ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Νοέμβριος 2009

από τους μύθους του Αισώπου

with one comment

Νυκτερίς και Βάτος και Αίθυια[1]

Η Νυχτερίδα ήταν γυναίκα, από τις πρώτες του χωριού στην εξυπνάδα. Το χωριό της ήταν παραθαλάσσιο. Ένας από τους συγγενείς της λεγόταν Βάτος και ένας άλλος λεγόταν Γλάρος. Από το χωριό τους έβλεπαν να γυρνούν γυρολόγοι με λογής πανικά ή να έρχωνται με καΐκια του κόσμου οι πραμάτειες για τους ντόπιους εμπόρους. Όλοι έκαναν χρυσές δουλειές.

– Γιατί να μη γίνουμε κι’ εμείς έμποροι ; είπεν η Νυχτερίδα στο Βάτο και στο Γλάρο.

Εκείνοι ηύραν το σχέδιο περίφημο. Ύστερα από λίγο είχαν κιόλας έτοιμη τη συμφωνία. Θα σχημάτιζαν και οι τρεις μια εμπορική εταιρεία. Θα έβαζαν και οι τρεις καταθέσεις σε είδος ή σε μετρητά. Και ύστερα θα πήγαιναν και οι τρεις μαζί στην πρωτεύουσα, θα φόρτωναν ένα καΐκι γεμάτο εμπόρευμα και θα γύριζαν στον τόπο τους για να πουλούν και να θησαυρίζουν. Όλα φαινόντουσαν τόσο εύκολα ! Οι τρεις συνεταίροι ήταν κατενθουσιασμένοι. Ο Βάτος πούλησε όλη την περιουσία του, σπίτι χωράφια, αμπέλια, περιβόλια. Με τα χρήματα αγόρασε γούνες και άλλα υφάσματα. Ο Γλάρος πούλησε όλη την περιουσία του και αγόρασε χαλκώματα κάθε λογής. «Θα τα αγοράζουν οι νέες για την προίκα τους. Δε θα προφταίνουμε να πουλάμε !» έλεγε στους άλλους δυο συνεταίρους και έτριβε τα χέρια του από χαρά. Η Νυχτερίδα δεν είχε διόλου χρήματα. Δεν είχε ούτε χτήματα για να τα πουλήση. Πήρε λοιπόν και ηύρε έναν- έναν όλους τους τοκογλύφους των χωριών της επαρχίας και δανείστηκε χρήματα. Βέβαια ο τόκος ήταν πολύ μεγάλος. Ωστόσο, η Νυχτερίδα ήταν πολύ σίγουρη πως η εταιρεία τους θα έκανε χρυσές δουλείες. «Μέσα σε δυο το πολύ μήνες θα έχω ξεπληρώσει τόκους και κεφάλαια», έλεγε. Αφού ψώνισαν όλα τα είδη, φόρτωσαν ένα ολόκληρο πλοίο, μπήκαν και αυτοί μέσα και επίστρεφαν στον τόπο τους.

Στο δρόμο όμως έπιασε ξαφνική και μεγάλη θαλασσοταραχή και το πλοίο ναυάγησε πάνω σε κάτι ξέρες. Όπως ήταν νύχτα, οι ναύτες πήραν πολλά από τα υφάσματα, μπήκαν στις δυο βάρκες και φύγανε κρυφά. Το πλοίο, ναυαγησμένο και ακυβέρνητο, το ξαναπήραν τα κύματα, το πήγαν πότε εδώ και πότε εκεί, ώσπου στο τέλος βούλιαξε μ’ όλα τα χαλκώματα. Είδαν και έπαθαν οι τρεις συνεταίροι, ώσπου να καταφέρουν να σωθούν. Ευτυχώς, είχαν την καλή τύχη να περνάη εκεί κοντά τους κάποιο καράβι να τους περιμαζέψη. Πώς όμως να τολμήσουν να παρουσιαστούν στο χωριό τους ; Παρακάλεσαν τότε το θεό να τους λυπηθή και να τους βοηθήση. Εκείνος τους λυπήθηκε και τους έδωκε άλλη μορφή. Ο Βάτος έγινε δεντρικό, ο σημερινός «βάτος» με τα μακρυά κλωνιά και τα πολλά του αγκάθια. Ο Γλάρος έγινε πουλί, ο σημερινός «γλάρος» με την αγκιστρωτή μύτη και τις λευκές σπαθωτές φτερούγες. Η νυχτερίδα έγινε κι’ αυτή πουλί, η σημερινή «νυχτερίδα» με τις φτερούγες της από δέρμα και με το μουσούδι της σαν του ποντικιού.

Αλλά και μ’ όλη τη μεταμόρφωσή τους δεν κατορθώνουν να λησμονήσουν το μεγάλο τους καημό. Ο βάτος έπιασε τις στράτες και τα μονοπάτια, ένα γύρω σ’ όλους τους τόπους. Εκεί άπλωσε τ’ αγκαθερά κλωνιά του και παραφυλάει. Κάθε διαβάτης που θα περάση, στέκεται ο βάτος με τ’ αγκάθια του και τον γραπώνει από το ρούχο: «Μην είναι κανένας από τους ναύτες τούτος ο περαστικός;- Μην είναι από τα δικά μου υφάσματα τούτο που φοράει;» Έτσι συλλογιέται ο βάτος και εξετάζει του καθενός τα ρούχα. Ο γλάρος πάλι δεν αφήνει τη θάλασσα. Γαλήνη ή φουρτούνα κάνει, του γλάρου του είναι αδιάφορο. Ολημερίς πετάει πάνω από τη θάλασσα και ψάχνει. Και κάθε τόσο κάνει βουτιές μέσα στα νερά, κοιτάζοντας τους βυθούς. Έχει την ελπίδα πως, συνεχίζοντας να ψάχνη έτσι τη θάλασσα, δεν μπορεί παρά να ξαναβρή κάποια μέρα τα βυθισμένα του χαλκώματα. Όσο για τη νυχτερίδα, εκείνη έχει τις πιο πολλές σκοτούρες. Αυτήν, αληθινά, αξίζει να την κλαίη κανείς, τη δόλια, μα και την αλαφρόμυαλη. Γιατί οι δανειστές της, όλοι εκείνοι οι φορεροί τοκογλύφοι, χαλάσανε τον κόσμο για να τη βρούνε. Το έμαθε η νυχτερίδα και από τότε διαρκώς κρύβεται. Κρύβεται όλη την ημέρα μέσα σε κρυφές και ανήλιες τρύπες. Αν θα επιχειρήση να βγη έξω, βγαίνει μονάχα τη νύχτα, με το σκοτάδι. Αλλά κι’ έτσι δεν της απολείπει ο φόβος, μήπως και τη νύχτα την αναγνωρίσουν οι τοκογλύφοι της και την πιάσουν !

Αρχαίο κείμενο:

Νυκτερίς και βάτος και αίθυια εταιρείαν ποιησάμενοι, εμπορικόν διέγνωσαν βίον ζην. Η μεν ουν νυκτερίς αργύριον δανεισαμένη καθήκεν εις το μέσον, η δε βάτος εσθήτα μεθ’ εαυτής έλαβεν, η δε αίθυια Τρίτη χαλκόν. Και απέπλευσαν. Χειμώνος δε σφοδρού γενομένου και της νεώς περιτραπείσης, πάντα απολέσαντες αυτοί επί την γην διεσώθησαν. Εξ εκείνου τοίνυν η μεν αίθυια τοις αιγιαλοίς αεί παρεδρεύει, μη που τον χαλκόν εκβάλλει η θάλαττα. Η δε νυκτερίς, τους δανειστάς φοβουμένη, της μεν ημέρας ου φαίνεται, νύκτωρ δ’ επί νομήν έξεισιν. Η δε βάτος της των παριόντων εσθήτος επιλαμβάνεται, ει που την οικείαν επιγνοίη ζητούσα.

* Κ. Ρωμαίου, «Κοντά στις ρίζες», σελ. 290-293, Εστία 1980.
[1] Αισωπείων μύθων συναγωγή (Fabulae Aesopicae collectae, εκδ. C. Halm, Lipsiae) αρ. 306 και 306b, σελ. 150-151.

Advertisements

Written by nomosophia

25 Νοέμβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Λαογραφία

leave a comment »

περί της ελληνικής καταγωγής των Βλάχων[1]

Η ελληνική συνείδηση των Βλάχων από τους πρώτους κιόλας αιώνες της λατινοφώνησής τους, ήταν αταλάντευτη. Ο ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού, Προκόπιος (6ος αιώνας), αποκαλεί τους δίγλωσσους αυτούς Έλληνες: «Έλληνες εισίν, Ηπειρώται καλούμενοι άχρις Επιδάμνου πόλεως ήτοις επί θαλάττια οικέιται». Σημαντικότερη είναι η πληροφορία που μας δίνει ο Ιωάννης ο Λυδός, χρονικογράφος και καθηγητής της ρητορικής στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης: «Νόμος αρχαίοις ην πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις επάρχοις, τάχα σε και ταις άλλαις των αρχών, τοις Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασιν … Τα δε περί την χερσόνησον (του Αίμου) πραττόμενα παντα την αρχαιότητα διαφύλαξεν εξ ανάγκης διά το τους αυτής οικήτορας καίπερ Έλληνας εκ του πλείονος όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή και μάλιστα τους δημοσιεύοντας»[2].

Σε απλή μετάφραση: Οι Έλληνες είναι πολυπληθέστεροι στην Βαλκανική, αλλά χρησιμοποιούν ως γλώσσα τους την Ρωμαϊκή (Ιταλική, όπως λέει ο Λυδός).

Ο Ρενέ Πινόν υποστηρίζει ότι μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού, σε ολόκληρη την Μακεδονία ομιλούνταν η λατινική (βλάχικη) γλώσσα. «Οι κάτοικοι των ορέων, οι ποιμένες, οι κτηνοτρόφοι, οι τεχνίτες, διατήρησαν ένα γλωσσικό ιδίωμα προερχόμενο κατ’ ευθείαν από την λατινική, η οποία φυσικότατα ομοιάζει πολύ με τη Ρουμανική της αρχαίας Δακίας. Οι Βλάχοι επομένως, δεν είναι ιδιαίτερος λαός, κλάδος του Ρουμανικού λαού πλανηθέντος ανά την Πίνδο, αλλά είναι απλούστατα εκλατινισθέντες Μακεδόνες.

Όλες οι ιστορικές πηγές, δείχνουν πως οι Βλάχοι ζουν αδιάλειπτα στην Ηπειρομακεδονία από την ημέρα που λατινοφώνησαν, ενώ δεν υπάρχει καμία πηγή που να αναφέρει κάθοδό τους από περιοχές βόρεια του Δούναβη. Είναι άλλωστε παράδοξο να υπάρχουν πλήρεις πηγές για τις μετακινήσεις όλων των λαών και πληθυσμών, απ’ τις μεγάλες μεταναστεύσεις του 5ου και 6ου αιώνα μέχρι και την κάθοδο των Αρβανιτών τον 11ο αιώνα και να μην υπάρχει καμία πηγή για τις υποτιθέμενες μετακινήσεις των Βλάχων.

Ο ίδιος ο κορυφαίος Ρουμάνος Βυζαντινολόγος Νίκολα Γιόργκα, παραδέχεται ότι «μεταξύ των Βλάχων της Ρουμανίας και της Ηπειρομακεδονίας, ουδεμία άλλη σχέση πλην της γλωσσικής υπάρχει».

Η Μοσχόπολη ήταν το ιστορικό κέντρο των Βλάχων, πόλη που μαζί με τα Γιάννενα ήταν τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα του Ελληνισμού στη νεότερη ιστορία του. Στη Μοσχόπολη λειτούργησε το πρώτο ελλαδικό τυπογραφείο, υπό τη διέυθυνση του Ιερομονάχου Γρηγορίου Κωνσταντινίδη. Στη Μοσχόπολη λειτούργησαν και τα δύο πρώτα σχολεία του Ελληνισμού[3], το «Ελληνικόν Φροντιστήριον», που αργότερα θα γίνει «Νέα Ακαδημία» και θα προσφέρει γνώσεις όχι απλά σχολικού, αλλά Πανεπιστημιακού επιπέδου. Την Ακαδημία αυτή ίδρυσε ο Μοσχοπολίτης Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωάσαφ, από προσφορές Βλάχων. Στην Ακαδημία, θήτευσαν και οι πρώτοι μεγάλοι δάσκαλοι του Γένους Διονύσιος Ματισιώτης, Θεόδωρος Καβαλιώτης, Αμβρόσιος Παμπέρης, Γρηγόριος Κωνσταντινίδης, Ιωάννης Αδάμης, Μιχαήλ Γκάρης, Κων/νος Βρέττας, Αθανάσιος Οικονόμου και πολλοί άλλοι. Στην Ακαδημία εκπονήθηκε πρώτο λεξικό των 4 Βαλκανικών γλωσσών από τον Φιλόσοφο Δανιήλ: Ελληνό-Αλβανικό-Βλαχικό-Βουλγαρικό.

[1] Στέφανου Ν. Σωτηρίου, «Οι Βλαχόφωνοι του Ευρωπαϊκού και Βαλκανικού χώρου», σελ. 29 επ., εκδόσεις Πελασγός, 1998.
[2] Ιωάννης Λυδός, «Περί αρχών της Ρωμαϊκής Πολιτείας».
[3] τα άλλα δύο στα Γιάννενα

Written by nomosophia

18 Νοέμβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

μνημεία λόγου

leave a comment »

οι απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας[1]

Οι ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι βυθισμένες, όπως αυτές του δένδρου, στη λαϊκή γλωσσολογοτεχνική δημιουργία του Μεσαίωνα. Προδρομικά μνημεία του λόγου είναι τα δημοτικά τραγούδια, που δεν διασώθηκαν παρά μόνο ελάχιστοι σατιρικοί στίχοι τους. Προηγήθηκε ένα μακρότατο διαμορφωτικό στάδιο λαϊκής δημιουργίας. Πολλά χρόνια πριν απ’ τον 9ο αιώνα η νεοελληνική δημοτική γλώσσα παρουσιάζεται διαμορφωμένη στα βασικά της γνωρίσματα: στη μορφή της, στην προσφορά της και στα μέτρα της. Μέσα στον 11ο αιώνα παίρνει την τελική της διαμόρφωση και γίνεται όργανο της νέας λογοτεχνίας. Σε χειρόγραφο του ιε΄ αιώνα σώθηκε το αρχαιότερο ακριτικό τραγούδι: Του υιού του Αρμούρη, που σώθηκε παράλληλα και στο στόμα του λαού[2]. Το τραγούδι αυτό απηχεί γεγονότα ιστορικά του θ΄αιώνα και αναφέρεται στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, που στα 859, ύστερα από θριαμβευτικές νίκες κατά των Αράβων, πέρασε τον Ευφράτη ποταμό και τους εκδικήθηκε για την καταστροφή της πατρίδας του, του Αμορίου. Το τραγούδι αυτό παρουσιάζει αρχέτυπο χαρακτήρα. Έχει γλώσσα, στίχο, σύνθεση, τεχνική, που μαρτυρούν ένα προηγμένο στάδιο δημοτικής γλωσσοτεχνικής καλλιέργειας. Σημειώνει τις αρχές της ακριτικής ποίησης και της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μέσα στο δέκατο αιώνα, και συγκεκριμένα μέσα στο πρώτο του τέταρτο (900-925), τα ακριτικά τραγούδια πλάθονται και ψάλλονται από ραψωδούς στην Παφλαγονία. Ο επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας (850-932) σ’ ένα σχόλιό του μας πληροφορεί, ότι στην εποχή του αφθονούσαν «οι κατάρατοι Παφλαγόνες αγύρται[3], ωδάς τινας συμπλάσαντες, πάθη περιέχουσας ενδόξων ανδρών και προς οβολόν άδοντες καθ’ εκάστην οικίαν». Ο Αρέθας θαυμάζει τους ραψωδούς αυτούς της Παφλαγονίας και τους ονομάζει καταράτους[4]. «Ενδόξους άνδρας» εννοεί ο Αρέθας τους Ακριτικούς ήρωες. Η Παφλαγονία είναι η σκηνή και η κοιτίδα των Ακριτικών τραγουδιών[5]. Από εκεί διαδόθηκαν σ’ όλες τις περιοχές της Μικρασίας, του Πόντου και των νησιών[6]. Μέσα σ’ έναν αιώνα έγιναν πανελλήνια, επιβάλανε το Διγενή σαν επική μορφή, σα νέον Αχιλλέα. Στα 1143 περίπου ο Πτωχοπρόδρομος αποκαλέι τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό «νέον Ακρίτην». Μέσα σ’ αυτή την περίοδο (925-1143) το Ακριτικό έπος πήρε πανελλήνια διάδοση και κύρος, και ανύψωσε τη μορφή του Ακρίτα σε σύμβολο και πρότυπο μυθικό, ώστε μ’ αυτό να παραβάλλονται και μ’ αυτό να υμνούνται οι ένδοξοι αυτοκράτορες. Η αίγλη αυτή ήταν εκείνη, που έδωσε στον ανώνυμο λόγιο την ώθηση να συνθέσει το Ακριτικό έπος[7] και να κινήσει τόσους άλλους σύγχρονους και κατοπινούς, να κάνουν συμπληρώσεις του και με τόσες γλωσσικές μορφές[8]. Το παλαιότερο απ’ αυτά είναι το χειρόγραφο του Εσκοριάλ σε λαϊκό ύφος και δημοτική μορφή. Έχει στίχους σαν αυτούς:

Στράτορα, πρωτοστράτορα και πρώτη των στρατόρων
απόστρωσε τον μαύρον σου και στρώσε μου τον γρίβαν
τον είχε πάντα ο θείος μου εις τας ανδραγαθίας …
και κρέμασε στην σέλλαν μου και το βαρύ σπαθί μου …

Τα Ακριτικά λοιπόν τραγούδια, που αποτελούσαν ολάκερο επικό κύκλο, και το Ακριτικό έπος, που στηρίζεται σ’ αυτά και αναχωνεύει ένα μεγάλο μέρος της ύλης τους, παρουσιασμένα μέσα στην περίοδο 925-1050, αποτελούν τα πρώτα μνημεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και σημειώνουν τις αρχές της.

[1] Γ. Βαλέτας, Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 19-20, εκδόσεις Πέτρου Κ. Ράνου, Αθήνα 1966.
[2] Καρπαθιάκες και Κυπριακές παραλλαγές.
[3] γυρολόγοι αοιδοί.
[4] δαιμονίους, διαβολεμένους, ευφυέστατους.
[5] Σ. Κουγέα, Λαογραφία Δ΄ 239-240 και Ν. Πολίτη, Το εθνικόν έπος των νεωτέρων Ελλήνων, σελ. 23.
[6] ιδίως στην Κύπρο.
[7] Ακριτηίδα.
[8] δημοτική, καθαρεύουσα, μικτή.

Written by nomosophia

11 Νοέμβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

περί γραφής

leave a comment »

Ο πάπυρος[1]

Ο πάπυρος, που ήταν αρχικά επίθετο της αιγυπτιακής γλώσσας και σήμαινε «βασιλικός»[2], είναι ένα φυτό των τελμάτων, που παλαιότερα φύτρωνε στην κοιλάδα του Νείλου, σε διάφορες περιοχές της Συρίας, στη Μεσοποταμία και στην Παλαιστίνη, κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ. Σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί και βρίσκεται μόνο στην τροπική Αφρική και σε μερικές περιοχές της Σικελίας, κυρίως στην περιοχή των συρακουσών. Το φυτό αυτό, που ο Λινναίος του έδωσε την επιστημονική ονομασία Cyperus Papyrus, χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους κυρίως για την κατασκευή παπύρινου χαρτιού αλλά και για διάφορες άλλες χρήσεις: την κατασκευή ελαφρών πλοιαρίων, υφαντικών ινών, υποδημάτων, φιτιλιών για λαμπάδες, αφιερωματικών στεφανιών και, τέλος, ως φάρμακο.

Με βάση ένα χωρίο του Πλινίου του Πρεσβυτέρου[3], μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα διάφορα στάδια της κατασκευής του χαρτιού από πάπυρο. Το στέλεχος του φυτού, που έφτανε σε ύψος τα πέντε μέτρα, το έκοβαν κατά μήκος σε λεπτότατες λωρίδες[4]. Τις λωρίδες αυτές τις άπλωναν σε ένα στρώμα, τη μια κολλητά με την άλλη, πάνω σε ένα τραπέζι ή άλλη επίπεδη επιφάνεια, και τις έβρεχαν με νερό του Νείλου. Πάνω στο πρώτο στρώμα τοποθετούσαν ένα άλλο, κάθετα προς αυτό. Σχηματιζόταν έτσι ένα πλέγμα, που το συμπίεζαν σε ένα πιεστήριο. Με την πίεση έβγαινε από τις χλωρές ακόμη ίνες του φυτού μια κολλητική ουσία[5], και έτσι τα δύο στρώματα ενώνονταν απόλυτα μεταξύ τους και σχημάτιζαν ένα ενιαίο φύλλο, που το ονόμαζαν plagula ή scheda. Καθεμιάν από τις plagulae αυτές, αφού την ξέραιναν στον ήλιο, τη χτυπούσαν με ένα σφυρί, για να φύγουν ενδεχόμενες ανωμαλίες, και την πασπάλιζαν με αλευρόκολλα, για να γίνει πιο λεία η επίφάνειά της. Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας αυτής το τεμάχιο του παπύρου λεγόταν κόλλημα, και πραγματικά αμέσως έπειτα ο κολλητής αφού έκοβε τα μεμονωμένα φύλλα στο μέγεθος που ήθελε, τα ένωνε ύστερα με κόλλα και σχημάτιζε μια μεγάλη σε μάκρος επιφάνεια. Το πρώτο φύλλο το έλεγαν πρωτόκολλον και το τελευταίο εσχατοκόλλιον.

Ονομάζουμε συνήθως recto του παπύρου την όψη όπου οι ίνες είναι κάθετες προς τα κολλήματα και οι στίχοι της γραφής βαίνουν κατά μήκος των ινών. Αντίθετα, ονομάζουμε verso την όψη όπου οι ίνες βαίνουν παράλληλα προς το κόλλημα, και η γραφή αντίθετα προς αυτές. Στα επίσημα έγγραφα και στις πολυτελείς εκδόσεις μόνο το recto προοριζόταν για γραφή. Αλλά επειδή ο πάπυρος ήταν πάντοτε πολύ ακριβός[6], δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο ένα εμπόριο χαρτιού από πάπυρο με γραμμένο το recto αλλά άγραφο ακόμη το verso, που το πουλούσαν σε χαμηλή τιμή. Έτσι έχουμε τους οπισθόγραφους παπύρους, γραμμένους δηλαδή και στις δύο όψεις. Κατά κανόνα, στους παπύρους αυτούς η γραφή του recto πρέπει να θεωρείται αρχαιότερη από τη γραφή του verso.

Ο πάπυρος ήταν το κοινότερο υλικό γραφής σε ολόκληρη την κλασσική Αρχαιότητα. Πατρίδα του είναι η Αίγυπτος, και τα αρχαιότερα δείγματά του, με ιερογλυφική γραφή, χρονολογούνται σε εποχή που απέχει πάνω από 3.000 χρόνια από τη γέννηση του Χριστού. Αλλά κύλινδροι παπύρου εικονίζονται σε παραστάσεις αιγυπτιακών ναών που ανήκουν σε ακόμη παλαιότερη εποχή. Αρχικά οι Έλληνες δεν έκαναν την εισαγωγή του παπύρου απευθείας από την Αίγυπτο, αλλά τον αγόραζαν από τους Φοίνικες. Αυτό το αποδεικνύει καθαρά μια άλλη ελληνική ονομασία του παπύρου, ήδη γνωστή στον Αισχύλο: βύβλος[7]. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την ομώνυμη ακμαία πόλη της Φοινίκης, που πρέπει να ήταν το κυριότερο κέντρο εμπορίας παπύρου.

Γνωστός στην Ελλάδα πριν από την εποχή του Ηροδότου, που τον αναφέρει ως κανονική ύλη γραφής, ο πάπυρος χρησίμευσε σχεδόν αποκλειστικά για τη γραφή όλων των φιλολογικών και των δικαιοπρακτικών κειμένων ως τον 4ο αιώνα μΧ, όπως θα δούμε παρακάτω. Το αρχαιότερο χρονολογημένο έγγραφο σε πάπυρο είναι ένα γαμήλιο σύμβόλαιο του 311 πΧ, που βρέθηκε στην Ελεφαντίνη της Αιγύπτου. Στη Ρώμη, όπου πιστεύεται ότι ο πάπυρος πρωτοέφτασε τον τελευταίο αιώνα της δημοκρατικής περιόδου, σύγχρονα με τη διάδοση των πρωτων φιλολογικών έργων, χρησιμοποιήθηκλε ως τον 4ο αιώνα μΧ, και ύστερα άρχισε να εξαφανίζεται. Κατά το Μεσαίωνα η χρήση του ήταν σποραδική.

Ο πάπυρος είναι υλικό αρκετά ευθρυπτο, που διατηρείται μόνο σε ξηρά εδάφη, σε μέρη που δεν έρχονται σε επαφή με τον αέρα. Ως το πρώτο μισό του 18ου αιώνα δεν ήταν γνωστά παρά ελάχιστα τεμάχια παπύρου. Η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1752. Στο Ηράκλειο[8], στην έπαυλη του Καλπουρλινίου Πίσωνα, φίλου του Κικέρωνα, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στη λάβα από την έκρηξη του Βεζουβίου[9], βρέθηκαν μισοκαμένοι και τσαλακωμένοι κύλινδροι παπύρου με ελληνική γραφή. Στα δύο χρόνια που κράτησε η έρευνα βρέθηκαν στην ίδια έπαυλη και σε γειτονικές κατοικίες πάνω από 1.800 παρόμοιοι κύλινδροι. Ένα μέρος τους περιελάμβανε έργα του επικούρειου φιλοσόφου Φιλοδήμου. Στα τέλη του ίδιου αιώνα άρχισαν να γίνονται οι πρώτες ανακαλύψεις παπύρων στην Αίγυπτο, αλλά μόλις την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα[10] πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες επιστημονικές αποστολές στην Οξύρυγχο, που συνεχίστηκαν έπειτα και στον αιώνα μας[11]. Έτσι άρχισε να συγκεντρώνεται ένας πλούσιος θησαυρός, αποτελούμενος από χιλιάδες φιλολογικά κείμενα και έγγραφα, πολλά από τα οποία παραμένουν ακόμη αδιάβαστα και ανέκδοτα. Η τόση αφθονία του υλικού συντέλεσε πολύ στην ανάπτυξη της παπυρολογίας ως ανεξάρτητης ιστορικής επιστήμης.

[1] Ελπίντιο Μιόνι, Εισαγωγή στην Ελληνική Παλαιογραφία, σελ. 28-30, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994.
[2] στα ελληνικά πάπυρος, βύβλος και αργότερα βίβλος.
[3] ΧΙΙΙ 12-13.
[4] philyrae
[5] turbidum glutinum
[6] τον θεωρούσαν ως εμπόρευμα πολυτελείας και γι’ αυτό επέβαλλαν στην εμπορία του υψηλούς φόρους.
[7] Ικέτιδες 947.
[8] Herculaneum.
[9] 79 πΧ.
[10] 19ου.
[11] 20ο.

σχετικά άρθρα: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post_18.html

Written by nomosophia

4 Νοέμβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά