ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Οκτώβριος 2009

μνήμες

leave a comment »

Τα χιλιοειπωμένα[1]

Είχα παρακολουθήσει τη Μικρασιατική Εκστρατεία του 1921 από τη Σμύρνη μέχρι και πέραν του Σαγγαρίου, ως πολεμικός ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων.

Έζησα έντονα τη μεγαλειώδη εκείνη προσπάθεια του Γένους σε όλες τις φάσεις της, επικές και δραματικές.

Απεκόμισα ανεξίτηλες εντυπώσεις, αξερίζωτα βιώματα.

Δεν είμαι καθόλου πολεμοχαρής.

Δεν δύναμαι όμως ν’ αποκρύψω τα αισθήματα θαυμασμού και περηφάνειας, που συγκλόνιζαν την ψυχή μου όταν αντίκρυζα εκ του πλησίον τις ελληνικές φάλαγγες να προελαύνουν νικηφόρες στα βάθη της Μικράς Ασίας, τα πανταχού κατάσπαρτα από ιστορικά ίχνη, από σεπτά κειμήλια, από αθάνατα λείψανα του αρχαιοελληνικού, του ελληνιστικού και του βυζαντινού πολιτισμού μας.

Ασταθείς είναι πάντοτε των πολέμων οι τύχες …

Αν η εκστρατεία εκείνη είχε, για τους γνωστούς εσωγενείς και εξωγενείς λόγους, άδοξο τέλος και καταστροφική συνέπεια, παρά τούτο, ασυγχώρητη θα ήταν εθνική παράλειψι και αγνωμοσύνη να παροραθούν και να αγνοηθούν τα επιτευχθέντα τότε σπουδαία κατορθώματα του Εθνικού μας Στρατού, που προσθέτουν σελίδες τιμής στην ιστορία της πολεμικής αρετής των Ελλήνων.

Ανήκει για τούτο πας αίνος στους ηρωικούς άθλους των μαχητών της Μικράς Ασίας – όπως ανήκει πας θρήνος στο αποτρόπαιο ξερίζωμα του Ελληνισμού της, που υπερβαίνει σε απανθρωπιά κάθε πολεμικήν αιματοχυσία.

Το Ελληνικόν Έθνος οφείλει να μη λησμονήση ποτέ, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ούτε το πολεμικό άθλημα ούτε το φυλετικό ξερίζωμα. Όπως δεν ελησμόνησεν επί τέσσερες αιώνες το 1453, έτσι δεν πρέπει να λησμονηθή, ακόμη κι αν χρειαστούν αιώνες, το 1922.

Έθνη που λησμονούν εύκολα, είτε τους θριάμβους των είτε τους ολέθρους των, είναι καταδικασμένα σε ιστορικόν εξαφανισμό.

Χιλιοειπωμένο είναι αυτό που λέγω. Αλλά στην πολυτάραχη εποχή των αδόκιμων και αλλοπρόσαλλων νεοκραυγασμάτων, που ζούμε, σκόπιμο είναι να ξανακούγωνται συχνότερα και τα δόκιμα, τα συνετά, τα σταθερά χιλιοειπωμένα …

[1] Γιώργου Αθάνα (1893 – 1987), Ιστορικά Μελετήματα, Εις μνήμην Μικρασίας, σελ. 258-259, Ίδρυμα Γ & Μ Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος 1998.

Advertisements

Written by nomosophia

28 Οκτώβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

ιστορία

with one comment

Η ισχυροποίηση της αθηναϊκής δημοκρατίας[1]

Οι πολιτειακές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη θα συντελέσουν στην ανάπτυξη του αθηναϊκού κράτους τόσο από εσωτερική όσο και από εξωτερική άποψη. Αυτή την ανάπτυξη επιδίωξαν να ανακόψουν οι Σπαρτιάτες γιατί, κατά τον Ηρόδοτο, κατάλαβαν ότι αν οι Αθηναίοι μείνουν ελεύθεροι θα γίνουν ισοδύναμοι με αυτούς[2]. Εξάλλου ο Κλεομένης μετά την αποτυχία του να παραδώσει την αρχή στον Ισαγόρα «επιστάμενος περιυβρίσθαι» συγκέντρωσε στρατό από όλους τους Πελοποννησίους συμμάχους της Σπάρτης χωρίς να αποκαλύψει ότι είχε την πρόθεση να τιμωρήσει τους Αθηναίους και να επιβάλει τον Ισαγόρα ως τύραννο[3]. Παράλληλα συνεννοήθηκε με τους Θηβαίους και τους Χαλκιδείς ώστε να εισβάλουν στην Αττική ταυτόχρονα με τους Πελοποννησίους. Η με τόση φροντίδα προετοιμασία του Κλεομένη πήγαζε προφανώς από την προηγούμενη εμπειρία του, ότι η επιβολή της θέλησης της Σπάρτης δεν θα ήταν εύκολη επιχείρηση, και ότι μόνο με την ισχύ των όπλων θα μπορούσε να περιστείλει τη δύναμη του αθηναϊκού δήμου.

Οι Αθηναίοι είχαν βέβαια αντιδράσει με την επιτυχία στην πρώτη προσπάθεια του Κλεομένη να εγκαθιδρύσει ολιγαρχικό καθεστώς, περιμένοντας όμως νέα ισχυρότερη στρατιωτική επέμβαση αποφάσισαν να στείλουν πρέσβεις στις Σάρδεις «συμμαχίην βουλόμενοι ποιήσασθαι προς Πέρσας»[4].Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο σατράπης Αρταφέρνης προς τον οποίο οι πρέσβεις ανακοίνωσαν τον σκοπό της επίσκεψής τους έθεσε όρο για τη σύναψη συμμαχίας να προσφέρουν «γη ντε και ύδωρ», και ότι οι πρέσβεις δέχθηκαν και δήλωσαν υποταγή. Αλλά μετά την επιστροφή τους «αιτίας μεγάλας είχον»[5].

Ο Ηρόδοτος αποδίδει την προσπάθεια προσέγγισης των Περσών σε πρωτοβουλία Αθηναίων απαλλάσσοντας έτσι τον Κλεισθένη από οποιαδήποτε κατηγορία. Νεώτερος ερευνητής συνδέει τη στροφή της Αθήνας προς την Περσία με τον Κλεισθένη και υποστηρίζει ότι η επίπληξη των πρέσβεων οφειλόταν στο ότι μετά την επιστροφή τους είχε περάσει ο κίνδυνος που απειλούσε το καθεστώς[6]. Η εξέλιξη που είχε η συνδυασμένη κατά των Αθηνών επίθεση δεν αποκλείει αυτή την άποψη.

Ενώ ο στρατός των Πελοποννησίων οδηγούμενος από τους δύο βασιλείς της Σπάρτης, τον Αγιάδη Κλεομένη και τον Ευρυπωντίδη Δημάρατο, εισχωρούσε στην Αττική οι βοιωτοί είχαν κυριέψει την Οινόη και τις Υσιές «δήμους εσχάτους της Αττικής» και οι Χαλκιδείς λεηλατούσαν βορινούς δήμους της Αττικής προς την Χαλκίδα[7].

Από τις επιθέσεις αυτές οι Αθηναίοι έκριναν ως περισσότερο απειλητική εκείνη που προερχόταν από τους Πελοποννησίους και συγκεντρώθηκαν στην Ελευσίνα για να τους αντιμετωπίσουν. Αλλά «μελλόντων … συνάψειν τα στρατεύματα ες μάχην» αποκαλύφθηκε ο σκοπός της εκστρατείας με αποτέλεσμα την αποχώρηση των Κορινθίων και την αποδοκιμασία του Δημάρατου. Οι άλλοι σύμμαχοι τότε βλέποντας τους δύο βασιλείς να διαφωνούν μιμήθηκαν το παράδειγμα των Κορινθίων.

Η αποτυχία της εκστρατείας αποδόθηκε από τις αρχές της Σπάρτης στη διαφωνία των δύο βασιλέων γι’ αυτό και ορίσθηκε με νόμο ότι στο μέλλον ένας μόνο από τους βασιλείς θα ήταν ηγέτης του στρατού[8]. Επίσης από τότε η Σπάρτη δεν μπορούσε να επιβάλει την γνώμη της στους συμμάχους της, αλλά έπρεπε να συγκαλέσει τους εκπροσώπους της συμμαχίας σε συνέλευση και να σεβαστεί την απόφασή τους.

Μετά την αποχώρηση του στρατού των Πελοποννησίων οι Αθηναίοι βάδισαν κατά τα βόρεια για να αναχαιτίσουν το ιππικό των Χαλκιδέων. Επειδή όμως μόλις έφθασαν στον Εύριππο είδαν τους Βοιωτούς να πλησιάζουν στράφηκαν εναντίον τους και στη μάχη που έγινε φόνευσαν πολλούς και αιχμαλώτισαν 700. Την ίδια ημέρα πέρασαν τον Εύριππο και συνέτριψαν τους Χαλκιδείς. Επέβαλαν δε στους ηττημένους σκληρούς όρους: Φυλάκισαν αλυσοδεμένους τους αιχμαλώτους, ώσπου αποφάσισαν να τους απολύσουν παίρνοντας για τον καθένα δύο μνας. Με τη δεκάτη από τα λύτρα που είχαν εισπραχθεί κατασκεύασαν χάλκινο τέθριππο, που αφιέρωσαν στην Αθηνά, στη βάση του οποίου ήταν χαραγμένη η ακόλουθη επιγραφή:

ένθεα Βοιωτών και Χαλκιδέων δαμάσαντες
παίδες Αθηναίων έργμασιν εν πολέμω
δεσμώ εν αχλυόεντι έσβεσαν ύβριν.
Των ίππους δεκάτην Παλλάδι τάσδ’ έθεσαν[9]

Επίσης, πήραν από τους Ιπποβότας της Χαλκίδος έκταση γης την οποία διαίρεσαν σε 4.000 κλήρους και τους παραχώρησαν σε ισάριθμους Αθηναίους ακτήμονες[10]. Έτσι αμείβονται οι υπερασπιστές της δημοκρατίας και ενισχύονται οι προφυλακές της.

Οι νίκες των Αθηναίων συνδέονται άμεσα με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Η διεύρυνση του σώματος των πολιτών, η ουσιαστική συμβολή τους στη διαχείριση των κοινών αφυπνίζουν το φρόνημά τους και ενισχύουν τους δεσμούς τους με την «πόλι», όπως διαπιστώνεται από το αποτέλεσμα των πολεμικών συγκρούσεων. Εξάλλου αυτό το ίδιο αποτέλεσμα ενισχύει την πίστη των πολιτών στην «ισονομία» και την «ισηγορία», που σημαίνουν αντίστοιχα ισότητα απέναντι στους νόμους και ελευθερία λόγου για πολιτικά ζητήματα. Στην ισηγορία αποδίδει ο Ηρόδοτος την αύξηση της δύναμης των Αθηνών, και για να αποδείξει τη σημασία της αντιπαραθέτει τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονταν οι Αθηναίοι όταν είχαν τυραννική κυβέρνηση και τη διάκρισή τους όταν απαλλάχθηκαν από τους τυράννους, και αντιπαραβάλλει την αλλοτρίωση που παρατηρείται εξαιτίας της τυραννίδος με το δυναμισμό που προέρχεται από την απόκτηση ελευθεριών[11].

[1] Άννα Ραμού – Χαψιάδη, «από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική», σελ. 173176, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1982.
[2] V. 91
[3] Ηρόδοτος, V. 74. 1
[4] Ηρόδοτος, V. 73. 1
[5] V. 73
[6] Burn, Persia and the Greeks, σ. 187
[7] Ηρόδοτος, V. 74. 2
[8] 506/5, Ηρόδοτος, V. 75
[9] Ηρόδοτος, V. 77
[10] κληρούχους
[11] V. 78

Written by nomosophia

21 Οκτώβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Αρμενιακά

leave a comment »

Αραράτ – κεφάλαιο δεύτερο[1]

Το Αραράτ είναι παντού μες στην αρμένικη γλώσσα, στη μνήμη, στην ποίηση και στη ζωή. Δεν είναι όμως μες στα όρια του σημερινού κράτους, λείπει στην αιχμαλωσία.

Στο πόδι του έχει αφήσει την καθημερινή πληγή του.

Για να καταλάβουμε κι εμείς τί σημαίνει για τον Αρμένιο η καθημερινή πληγή του Αραράτ ας πάρουμε για παράδειγμα να χαράξουμε τα σύνορά μας κάπου στους πρόποδες της ακρόπολης γύρω – γύρω με τέτοιο τρόπο που όλη η Αθήνα να γίνει ένα αμφιθέατρο στραμμένο στον Παρθενώνα, αλλά τον ναό, τα αγάλματα και όλα τα άλλα, όπως τα έλεγε ο Μακρυγιάννης, να τα ‘χουν οι Τούρκοι, αποκεί και πίσω όλα να είναι τουρκιά κι εμείς να είμαστε στο αμφιθέατρο και ν’ αντικρίζουμε αυτό το θέαμα. Τον Μακρυγιάννη τον θύμισα σαν μια υπόμνηση του καιρού – θέλω να πω ότι δεν φτάνει απλώς να τα βλέπουμε αυτά, αλλά να βλέπουμε με τα μάτια της εποχής εκείνης. Έτσι κάπως είναι τα πράγματα εδώ – ανοίγοντας ο Αρμένιος την πόρτα βλέπει αντίκρυ το Αραράτ. Το βλέπει κι ευθύς στέλνει μια βλαστήμια εκεί που νομίζει ότι πρέπει να την κατευθύνει – σ’ αυτούς που κρατούν τον αιχμάλωτο, σε κείνους που συνέργησαν, σε κείνους που αδιαφόρησαν και ολιγώρησαν, σε πολλούς. Η ιστορία είναι μεγάλη. Έτσι αρχίζει τη μέρα του βλαστημώντας τους υπαίτιους και καλημερίζοντας το βουνό. Είναι μεγάλος αυτός ο πειρασμός. Γιατί και το θέαμα είναι μοναδικό. Συνήθως λέμε όλοι για τα βουνά μας: «το ωραιότερο του κόσμου». Ο καθένας για το δικό του. Εδώ όμως και ο ξένος που θα έρθει υποχρεώνεται ν’ αναγνωρίσει ότι το Αραράτ είναι πράγματι το ωραιότερο βουνό του κόσμου. Είναι κάτι το αξέχαστο. Δεν βλέπει κανείς μια πλαγιά ή μια πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή, πέντε χιλιάδες διακόσια μέτρα. Κάθε πρωί ο Αρμένιος τα βλέπει όλα σε μια παράταξη – τον Παρθενώνα – του, το Ερεχθείο, τα τείχη, τα αγάλματα. Ένα μοναδικό πανόραμα, όλοι οι αιχμάλωτοι στη σειρά. Ο μετς Μασίς, το μικρό Αραράτ, ένας τέλειος κώνος στο αριστερό άκρο, ύψος περίπου τέσσερις χιλιάδες μέτρα με τα χιόνια τώρα το καλοκαίρι λιανές μακρουλές πλεξίδες γαϊτανάκι γύρω στο πιο τέλειο βουνίσιο κεφάλι που μπορεί να φανταστεί κανείς, μοναδικό κι αλησμόνητο. Δίπλα ακριβώς ο γιγάντιος όγκος του αζάτ Μασίς, η μεγάλη κορυφή. Αυτή είναι αιωνίως μες στα σύννεφα κάτασπρα σας τα χιόνια. Πρέπει να είσαι τυχερός, να πέσεις σε καλή μέρα, για να δεις ως που φτάνει και πως γράφεται στον γαλανό ουρανό ο γκώδης σαν ένα τεράστιο οροπέδιο τρούλος του. Δεν είναι καθόλου εύκολο.

Όταν ο τσάρος Νικόλαος πήρε από τους Πέρσες αυτά τα εδάφη και τα προσάρτησε στην αυτοκρατορία του, κάμποσες ώρες στάθηκε εκεί αντίκρυ, αλλά ως το τέλος δεν μπόρεσε να δει τη μεγάλη κορυφή του Αραράτ. «Μα βγάλε επιτέλους το σκουφί σου και προσκύνα τον αφέντη σου !» του φώναξε. Έφυγε άπρακτος. Εκείνον όμως τον καιρό στον ποιητή Πούσκιν το Αραράτ αποκαλύφθηκε αμέσως. Ο Πούσκιν σκαστός από την Πετρούπολη πέρασε από τα μέρη αυτά πηγαίνοντας για το Ερζερούμ, πίσω από τα νικηφόρα ρωσικά στρατεύματα. Καλοκαίρι του 1829, δυο – τρεις μήνες πριν από τη συνθήκη της Αδριανούπολης. Αυτή που κατακύρωσε με τις μεγάλες σφραγίδες και τη δική μας ελευθερία. Σ’ αυτό το ταξίδι εμπνεύστηκε και τον τελευταίο χαιρετισμό στην αναγεννώμενη Ελλάδα. Στο οδοιπορικό του δίνει σύντομα τις εντυπώσεις του από το θρυλικό βουνό.

Με ξύπνησαν οι κοζάκοι το ξημέρωμα … Βγήκα από το αντίσκηνο στον καθαρόν αέρα. Μόλις έσκαγε ο ήλιος. Είδα πέρα στον ξάστερο ουρανό ν’ αστράφτει χιονισμένο ένα δικέφαλο βουνό. «Ποιο είναι κείνο το βουνό ;» ρώτησα κι όπως τέντωνα το κορμί μου να ξεμουδιάσει άκουσα την απάντηση: «Το Αραράτ». Τί δύναμη έχουν απάνω μας οι ήχοι ! Κοίταζα αχόρταγα αυτό το βιβλικό βουνό, είδα την κιβωτό αραγμένη στην κορυφή, ελπίδα της ανανέωσης και της ζωής κι από μέσα να πετούν το κοράκι κι η περιστερά, σύμβολα της θείας δίκης και της ειρήνης …

Ο Πούσκιν ήταν βιαστικός. Πέταξε τις λίγες αυτές γραμμές στο σημειωματάριό του και πηδησε στο άλογο να φτάσει μπροστά το στρατό που είχε ήδη πάρει από τους Τούρκους το Καρς και σε λίγο τους έπαιρνε και την Ερζερούμ, τη βυζαντινή Θεοδοσιούπολη. «Τα πήραν αλλά δεν τα κράτησαν»

[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», σελ. 23-25, εκδόσεις Κέδρος, 1982.

Written by nomosophia

14 Οκτώβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

η μάχη των φύλων

leave a comment »

Ο «Χρυσός Αιώνας» της Αθήνας και οι άτυχες γυναίκες του[1]

Αν την ιστορία έγραφαν οι Ελληνίδες, από τη σκοπιά του φύλου τους, ουδέποτε θα είχαν διανοηθεί να χαρακτηρίσουν «χρυσό αιώνα» την 5η προχριστιανική εκατονταετία της Αθήνας. Χρυσός αιώνας μπορεί να ήταν για τους πατέρες, τους αδερφούς, τους συζύγους και τους γιους τους – εφόσον αυτοί δεν τύχαινε ν’ ανήκουν στη θεόφτωχη τάξη των θητών – που απολάμβαναν την υλική ευημερία και την πολιτική ισότητα της δημοκρατίας τους, που καλλιεργούσαν το σώμα και το πνεύμα τους, που οικοδομούσαν τ’ αθάνατα μνημεία τους. Όχι όμως και για κείνες, αφού το πεδίο δράσης που τους είχε ορίσει η αρσενική νομοθεσία δεν απλωνόταν παραπέρα από την αυλόπορτα του οίκου τους. Με τέτοιους όρους, η ζωή του θηλυκού πληθυσμού, αντί να προοδεύει παράλληλα με την πρόοδο της πρώτης ελληνικής πόλης, εμφανίζεται οπισθοδρομημένη σε σχέση με τους ομηρικούς χρόνους.

Δημιουργός του νομοθετικού πλέγματος που κατέτασσε τις γυναίκες στην κατηγορία του «δεύτερου φύλου» είναι ο Σόλωνας[2], εκφραστής και θεμελιωτής των τάσεων που επικρατούσαν ανάμεσα στους ομοφύλους του, αλλά και των δικών του προσωπικών τάσεων, αφού ήταν γνωστός θεράποντας της παιδεραστίας. Κατά το βιογράφο του Πλούταρχο, η αδυναμία του αυτή, πέρα από συγκεκριμένα περιστατικά, αποδείχνεται κι από τα ποιήματά του, ακόμη όμως κι από ένα νόμο του, που απαγόρευε στους δούλους ν’ αλείβονται με λάδι και ν’ αγωνίζονται στις παλαίστρες, αυτούς τους πρόσφορους τόπους δημιουργίας παιδεραστικών δεσμών, είτε να πλησιάζουν μ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο ερωτικά τους νέους. Γιατί, λέει ο Πλούταρχος, ο Σόλωνας θεωρούσε την ερωτική συναναστροφή με τους νέους ωραία και σοβαρή απασχόληση, γι’ αυτό και προσκαλούσε μονάχα τους άξιους, εκεί όπου απέκλειε τους ανάξιους[3]. Έτσι νομιμοποίησε μια κοινωνία παιδεραστική, με τις γυναίκες χωρισμένες σε κατηγορίες, ανάλογα με τη γενετήσια προσφορά τους: συζύγους, παλλακίδες, εταίρες, πόρνες. Όπως δήλωνε απροκάλυπτα στο δικαστήριο ένας ρήτορας, «τας μεν γαρ εταίρας ηδονής ένεκα έχομεν, τας δε παλλακίδας της καθ’ ημέραν θεραπείας του σώματος, τας δε γυναίκας (δηλαδή συζύγους) του παιδοποιείσθαι γνησίως και των ένδον φύλακα πιστήν έχειν»[4].

Μετά απ’ αυτά δεν είναι περίεργο που μια αξιόπρεπη νοικοκυρά του -5ου αιώνα, απασχολημένη αποκλειστικά με την τεκνοποίηση και τη διεύθυνση του οίκου της, ελάχιστα γνώριζε την πόλη «της», αυτή την Αθήνα που ο κόσμος ολόκληρος θαύμαζε ή ζήλευε, υμνούσε ή μισούσε. Έξω έβγαινε σπανιότατα, πάντα για συγκεκριμένο σκοπό, οπωσδήποτε με τη συνοδεία υπηρέτριας, ή ευνούχου, ή συγγενή, και ποτέ για ψώνια, μια και η δουλειά αυτή προοριζόταν αποκλειστικά για τους δούλους. Γενικά η αθηναϊκή κοινωνία αντιμετώπιζε την έξοδο της γυναίκας με καχυποψία, η οποία ήταν τόσο μεγαλύτερη, όσο η γυναίκα ήταν νεότερη. Ο ρήτορας Υπερείδης έλεγε πως η γυναίκα που βγαίνει από το σπίτι πρέπει να έχει τέτοια ηλικία, ώστε οι άντρες που τη συναντούν να μην αναρωτιούνται ποιος είναι ο σύζυγός της, αλλά ποιανού είναι η μητέρα.

Εδώ, βέβαια, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει τον Υπερείδη πώς άραγε οι διαβάτες θ’ αναρωτιόντουσαν τα παραπάνω, αφού η γυναίκα που έβγαινε έξω ήταν στην πραγματικότητα αόρατη: γύρω από το πρόσωπο είχε ένα σάκκον, ύφασμα που έμοιαζε με σακουλάκι, ή ένα κρήδεμνον[5], διάφανο ύφασμα που άφηνε έξω μόνο τα μάτια, ενώ το κεφάλι της ήταν τυλιγμένο σε μίτραν, κάτι σαν το σημερινό κεφαλομάντιλο. Μια από τις νόμιμες δικαιολογίες εξόδου για τη γυναίκα ήταν η μετάβαση στο θέατρο, αλλά μόνο για να παρακολουθήσει παράσταση τραγωδίας, γιατί οι κωμωδίες, με τη χοντρή κι αθυρόστομη σάτιρά τους, αποτελούσαν θέαμα-ακρόαμα αποκλειστικά αντρικό.

Καθώς οι απαγορεύσεις αυτές αναφέρονταν στην ημερήσια έξοδο, φαντάζεται κανείς πως αντιμετωπιζόταν η νυχτερινή. Ο σχετικός νόμος όριζε, για τη γυναίκα, «μη νύκτωρ πορεύεσθαι, πλην αμάξη κομιζομένη, λύχνου προφαίνοντος»[6]. Κι όσο για τις μετακινήσεις έξω από την πόλη, ο Σόλωνας, με φανερή απέχθεια για την ιδέα, είχε θεσπίσει πως η γυναίκα που ήθελε να βγει από την εξωτερική περίμετρο της Αθήνας δεν μπορούσε να έχει μαζί της περισσότερα από τρία κομμάτια ρουχισμού, ή περισσότερα τρόφιμα από την αξία ενός οβολού, ή περισσότερο νερό απ’ όσο χωράει σε κανάτι του ενός «πήχεος», δηλαδή ύψους από τον αγκώνα ως την άκρη του μικρού δαχτύλου. Γενικά ο δρόμος ήταν για τη γυναίκα κάτι σαν τον απαγορευμένο καρπό. Ο Αριστοφάνης λέει ότι, όχι μονάχα τα κορίτσια, αλλά και οι κυράδες, άσχετα από ηλικία, έπρεπε να κρατιούνται μακριά από τα παράθυρα, στο εσωτερικό του σπιτιού, για να μην τύχει και τις δει κανένας περαστικός[7]. Η προκατάληψη για το δρόμο ήταν τόση, ώστε όταν γύρισαν στην Αθήνα τ’ απομεινάρια του αθηναϊκού στρατού από τη φοβερή καταστροφή της Χαιρώνειας[8], οι γυναίκες μόλις που τόλμησαν να βγουν στις αυλόπορτες και να ρωτήσουν για τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, μα κι αυτό ακόμα θεωρήθηκε άπρεπο και για κείνες και για την πόλη τους[9].

* Η συνέχεια του άρθρου στην σελίδα του Δημοδιδάσκαλου: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post_11.html
[1] Θεόδωρου Καρζή, «Η γυναίκα στην αρχαιότητα», σ. 171 επ., εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1997.
[2] Ο Αθηναίος νομοθέτης Σόλωνας έζησε από το -640 ως το -560.
[3] Πλουτάρχου, Σόλων, 1.
[4] Δημοσθένη (;): Κατά Νεαίρας, 122. Η Νέαιρα ήταν μια πολύ γνωστή εταίρα, που ο ρήτορας Στέφανος την είχε φέρει στην Αθήνα, μαζί με τα τρία παιδιά της, και την παντρεύτηκε. Αργότερα, η Νέαιρα κατηγορήθηκε για ασέβεια στους νόμους και πέρασε από δίκη, όπου οι κατήγοροί της εκφώνησαν τον παραπάνω λόγο, γραμμένο ίσως από το Δημοσθένη, αλλά πιθανότερα από άλλον, άγνωστο ρήτορα.
[5] Ή κάλυμμα, ή καλύπτραν.
[6] Πλουτάρχου, Σόλων, 21.
[7] Αριστοφάνη, Θεσμοφοριάζουσαι, στ. 797.
[8] το -338 ο αθηναϊκός στρατός κατασφάχτηκε από τους Μακεδόνες.
[9] Λυκούργου, Κατά Λεωκράτους, 40.

Written by nomosophia

7 Οκτώβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία