ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

λογοτεχνία

leave a comment »

Anton_TschechovΟ Σοφός Θυρωρός[1]

Μέσα στην κουζίνα ο Φίλιππος ο θυρωρός έβγαζε λόγο. Γύρω τον άκουαν ο αμαξάς, ο λακές, δυο καμαριέρες, ο μάγερας, η μαγέρισσα και τα δυο παιδιά του που δούλευαν κι αυτά στην κουζίνα. Κάθε πρωί έκανε κήρυγμα. Εκείνο το πρωί μιλούσε για τα γράμματα.

– Και ζείτε όλοι σας σαν ένας γουρουνόλαος, έλεγε, κρατώντας στο χέρι το καλπάκι του. Κάθεστ’ εδώ χάμου σα γομάρια κ’ έξω απ’ την αμάθεια δε νιώθετε κανένα πολιτισμό. Ο Μίσκας παίζει τα στραγάλια, η Ματρένα με τα καρύδια, ο Νικήφορ ξύνει τα δόντια του. Μυαλό είναι’ αυτό; Αυτό δεν είναι από το μυαλό, παρά απ’ την αμυαλοσύνη. Δεν έχετε μέσα σας καθόλου ικανότητα μυαλού! Και γιατί;
– Έτσι είναι, όπως το λες, Φίλιππε Νικάντριτς,
επιδοκιμάζει ο μάγερας. Το ξαίρουμε πόσο αξίζει το μυαλό μας το μουζίκικο. Μπας και νιώθουμε κ’ εμείς τίποτα;
– Και γιατί δεν έχετε ικανότητα μυαλού;
συνεχίζει ο θυρωρός. Γιατί δεν έχει το σόι σας πραγματική αντίληψη. Και βιβλία δεν διαβάζετε και για τας Γραφάς δεν έχετε καμιάν έννοια. Δεν πιάνετε κανένα βιβλίο να κάθεστε να διαβάσετε. Γράμματα τόσο – τόσο ξαίρετε, τα τυπωμένα τα ξεχωρίζετε. Να, εσύ, Μίσκα, να ‘παιρνες κανένα βιβλίο να διαβάζεις μέσα δω. Και για σένα όφελος και για τους άλλους ευχαρίστηση. Στα βιβλία μέσα για όλα τα πράματα έχει συζήτηση. Εκεί και για το φυσικό και για το θεϊκό, για τις χώρες που είν’ στον κόσμο. Πώς κ’ από τί γίνεται το κάθε πράμα, πώς κάθε λαός μιλεί λογής γλώσσες. Και για την ειδολωλατρεία γράφει. Για όλα θα βρεις στα βιβλία, μόνο να ‘χεις όρεξη. Κάθεσαι στη γωνιά και μασάς και πίνεις. Ίδια τα ζώα, τα άλογα. Φτου!
– Νικάντριτς, είναι καρός να πάτε, η ώρα σας είναι,
είπ’ η μαγέρισσα.
– Ξαίρω εγώ! Δεν είναι δουλειά δική σου να μου το πεις. Να παραδείγματος χάρη – να πούμε, πάρτε εμένα. Τί είν’ η δουλειά μου τώρα στα γεράματα; Πώς να την ικανοποιήσω την ψυχή μου; Δεν υπάρχει καλύτερο επ’ το βιβλίο, για, την εφημερίδα. Τώρα θα πάω, είν’ η ώρα μου. Θα κάτσω στην αυλόπορτα τρεις ώρες. Θαρρείτε πως θα χάσκω για να φλυαρώ ανοησίες με τις γυναίκες; Όχι, δεν είμ’ από κείνους! Θα πάρω μαζί μου ένα βιβλίο, θα κάτσω και θα διαβάσω και θα ευχαριστηθώ. Έτσι.

Ο Φιλίππ, πήρε απ’ την ντουλάπα ένα παλιό πολυτριμμένο βιβλίο και το ‘χωσε στον κόρφο του.

– Να εμένα η απασχόληση. Από παιδάκι συνήθισα. Η παίδεψη είναι φως κ’ η απαιδευτοσύνη το σκοτάδι, έτυχε να τ’ ακούσετε; Έτσι είναι, έτσι …

Ο Φιλίππ φόρεσε το καλπάκι του, σιάχτηκε και μουρμουρίζοντας βγήκε απ’ την κουζίνα. βγήκε στην αυλόπορτα, κάθισε στον πάγκο και κατέβασε τα φρύδια του, σα σύννεφο.

– Δεν είναι λαός αυτός, μα κάτι χημικοί, γουρουνιάριδες, μουρμούρισε έχοντας ακόμη στο νου του το λαό της κουζίνας. Αφού ησύχασε, έβγαλε το βιβλίο, αναστέναξε σοβαρά κι άρχισε το διαβασμα. «Έτσι είναι γραμμένο, που καλύτερο δεν χρειάζεται – συλλογίστηκε αφού διάβαζε την πρώτη σελίδα, κουνώντας το κεφάλι του – τους φωτίζει ο Κύριος!»

Το βιβλίο του είταν καλό. Μοσκοβίτικη έκδοση. «Περί των οστρακοειδών». Αφού τελείωσε τις δυο σελίδες, ο θυρωρός κούνησε με νόημα το κεφάλι του κ’ έβηξε.

– Σωστά γραμμένο.

Διάβασε κατόπι και την τρίτη κ’ έμεινε σε συλλογή. Ήθελε να συλλογιέται για την παίδεψη και, έτσι του ‘ρθε – και για τους Γάλλους. Το κεφάλι του έγειρε στο στήθος, οι αγκώνες ακούμπησαν στα γόνατα. Τα μάτια του μισόκλεισαν.

Κι ο Φιλίππ είδε όνειρο. Είδε πως άλλαζαν όλα. Η γη είταν, η ίδια όπως και πριν, τα σπίτια τα ίδια, κ’ οι αυλόπορτες οι παλιές, αλλά οι άνθρωποι άλλαξαν ολότελα. Όλοι είταν σοφοί. Δεν είχε βλάκες καθόλου και στους δρόμους περνούσαν όλο Γάλλοι και Γάλλοι. Ως κι ο νερουλάς ακόμα έχει κρίση: «Εγώ λέει, ομολογώ πως δεν είμ’ ευχαριστημένος από το κλίμα και θέλω να δω το θερμόμετρο», ενώ στα χέρια του κρατεί ένα παχύ βιβλίο.

– Διάβαζε τον Καζαμία, του λέει ο Φιλίππ.

Η μαγέρισσα η κουτόμυαλη κι αυτή ανακατώνεται στις κουβέντες και κάνει παρατηρήσεις. Ο Φιλίππ πηγαίνει στο τμήμα για να εγγράψει τους νοικατόρους και – τί περίεργο πράγμα μέσα σ’ αυτό το φοβερό ίδρυμα, μιλάνε όλο τον καιρό για σοφά πράματα και στα τραπέζια απάνω, παντού βιβλία και βιβλία. Άξαφνα κάποιος ζυγώνει το Μίσια το λακέ και φωνάζει: «Κοιμάσαι, εσύ; Εσένα λέω, κοιμάσαι;»

– Κοιμάσαι; ακούει μια βροντερή φωνή από πάνω του ο Φιλίππ. Κοιμάσαι, παλιάνθρωπε, χτήνος;

Ο Φιλίππ τινάχτηκε απάνω κι άρχισε να τρίβει τα μάτια του. Μπροστά του στεκότανε ο υπαστυνόμος του Τμήματος.

– Κοιμάσαι, αι; Να σου καθίσω ένα πρόστιμο, τέρας, να δεις; Θα σε δείξω πώς κοιμούνται όταν φυλάγουν, κοθόνι!

Ύστερα από δυο ώρες τον καλέσανε στο τμήμα. Ξαναήρθς κατόπι στην κουζίνα. Εδώ όλοι συγκινημένοι από τα κηρύγματά του καθόντανε γύρω στο τραπέζι κι α΄κουαν το Μίσια που τους διάβαζε.

Ο Φιλίππ, κατσουφιασμένος, ολοκόκκινος, ζήγωσε το Μίσια, χτύπησε με το μανίκι του απάνω στο βιβλίο και είπε θλιβερά:

– Πέταξέ το!

[1] Άντον Τσέχωφ, «Οι αναποδιές της ζωής», εκδόσεις Ηριδανός.

Advertisements

Written by nomosophia

5 Ιουνίου, 2009 στις 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: