ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Φεβρουαρίου 2010

Λογοτεχνία

leave a comment »

Ιστορίες από το γκούλαγκ[1]

Στο μέσον της παράγκας είναι δυο σειρές από στύλους, που χρησιμέυουν ίσως σαν υποστηρίγματα. Κοντά σ’ έναν απ’ αυτούς τους στύλους κάθεται ο Φετιούκοβ, φίλος του Σουκώβ στην ίδια ομάδα, και του φυλάει το πρωινό. …

Ο Φετιούκοβ, βλέποντας το Σουκώβ, αφήνει έναν αναστεναγμό και του δίνει τη θέση του.

«Έλα και σου πάγωσε, του λέει. Ότι ετοιμαζόμουνα να τη φάω γιατί νόμιζα πως ήσουνα στο πειθαρχείο».

Και δεν περιμένει άλλο γιατί ξέρει ότι ο Σουκώβ δεν πρόκειται να του αφήση τίποτα – θα τις γλύψη και τις δύο καραβάνες.

Ο Σουκώβ τραβάει το κουτάλι του από τη μπότα. Το αγαπάει πολύ αυτό το κουτάλι – πέρασε όλο το Βορρά μαζί του. Τόχε χύσει σε καλούπι από άμμο μόνος του, χρησιμοποιώντας ένα αλουμινιένιο έλασμα και είχε χαραγμένο στο χερούλι: «Ούστ – Ίζμα, 1944». …

Ανακατεύοντας τη σούπα του που ήτανε ακουμπισμένη στο βάθος, κατάλαβε αμέσως τί θα έβρισκε εκεί μέσα. Δεν ήτανε πηχτή, αλλά ούτε και εντελώς νεροζούμι – κάτι ανάμεσα στα δύο. Μπορεί ο Φετιούκοβ, καθώς του τη φύλαγε, να ψάρεψε τα κομματάκια πατάτας που υπήρχαν εκεί μέσα.

Το μόνο καλό στη σούπα είναι αν την τρως ζεστή, τώρα όμως η δική του είναι ολότελα παγωμένη. Παρ’ όλα αυτά την έτρωγε σιγά-σιγά για να παρατείνη την απόλαυση. Σε τέτοιες περιστάσεις ο κόσμος να καίγεται δεν αξίζει τον κόπο να βιαστής. Αν δεν λογαριάσουμε τις ώρες του ύπνου, ο άνθρωπος που είναι στα στρατόπεδα, ο «λάγκερνικ», έχει πραγματικά δικό του χρόνο για να ζήση μόνο τα δέκα λεπτά του πρωινού, πέντε για το μεσημέρι κι’ άλλα πέντε για το βράδυ.

Η σούπα δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Εξαρτάται από το απόθεμα λαχανικών που έχουν για το χειμώνα. Πέρισυ είχανε μόνο καρόττα αλατισμένα, και από το Σεπτέμβρη ως τον Ιούνιο μόνο καρότα έβρισκες στη σούπα. Τώρα έχουν λάχψανο σκουλικιασμένο. Ο καλύτερος καιρός, που παίρνει κανείς ανάσα, είναι ο Ιούνιος. Έχουν τελειώσει τότε όλα τα λαχανικά και στη θέση τους βάζουν μπλουγούρι. Και η χειρότερη εποχή είναι ο Ιούλιος που ρίχνουν στα καζάνια ψιλοκομένες τσουκνίδες.

Όσο για τα μικρά ψαράκια, μένουν μόνο τα κόκκαλά τους γιατί το κρέας λυώνει βράζοντας και μόνο γύρω απ’ την ουρά και το κεφάλι απομένει λίγο ακόμα.

Ο Σούκωβ δεν άφησε ούτε λέπι, ούτε το παραμικρό κομματάκι σάρκας γύρω απ’ τον λεπτό σκελετό του ψαριού. …

Την ημέρα εκείνη έκανε οικονομίες: … δεν άγγιξε τη μερίδα του ψωμιού και τώρα τρώει τη σούπα του χωρίς ψωμί.. Θα το φάη το ψωμί του αργότερα – στηλώνεσαι έτσι πιο καλά.

Το κρύο γίνεται πιο δυνατό. Η τσουχτερή καταχνιά πνίγει τον Σουκώβ, τον κάνει να πονάη και να βήχη. Η θερμοκρασία θάναι 27 υπό το μηδέν. Και αυτός έχει 37,7.

Ξαναγυρίζει στην παράγκα του τρέχοντας. Τριγύρω είναι ερημιά, από τη μια άκρη ως την άλλη, και όλο το στρατόπεδο φαίνεται σαν άδειο. Γκρεμίζεσαι για μια στιγμή, βλέπεις πως όλα τέλειωσαν κι ωστόσο θέλεις να πιστεύης ότι όχι, κάτι μπορεί να γίνη ακόμα και να μη μας βγάλουν στη δουλειά. Οι φρουροί της συνοδείας είναι στη ζέστα μέσα στους στρατώνες τους, ακουμπώντας το κεφάλι τους, βαρύ ακόμα από τον ύπνο, πάνω στ’ όπλο τους – δεν είναι και γι’ αυτούς ευχάριστο να πάνε τώρα και να φέρουν βόλτες στα παρατηρητήρια, με τέτοιο κρύο. Στο φυλάκιο της κύριας φρουράς, οι επιστάτες ξαναβάζουν κάρβουνο στη σόμπα. Στην αίθουσά τους, οι φύλακες παίρνουν την τελευταία τους ζεστασιά, προτού τη χάσουν. Οι κρατούμενοι έχουν ρίξει κιόλας στις πλάτες τους κάθε λογής κουρέλια, δεμένα με κάθε τρόπο που περνάει απ’ το μυαλό του ανθρώπου. Είναι περιτυλιγμένοι από το πηγούνι ως τα μάτια για να φυλαχτούν από την παγωνιά. Ξαπλωμένοι στις άκρες των ξυλοκρέβατων, με τις μπότες πάνω στην κουβέρτα και τα μάτια κλεισμένα, περιμένουν ακίνητοι ως τη στιγμή που ο αρχηγός της ομάδας φωνάζει:

«Όρθιοι» !

Η 104η ομάδα λαγοκοιμάται όπως κι’ όλη η παράγκα 9. Μόνο ο Πάβλο. ο υπαρχηγός, φαίνεται να λαγαριάζη κάτι μ’ ένα μολύβι, σαλεύοντας τα χείλη του. Και στην πάνω κουκέτα, ο Αλιόσκα ο Βαπτιστής, γείτονας του Σουκώβ, καθαρός και ξυρισμένος, διαβάζει το σημειωματάριό του, όπου έχει αντιγράψει τα μισά Ευαγγέλια.

Ο Σουκώβ μπαίνει μέσα σα σφαίρα, αλλά αθόρυβα και πάει κοντά στο κρεβάτι του υπαρχηγού της ομάδας. Ο Πάβλο σηκώνει το κεφάλι του:

«Δεν σας έκλεισαν στη φυλακή, Ιβάν Ντενίσιτς; Είσαστε ακόμη στη ζωή»;

Οι Ουκρανοί των Κάτω Καρπαθίων φωνάζουν στο στρατόπεδο τους άνδρες με τ’ όνομα και το πατρωνυμικό τους και πάντα στον πληθυντικό. Με κανέναν τρόπο δεν αλλάζουν τη συνήθεια αυτή.

Παίρνει τη μερίδα του ψωμιού και τη δίνει στον Σουκώβ. Πάνω στο ψωμί έχουν βάλει μια λουρίδα ζάχαρη που σχηματίζει ένα λοφάκο άσπρο.

Ο Σουκώβ είναι πολύ βιαστικός, ωστόσο απαντάει με όλο τον οφειλόμενο σεβασμό – ο υπαρχηγός της ομάδας είναι κι’ αυτός από τις κεφαλές και, στο βάθος, έχει πιο μεγάλη σημασία κι’ απ’ τον ίδιο το διοικητή του στρατοπέδου –. Παρ’ όλη όμως τη βιασύνη του – πρέπει να πιάση με τα χείλη του τη ζάχαρη, να γλύψη με τη γλώσσα ό,τι θ’ απομείνει απ’ αυτή πάνω στο ψωμί, να πατήση με το ένα πόδι στην τραβέρσα του ξυλοκρέβατου για να ψηλώση και να φτάση για να στρώση την κουβέρτα του – βρήκε τον καιρό να κοιτάξη τη μερίδα του ψωμιού του κι’ απ’ τις δυο πλευρές και να την πεζάρη στο χέρι του για να ιδή αν είναι πραγματικά 550 γραμμάρια που λέει ο κανονισμός. Έχει πιάσει στα χέρια του χιλιάδες τέτοιες μερίδες, στις φυλακές και στα στρατόπεδα και παρ’ όλο που δεν μπόρεσε ποτέ του να ζυγίση έστω και μία για να βεβαιωθή, παρ’ όλο που είναι δειλός και δεν τολμάει να κάνη φασαρία και να ζητήση το δίκηο του, τόχει καταλάβει από πολύν καιρό, όπως και όλοι οι κρατούμενοι, πως το ψωμί είναι λιπόβαρο, αν το ζυγίση τίμια κανείς. Κάτι λείπει από κάθε μερίδα, αλλά πόσο; Πολύ; Το κοιτάει λοιπόν κάθε μέρα για να καθησυχάση : Ίσως σήμερα να μην το ξάφρισαν πάρα πολύ. Ίσως να μην του λέιπουνε πολλά γραμμάρια.

«Καμιά κοσαριά, το λιγώτερο» – βγάζει το συμπέρασμα, κόβοντας στα δύο τη μερίδα του. Χώνει το ένα κομμάτι στα ρούχα του, κάτω απ’ το καπλατισμένο του σακάκι, όπου έχει ράψει γι’ αυτό το σκοπό μια τσέπη με άσπρο πανί (τα καπλατισμένα σακάκια για κρατούμενους φτειάχνονται από το εργοστάσιο χωρίς τσέπες). Σκέφτεται να φάη το άλλο μισό που οικονόμησε από τη σούπα τώρα κιόλας, αλλά όταν τρως γρήγορα είναι σαν να μην τρως, θα πάη χαμένο το ψωμί, χωρίς να του κόψη την πείνα.

[1] Α. Σολζενίτσιν, Μία ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς.

* με την ελπίδα να μην φτάσουμε κι εμείς σ’ αυτό το σηεμίο της εξαθλίωσης.

Ι.Λ.

Written by nomosophia

24 Φεβρουαρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Κύπρου ιστορία

leave a comment »

Απομνημονεύματα[1]

Όταν το 1821 η ηπειρωτική Ελλάς και αι νήσοι του Αιγαίου εξηγέρθησαν εναντίον των τυράννων, η Κύπρος δεν υστέρησεν εις αγώνας και θυσίας υπέρ της ελευθερίας. Ο Αρχιεπίσκοπος, οι Μητροπολίται και οι πρόκριτοι των Κυπριακών πόλεων και χωρίων εθανατώθησαν τότε υπό των Τούρκων και η νήσος εγνώρισεν ημέρας φρίκης, τρόμου και καταπιέσεως. Παρά ταύτα οι Κύπριοι δεν παρητήθησαν των αγώνων των και θα είχον ασφαλώς ελευθερωθή και ενωθή μετά της μητρός Ελλάδος, όπως ακριβώς άλλαι Ελληνικαί επαρχίαι και νήσοι, εάν η Κύπρος εξηκολούθει να παραμένη εις Τουρκικάς χείρας. Ατυχώς όμως η νήσος κατελήφθη υπό των Άγγλων διά συμβάσεως, υπογραφείσης το 1878 μεταξύ του Σουλτάνου και της Κυβερνήσεως Δισραέλη. Δυνάμει της συμβάσεως ταύτης η διακυβέρνησις της νήσου – την κυριαρχίαν της οποίας διετήρει θεωρητικώς ο Σουλτάνος – παρεχωρείτο εις την Βρεττανικήν Κυβέρνησιν έναντι ετησίου μισθώματος 92.800 Λιρών.

Οι Κύπριοι υπεδέχθησαν τότε τους Άγγλους, οι οποίοι ολίγον ενωρίτερον είχον παραχωρήσει την Επτάνησον εις το Ελληνικόν Βασίλειον, ως την χρυσήν γέφυραν, ήτις θα ωδήγει εις την Ένωσιν.

Αι ελπίδες τούτων διεψεύσθησαν, διότι, παρά τας επανειλημμένας διαμαρτυρίας και τα υπομνήματα προς την Βρεττανικήν Κυβέρνησιν διά την Ένωσιν μετά της μητρός Πατρίδος, εκείνη εκώφευσεν.

Παρά το γεγονός ότι ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος είχε διεξαχθή εν ονόματι της αρχής των εθνοτήτων, το δίκαιον αίτημα της Κύπρου παρεγνωρίσθη και πάλιν και η αρχή των εθνοτήτων κατεπροδόθη εν τω προσώπω του Κυπριακού λαού.

Αι συνθήκαι, αι οποίαι επηκολούθησαν, διεμόρφωσαν νέαν κατάστασιν πραγμάτων. Διά της συνθήκης της Λωζάννης (1923) η Τουρκία εγκατέλειψε πάντα τα επί της νήσου δικαιώματά της. Δύο έτη αργότερον (1η Μαΐου 1925), η Αγγλία ανεκήρυξε την Κύπρον, Αποικίαν του Στέμματος. Τούτο ήγειρε νέον κύμα διαμαρτυριών εν τη νήσω και νέα Πρεσβεία υπό τον Μητροπολίτην Κιτίου Νικόδημον μετέβη το 1929 εις Λονδίνον διά να αξιώση την Ένωσιν. Η απάντησις της Βρεττανικής Κυβερνήσεως υπήρξε και πάλιν αρνητική. «Η απάντησίς μου επί του ενωτικού ζητήματος» έγραφε, την 28ην Νοεμβρίου 1929, απαντών εις την πρεσβείαν ο λόρδος Πάσφηλδ, «δεν δύναται να είναι παρά η αυτή προς εκείνην, την οποίαν οι κατά διαδοχήν Υπουργοί επί των Αποικιών έχουν δώσει εις παρομοίας, κατά το παρελθόν, απαιτήσεις, ότι δηλονότι η Κυβέρνησις της Α. Μεγαλειότητος αδυνατεί να προσχωρήση εις ταύτας. Το θέμα τούτο, κατά την γνώμην των, έχει κλείσει οριστικώς και δεν δύναται πλέον να συζητηθή επωφελώς». Η τοιαύτη απάντησις προυκάλεσε ζωηράν αντίδρασιν εν Κύπρω, ήτις απεκορυφώθη διά της εθνικής εξεγέρσεως του 1931, ότε επυρπολήθη το κυβερνείον και εξεδηλώθησαν σοβαραί πράξεις ανυπακοής και αντιστάσεως. Η Βρεττανική Κυβέρνησις κατήργησε τότε τας υποτυπώδεις συνταγματικάς ελευθερίας του Κυπριακού λαού και διεκυβέρνησεν έκτοτε την Νήσον δικτατορικώς, διά της συγκεντρώσεως όλων των εξουσιών εις το πρόσωπον του Κυβερνήτου. Ο Κυπριακός λαός υπέστη την επακολουθήσασαν καταπίεσιν με καρτερίαν και αξιοπρέπειαν, παραμένων στερρώς προσηλωμένος εις το ιδεώδες της ελευθερίας και αποβλέπων σταθερώς εις την εθνικήν του αποκατάστασιν.

Η Κύπρος, καθ’ όλα αυτά τα έτη, υπήρξεν αντικείμενον αποικιακής εκμεταλλεύσεως και κακοδιοικήσεως. … Εις ποίαν τραγικήν θέσιν περιήγαγεν η Βρεττανική Διοίκησις τον Κυπριακόν λαόν από οικονομικής απόψεως ομολογεί εις το βιβλίον του «Οριεντέϊτιονς» (1937) εις πρώην Κυβερνήτης της Νήσου, ο Σερ Ρόναλντ Στορρς, λέγων επιγραμματικώς : «Η Κύπρος είναι τω όντι θανασίμως πτωχή».

Όταν κατά την διάρκειαν του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η Ελλάς υπέστη επίθεσιν εκ μέρους του Άξονος, ο Κυπριακός λαός, λησμονών την πικρίαν του, διεκήρηξε την προθυμίαν, όπως, ανεξαρτήτως των υφισταμένων διαφορών, συνεργασθή μετά της Βρεττανικής Κυβερνήσεως διά την επίτευξιν του κοινού σκοπού. Αι Βρεττανικαί αρχαί υπεδέχθησαν ευμενώς την τοιαύτην εκδήλωσιν και δεν έπαυσαν, καθ’ όλην την διάρκειαν του πολέμου, να δίδουν αφειδώς υποσχέσεις εις τους Έλληνας και ιδιαιτέρως εις τους Κυπρίους. Ενδεικτικόν του πνεύματος των υποσχέσεων τούτων ήτο το περιεχόμενον συνθημάτων, τα οποία το 1940 ανεγράφησαν έξωθεν των Βρεττανικών Στρατολογικών Γραφείων: «Κύπριοι, κατατασσόμενοι εις τον Αγγλικόν στρατόν πολεμάτε διά την Ελλάδα και την ελευθερίαν». Τριάντα χιλιάδες Κύπριοι, δίδοντες πίστιν εις τας Βρεττανικάς ταύτας υποσχέσεις, κατετάχθησαν τότε εις τον Βρεττανικόν στρατόν και ηγωνίσθησαν παρά το πλευρόν των Συμμάχων διά την κοινήν ελευθερίαν.

Δυστυχώς, όταν η νίκη εστεφάνωσε τα συμμαχικά όπλα, το δικαίωμα των Κυπρίων δι’ ελευθερίαν και αυτοδιάθεσιν ελησμονήθη ακόμη μίαν φοράν Διά να διεκδικήση το δικαίωμα τούτο μετέβη τον Δεκέμβριον του 1946 εις Λονδίνον και άλλη Κυπριακή Αντιπροσωπεία, διά να λάβη όμως και πάλιν την αυτήν αρνητικήν απάντησιν.

[1] στρατηγού Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, «Απομνημονεύματα, αγώνος ΕΟΚΑ 1955-1959», σελ. 5 επ., Ίδρυμα Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, Αθήναι 1984.

Written by nomosophia

17 Φεβρουαρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

οικονομία

leave a comment »

περί τοκογλυφίας και υπονόμευσης του μικρού και μεσαίου παραγωγού[1]

Η διαμόρφωση της κοινωνικής ομάδας των μεγαλεμπόρων που ελέγχουν τις παραδοσιακές, δηλαδή τις τοκογλυφικές, δανειστικές σχέσεις, χρονολογείται πολύ πριν την ελληνική επανάσταση και συχνά οι σχέσεις αυτές θα πρέπει να συνδυάζονται με την ενοικίαση των φορολογικών προσόδων για λογαριασμό του οθωμανικού κράτους. Η διαδικασία διαμόρφωσης της κυριότερης κεφαλαιουχικής ομάδας συμπίπτει με τη διαμόρφωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Τα ισχυρά τους ερείσματα στην ελληνική κοινωνία δεν οφείλονται στην παλαιότητά τους, αλλά στο ότι, εκτός από το εμπόριο, ελέγχουν σχεδόν αποκλειστικά την πίστη που προσφέρουν προς πολλαπλές κατευθύνσεις σε μια σχέση τοκογλυφικού δανεισμού. Η γενικευμένη έλλειψη κεφαλαίων που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία μετά την επανάσταση θα πρέπει να επιτείνει τον έλεγχο που ασκεί η ομάδα αυτή στην αγροτική παραγωγή διαμέσου της χρηματοδότησής της με όρους τοκογλυφίας. Η σχέση εμπορικού τοκογλυφικού κεφαλαίου και παραγωγής είναι ο θεμελιακός όρος της οικονομικής κυριαρχίας των μεγαλεμπόρων.

Η μεγάλη ζήτηση πιστώσεων στην Ελλάδα την ίδια περίοδο δεν εξυπονοεί κάποια ιδιαίτερα έντονη οικονομική δραστηριότητα συνδυασμένη με μια διαδικασία αποπτώχευσης. Η κατηγορία του πληθυσμού, όπου μια παρόμοια διαδικασία θα μπορούσε να αναπτυχθεί, είναι οι αγροτικές οικογένειες μικρών καλλιεργητών που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία του συνολικού και του παραγωγικού πληθυσμού. Αυτή η κατηγορία του πληθυσμού διαθέτει τόση καλλιεργήσιμη έκταση ανά οικογένεια ώστε να είναι δυνατή η αναπαραγωγή της, κυρίως διαμέσου της αυτοκατανάλωσης μέρους των παραγόμενων προϊόντων. Η αυτοκατανάλωση είναι οικονομική συμπεριφορά παλαιότερη από την ίδια την ελληνική κοινωνία. Στην περίοδο που εξετάζουμε, ο βαθμός της αυξάνεται στις περιοχές των μικτών καλλιεργιών και μειώνεται εκεί όπου το παραγόμενο προϊόν έχει άμεσες χρηματικές απολαβές για την αγροτική οικογένεια. Οι ισορροπίες αυτές αρχίζουν αργά να ανατρέπονται μόνο από τη δεκαετία του 1870. Η μεγάλη ζήτηση πιστώσεων οφείλεται στην έλλειψη μετρητών στο επίπεδο των άμεσων παραγωγών, γεγονός που εξηγεί την προσφυγή τους στον τοκογλυφικό δανεισμό ενόψει των φορολογικών και καλλιεργητικών αναγκών της αγροτικής οικογένειας. Το επιτόκιο κυμαίνεται από 15% ως 45% για μια διάρκεια μέχρι ένα χρόνο, που αφορά στην αγροτική παραγωγή. Η διάρκεια του δανεισμού μπορεί να αυξάνεται εφόσον οι δανειζόμενοι, συνήθως έμποροι ή οι ελάχιστοι ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων γης, διαθέτουν υποθηκευμένο αντίκρισμα, αλλά με κεφαλαιοποίηση των απλήρωτων τόκων και συνεπώς ιλιγγιωδώς αυξανόμενο επιτόκιο. Στις τοκογλυφικές δανειστικές σχέσεις μεταξύ εμπορικού κεφαλαίου και αγροτικής παραγωγής, εγγύηση για το δανειστή αποτελεί το προϊόν που προκύπτει από την εργασία της αγροτικής οικογένειας. Το δάνειο εξοφλείται σε είδος με το σύστημα της προαγοράς της εμπορευματοποιήσιμης παραγωγής. Η τιμή αυτή κυμαίνεται ανάλογα με την καλλιέργεια, τη σχέση ζήτησης και προσφοράς δανείων και το βαθμό της φορολογικής πίεσης. Η φορολογική επιβάρυνση της παραγωγής στην περίπτωση των μικρών καλλιεργειών, που αφορά στη μεγαλύτερη έκταση των εδαφών και στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, υπολογίζεται στο ακαθάριστο προϊόν και εξοφλείται κατά ένα ποσοστό σε είδος. Η επιβάρυνση αυξάνει όταν ο καλλιεργητής είναι ενοικιαστής εθνικής γης.

Το συμφέρον των εμπόρων – τοκογλύφων είναι να μην κυκλοφορούν μετρητά στο επίπεδο των άμεσων παραγωγών, ώστε να ελέγχουν την παραγωγή τους ως χρηματοδότες της. Άλλωστε, ως κύριοι κάτοχοι του πλούτου σε μεταλλικό νόμισμα και σχεδόν αποκλειστικοί διακινητές του, ελέγχουν την κυκλοφορία του χρήματος, προσανατολίζοντάς την με βάση τα εμπορικά και χρηματιστικά τους συμφέροντα. Θα ήταν σοβαρή υποτίμηση του κοινωνικού ρόλου των μεγαλεμπόρων – τοκογλύφων να τους ονομάσουμε μεταπράτες : Η σύνθετη οικονομική δραστηριότητά τους ξεπερνάει κατά πολύ την απλή αγορά και μεταπώληση ενός προϊόντος. Και το κυριότερο είναι ότι η χρηματοδότηση της παραγωγής διαμέσου της τοκογλυφίας επιτρέπει τη ρύθμιση της τιμής του προϊόντος στον τόπο της παραγωγής, δηλαδή τη διαμόρφωση ενός χαμηλού κόστους εργασίας και συνεπώς φθηνού για τον έμπορο προϊόντος. Τα δεδομένα αυτά μας επιτρέπουν να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι η τοκογλυφική πίεση αποτελεί τον κύριο μηχανισμό ιδιοποίησης της γαιοπροσόδου από το εμπορικό κεφάλαιο. Οι σχέσεις εκμετάλλευσης που εξυπακούονται διαμορφώνονται μεταξύ εμπόρων – τοκογλύφων και των αγροτικών οικογενειακών μονάδων παραγωγής. Η ιδιοποίηση μέρους της γαιοπροσόδου που πραγματοποιεί το κράτος διαμέσου της φορολογίας είναι συμπληρωματική της ιδιοποίησης που πραγματοποιούν οι έμποροι – τοκογλύφοι, στο βαθμό που η δεύτερη εντάσσεται σε μια διαδικασία χρηματικής συσσώρευσης, από ιδιώτες.
[1] από τα «Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας», Πέτρου Πιζάνια, «δανειστικές σχέσεις και οικονομική κυριαρχία στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», σελ. 302-304, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1991

Written by nomosophia

5 Φεβρουαρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Οικονομία