ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Δεκέμβριος 2009

το κατά Ρήγα κατηγορητήριον

leave a comment »

Περίληψις[1]

εκ των πρακτικών της διεξαχθείσης των τούτο μεν εν τω αστυνομικώ καταστήματι κρατουμένων, τούτο δε άνευ προφυλακίσεως ανακριθέντων Ελλήνων υπηκόων της οθωμανικής Πύλης, οίτινες ονομάζονται Ρήγας Βελεστινλής, Ευστράτιος Αργέντης, Δημήτριος Νικολίδης, Παναγιώτης Εμμανουήλ και ο αδελφός αυτού Ιωάννης Εμμανουήλ, Αντώνιος Κορωνιός, Θεοχάρης Γεωργίου Τορούντζιας, Ιωάννης Καρατζάς, Ανδρέας Μασούτης και Κωνσταντίνος Άμοιρος.

Ο Ρήγας Βελεστινλής, ηλικίας 40, γεννηθείς εν Φεραίς της Θεσσαλίας και άγαμος, κατά τα πρακτικά της ανακρίσεως αυτού υπ’ αριθμόν 1 ωμολόγησε κατ’ ουσίαν, ότι κατά την ενταύθα διαμονή του :

α΄) Έψαλε πολλάκις και έπαιξε δια του αυλού το ενταύθα υπό στοιχείον Α συνημμένον ελληνικόν άσμα το επιγραφόμενον Θούριος Ύμνος, όπερ άρχεται διά των λέξεων Ως πότε παλληκάρια, εν ώ ο ελληνικός λαός καθ’ όλου παρακινείται εις αποστασίαν από των Τούρκων …

β΄) Ομολογεί ο Ρήγας, ότι συνέταξεν ελληνικούς χάρτας, ών έκαστος πλήρης σύγκειται εκ δώδεκα τεμαχίων, ότι τοιούτων ολοκλήρων χαρτών εχάραξε 1220 αντίτυπα διά του εντάυθα χαλκογράφου Φραγκίσκου Μύλλερ και εξετύπωσεν αυτά διά του τυπογράφου Ιακώβου Νιτς εν των Ιωσηφείω τμήματι της πόλεως. Ομολογεί προς τούτοις, ότι μετέφτρασεν εκ του γαλλικού εις το ελληνικόν και τον τέταρτον τόμον του Αναχάρσιδος, επειδή το πρώτον, δεύτερον και τρίτον μέρος είχεν ήδη επεξεργασθή ο εντάυθα διατρίβων Έλλην φοιτητής της ιατρικής ο καλούμενος Σακελλάριος. Τέλος, ότι εξέδωκεν έργον επιγραφόμενον Ο Ηθικός Τρίπους, τούθ’ όπερ μετέφρασεν ελληνιστί μέρος μεν εκ του ιταλικού του Αββά Μεταστασίου, μέρος δ’ εκ της Βοσκοπούλας των Άλπεων του Γάλλου συγγραφέως Μαρμοντέλ, ότι δε ταύτα πάντα έπραξεν εξ ασπόνδου μίσους προς το τουρκικόν έθνος και επί τω σκοπώ να διαφωτίση το ίδιον αυτού έθνος περί της παρούσης θλιβεράς αυτού καταστάσεως.

γ΄) Ομολογεί ο Ρήγας, ότι επί τω αυτώ της αναμορφώσεως του έθνους του εχάραξε παρά τω Μύλλερ και εξετύπωσε παρά τω Νιτς 1200 αντίτυπα της εικόνος της παριστανούσης Αλέξανδρον τον Μέγαν ης έκτυπον συνάπτεται ενταύθα υπό το στοιχείον D και ήτις είνε αντίγραφον καλλιτεχνήματος εκ του ενταύθα Μουσείου, ότι δε εις την εικόνα ταύτην προσέθηκεν αυτός τας επ’ αυτής εμφαινομένας παρατηρήσεις περί των πράξεων του ήρωος τούτου γαλλιστί και ελληνιστί. Και τινας μεν των τοιούτων χαλκογραφιών διένειμεν εις Έλληνας ενταύθα, τας δε λοιπάς παρέδωκεν εις τον ήδη μνημονευθέντα Αβράμην προς πώλησιν αντί 20 κρεϋτσαρίων κατ’ αντίτυπον.

Ο Ρήγας καταθέτει μεν προς τούτοις, ότι εσχεδίασε και χάρτας της Μολδαβίας και Βλαχίας, υποστηριχθείς προς τούτο διά χρημάτων υπό των ηγεμόνων των χωρών εκείνων Υψηλάντη και Καλλιμάχη ους και εχάρξε μεν παρά τω Μύλλερ, εξετύπωσε δε παρά τω Νιτς. Αλλ’ επειδή επί του προκειμένου επιμένει, ότι τούτο πράττων μόνον λόγον είχε την κερδοσκοπίαν, δεν αποδεικνύεται δε το εναντίον, διά ταύτα το γεγονός τούτο σημειούται ενταύθα μόνον προς γνώσιν.

δ΄) Ομολογεί ο Ρήγας, ότι πάντοτε επεθύμει την απελευθέρωσιν της Ελλάδος από του τουρκικού ζυγού και δη ότι μετά την σωτηρίαν της ψυχής του τούτο έχει ως πρώτον πόθον να ίδη εκδιωκομένους τους Τούρκους από της Ελλάδος, επειδή προετίμα να έχη κυρίαρχον τον διάβολον μάλλον παρά τοιούτον τύραννον οίος ο Τούρκος. Και προσθέτει ακόμη, ότι, αν σήμερον επρόκειτο να φθάσωσι τα πράγματα μέχρις αποστασίας εν Ελλάδι, θα ήτο έτοιμος να συνεργασθή.

Ταύτα σκοπών και ιδία επ’ ευκαιρία της υπό των Γάλλων δημοσία κοινοποιηθείσης προκηρύξεως, ότι ήθελον ναπελευθερώσωσι το υπό τον τυραννικόν ζυγόν κατατηκόμενον έθνος εκείνο, ο Ρήγας λέγει, ότι χωρίς να λάβη παρ’ οιουδήποτε εντολήν τινα έγραψε ως εξ ονόματος πάντων των Ελλήνων κατά τον Ιούλιον παρελθόντος έτους την ενταύθα υπό στοιχείον Ε συνημμένην και υπ’ αυτού κατά την ιδίαν ομολογίαν όλην αυτή χειρί γραφείσαν πρωτότυπον επιστολήν προς τον εν Τεργέστη πρόξενον της Γαλλίας, ην απέστειλε προς τον Κορωνιόν, όπως εγχειρισθή εις τον προς ον όρον. Λέγει δε, ότι το ουσιώδες περιεχόμενον της επιστολής ταύτης προς τον πρόξενον ενέχει την παράκλησιν πάντων των Ελλήνων προς αυτόν, όπως ενεργήση παρά τω στρατηγώ τω έχοντι την διοίκησιν της εν Ιταλία γαλλικής στρατιάς και παρακαλέση αυτόν να παρασχεθή εις αυτούς βοήθειαν προς απελευθέρωσιν αυτών, εν η δε περιπτώσει έμελλε να παρασχεθή εις αυτούς βοήθεια, θα λάβη εις των Ελλήνων την εντολήν να διαμένη παρά τούτω τω ήρωι, όπως διατηρή την μεταξύ αυτών αλληλογραφίαν.

ε΄) Ομολογεί ο Ρήγας, ότι την ενταύθα υπό στοιχείον F συνημμένην όλως δημοκρατικήν Προπαιδείαν μετά των εν αυτή ευρισκομένων και υπό ελληνικών ιδεών διαπνεομένων δύο ασμάτων, ων το μεν είνε μίμησις του γαλλικού La Carmagnole (η Καρμανιόλα), το δε του γνωστού γερμανικού Freut euch des Lebens (Απολαύετε του βίου), και εν οις κατά την υπό στοιχείον G συνημμένην γερμανικήν μετάφρασιν περιέχονται καθ’ όλου ρησικοπίαι κατά των τυράννων και παρακινείται ο λαός εις αποστασίαν, ότι ταύτα έλαβε προς αντιγραφήν παρά του εν Πρεβέζη Έλληνος του καλουμένου Λαυρεντίου Αλιάνδρου, ότι πάντα τανωτέρω υπό στοιχείον F συνημμένα έγραψε καθ’ ολοκληρίαν ιδία χειρί, και ότι το αντίγραφον αυτού τούτο παρέδωκε προς νέαν αντιγραφήν εις τον συνοδοιπόρον εαυτού Χριστόφορον Χατζηβασίλην, όστις εξητάσθη ήδη εν εντολήν , όπως ούτος εκτυπώση παρά τω Πούλιω το υπό του Ρήγα συντεταγμένον και περί στρατιωτικών κανόνων πραγματευόμενον έργον το επιγραφόμενον Ο στρατάρχης Κεβενχύλλερ, παρενείρη δε εις αυτό εν αρχή την Προπαιδείαν μετά των ασμάτων και εκτυπώση εξ αυτών 1000 αντίτυπα όπως διαμεμηθώσιν εις τους Έλληνας.

ς΄) Ο Ρήγας παρ’ όλην αυτού την άρνησιν κατεφωράθη διά της ομοφώνου καταθέσεως του διευθυντού των τυπογραφικών έργων Στάδλερ και των εργατών Ιωσήφ Αδάμ, Ιωσήφ Κλέτσελ και Φραγκίσκου Χουγαλε, ότι την υπό στοιχείον Ι ελληνικήν προκήρυξιν εξετύπωσε παρά τω Πούλιω βραχύ χρόνον προ της εαυτού αναχωρήσεως, εκτυπωθέντων 3000 αυτής αντιτύπων.

Επειδή λοιπόν η προμνημονευθείσα υπό στοιχείον Ι προκήρυξις συνίσταται κατά το μέγιστον μέρος εκ του γαλλικού πολιτεύματος και του άσματος Ως πότε παλληκάρια, ού συντάκτης κατά την ως ανωτέρω υπό στοιχείον Β επιστολήν είνε ο Ρήγας, πάντα ταύτα τα πειστήρια αποδεικνύουσιν αυτόν αριδήλως ως τον συντάκτην της προκηρύξεως ταύτης.

ζ΄) Παρά την μαρτυρίαν του Ρήγα, καθ’ ην επί του παρόντος είχε παντελώς εγκαταλίπει την επαναστατικήν αυτού σκέψιν, ιδίως λαμβανομένης υπ’ όψιν της ιδίας αυτού ομολογίας, ότι έκαμε λόγον περί των μέσων πώς ηδύνατο να επιχειρηθή επανάστασίς της, καταφωράται πάντως εκ των επί μέρους καταθέσεων των Αργέντη, Νικολίδου, Πέτροβιτς και Ιωάννου Εμμανουήλ, ότι το επαναστατικόν αυτού σχέδιον ήτο το επόμενον. Είχε δήλα δη ο Ρήγας την απόφασιν να μεταβή εις την χερσόνησον του Μωρέως, κειμένην κατά την Μεσόγειον θάλασσαν, προς τους αυτόθι οικούντας Έλληνας στασιαστάς, του Μανιάτας, απογόνους όντας των αρχαίων Σπαρτιατών, να προσελκύση εις εαυτόν την εμπιστοσύνην αυτών, να ελευθερώση όλην την χερσόνησον του Μωρέως διά της βίας από του τουρκικού ζυγού. Μετά δε την απελευθέρωσιν του Μωρέως ήθελεν έπειτα να εισβάλη εις την Ήπειρον, να ελευθερώση και ταύτην την χώραν, να συνενώση τους Μανιάτας μετά των άλλων Ελλήνων στασιαστών των καλουμένων Κακοσουλιωτών, οίτινες οικούσι παρά τα παράλια της Αδριατικής θαλάσσης, και μετά των συνηνωμένων τούτων δυνάμεων να προχωρήση προς Ανατολάς και έπειτα ναπελευθερώση τα τουρκικάς επαρχίας Μακεδονίαν, Αλβανίαν, την κυρίως Ελλάδα, κατόπιν δε τας λοιπάς διά γενικής αποστασίας, και, ως καταθέτει ιδίως ο Πέτροβιτς, να εισαγάγη απανταχού το γαλλικόν πολίτευμα. Ήλπιζε δ’ ο Ρήγας να κατορθώση την απελευθέρωσιν ταύτην τόσω μάλλον, όσω άπαντες οι Έλληνες είνε οπωσδήποτε ωπλισμένοι και έχουσι προμηθείας τροφών, είνε δε πρόχειρα χρήματα εκ πλουσίων μονών.

η΄) Τέλος ο Ρήγας παρά την ιδίαν αυτού άρνησιν καταφωράται εκ τε της καταθέσεως του Αργέντη, εις όν απεκάλυψε την πρόθεσιν αυτού, κυρίως δ’ εκ της ιδίας εαυτού προς τον Κορωνιόν σταλείσης επιστολής, της ανωτέρω υπό στοιχείον Ν αναφερομένης, μετά της υπό στοιχείον Ο μεταφράσεως, ότι κατά τον Δεκέμβριον παρελθόντος έτους ανεχώρησεν εντεύθεν επό μόνη τη προθέσει όπως διενεργήση επανάστασιν εν Ελλάδι, επειδή εν τη επιστολή ταύτη μεταξύ άλλων ευρίσκονται και αι φράσεις Εκ Βουκουρεστίου γράφουσί μοι φίλοι μας Θεσσαλοί, Ηπειρώται και Αθηναίοι. Βρυχώνται ως οι λέοντες. Μοι λέγουσι, ότι δεν είνε καιρός διά βιβλία, αλλά πρέπει ναποπλεύσω εις την πατρίδα και να γράψω εις αυτούς την ώραν της αναχωρήσεώς μου, επειδή και αυτοί αναχωρούσι προσεχώς εις την ιδίαν εαυτών. Επειδή δε προς τοις άλλοις η επιστολή αύτη εν όλω αυτής τω περιεχομένω ουδέν άλλο ενέχει ή τον πόθον προς την δημοκρατίαν. Επειδή εκτός τούτου ο Ρήγας εν τη ανακρίσει του και εν τοις συνημμένοις Ρ και Q ο ίδιος ομολογεί, ότι συμπαρέλαβε μεθ’ εαυτού εις τα ταξείδια πλήθος αντιτύπων της ως ανωτέρω συνημμένης υπό στοιχείον Ι ελληνικής προκηρύξεως … και δη επί τω σκοπώ, όπως διαδώση ταύτα εν Ελλάδι, ως και ενταύθα ανεκοίνωσε τοιαύτα εις πολλούς Έλληνας κατά την ιδίαν του ομολογίαν. Διά ταύτα εκ τούτων και των ανωτέρω περιστατικών καταφαίνεται αριδήλως η πρόθεσις αυτού αύτη.

[1] Γιώργης Έξαρχος, Ρήγας Βελεστινλής, Ανέκδοτα έγγραφα – νέα στοιχεία, σελ. 248 επ., εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998.

Advertisements

Written by nomosophia

16 Δεκέμβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

λίγο πριν την εθνική παλιγγενεσία

leave a comment »

Του Λεωνίδα το σπαθί
Κολοκοτρώνης το φορεί.
Τούρκος σαν τον δει ζαρώνει
και το αίμα του παγώνει.

Το λιονταρόπουλο[1]

Μεσάνυχτα. Σκοτεινός υψωνόταν στον Ταΰγετο ο πύργος της Καστανίτσας. Ούτε φως, ούτε ήχος μαρτυρούσαν στους έξω, αν, πίσω από τους χονδρούς τοίχους του, ζούσαν άνθρωποι.

– Θοδωράκη, ξύπνα … Ξύπνα, αγόρι μου, μουρμούρισε μες στο σκοτάδι η φωνή της Μάνας.

Το παιδί, τριών χρονών πιτσιρίκος, άνοιξε νυσταγμένο τα μάτια κι’ αναδεύτηκε στο στρώμα.

– Ξύπνα, Θοδωράκη !… ξανάπε ήμερα η ίδια φωνή. Ήρθε ο πατέρας σου !

Το παιδί διαπλάτωσε τα μάτια. Στο λυχνοστάτη το λυχνάρι ήταν αναμμένο.

Στο αχνό φως του, το αγόρι ξεχώρισε, σκυμμένη πάνωθέ του τη μορφή της μάνας του. Κι’ ένα βήμα πιο πίσω, έναν ηλιοψημένον άντρα με πλατείς ώμους και μακριά κατάμαυρα μαλλιά.

Ο πατέρας του !… ώστε αυτός ήταν ;… Άκουε να τον μελετούν. Άκουε σιγανόφωνα να διηγούνται με θαυμασμό τα κατορθώματα του καπετάν Κωνσταντή. Πότε – πότε πάλι άκουε να ψιθυρίζουν κρυφά πως ήρθε κάποιο παλικάρι σταλμένο από κείνον. Μα ο Θοδωράκης δεν τον είχε δει ποτέ ως τότε. Ή τουλάχιστον δεν θυμόταν νάχε κάποτε αντικρύσει το θρυλικό αυτό πρόσωπο. Έλειπε πάντα. Κι’ όταν καμιά φορά ρωτούσε «πού είναι», βάζαν το δάχτυλο στο στόμα και δεν του αποκρίνονταν.

Ανακάθισε κι’ έτριψε βάρυπνος τα μάτια.

Μη φωνάξεις, Θοδωράκη ! τον πρόσταξε η φωνή της μάνας. Κανείς δεν πρέπει να μας ακούσει. Κανείς δεν πρέπει να μάθει πως ήρθε απόψε στον πύργο ο πατέρας σου. Μα είσαι μεγάλο αγόρι πια. Γι’ αυτό σε ξύπνησα να τον ιδής.

– Έλα γιε μου ! έκανε ο πλατύστερνος άντρας.

Άπλωσε τα χέρια και σήκωσε το παιδάκι.

– Θέλω να σε γνωρίσω και να με γνωρίσεις, πρόσθεσε.

Ο μικρός δεν μιλούσε. Κοίταζε άφωνος τον πατέρα του σαν να μην ήξερε αν ήταν ξύπνιος ή αν ονειρευόταν. Όλα αυτά του φαίνονταν σαν παραμύθι. Γιατί ο Θοδωράκης δεν άκουσε ποτέ να του διηγούνται για νεράϊδες και μαγεμένα βασιλόπουλα. Μόνο για κλέφτες κι’ αρματολούς μπαρουτοκαπνισμένους, που δεν ξεχώριζε, ως τότε, αν ήταν πλάσματα της φαντασίας ή άνθρωποι ωσάν τους άλλους. Στο σκυθρωπό μανιάτικο πύργο δεν μιλούσαν παρά για πόλεμο. Κι’ απέναντι από το στρώμα του, μόλις ο Θοδωράκης άνοιγε κάθε πρωΐ τα μάτια, αντίκρυζε στον τοίχο κρεμασμένο το τουφέκι του παππού του.

Καθώς ο πατέρας του το κρατούσε στην αγκαλιά του, ο μικρός ένοιωσε πως τα γυμνά ποδάρια του ακουμπούσαν σε κάτι σκληρό και κρύο. Χαμήλωσε το βλέμμα κι’ είδε πως ήταν η κάνη μιας πιστόλας, περασμένης στο σελάχι του καπετάν Κωνσταντή. Τα άρματα κι’ ο πατέρας του λες κι’ ήταν ένα. Χαμογέλασε. Ώστε όσα διηγόταν δεν ήταν ψέματα – ήταν αλήθειες. Ο μαυρειδερός πλατύστερνος άντρας τον κανάκισε λίγο κι’ έπειτα τον ξανάβαλε στο στρώμα.

– Κοιμήσου τώρα … του ‘πε. Χόρτασε ύπνο. Γιατί … αργότερα … ποιός ξέρει …

Η μάνα ξαναπήρε τον λύχνο. Η κάμαρα σκοτείνιασε. Ο Θοδωράκης ξανάκλεισε τα μάτια. Αποκοιμήθηκε. Ολονυχτίς ονειρευόταν αρματωμένους άντρες, που κυνηγούσανε τους Τούρκους πάνω στα βουνά κι’ έρχονταν νύχτα σπίτι τους, αμίλητοι κι’ αθόρυβα ωσάν σκιές.

[1] Κ. Α. Σφαέλου – Βενιζέλου, μέρος Α΄, σελ. 9-11, «Το Λιονταρόπουλο», Εστία.

Written by nomosophia

2 Δεκέμβριος, 2009 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία