ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Σεπτεμβρίου 2009

Φιλοσοφία

leave a comment »

Γαληνός, περί ευδαιμονίας[1]

Ο Γαληνός, αντιθέτως με το όνομά του, που παραπέμπει σε εικόνα «ήσυχου» ανθρώπου, μόνο «γαληνός» δεν ήταν. Άνθρωπος μαχητικός και εριστικός, δηκτικός, περήφανος για τις γνώσεις, τις ανατομικές έρευνες, την πείρα και τις επιτυχίες του, θεωρούσε – δικαίως – τον εαυτό του αυθεντία. Σύμφωνος με το πνεύμα όλων των ελληνιστικών φιλοσοφιών, δεν αναγνώριζε καμία διάκριση μεταξύ ηθικής θεωρίας και πράξης: σε κάθε περίπτωση ο καθένας είναι αυτό που πράττει, και πράττει αυτό που είναι – ασχέτως τί μπορεί να ισχυρίζεται, προφορικά ή γραπτά, και είχε την αξίωση, οι γιατροί να είναι φιλόσοφοι και όχι απλοί επαγγελματίες.

Μετά τον Πλάτωνα, όλες οι φιλοσοφικές σχολές – με πρώτο, χρονικά, το Λύκειο του Αριστοτέλη – αναγνώριζαν ως υπέρτατο σκοπό και ύψιστο αγαθό της ανθρώπινης ζωής την επίγεια ευδαιμονία. Όλοι οι προβληματισμοί, οι διαφωνίες και διαμάχες μεταξύ των σχολών στον τομέα της ηθικής φιλοσοφίας, η φιλολογία περί αρετών, αξιών και παθών, τα ζητήματα εφαρμογής της φιλοσοφίας στην καθημερινή ζωή, όλα – επαναλαμβάνουμε – αφορούν στην επίτευξη της επίγειας ευδαιμονίας και μόνο σ’ αυτήν.

Αν ξύσουμε από την λέξη ευδαιμονία τη σκουριά δεκαεπτά χριστιανικών αιώνων, την διαβολή της εκκλησίας και την συνακόλουθη εννοιολογική υποβάθμιση της λέξης στην νεοελληνική μας γλώσσα, που θέλει την ευδαιμονία ταυτισμένη με ό,τι σήμερα εννοούμε ως «καλοζωΐα», αν δηλαδή καταφύγουμε στα αρχαία κείμενα, στον Αριστοτέλη, στον Επίκουρο, στους Στωικούς, τουλάχιστον θα γνωρίσουμε ότι η ευδαιμονία – σε αντίθεση με την «ευτυχία» όπως την εννοεί ο σημερινός άνθρωπος – οφείλεται προπάντων στην προσωπικότητα και στις αρετές μας, ότι προϋποθέτει μια συγκεκριμένη εσωτερική στάση. Η ίδια η λέξη παραπέμπει στην προσωπικότητα, στο «καλό θεϊκό στοιχείο» που έχουμε μέσα μας, και θεϊκό στοιχείο – εκείνο που «συγγενεύει» με το θείον – είναι ο νους. Αυτός έχει την ευθύνη, και όχι οι εξωτερικές περιστάσεις και τα γυρίσματα της τύχης. Κοινός τόπος όλων των σχολών της φιλοσοφίας (πλην των Ακαδημεικών σκεπτικών) είναι η θέση ότι η ευδαιμονία πηγάζει μέσα από την ψυχή του – φιλοσοφημένου – ανθρώπου και είναι αδιανόητη χωρίς τις τέσσερις θεμελιώδεις αρχαιοελληνικές αρετές: φρόνηση, ανδρεία, εγκράτεια, δικαιοσύνη.

Η Ηθική, λοιπόν, της μεταπλατωνικής «θύραθεν» φιλοσοφικής διδασκαλίας είναι ξένη προς ό,τι άλλο την διαδέχτηκε, από την εποχή που την έθεσε εκτός νόμου η χριστιανική εξουσία, ξένη προς την κατοπινή παράδοση, τα θεολογικά, θρησκευτικά, ιδεολογικοπολιτικά και φιλοσοφικά ηθικά συστήματα που κληρονόμησε ο σύγχρονος κόσμος (από τον Μέγα Βασίλειο και τον Αυγουστίνο μέχρι τον Καντ και τον 20ο αιώνα – με μικρή εξαίρεση κάποιων φιλοσόφων του Διαφωτισμού και άλλων μεμονωμένων στοχαστών όπως οι Σπινόζα, Μπένθαμ και Μιλ, των οποίων το έργο, φυσικά, είχε μηδαμινή απήχηση συγκριτικά με εκείνη των ελληνικών φιλοσοφικών σχολών στην εποχή της άνθησής τους), όπως επίσης και με την πλειονότητα σύγχρονων συμβουλευτικών ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων.

Δεν πρόκειται να καλάβουμε τον Γαληνό, τις ηθικές προτροπές και το απόλυτο και επιτακτικό ύφος του, αν τον διαβάσουμε φορώντας τους παραμορφωτικούς φακούς της σύγχρονης ηθικολογίας, αν, δηλαδή, ξεχάσουμε προς στιγμήν ότι το ζητούμενό του είναι οι όροι επίτευξης της επίγειας ευδαιμονίας[2], ένας από τους οποίους είναι η γαλήνη της ψυχής. Θα νομίσουμε ότι νουθετεί σαν σύγχρονος ιδεολόγος ή σαν χριστιανός ιεροκήρυκας.

[1] Γαληνός, «Για της ψυχής τα πάθη και τα λάθη», PN Singer, Εισαγωγή στον Γαληνό, σελ. 9-11, Θύραθεν εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 2003.
[2] Ο ίδιος, άλλωστε, κάνει πολύ σύντομες νύξεις επ’ αυτού, ως αυτονόητου [χωρίο όπου μνημονεύει τις νουθεσίες του πατέρα του]. Στην πραγματεία δεν υπάρχει ίχνος μεταφυσικής παραμυθίας, καμία νύξη περί αμοιβών ή τιμωριών μετά θάνατον. Ανύπαρκτη έστω και η παραμικρή αναφορά στο «θέλημα των θεών».

Advertisements

Written by nomosophia

30 Σεπτεμβρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία

το πορτραίτο ενός αμετανόητου εισβολέα …

4 Σχόλια

Ο … άμαχος … Ράιαν[1]

Το μαρτύριον της Κυρήνειας είναι μοναδικόν εις τραγικότητα, ουδόλως δε συγκρίνεται με εκείνο άλλων περιοχών της Κύπρου, αι οποίαι κατελήφθησαν κατά την δευτέραν φάσιν της τουρκικής εισβολής. Διότι αι πλείσται των καταληφθεισών κατά τον πόλεμον του Αυγούστου περιοχαί είχον εκκενωθεί προηγουμένως από τους Έλληνας κατοίκους των, ως η Αμμόχωστος …

Οι Τούρκοι έσπειραν τον θάνατον και την καταστροφήν και εις τα πλησίον της Κυρήνειας χωριά Άγιος Γεώργιος, Φτέρυχα, Τριμίθι και Κάρμι. Οι κάτοικοι, μάλιστα, των χωριών αυτών ήσαν οι πρώτοι, οι οποίοι εδοκίμασαν τας τουρκικάς ωμότητας. … Αι εν προκειμένω αφηγήσεις είναι και πολλαί και συγκλονιστικαί, ανακαλούν δε εις την μνήμην τας πλέον τραγικάς στιγμάς της Ιστορίας μας. Μίαν δραματικήν περιγραφήν των συμβάντων μετά την απόβασιν των Τούρκων, παρέχει ο Χρήστος Δράκος εκ του χωρίου Τριμίθι, ο οποίος αφηγείται τα ακόλουθα:

«Αμέσως μετά τις πρώτες εκρήξεις ξεκίνησα με την οικογένειάν μου για να καταφύγουμε στην Λάπηθον. Όμως γρήγορα βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από Τούρκους στρατιώτες, που εξαγριωμένοι μας καλούσαν να σηκώσουμε ψηλά τα χέρια. Η οικογένειά μου, το ανδρόγυνο Κώστα Κοζάκου και δύο άγνωστοι ξένοι είμαστε, ως φαίνεται, οι πρώτοι αιχμάλωτοι των Τούρκων. Ο κύκλος γύρω μας εστένευε και οι Τούρκοι είχαν στραμμένα απειλητικά εναντίον μας τα όπλα τους. Ύστερα, Παναγιά μου, έγινε μεγάλο φονικό! Οι Τούρκοι άρχισαν να μας γαζώνουν. Οι δυο ξένοι έπεσαν νεκροί με τις πρώτες ριπές. Αγκάλιασα τον Γιώργο μου και πέσαμε στο χώμα. Πλάϊ μου βρισκόταν η γυναίκα μου, ενώ ο μικρός γυιος μου Νίκος προσπαθούσε να βρη προφύλαξιν στο στήθος της. Έσφιγγα το παιδί μου στην αγκαλιά και παρακαλούσα να είχα και άλλα χέρια για να το σκεπάσω. Ακούστηκαν και άλλες ριπές και μου ήρθε τρέλλα σαν είδα την γυναίκα μου στα αίματα. Δεν μπορούσα να τρέξω κοντά της, γιατί θα άφηνα ακάλυπτο το παιδί. Σύρθηκα, κρατώντας το στην αγκαλιά, κοντά σ’ ένα βράχο και κάθε φορά που οι σφαίρες κτυπούσαν και έσκαγαν τα κομμάτια από τον βράχο, νόμισα πως έφτασε το τέλος μας. Ξαφνικά το χέρι μου γέμισε με αίμα του παιδιού μου που μόλις είχε κτυπηθή. Γύρισε, με κοίταξε και ύστερα έγειρε στη γη, ενώ το στόμα του γέμισε αίματα. Σε μια διακοπή των πυροβολισμών γύρισα και είδα με απελπισία ότι η γυναίκα μου ήταν «ραμμένη» από τις σφαίρες και μόλις ανέπνεε. Μόλις την παραμέρισα, είδα ότι και ο Νίκος μας ήταν και αυτός νεκρός. Ζήτησα γονατιστός νερό από ένα Τούρκο φαντάρο. Ήθελα να δροσίσω το πρόσωπο της γυναίκας μου, που με κοιτούσε ασάλευτη. Αντί για νερό, όμως, με κτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου του. Ύστερα έδωσαν την χαριστική βολή στην τραυματισμένη και εμένα με επήραν οι «Οηέδες».

η Ελένη Καράνα, 20 ετών, αφηγείται ως ακολούθως την προσωπικήν της περιπέτειαν:

«Μια βόμβα από αεροπλάνο κατέστρεψε το σπίτι μας. Μέσα από τα χαλάσδματα βρήκαμε διέξοδο και βγήκαμε από το υπόγειο μαζί με τους γονείς μου. Ξαφνικά βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από πέντε τούρκους. Χωρίς άλλη κουβέντα ένας από αυτούς σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε. Ο πατέρας μου δίπλωσε και έγειρε χωρίς ανάσα. Πάγωσα, Θέλησα να πέσω πάνω του. Έτρεξε και η μάνα μου ουρλιάζοντας. Όμως την φωνή της έπνιξε ένας καινούργιος πυροβολισμός και η μάνα μου κάτι μουρμούρισε. Έβγαλε λίγο αίμα από το στόμα και ξεψύχησε. Πριν συνέλθω από την τρομάρα, την αγωνία, τον πόνο, την πίκρα, τρεις Τούρκοι με επλησίασαν και ένας από αυτούς με φοβερή αγριάδα μου τράβηξε τη μπλούζα και στη συνέχεια με έρριξε στο χωράφι. Πήρα κουράγιο, έτρεξα, αλλά με πρόφτασαν σε ένα καλύβι. Ύστερα πέσαν πάνω μου, σωστά λυσσάρικα σκυλιά. Λιποθύμησα, χάθηκα …»

«Άκουα ‘που τον πατέραν τζιαί τον παππούν μου για την Τουρτζιάν, τζ’ εν επίστευκα», είπεν εις την κυπριακήν διάλεκτον ο 75ετής γέρων Νικόλαος Ιωάννου εκ του χωρίου Τριμίθι, εννοών ότι ήκουεν από τον πατέρα και τον πάππον του διά τα εγκλήματα των Τούρκων επί Τουρκοκρατίας και δεν ηδύνατο να πιστεύση τα εξιστορήσεις αυτάς.

Η Ελένη Ματεΐδου, έχουσα εις την αγκάλην της τα δύο τέκνα της … περιγράφει το δράμα της ως ακολούθως:

«Βρισκόμαστε λίγο έξω από το χωριό, στις μάντρες, όπου είχαμε τα κοπάδια. Οι Τούρκοι κατέβηκαν ρίχνοντας πυροβολισμούς. Μπήκαν στα σπίτια και άρχισαν αμέσως να κτυπούν και να κλωστούν λυσσασμένα τον πατέρα και τον άντρα μου. Εμείς αρχίσαμε τα κλάματα. Ήταν η μητέρα μου, οι δύο αδελφές μου και εγώ.
Ένας Τούρκος, ενώ χτυπούσε τον άντρα μου, φώναζε: «Δεν έχει γυνάικα τούτος;». Τότε έτραξα αγκάλιασα τον άντρα μου και τον εφιλούσα. «Να χαρής, μη μου σκοτώσετε τον άντρα μου, έχουμε δυο παιδιά», τους εφώναξα. Οι στρατιώτες αυτοί, που φαίνονταν να είναι από την Τουρκία, μας είπαν να μείνουμε εκεί. Και στη συνέχεια, τράβηξαν τον πατέρα μου και τον άντρα μου προς τον ποταμό. Λίγα λεπτά μετά ακούσαμε πυροβολισμούς. «Παναΐα μου, εσκοτώσαν τους», εφώναξα, και αρχίσαμε να κλαίμε …»

Αμέσως μετά την εκδήλωσιν της τουρκικής επιδρομής, 40 περίπου άτομα, των οποίων αι οικείαι ευρίσκοντο παρά το Πεντεμίλι, όπου διενηργήθη η απόβασις κατέφυγον εις περιοχήν παρά τους πρόποδας του Πενταδακτύλου. Απεκρύβησαν εντός αχυρώνος επί δύο ημέρας …
Την εσπέραν της Κυριακής, οι φυγάδες αυτοί ανεκαλύφθησαν υπό τουρκικής περιπόλου. Οι στρατιώται τους διέταξαν να προχωρήσουν εις παρακείμενον χώρον, όπου τους ανεκοίνωσαν ότι θα εξετελούντο! Εις εκ των διασωθέντων αφηγείται:

«Ένας Τούρκος στρατιώτης έσυρε τον Βασίλην Ευθυμίου ο οποίος την στιγμήν εκείνην εκράτει της ηλικίας δυόμισυ ετών κόρην του, τον εκόλλησεν εις κορμόν δένδρου και ητοίμαζε το οπλοπολυβόλο διά να τον εκτελέση. Η σύζυγος του Βασίλη, οδυρόμενη, ήρπασε το όπλον του Τούρκου στρατιώτου και τον ικέτευε να μη πυροβολήση. Η σκηνή συνεκίνησεν έτερον Τούρκον στρατιώτην ο οποίος προέτρεπε τον συνάδελφόν του να μη προχωρήση εις το βάρβαρον τούτο έγκλημα. Και τούτο τελικώς έγινε.
Βραδύτερον, άλλος Τούρκος στρατιώτης εχώρισε τρεις άνδρας και τους μετέφερεν εις άλλην τοποθεσίαν. Ηκούσθησαν πολλοί πυροβολισμοί … η τύχη τούτων μεχρί τώρα αγνοείται.»

[1] Διονυσίου Καρδιανού, «Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρον», σελ. 228 επ., εκδόσεις Γ. Λαδιάς, Αθήναι 1976

Written by nomosophia

23 Σεπτεμβρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Δόγματα

leave a comment »

περί ορθοδοξίας[i]

Ο όρος «ορθοδοξία» και τα παράγωγά του δεν ήταν πολύ συνηθισμένα στον ελληνικό ειδωλολατρικό κόσμο. Το ουσιαστικό «ορθοδοξία» φαίνεται να χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην νεοπλατωνική φιλοσοφία της μεταχριστιανικής εποχής και δεν είναι απίθανο να είναι δάνειο από το χριστιανικό ιδιόλεκτο. Η λέξη «ορθόδοξος» δεν φαίνεται να πιστοποιείται πουθενά. Μόνο το ρήμα «ορθοδοξέω» εμφανίζεται στα Ηθικά Νικομάχεια και το συναντάμε αργότερα στον Ποσειδώνιο και άλλους. Το ρήμα αυτό σημαίνει τη σωστή γνώμη σε μια φιλοσοφική συζήτηση, όχι την τήρηση κάποιων δεσμευτικών κανόνων που αφορούν στον τρόπο ζωής. Προφανώς ο όρος «ορθοδοξία» καθιερώθηκε με το χριστιανισμό, αλλά όχι πριν από τον 4ο αιώνα. Με τον Μεθόδιο Πατάρων, τον Ευσέβιο Καισαρείας και τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας η χρήση του έγινε συχνή πριν ακόμα εκπνεύσει αυτός ο αιώνας.

Αυτό σίγουρα δεν σημαίνει ότι από τον πρώιμο χριστιανισμό απουσίαζε η έννοια της ορθής πίστης, αλλά πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η έκφραση «ορθή πίστη» είναι ανεπαρκής απόδοση του όρου «ορθοδοξία», γιατί οι λέξεις δόξα και πίστις δεν συμπίπτουν νοηματικά. Η πίστη πρέπει να είναι δικαιολογημένη και εξαρτάται από ορισμένα εχέγγυα, ενώ η δόξα πρέπει απλώς να είναι σωστή. Οι εκκλησιαστικοί πατέρες πήραν, όπως φαίνεται, τον όρο δόξα από τη γλώσσα των φιλοσόφων και εννοούσαν με αυτόν αρχικά το περιεχόμενο της διδασκαλίας ή τη γνώμη, ενώ ο όρος «πίστη» είναι αρχικά αδιαχώριστος από την εν γένει συμπεριφορά, την εμπιστοσύνη και την αφοσίωση. Ο όρος ορθοδοξία εξυπονοεί αφηρημένη σκέψη, εννοιολογική έκφραση και ορισμό. Αν ξεφυλλίσουμε ένα ντοκουμέντο της πρώιμης χριστιανοσύνης[1], θα δούμε ότι τα τρία «δόγματα του Κυρίου» ορίζονται ως ελπίδα, δικαιοσύνη και αγάπη. Η «πλάνη» είναι η υποχώρηση στους πειρασμούς της εγκόσμιας ζωής. Φυσικά, αυτά τα «δόγματα» προϋποθέτουν τη θεϊκή φύση του Χριστού και το λυτρωτικό του έργο, καθώς και την πίστη σ’ αυτό το έργο, αλλά δεν εκφράζουν καμιά προσπάθεια να διατυπωθούν αυτές οι προϋποθέσεις με φιλοσοφικά έγκυρο τρόπο. Παρόμοια ισχύουν, κατά πάσα πιθανότητα, και για τη λεγόμενη «Διδαχή». Μιλάει για ψευδοπροφήτες, αλλά δεν εννοεί με αυτό ανθρώπους με παρεκκλίνουσες πεποιθήσεις παρά κήρυκες ενός μη χριστιανικού ήθους. Η Διδαχή δεν περιέχει καν ένα βαπτιστικό σύμβολο που να προχωρεί πιο πέρα από μια γενικόλογη ομολογία πίστης στο δόγμα της Αγίας Τριάδας. Αποδέκτης της είναι η χριστιανική κοινότητα της αγάπης, που οφείλει την ενότητά της στο τελετουργικό και στην προσδοκία της Δευτέρας Παρουσίας, όχι σε ένα επεξεργασμένο ιδεολογικό σύστημα.

Οπωσδήποτε δεν λείπουν οι τάσεις να διαμορφωθούν κάποιες βασικές δογματικές αρχές, αλλά οι τάσεις αυτές δεν υλοποιούνται παρά μόνο όταν η νεαρή Εκκλησία πρέπει να οροθετήσει τον εαυτό της απέναντι στον έξω κόσμο, όταν το Ευαγγέλιο πρέπει να αντιπαλέψει με αλλότρια φιλοσοφικά ή γνωσιολογικά συστήματα, για να προστατέψει τους πιστούς του από την προπαγάνδα αυτών των συστημάτων και για να κάνει το ίδιο προπαγάνδα. Μόνο τότε έρχεται η ώρα του δόγματος, με την αυστηρή έννοια της λέξης. Έτσι όμως έρχεται και η ώρα της ενδοεκκλησιαστικής δογματικής παρέκκλισης, της αίρεσης. Το γεγονός ότι αυτή η εξέλιξη γνωρίζει την πρώτη κορύφωσή της την εποχή που ο χριστιανισμός μπορούσε πια να υπολογίζει στην ανοχή του κράτους δεν είναι απλή σύμπτωση, γιατί αυτή η ανοχή είχε προετοιμαστεί από τη συμβίωση της Εκκλησίας με τον αρχαίο πολιτισμό, τους φιλοσόφους του και τα φιλοσοφούμενά τους.

Παράλληλα με αυτή την εξέλιξη, η Εκκλησία δεν έπαψε καθόλου να θεωρεί τον εαυτό της ως κοινότητα αγάπης και λατρείας. Αλλά η ελληνική μανία για την αντιλογία και η όλο και μεγαλύτερη ανάγκη για πνευματική αναμέτρηση με έναν κόσμο που οι θεμελιώδεις αξίες του ήταν ολότελα διαφορετικές και δεν έσβησαν με τα έδικτα της ανεξιθρησκίας είχαν αποτέλεσμα να αποκτήσει η «ορθή γνώμη», δηλαδή η ορθοδοξία, μια σημασία που της ήταν άγνωστη ως τότε. Για τη λατρευτική κοινότητα η ορθοδοξία έγινε σιγά – σιγά «όρος εκ των ων ουκ άνευ».

[1] Επιστολή προς Βαρνάβα

[i] Χανς – Γκεόργκ Μπεκ, «Η Βυζαντινή Χιλιετία»,κ. ΙΙΙ, σ. 119-120, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992.

Written by nomosophia

16 Σεπτεμβρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Θεολογία

Μεγάλη Ελλάδα

leave a comment »

Συρακούσες[1]

Οι Συρακούσες, η θαυμαστή αποικία των Κορινθίων, που έφτασαν στα 734 πΧ στις ακτές της Σικελίας με αρχηγό τον Αρχία, σύντομα εξελίχθηκε σε μια πλούσια και λαμπρή πολιτεία. Κατά τον 5ο με 4ο αιώνα πΧ έφτανε να αριθμεί τις 400.000 κατοίκους και απλωνόταν σε μια περιτειχισμένη έκταση δεκατεσσάρων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Ονομαζόταν επίσης Πεντάπολις, επειδή περιελάμβανε πέντε συνοικισμούς, τη νήσο Ορτυγία, πολύ κοντά στην ακτή, και τέσσερις άλλους στην ξηρά, την Αχραδινή, τη Νεάπολη, την Τύχη και τις Επιπολές[2]. Όταν το 480 πΧ ο Γέλων νίκησε τους Καρχηδόνιους στη μάχη της Ιμέρας, σηματοδότησε την αρχή της μεγάλης ανάπτυξης της πόλης, που, αν και διατηρούσε στενούς δεσμούς με την πατρική γη, είχε δική της προσωπικότητα και πολιτισμό. Η δύναμη των Συρακουσών διαφαίνεται καθαρά όταν συγκρούεται με την Αθήνα, το 415 πΧ, και η παλλάδα πόλη υφίσταται μία από της πιο καταστρεπτικές ήττες στην ιστορία της: 30.000 νεκροί ή πνιγμένοι Αθηναίοι και επτά χιλιάδες δούλοι στα περίφημα λατομεία της πόλης, που εντυπωσιάζουν ακόμη για το μεγάλο μέγεθός τους και τα αποθέματα της άσπρης πέτρας που παρείχαν. Στη μεταφορά των μεγάλων αυτών όγκων πέτρας εφαρμόζουν μια τεχνική που συνίστατο στη χρήση μεγάλων ξύλινων κυλίνδρων, τους οποίους καθοδηγούσαν τροχιές, ενώ ανάμεσα στις τροχιές ένα κοίλωμα επέτρεπε στα βόδια να προχωρούν.

Η λαμπρή περίοδος των Συρακουσών άρχισε με τον Γέλωνα, συνεχίστηκε με τον Ιέρωνα Α΄ και με τον «τύραννο» Διονύσιο, άνθρωπο φιλοπρόοδο, υποστηρικτή των τεχνών, των γραμμάτων και των μηχανικών επιτευγμάτων. Επί βασιλείας του συστήθηκε το πρώτο στον κόσμο κέντρο επιστημονικών ερευνών, όπου μηχανικοί όλων των ειδικοτήτων εργάζονταν με στόχο την εφεύρεση πολεμικών μηχανών κάθε είδους και μορφής, καθώς και με τη βελτίωση των όσων υπήρχαν. Αυτό ήταν το περιβάλλον δραστηριοποιήθηκε και ο Αρχιμήδης. … Στις Συρακούσες θέλησε ο Πλάτων να εφαρμόσει τις θεωρίες του περί Πολιτείας. Τα όσα αφορούν το θέατρο της πόλης είναι συναρπαστικά: «Ο Αισχύλος συμβούλευσε αυτοπροσώπως τους κατασκευαστές του τεράστιου υπαίθριου θεάτρου, του καταπληκτικού ναού της τέχνης, που ορθώνεται κοντά στο Λατομείο του Παραδείσου και εξακολουθεί να καταπλήσσει με τις διαστάσεις του[3] και με την τεχνική και αρχιτεκτονική τελειότητα σε κάθε λεπτομέρεια. Ο θεατής, σε όποια θέσι και αν κάθεται, έχει άριστη θέα της σκηνής, και τα καθίσματα, παρ’ όλο ότι είναι πέτρινα, είναι πολύ αναπαυτικά, γιατί κατασκευάσθηκαν με σοφό υπολογισμό της ανατομίας του σώματος. Οι αυλακώσεις κατά μήκος των βαθμίδων χρησίμευαν για την εκροή των υδάτων. Με δέος διαβάζει κανείς πάνω στα καθίσματα, χαραγμένα με ελληνικά γράμματα, τα ονόματα των ευγενών δικαιούχων τους. Η θαυμάσια ακουστική του χώρου οφειλόταν εν μέρει και στη γειτνίαση του «Ωτός του Διονύσου», του αινιγματικού σπηλαίου, του οποίου το μυστήριο μάταια προσπάθησαν οι σοφοί όλων των εποχών να λύσουν. Το σπήλαιο αυτό, πραγματικά, προκαλεί δέος στον επισκέπτη. Έχει μήκος εξήντα μέτρων, ύψος τριάντα τριών και πλάτος πέντε έως εννέα. Καθώς υψώνεται, στενεύει, και τα κυρτά τοιχώματά του θυμίζουν αυτί αλόγου. Το σχήμα του είναι αρμονικό, διπλά ελλειψοειδές. Από το εσωτερικό του παράγεται μια μονοσύλλαβη ηχώ που μεγενθύνει υπέρμετρα ακόμη και τον πιο λεπτό ψίθυρο. Στην αρχαιότητα ίσως να χρησίμευε για μαντείο. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: αν το σπήλαιο γεμίσει με άμμο, η ακουστικότητα του θεάτρου θα χαθή. …»[4].

…Υπάρχουν πολλά άλλα [επιτεύγματα] που θα μπορούσαν να αναφερθούν, κυρίως οι κατασκευές των τεράστιων ιερών και ναών, που ίχνη τους υπάρχουν ακόμη[5], καθώς και τα τείχη του φρουρίου του Ευρυάλου, που στα νεώτερα χρόνια τα θεωρούσε ιδανικά ο κάιζερ Γουλιέλμος Β΄(1907), ενώ λέγεται ότι αποτέλεσαν τα πρότυπο για την κατασκευή της γραμμής Μαζινό. Θαύμα τεχνικής τα τριπλά ισχυρά τείχη με τους σοφά υπολογισμένους προμαχώνες και τις κλίσεις τους, τα ανοίγματα από όπου έπλητταν τον εχθρό και τα οποία δεν μπορούσαν να χτυπηθούν από οποιοδήποτε βλήμα, τις λαβυρινθώδεις στοές και ορύγματα, τις αποθήκες και τις χιλιάδες παγίδες για τον εχθρό, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια από τις περιγραφές των συγγραφέων της αρχαιότητας[6].

Η όμορφη πόλη, την εποχή που δέχτηκε την επίθεση των Ρωμαίων, ήταν φιλική προς τους Καρχηδόνιους, με τους οποίους παλαιότερα βρισκόταν σε προστριβές. Ουσιαστικά, οι κάτοικοί της μισούσαν το δεσποτισμό της Ρώμης και δεν δέχονταν να υπαχθούν στην κηδεμονία τους, λογικό άλλωστε, αφού οι Συρακούσες την εποχή εκείνη σαν πόλη ήταν περισσότερο όμορφη, πλούσια και σωστά οργανωμένη από την επιθετική και αποικιοκρατική Ρώμη. Η άλωσή της από τους Ρωμαίους, το 212 πΧ, τερμάτισε μια σφοδρότατη σύγκρουση, που εξάντλησε, από κάθε άποψη, και τις δύο πλευρές. Οι Ρωμαίοι τελικά κυρίευσαν την πόλη με προδοσία[7], όπως αναφέρουν οι γραπτές πηγές ενός ισπανού αξιωματικού που υπηρετούσε στο στρατό των Συρακουσίων.

[1] Χρήστου Δ. Λάζου, «Αρχιμήδης, ο ευφυής μηχανικός», κεφ. 2, σελ. 60-62, Αίολος, 1995.
[2] Οι σημερινές Συρακούσες, παρά τη συνεχή τους ανάπτυξη, καλύπρουν μόνο δύο από τις συνοικίες της παλαιάς Πεντάπολης: την Ορτυγία και την Αχραδίνη.
[3] το θέατρο των Συρακουσών είχε διάμετρο 134 μέτρων.
[4] Giorgio Banacina, «Συρακούσες, η μικρή Αθήνα της Σικελίας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 10 (Απρίλιος 1969), 122.
[5] Βλ. τη θαυμάσια περιγραφή εξαγωγής λίθων από τα λατομεία και τη διαδικασία ανοικοδόμησης των ναών λεπρομερειακά εις Πωλ Φωρ, Η καθημερινή ζωή στις ελληνικές αποικίες τον 6ο πΧ αιώνα, 309-320.
[6] A.N. Lawrence, “Archimedes and the Desing of the Eutyalus Fort”, Joyrnal of Hellenic Studies, 66 (1946), 99-107. Βλ. επίσης F.E. Winter, “The Chronology of Euryalus fortress at Syracuse”, American Joyrnal of Archaeology, 67 (1963), 363-387.
[7] Η μαρτυρία του ιστορικού Τίτου Λίβιου είναι σημαντική, επειδή μεταφέρει την πληροφορία ότι η πόλη των Συρακουσών κατελήφθη το τρίτο έτος της πολιορκίας τους μετά από προδοσία, Livius Titus, Ab urbe condita XXIV, XXXIII, 9, ed. F>G> Moore [Loeb], vol. VI, 1958, p. 282. A.A., τόμ. Α΄, μερ. α΄, 236-241, αρχαίο και νέο κείμενο.

Written by nomosophia

10 Σεπτεμβρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Αρχαιολογία

Αραράτ

leave a comment »

Επιχείρηση Αραράτ[1]

Μετά την Επιχείρηση Απόλλων η Επιχείρηση Αραράτ – τί ήταν φυσικότερο απ’ αυτή την πρόοδο, αυτό το μικρό βηματάκι στο αλφάβητο; … Η Επιχείρηση Αραράτ μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί ως το επόμενο εγχείρημα της NASA. Οι ακροατές, μάλιστα, ήταν ελεύθεροι να συμπεράνουν ότι η NASA ήταν λίγο εγωιστική, σκεφτόταν λίγο υλιστικά και στενά, γιατί συγκέντρωνε την προσοχή της αποκλειστικά στις διαστημικές πτήσεις, ενώ υπήρχαν άλλοι στόχοι, που βρίσκονταν πιο κοντά στην καρδιά και την ψυχή του φορολογούμενου και που άξιζαν περισσότερο τις ευλογίες της υπερσύγχρονης τεχνολογίας. … Το καλοκαίρι του 1971 ο Σπάικ Τίγκλερ περπάτησε στην επιφάνεια της σελήνης … Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια φωνή τού είπε: «Βρες την Κιβωτό του Νώε». … Ο Σπάικ είχε κάνει καμιά δεκαριά μέτρα προς τη σεληνάκατο, όταν η φωνή επανέλαβε τη διαταγή της. «Βρες την Κιβωτό του Νώε». Ο Σπάικ συνέχισε τους ανάλαφρους σεληνιακούς πήδους του, ενώ την ίδια ώρα αναρωτιόταν μήπως κάποιος του έκανε πλάκα. … «Θα τη βρεις στο βουνό Αραράτ, στην Τουρκία», συνέχισε η φωνή. «Βρες την, Σπάικ».

Ο Σπάικ νόμιζε πως παντρεύτηκε μια ψηλή, αθλητική κοπέλα με ωραίο σώμα, που διάβαζε της Χαρά της μαγειρικής στον μήνα του μέλιτος και κρατούσε τον φόβο της για τον εαυτό της, όταν εκείνος αργούσε να γυρίσει στη βάση. Αλλά η Μπέττυ αποδείχτηκε πολύ πιο εξοικειωμένη με τις αναπαραγωγικές συνήθειες του δολαρίου απ’ όσο ο άνδρας της. «Εσύ θ’ αναλάβεις να πετάς κι εγώ να σκέφτομαι», του έλεγε πότε – πότε, πράγμα που έμοιαζε με πείραγμα ή εν πάση περιπτώσει και οι δυο τους προσποιούνταν τις περισσότερες φορές ότι ήταν απλώς πείραγμα.

Σχημάτισαν μια επιτροπή: ο αιδεσιμότατος Λανς Γκίμπσον, ευυπόληπτος ή τουλάχιστον γνωστός στο μεγαλύτερο μέρος της Πολιτείας της Βόρειας Καρολίνας, λίγο φονταμενταλιστής για μερικούς, αλλά όχι τόσο έξαλλος ώστε να τρομάξει το συνετό χρήμα, ο δρ Τζίμμυ Φούλγκουντ, αστέρι του μπάσκετ όταν φοιτούσε στο κολέγιο και σήμερα γεωλόγος και αυτοδύτης, που θα έδινε επιστημονικό κύρος στην αποστολή και η ίδια η Μπέττυ, πρόεδρος της επιτροπής, συντονίστρια και ταμίας. Ο Κυβερνήτης δέχτηκε να τεθεί η όλη επιχείρηση υπό την αιγίδα του.

Μερικοί διαβασμένοι δημοσιογράφοι συνήθιζαν να ρωτούν τον Σπάικ πως ήταν απόλυτα βέβαιος ότι η Κιβωτός βρισκόταν στο Αραράτ. Μήπως το Κοράνιο δεν έγραφε ότι άραξε στο βουνό Τζουντί, αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο πέρα, κοντά στα ιρακινά σύνορα; Και μήπως η εβραϊκή παράδοση δεν διέφερε κι αυτή, τοποθετώντας το επίμαχο σημείο κάπου στο βόρειο Ισραήλ;

Μια άλλη ερώτηση που του έκαναν πότε πότε ήταν μήπως η Κιβωτός – αν δεχόμασταν ότι μπορούμε να βρούμε τη θεωρητική θέση της – δεν είχε αποσυντεθεί ολότελα έπειτα από τόσες χιλιάδες χρόνια ή δεν την είχαν φάει οι τερμίτες. Ο Σπάικ δεν τσιμπούσε, δεν παρασυρόταν ν’ αποκαλύψει πως ήξερε ότι η Κιβωτός δεν μπορεί να είχε αποσυντεθεί ή φαγωθεί από τερμίτες, αφού η εντολή που έλαβε από τον Θεό να βρει προϋπέθετε σαφώς ότι κάτι είχε απομείνει απ’ αυτήν. Όχι, η Σπάικ παρέπεμπε τον ερωτώντα στη Βίβλο … η οποία θα τον πληροφορούσε ότι η Κιβωτός ήταν από κυπαρισσόξυλο, που όλοι συμφωνούσαν ότι ήταν εξαιρετικά γερό και συνεπώς θα πρέπει ν’ άντεξε στην αποσύνθεση και τους τερμίτες. Έπειτα ο Σπάικ ανέφερε παραδείγματα αντικειμένων που διατηρήθηκαν, ως εκ θαύματος, στο πέρασμα των αιώνων – μαμούθ που βρέθηκαν μέσα σε παγετώνες, με το κρέας τους φρέσκο σαν το φιλέτο που αγοράζεις από τον χασάπη σου – και κατέληγε με τον συλλογισμό ότι, αν επρόκειτο να διατηρηθεί κάτι στο πέρασμα των αιώνων χάρη στη θέληση του Παντοδύναμου, τότε η Κιβωτός ήταν ένας από τους φυσικότερους υποψήφιους.

Ο αιδεσιμότατος Λανς Γκίμπσον συμβουλεύτηκε εκκλησιαστικούς ιστορικούς από βαπτιστικά πανεπιστήμια, ζητώντας να πληροφορηθεί τις σύγχρονες απόψεις για το στίγμα της κιβωτού, ενώ ο Τζίμμυ Φούλγκουντ ασχολήθηκε με τα συστήματα ανέμων και θαλασσίων ρευμάτων που μπορεί να επικρατούσαν γύρω στην εποχή του Κατακλυσμού. Όταν οι δυο τους αντιπαρέβαλαν τα ευρήματά τους, άρχισαν να συγκλίνουν προς μια περιοχή στη νοτιοανατολική πλευρά του βουνού, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την κορυφή. … Από εκεί θ’ άρχιζαν το ψάξιμο …

Τα ποιμαντικά καθήκοντα του αιδεσιμότατου Γκίμπσον του απαγόρευαν να ταξιδέψει στην Τουρκία, αλλά θα τους έδινε πνευματική υποστήριξη … Η Μπέττυ θα έμενε στο σπίτι και θα έδινε πληροφορίες στους δημοσιογράφους, που σίγουρα θα τη βομβάρδιζαν μ’ ερωτήσεις. Η αποστολή, στην οποία θα έπαιρναν μέρος ο Σπάικ και ο Τζίμμυ, θ’ αναχωρούσε τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς, του 1977.

Πήγαν αεροπορικώς στην Άγκυρα …

Το μήνυμα που είχε στείλει η Μπέττυ στο Ερζερούμ, μέσω του Interchurch Travel, για την ενοικίαση ενός τζιπ ή λαντ ρόβερ προφανώς δεν είχε φτάσει, γι’ αυτό η αποστολή συνέχισε με μια μεγάλη μερτσέντες. Ανατολικά ως το Χορασάν, έπειτα ανατολικά – νοτιοανατολικά προς το Ντογκουμπαγιαζίτ. … Παντού υπήρχε στρατός, πράγμα που έκανε τον Σπάικ να σκεφτεί τη στρατηγική σημασία της περιοχής. Ο Τζίμμυ έκουγε για πρώτη φορά ότι πριν από καμιά εκατοστή χρόνια το βουνό Αραράτ ή Άγκρι Νταγκί, όπως επέμεναν να το αποκαλούν οι ντόπιοι, ήταν το σημείο συνάντησης τριών μεγάλων αυτοκρατοριών – της Ρωσίας, της Περσίας και της Τουρκίας – με το βουνό μοιρασμένο ανάμεσα στις τρεις τους.

«Δεν το βρίσκω σωστό που είχαν κι οι σοβιετικοί ένα κομμάτι», σχολίασε ο Τζίμμυ.
«Νομίζω πως δεν ήταν Σοβιετικοί εκείνο τον καιρό», είπε ο Σπάικ. «Ήταν χριστιανοί σαν εμάς, όταν ήταν Ρώσοι».
«Ίσως ο Κύριος τους πήρε το μερίδιό τους από το βουνό, όταν έγιναν Σοβιετικοί».
«Ίσως», απάντησε ο Σπάικ, όχι εντελώς βέβαιος για το πότε άλλαξαν τα σύνορα.
«Για να μην πέσει το ιερό βουνό του στα χέρια των απίστων».
«Ναι, κατάλαβα», είπε ο Σπάικ, λίγο εκνευρισμένος. «Αλλά νομίζω πως οι Τούρκοι δεν είναι ακριβώς χριστιανοί».
«Πάντως δεν είναι τόσο άπιστοι όσο οι Σοβιετικοί». Φαίνεται πως ο Τζίμμυ δεν ήταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει τη θεωρία του με την πρώτη αντίρρηση.
«Εντάξει».

* η συνέχεια του αποσπάσματος στην Δ/νση: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post.html
[1] Απόσπασμα από την Επιχείρηση Αραράτ, του Τζούλιαν Μπάρνς στην «Ιστορία του Κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», εκδόσεις Ψυχογιός, 1997.

Written by nomosophia

9 Σεπτεμβρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

η άλλη όψη του κέρδους

leave a comment »

Δίψα για Διωγμούς[1]

Στον τομέα της υγείας … τί απομένει από την έννοια του ρίσκου – «το ενδεχόμενο να διακινδυνεύσουμε ένα κακό με την ελπίδα πως αν το αποφύγουμε θα κερδίσουμε ένα καλό»[2] – αν η κάθε θεραπευτική μέθοδος με απρόσμενες συνέπειες επιβάλλει απαρεγκλίτως την καταβολή μιας αποζημίωσης; Πώς να εφαρμοστεί μια αγωγή με υψηλή τοξικότητα αν ο άρρωστος είναι έτοιμος να προβεί σε μηνύσεις με την παραμικρή παρενέργεια ή αρνητικό αποτέλεσμα; Πώς θα συμφιλιωθούν η αναγκαιότητα των μεθόδων, η μέριμνα για τον ασθενή και η δυνατότητα για καινούρια πράγματα; Πώς θα αποφευχθεί η εμφάνιση μιας αμυντικής ιατρικής όπου ο φόβος του δικαστηρίου θα οδηγήσει στην απόρριψη των τεχνικών αιχμής που ενέχουν ορισμένους κινδύνους ή θα προκαλέσει ένα μαρασμό σε ορισμένα ιατρικά επαγγέλματα, όπου του αναισθησιολόγου, του ανανήπτη ή του χειρουργού; Κοντολογίς, πώς θα αποφύγουμε μια κατάσταση αλά αμερικανικά, όπου το εξαιρετικά υψηλό κόστος της ασφάλειας που καλύπτει τους μαιευτήρες για κάθε είδους καταδίκες καθιστά την τιμή του τοκετού απαγορευτική και εξαναγκάζει πολλούς φτωχούς να καταφεύγουν στις υπηρεσίες κάποιας μαμής. Για να συνοψίσουμε: με την πλήρη εξάπλωση της δικομανίας, ο κοινός κόσμος θα γίνει η κοινότητα των διαφωνιών μας, ο νόμος δεν θα είναι πια αυτό που συνδέει τους ανθρώπους, καθώς τον ήθελε ο Μοντεσκιέ, αλλά, αντίθετα, ο παράγων του διαχωρισμού τους. Και η πολιτική, υποδουλωμένη στην δικανικότητα θα περιοριστεί στο ρόλο διαιτητή ανάμεσα σε υποκειμενικά δικαιώματα, εντελώς ασύμβατα τα μεν προς τα δε.

Και κάθε είδους βλάβη, ακόμα και η πιο ασήμαντη ή φανταστική, θα λαμβάνεται υπόψη, ακόμα και μια κρίση άγχους θα πρέπει να κοστολογείται, να έχει την ταρίφα της, να δικαιολογεί την αναζήτηση ενός ενόχου. Μας χρειάζεται ένας δράστης που θα είναι και αξιόχρεος, αφού έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια κοινωνία όπου «οι αποδιοπομπαίοι τράγοι είναι σε θέση να πληρώσουν»[3]. Ακόμα και ο φόβος της βλάβης θα συνιστά μια βλάβη, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ[4]. Οι μικροαποτυχίες και οι αναποδιές της καθημερινότητας δεν θα θεωρούνται πια σαν φυσιολογικά περιστατικά της ζωής, αλλά σαν σκάνδαλα που δικαιούνται αποζημίωση. Η δυσφορία του ζην θα απαιτεί μια πληρωμή. … Το καθετί συνιστά μια βλάβη που μπορεί να επανορθωθεί με ένα χρηματικό τέλος[5]. Και μέσα από την ξέφρενη συγκινητικότητα αναδύεται μια εμπορική άποψη της οδύνης που εκφράζεται με όρους που υποδηλώνουν συμφέρον και κέρδος.

[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, ο Πειρασμός της Αθωότητας, σελ. 154-155, εκδόσεις Αστάρτη, 1995.
[2] Κοντιγιάκ
[3] Πιερ Φλορέν
[4] «Πράγματι, οι δικαστές επιτρέπουν στους Αμερικανούς να προσφεύγουν σε αγωγές δίχως να έχουν ακόμα υποστεί κάποια βλάβη, αρκεί να κατατρύχονται από ένα σχετικό συναίσθημα ανησυχίας. … ο φόβος της βλάβης αποτελεί ήδη μια άμεση και απτή βλάβη» (Λοράνς Ενζέλ, Σημειώσεις του Ιδρύματος Σαιν Σιμόν, Φεβρουάριος 1993).
[5] Ρίτσαρντ Νοζίκ

Written by nomosophia

8 Σεπτεμβρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

περιηγητές

with one comment

η Ήπειρος και η Θεσσαλία στην ύστερη περίοδο της Τουρκοκρατίας[1]

Ο Άγγλος γιατρός Henry Holland (κατοπινός γιατρός του βασιλικού συζύγου Αλβέρτου και της ίδιας της Βικτωρίας) σε ηλικία 24 ετών το 1812, θα περιηγηθεί τον ελληνικό χώρο και θα δώσει ενδιαφέρουσες πληροφορίες που καλύπτουν πολλές πτυχές του λαϊκού βίου. Προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες στον Αλή πασά και το γιο του Βελή, εξασφαλίζει την εύνοιά τους και διασχίζει την κεντρική και νότια Ελλάδα δίνοντας στοιχεία για κοινωνική και πνευματική ζωή του τόπου. Στην Κεφαλονιά θα χαρακτηρίσει τους κατοίκους της εφευρετικούς, γρήγορους στις αποφάσεις, επιδέξιους και τολμηρούς … Οι παπάδες προέρχονταν συνήθως από τις κατώτερες τάξεις. Πολέμησαν με φανατισμό την εισαγωγή της πατατοκαλλιέργειας λέγοντας στους χωριάτες ότι η πατάτα ήταν το μήλο που πρόσφερε ο όφις στην Εύα με αποτέλεσμα την εκδίωξη των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο … Στην Άρτα ο περιηγητής σημειώνει τις εξαγωγές: στάρια, ξυλεία, λάδι, καπνά, μαλλιά. Καθοδόν προς Γιάννενα συνειδητοποιεί την πύκνωση των εμπορικών συναλλαγών. Συναντά αλογομούλαρα ενωμένα με σχοινιά ανά πέντε να κατηφορίζουν προς τη θάλασσα φορτωμένα με προϊόντα, ενώ άλλα ανηφόριζαν φορτωμένα με μαλτέζικα εμπορεύματα. Στην πορεία συναντούσαν κοπάδια από χιλιάδες πρόβατα που ακολουθούνταν από αγριωπούς τσοπάνηδες πρωτόγονους στη φορεσιά, απελέκητους στη συμπεριφορά. Στρατιώτες του Αλή οδοιπορούσαν με τα τουφέκια παράλληλα στους ώμους και χατζάρια στο ζουνάρι, με την κουκούλα της χοντροκαπότας στο κεφάλι. …

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα Γιάννενα. Το γιαννιώτικο παζάρι απλωνόταν σε δέκα δώδεκα στενά και σκοτεινά σοκάκια. Τα μαγαζιά ήταν ξύλινες παράγκες και κάθε δρόμος είχε τα δικά του εμπορεύματα: γούνες, διακοσμητικά αντικείμενα, φορεσιές, μπαμπακερά, καπνά, τσιμπούκια και μαρκούτσια κεχριμπαρένια, δέρματα και παπούτσια. Μετά το ηλιοβασίλεμα οι δρόμοι φωτίζονταν με φανάρια. Ο νεαρός Holland εντυπωσιάζεται με το πυκνό εσωτερικό εμπορικό δίκτυο και τις ανταποκρίσεις του εξωτερικού. Αναφέρεται στην περίπτωση τριών αδελφών που εμπορεύονταν έχοντας εγκατασταθεί στη Μόσχα, στην Πόλη και στη Γερμανία συνεργαζόμενοι στενά με τον τέταρτο αδελφό τους που παρέμενε στα Γιάννενα. Οι σχέσεις με τη Γερμανία και τη Ρωσία ήταν συνεχείς και άμεσες ή πραγματοποιούνταν μέσω άλλων κέντρων[2]. Οι Γιαννιώτες, ταξιδεμένοι και με ανοιχτό μυαλό, είχαν υιοθετήσει ευρωπαϊκές συνήθειες και μιλούσαν ξένες γλώσσες. Η πόλη τους είχε αναδειχθεί σε κέντρο βιβλιαγοράς. Έντυπα που τυπώνονταν στη Βιέννη, τη Λειψία, τη Βενετία και τη Μόσχα, συγκεντρώνονταν στα Γιάννενα και στη συνέχεια διοχετεύονταν σε όλη την Ελλάδα.

Καθημερινές στιγμές στο σπίτι του άρχοντα Μάτζιου, όπου φιλοξενήθηκε ο περιηγητής, έχουν την δική τους σημασία αφού αποκαλύπτουν μικρές λεπτομέρειες που ανασυνθέτουν το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παίζουν τον δικό τους ρόλο η γυναίκα και ο άντρας. Το ημερήσιο πρόγραμμα επαναλαμβανόταν σχεδόν χωρίς αλλαγές: πρωϊνό γύρω στις οκτώ με καφέ που συνοδευόταν από δίσκο με γλυκά. Ο αφέντης, με εισοδήματα από κτηματική περιουσία, περνούσε το πρωϊνό του καπνίζοντας με επισκέπτες. Η γυναίκα βρισκόταν σε κίνηση όλη μέρα, είχε την έννοια του νοικοκυριού, ύφαινε, κεντούσε. Το γεύμα σερβιριζόταν μεταξύ δώδεκα και μία. Μετά το νίψιμο κάθονταν γύρω από το σοφρά και Αρβανίτης με την εθνική του φορεσιά έφερνε τα φαγητά που ήταν συνήθως δέκα ή δώδεκα. Αποκαλυπτικές οι ειδήσεις που σχετίζονται με τις διατροφικές συνήθειες: Πρώτο πιάτο ριζόσουπα με λεμόνι. Ακολουθούσαν αρνί βραστό, αρνί με σπανάκι ή κρεμμύδια και πλούσιες σάλτσες, γιουβαρλάκια, κρέας μαγειρεμένο μα λαχανικά, ένα άλλο τούρκικο φαγητό που έμοιαζε με πλατιά επίπεδη πίττα, μια πλούσια και λιπαρή ζύμη παραγεμισμένη με αυγά, χορταρικά και κομματάκια κρέας, αρνί ψητό με σταφίδες και μύγδαλα, βραστό ρύζι με λάδι, ομελέττα, τηγανίτες με αλεύρι και μέλι και γλυκό από αλεύρι, καφέ και αυγά. Το γεύμα τελείωνε με σταφύλια, σταφίδες και κάστανα. Όλοι έτρωγαν από την ίδια πιατέλα. Μετά από το γεύμα επαναλαμβανόταν το νίψιμο των χεριών και οι άντρες προχωρούσαν στο λικέρ, στον καφέ και στο τσιμπούκι. Η αμφίεση των Ελλήνων, γράφει ο περιηγητής δεν διέφερε από την τουρκική. Οι άντρες συνήθιζαν να ξουρίζουν ολότελα του μπροστινό τμήμα του κεφαλιού και φορούσαν καλπάκι, ψηλό άσπρο καπέλλο από φέλπα, χωρίς γύρο, σκεπασμένο μερικές φορές μ’ ένα τετράγωνο μάλλινο ύφασμα. Ρούχα κάθε χρωματισμού εκτός από το πράσινο. Οι Γιαννιώτισσες χτένιζαν τα μαλλιά τους σε μακριές πλεξίδες ή τα έρριχναν πίσω κυματιστά και τα έβαφαν, από νεαρή ακόμη ηλικία, με μια φυτική ουσία που ερχόταν από την Αφρική και πουλιόταν στα μαγαζιά. Το χρώμα που έδινε η σκόνη ήταν χρυσαφί. Ένα κοριτσάκι μόλις 10 χρονών είχε βαμμένες πλεξίδες που έπεφταν στους ώμους και στη ράχη του … Όταν παντρευτούν οι Γιαννιώτισσες αλλάζουν βαφή, προτιμούν το μαύρο βαθύ. Στα μαλλιά πρόσθεταν διάφορα στολίδια: μαργαριτάρια, χρυσοσύρματα, χρυσά και ασημένια νομίσματα. Στους γάμους και στα πανηγύρια … φκιασιδωνονταν με τόση υπερβολή που έφταναν στην κακογουστιά.

Οι περιηγητές οδεύοντας προς τη Θεσσαλία παρατηρούν φάλαγγες από αλογομούλαρα[3] φορτωμένα διάφορα προϊόντα, όπως στάρια, μπαμπάκια και μάλλινα χοντρόσκουτα. Στον κάμπο των Τρικάλων βλέπουν μουριές φυτεμένες σε κανονικές αποστάσεις που ποτίζονταν, ενδεικτικό σημάδι ακμής της μεταξοβιοτεχνίας. Το θεσσαλικό μετάξι, λόγω καλής ποιότητας έπιανε μεγάλες τιμές: 30 – 40 πιάστρα την οκά. Οι χωριάτες όργωναν τα χωράφια με βόδια και βουβάλια. Στα Τρίκαλα θα καταλύσει ο περιηγητής στο σπίτι του Έλληνα προεστού, όπου θα παρατηρήσει με έκπληξη ότι στη βιβλιοθήκη υπήρχαν εκδόσεις με αρχαίους και σύγχρονους συγγραφείς. Προσέχει τη φορεσιά της γυναίκας του προεστού: κάτω από τη γούνα φορούσε κοντογούνι με πυκνές χρυσές δαντέλλες και ζώνη που έσφιγγε με δύο συμπαγείς ασημένιους τοκάδες. Από το λαιμό της κρέμονταν περιδέραιο από χρυσά νομίσματα. Στο κεφάλι φορούσε μια σκούφια σκεπασμένη με χρυσά νομίσματα και μαργαριτάρια. Μόλις μπήκε στην κάμαρα φίλησε το χέρι μου και ύστερα το ακούμπησε στο μέτωπό της. Το ίδιο έκανε και όταν έφυγε …

Στη Λάρισα όπου οι περιηγητές γευματίζούν στην αρχιεπισκοπή, ο Holland θα αναφερθεί ονομαστικά στα εδέσματα που τους παρατέθηκαν: σούπα, βραστό πρόβαρο, κοτόπουλα ψητά, αρνί ψητό, πουλερικά με κάστανα, αρνί με σέλινο, ρύζι βραστό με αχλάδια ψητά, αρνί καπαμά, τυρί κατσικίσιο, σταφύλια και ελιές.

Στην περιοχή του Τυρνάβου επισημαίνει και αυτός την άνθηση της υφαντουργίας[4] και τους τόπους υποδοχής του προϊόντος – εκτός της Οθωμανικής Ανατολής – τη Μάλτα, το Λιβόρνο, το Τριέστι και άλλα λιμάνια. Στην ευρύτερη περιοχή του Τυρνάβου λειτουργούσαν βιοτεχνίες κόκκινων μπαμπακονημάτων που εξάγονταν από τον κόλπο της Άρτας[5] στην Ιταλία και στη Γερμανία. Στα Αμπελάκια επισημείνει την άνθηση των νηματοβαφείων, υπολογίζει την ετήσια παραγωγή κοκκινοβαμμένων μπαμπακονημάτων σε 3.000 μπάλες[6] και γράφει πως το σύνολο της παραγωγής μεταφερόταν διά ξηράς στη Γερμανία.

[1] Κατερίνα Κορρέ – Ζωγράφου, «Παραδοσιακή ζωή και τέχνη», σελ. 183-185, Αθήνα 2003.
[2] Γιαννιώτικοι οίκοι είχαν ως επίκεντρο των δραστηριοτήτων τους το Τριέστι και συνεργάζονταν με οίκους της Βιέννης, της Λειψίας κοκ.
[3] σε μια μέρα ο Holland μέτρησε 400.
[4] ετήσια παραγωγή 20-30.000 τόπια με τιμή 6-12 πιάστρα το τόπι.
[5] Αμβρακικό κόλπο
[6] 250 λίτρες η μπάλα

Written by nomosophia

4 Σεπτεμβρίου, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία