεμα. Πνεύμα πονηρόν επλανάτο από τινων ήδη ετών επί της ατυχούς ταύτης χερσονήσου, δυσαρέσκειαν, απείθειαν και άσβεστον ελευθερίας δίψαν εις όλας τας καρδίας εμφυσών. Έτριζον οι θρόνοι ως έτοιμοι να καταπέσωσιν, έτριζον δυνατώτερα των βασιλέων οι οδόντες. Λέξεις δυσηχείς και ασυνήθεις εις τα ιταλικά ώτα, σύνταγμα, εθνοφυλακή, ελευθεροτυπία, κοινοκτημοσύνη αντηχούν πανταχόθεν ως εχιδνών συριγμοί. Η δε τυφλή πίστις, η από τοσούτων αιώνων εις την προς τους τυφλούς συμπάθειαν και περιποίησιν συνειθισμένη, απελακτίζετο ήδη ως οχληρός επαίτης και έντρομος έφευγεν εις τα όρη, άσυλον ζητούσα υπό των χωρικών την στέγην, και εκείνων πολλάκις κλειστήν και απόρθητον ευρίσκουσα την θύραν. Αλλ’ ενώ επλανάτο εις τα σκότη, ανά παν βήμα προσκόπτουσα η αθλία, οι επ’ αυτής στηρίζοντες την εξουσίαν βασιλείς εκινούντο. Η αποστάτις Γένουα επολιορκείτο, αι βόμβαι έθραυον των οικιών τας στέγας, οι δε δυστυχείς κάτοικοι, φοβούμενοι μη πάθωσιν όσα και αι στέγαι των, κατέφευγον εκεί όπου υπό γην φυλάσσονται τα ευθραυστότατα των σκευών, αι φιάλαι. Εις τοιαύτην οιναποθήκην κατέφυγον και εγώ μεσούσης της νυκτός μετά των οικείων και γειτόνων, ελθόντων να ζητήσωσιν άσυλον υπό τας πτυχάς της ελληνικής σημαίας. Πλείονες ή πεντήκοντα, άνδρες και γυναίκες, άρχοντες και ιχθυοπώλιδες, κόμισσαι και ανθρακείς συνωθούμεθα εν τω στενώ εκείνω τόπω μεταξύ φιαλών και σταμνίων, κρομμύων και ξηρών σύκων. Αι λαοκτόνοι σφαίραι του βίκτωρος Εμμανουήλ, αποτυγχάνουσαι του τυραννικού σκοπού των, εκρήμνιζον απ’ εναντίας της κοινωνικής ανισότητος τα παλαιά προπύργια, συσφίγγουσαι τους ωχρούς υπηκόους του εις δημοκρατικήν εν τρόμω αδελφότητα. Τάφου κατήφεια και σιγή επεκράτει εν αρχή εις την υπόγειον εκείνην συνέλευσιν. Αλλ’ η οικία ήτο πενταώροφος και οι θόλοι της οιναποθήκης στερεοί και εις τας σφαίρας απρόσιτοι, ώστε τα πρόσωπα των περί εμέ, άτινα ήσαν π΄ροτερον ωχροπράσινα ως το υαλίον των κύκλω φιαλών, ανελάμβανον βαθμηδόν ανθρωπινώτερον χρώμα. Αφόβως δε σχεδόν ηκούομεν τους επί γης απαισίους ήχους, βέβαιοι όντες ότι ο υπεράνω ημών αιωρούμενος Θάνατος δεν ηδύνατο, όσω και αν έκυπτε, να φθάση τόσω χαμηλά. Απομακρυνομένου του κινδύνου, ελύοντο βαθμηδόν οι συνέχοντες τα ιταλικά στόματα γλωσσοδέται, η δε ηχώ του θόλου επανέλεγε λόγους ασυνάρτήτους, υποσχέσεις κυρίων εις την Παρθένον, ανδρών αντεγκλήσεις, αγίων επικλήσεις και φρικώδεις κατά του Bombardatore αράς.

Αλλά καθώς εις του Αριόστου τας μάχας, οπόταν δύο κλεινοί ήρωες έλθωσιν εις χείρας, ταπεινούσι τα όπλα και ίστανται εν σιωπή την πάλην θεωρούντες οι λοιποί μαχηταί, ούτω εσιώπησαν αλλεπάλληλοι και οι εν τη οιναποθήκη, ότε ο πολιός αββάς του Αγ. Ματθαίου και ο γέρων συντάκτης της «Γενουησίας εφημερίδος», αντικρύ καθήμενοι επί αντιμετώπων βαρελίων, ήρχιζαν ερίζοντες περί ελευθερίας και βασιλέων, περί προόδου και παπωσύνης. Τα υπεράνω ημών διαδραματιζόμενα καθίστων την συζήτησιν εκέινην υπέρ πάσαν άλλην επίκαιρον, αμφότεροι δε οι αντίπαλοι ήσαν καλώς προαλειμμένοι εις τοιούτους αγώνας, οι δε ακροαταί περιεκύκλουν αυτούς ανοίγοντες τα στόματα και τα ώτα, ως οι Καρχηδόνιοι τον Αινείαν. Ο μεν δημοσιογράφος διετείνετο ότι όσα επάσχομεν δεινά προήρχοντο εκ της επιρροής των ιερέων, ο δε αββάς επέμενε θεωρών το περιρρέον ημάς αδελφικόν αίμα ως ιλαστήριον εις τον Ύψιστον θυσίαν. Εν τούτοις η νυξ προυχώρει και η συζήτησις δεν εφαίνετο εγγίζουσα εις το τέρμα. Αι γλώσσαι συνεστρέφοντο ευτράπελοι και οξείαι ως μονομάχων σπάθαι. Εγώ δε συνηθίσας βαθμηδόν εις τον γλωσσόκτυπον εκείνον, υπέκυπτον βαθμηδόν εις ακουσίαν νάρκωσιν, στηρίζων την δεκαετή κεφαλήν επί των γονάτων της γείτονός μου, ότε παράδοξα αίφνης ακούσματα εδίωξαν μακράν των βλεφάρων μου τον ύπνον. Ο οξύχολος εφημεριδογράφος, χάσας τέλος πάντων την υπομονήν διά το πείσμα του αββά, όστις εις τα ευλογώτερα επιχειρήματα επέμενεν αποκρινόμενος διά καλογηρικών ρήσεων και αποσπασμάτων του Βονάλδου και Δεμαίτρου, μετέβαλε τακτικήν. Απελπισθείς ν’ ανοίξη τους οφθελμούς του καλού εκέινου χριστιανού, φοβουμένου το φως, ως αι νυκτερίδες τας ακτίνας του ηλίου, έπαυσε συζητών και επεχείρει ήδη να καταστήση τα είδωλα αυτού βδέλυρά και γελοία εις τους παρεστώτας. Εκτυλίσσων της παπικής ιστορίας τα ρυπαρώτερα φύλλα και παν όνειδος και πάσαν κηλίδα εκείθεν συλλέγων κατέπτυεν ως εχίδνης σίελον εις το πρόσωπον του πτωχού ιερέως. Πάρέστησεν ημίν Βενέδικτον τον θ΄, Γρηγόριον τον ς΄, και Σιλβέστρον τον γ΄, συγχρόνους πάπας, τρικέφαλον κέρβερον, αλλήλους αφορίζοντας και δι’ αίματος πλημμυρίζοντας την Ιταλίαν. Τον Ζαχαρίαν καταδικάζοντα εις τα φλόγας, τους γεωγράφους, οίτινες εδίδασκον την λυπαρξιν αντιπόδων, διότι εν τω πλήθει της σοφίας του, ίνα υπάρχωσιν αντίποδες, έπρεπε και δύο ήλιοι και σελήνη διπλή να υπάρχη, τον Στέφανον ζ΄, αισχρόν τυμβωρίχον, εκθάπτοντα τον νεκρόν του προκατόχου του Φορμόσου, σύρροντα το σαπρόν σώμα ενώπιον συνόδου και υποβάλλοντα αυτό εις γελοίαν και βδελυράν ανάκρισιν. Ιωάννην τον κβ΄κατατρίβοντα τον βίον εις αναζήτησιν της φιλοσοφικής λίθου και τέλος ανευρίσκοντα αυτήν διά της συντάξεως πίνακος, εν ώ εσημειούτο ακριβώς η τιμή της αφέσεως παντός αμαρτήματος, φόνου, βιασμού ή άλλου. Ιούλιον τον γ, νέον Καλλιγούλαν, αναγορεύοντα εν μέσω ποτηρίων και γυναικών τον πίθηκα αυτού καρδινάλιον, και Ιωάννην τον ιβ΄, απλούντα τους τάπητας της Αγ. Τραπέζης υπό τους πόδας της ερωμένης του, μεθύοντα μετ’ αυτής εις τας κύλικας των μυστηρίων και τέλος δολοφονούμενον υπό του καταφθάσαντος συζύγου ή υπό του Διαβόλου, ως θέλουσιν οι χρονογράφοι. Αλλά μεταξύ Διαβόλου και ατιμασθέντος συζύγου υπάρχει κοινόν τι χαρακτηριστικόν. Τοιαύτα έλεγεν ο γέρων εν μέσω βαθείας σιγής, διακοπτομένης ενίοτε υπό εγγύτερον εκρηγνυμένης σφαίρας ή στέγης καταπιπτούσης. Οι μεν των ακροατών εποίουν το σημείον του σταυρού, άλλοι έφρασσον τα ώτα και αι γυναίκες έκρυπτον το πρόσωπον εις την ποδιάν. αλλά τί έγινα εγώ, ότε ο αδυσώπητος ρήτωρ, μη αρκούμενος εις των αρρένων παπών τα αίσχη, ήρχισε να διηγήται και της Παπίσσης Ιωάννας την ιστορίαν ; Πάπα έρωτας και μητρότητα και εν μέση αγορά τοκετόν !

Μετ’ ου πολύ ανέτειλεν η ημέρα. Αι εκπυρσοκροτήσεις ηραιώθησαν και εξέλιπον βαθμηδόν. Η απόρθητος Γένουα εσυνθηκολόγει μετά τριήμερον πολιορκίαν, παρασίδουσα εις τους όνυχας του «τυράννου», ως εκάλουν τότε τον Βίκτωρα, τους αρχηγούς της επαναστάσεως, ήτις μετωνομάσθη στάσις την επιούσαν. Οι εις εθνοφύλακας μετημφιεσμένοι πραγματευταί, οι υψίφωνοι και βαρύτονοι του μελοδράματος, οι σπογγίσαντες το ψιμύθιον από της παρειάς των, ζωσθέντες μεσαιωνικά ξίφη και ψάλλοντες «Ελευθερία ή θάνατος» εις τα οδούς, οι φοιτηταί, οι καυχώμενοι ότι μόνα όπλα έχοντες τα νομικά ή ιατρικά βιβλία των ήσαν ικανοί να φυγαδεύσωσι τα στίφη του τυράννου, πάντες ούτοι εξηφανίσθησαν εις την πρώτην ακτίνα των βασιλικών λογχών, ως οι νυκτικόρακες, άμα ο ήλιος ανατείλη. Και αυταί δε αι Ιταλίδες, αι τοσαύτας κεντήσασαι σημαίας και συμπλέξασαι τριχρόυς ταινίας, ενθυμούντο και πάλιν τα παραγγέλματα του πνευματικού των, και οσάκις αξιωματικός τις ησπάζετο αυτάς εν μέση αγορά, έστρεφον και την άλλην προς την ύβριν παρειάν.

Μετ’ ολίγας δε ημέρας και ερυθραί σημαίαι και ελέυθεροι ύμνοι και αίμα των μαρτύρων και σφαίραι και ερείπια είχον λησμονηθή. Αλλά την Πάπισσαν εγώ δεν ηδυνάμην να λησμονήσω. Το παράδοξον της σκηνής, εν ή ήκουσα περί αυτής, το αλλόκοτον του ρήτορος σχήμα, το υπόγειον, ο τρόμος, η επάνω σφαγή, πάντα ταύτα καθίστων την εικόνα εκείνην ανεξάλειπτον εν τη καρδία μου, ως τα ίχνη του Σωτήρος εν τω βράχω της Ιουδαίας.

[1] από τα Προλεγόμενα της «Πάπισσας Ιωάννας», διά χειρός Εμμανουήλ Ρόϊδη [Αθήνα 1η Ιανουαρίου 1866], σελ 7-13, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1988
[2] 1846

Written by nomosophia

20 Μαρτίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία