ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Ιουλίου 2010

Διπλωματία

leave a comment »

1923
Η ελληνική πρωτοβουλία για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, η εξαίρεση των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης και το ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.[1]

Η διευθέτηση των συνοριακών διαφορών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας συνοδεύτηκε χρονικά από το διακανονισμό και της τύχης των μειονοτήτων στις δύο χώρες με βάση την αρχή της ανταλλαγής των πληθυσμών. Οι όροι, εν τούτοις, της τελικής αποφάσεως είχαν διαγραφεί προτού αρχίσουν οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Η πρόθεση της Άγκυρας να απαλλαγεί από την παρουσία κάθε αλλογενούς στοιχείου, οργανικά συναρτημένη με την εθνικιστική πολιτική του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, είχε, μετά την επικράτηση στο πεδίο των μαχών, οδηγήσει στην αμείλικτη δίωξη και τη μαζική εξόντωση των Ελλήνων τής Μ. Ασίας. Η συγκεκριμένη πρόταση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, κάτω από τις συνθήκες αυτές, θα διατυπωθεί, όπως αποδεικνύουν πρόσφατες έρευνες, από την ελληνική πλευρά. Στις 13 Οκτωβρίου, ευθύς μετά την υπογραφή της ανακωχής και την ουσιαστική αποκατάσταση της τουρκικής κυριαρχίας στην ανατολική Θράκη, ο Βενιζέλος είχε τηλεγραφήσει στον Φρίτζχοφ Νάνσεν, ειδικά εντεταλμένο επίτροπο τής Κ.Τ.Ε. για την παροχή αρωγής στους πρόσφυγες:

«Ο υπουργός των Εσωτερικών της κυβερνήσεως της Άγκυρας δήλωσε, πριν από 15 μέρες, ότι οι Τούρκοι έχουν αποφασίσει να μην ανεχθούν στο έξης την παρουσία των Ελλήνων στα οθωμανικά εδάφη θα προτείνει λοιπόν στην προσεχή συνδιάσκεψη την υποχρεωτική προσφυγή στην ανταλλαγή των πληθυσμών, ελληνικού και τουρκικού. Η προσέγγιση του χειμώνα θα καταστήσει την επίλυση του προβλήματος της κατοικίας των προσφύγων δυσχερέστερη ακόμη και από εκείνη του ανεφοδιασμού τους. Λαμβάνω το θάρρος να σας παρακαλέσω επίμονα να προβήτε στη λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου προκειμένου να επιτευχθεί η έναρξη της μετακινήσεως των πληθυσμών πριν από την υπογραφή της ειρήνης …»

Η δραματική πρωτοβουλία του Έλληνα πολιτικού ήταν απότοκη της ψύχραιμης σταθμίσεως των τετελεσμένων γεγονότων: η μαζική φυγή των τελευταίων υπολειμμάτων του ελληνικού στοιχείου από τα εδάφη της Μικρασίας, του Πόντου και, ήδη, της Θράκης είναι αδύνατο να ανακοπεί, αν δεν εξασφαλιστεί έγκαιρα η αντίστοιχη απαλλαγή των βόρειων ελληνικών επαρχιών από την παρουσία των μουσουλμανικών πληθυσμών, δυνατή μόνο με συμβατική πράξη, η Ελλάδα θα στερηθεί πλέον από κάθε μέσο πίεσης για την εκτόπιση τους.

Η υιοθέτηση της προτάσεως και η ανάληψη της διαμεσολαβητικής πρωτοβουλίας από τον ύπατο αρμοστή της Κ.Τ.Ε., με τη θετική συμπαράσταση και των συμμαχικών κυβερνήσεων, δεν θα αρκέσει, εν τούτοις, για να οδηγήσει στην επίτευξη άμεσης συμφωνίας. Η ασυγκράτητη έξοδος των ελληνικών πληθυσμών από τα τουρκικά εδάφη αρκεί για να ερμηνεύσει την παρελκυστική τακτική της Άγκυρας: εφόσον θα είχε οριστικά απαλλαγεί από την παρουσία του ελληνικού στοιχείου, η τουρκική κυβέρνηση θα ήταν δυνατό να διαπραγματευθεί από διαφορετική θέση το καθεστώς της μουσουλμανικής μειονότητας στη Μακεδονία, τη Θράκη, το ανατολικό Αιγαίο και την Κρήτη. Μολοντούτο, η ουσιαστική σύγκλιση των απόψεων θα επιτρέψει, με τη δραστική παρώθηση και των συμμαχικών αντιπροσωπειών, τη σύντομη επίτευξη συμφωνίας στο πλαίσιο των εργασιών της ειρηνευτικής συνδιασκέψεως. Η θεσμοθέτηση, όμως, του υποχρεωτικού χαρακτήρα της ανταλλαγής θα συνοδευόταν από την πρόβλεψη της εξαιρέσεως, μετά από επίμονο ελληνικό αίτημα, των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως και, σε αντιστάθμιση της, των μουσουλμάνων της δυτικής Θράκης.

Η παρέλκυση της τελικής συμφωνίας για την ανταλλαγή των πληθυσμών είχε, στο πλαίσιο των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, συνυφανθεί και με το ζήτημα της έδρας και των προνομίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το πρόβλημα ανέκυψε οξύ όταν, στις 16 Δεκεμβρίου 1922, ή τουρκική αντιπροσωπεία κατέθεσε στη Συνδιάσκεψη το κείμενο διακηρύξεως της Μεγάλης Εθνοσυνελεύσεως: Μετά την κατάλυση του οθωμανικού καθεστώτος και την κατάργηση των παραχωρήσεων του σουλτάνου προς τους εκπροσώπους των θρησκευτικών μειονοτήτων της αυτοκρατορίας, η ελευθερία της λατρείας θα παρέμενε σεβαστή, αλλά το Πατριαρχείο — πού λειτουργούσε «κυρίως ως πολιτικός θεσμός» — όφειλε να απομακρυνθεί από το τουρκικό έδαφος. Ανήσυχος, ο Πατριάρχης Μελέτιος Δ’ δεν απέκλειε τη μεταφορά της έδρας του στη Θεσσαλονίκη ή το Άγιο Όρος• άλλ’ η πολιτική ηγεσία και η κοινή γνώμη στην Ελλάδα θα απορρίψει κατηγορηματικά κάθε παρόμοια σκέψη. Η εμπλοκή παρακάμφθηκε με συμβιβαστική πρόταση του Βενιζέλου — ταυτόσημη με παράλληλη εισήγηση του Κώρζον: το Πατριαρχείο θα ήταν δυνατό να παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη περιορίζοντας τη δραστηριότητα του σε αυστηρά θρησκευτικά πλαίσια. Η αποδοχή της νέας διατυπώσεως από την τουρκική πλευρά επέτρεψε την ολοκλήρωση των εργασιών της υποεπιτροπής, τη σύνταξη του τελικού κειμένου και την υπογραφή, από τους εκπροσώπους της Ελλάδας και της Τουρκίας, στις 30 Ιανουαρίου, της συμβάσεως για την ανταλλαγή των πληθυσμών, της συμφωνίας για την ανταλλαγή των αιχμαλώτων και του πρωτοκόλλου για τούς ομήρους.

Στην ειδικότερη διατύπωση της, η ελληνοτουρκική συμφωνία προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή των εγκατεστημένων στα τουρκικά εδάφη και κατόχων της τουρκικής υπηκοότητας ορθόδοξων χριστιανών με τους εγκατεστημένους στα ελληνικά εδάφη και κατόχους της ελληνικής υπηκοότητας μουσουλμάνους. Οι ανταλλάξιμοι δεν θα είχαν το δικαίωμα να επιστρέψουν μελλοντικά στις εστίες τους χωρίς την άδεια των αντίστοιχων κυβερνήσεων της Τουρκίας και της Ελλάδας. Από τον γενικό αυτό κανόνα εξαιρέθηκαν οι Έλληνες ορθόδοξοι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της δυτικής Θράκης.

Η ανασύνθεση των πληθυσμικών όρων στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο όπου είχαν για αιώνες συμβιώσει Έλληνες και Τούρκοι, συνιστούσε Ιστορική πρόκληση, από την αντιμετώπιση της οποίας εξαρτιόταν σε σημαντικό βαθμό και η εξέλιξη των σχέσεων ανάμεσα στους δύο λαούς. Το μουσουλμανικό στοιχείο αριθμούσε στη δυτική Θράκη, το 1920, 86.793 ψυχές ενώ ο ελληνικός πληθυσμός στην Κωνσταντινούπολη ανερχόταν σε 279.788 κατά τη στατιστική του 1924 και σε 103.000 περίπου σύμφωνα με τη νέα καταμέτρηση του 1934. Το κρίσιμο ερώτημα εντοπιζόταν, καταρχήν, στη δυνατότητα για τη διασφάλιση της αμοιβαιότητας σ’ ό,τι αφορούσε τόσο την αριθμητική ισορροπία όσο και την Ισότιμη μεταχείριση των δύο μειονοτικών ομάδων. Η τυχόν καταστρατήγηση του κανόνα αυτού, με την προσβολή των δικαιωμάτων ή και τον αφανισμό της μιας από τις κοινότητες, πέρα από τον άμεσο αντίκτυπο στο διμερές επίπεδο, θα επέσυρε και τον κίνδυνο της πιθανής μετατροπής εκείνης που θα επιβίωνε σε όργανο πίεσης και αναταραχής, στην περίπτωση μάλιστα που δεν θα είχαν οριστικά απεμποληθεί οι ανταγωνιστικές τάσεις ή και οι επεκτατικές βλέψεις του ενός σε βάρος του άλλου γειτονικού κράτους.

[1] Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, Η ελληνική εξωτερική πολιτική – 1900-1945, σ. 175-178, Εστία 1992.

Written by nomosophia

21 Ιουλίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Πολιτική

Απόκρυφες Ιστορίες

leave a comment »

[Θεοδώρα_πατρικίες_Ραβέννα.bmp]ιστορίες από τη νεότητα της αυτοκράτειρας Θεοδώρας[1]

Aπό τότε που ανακαλύφθηκε το χειρόγραφο της Απόκρυφης ιστορίας, [της νεότητας της Θεοδώρας] περί τα μέσα του 17ου αιώνα, αυτό το σκανδαλιστικό κείμενο γνώρισε μια σχεδόν οικουμενική αποδοχή. Πρέπει λοιπόν να το δεχτούμε χωρίς καμιά αμφισβήτηση; Ένας λίβελος δεν συνιστά φυσικά ιστορία, κι έχουμε κάθε δικαίωμα ν’ αναρωτιόμαστε πόση αλήθεια κρύβουν όλες αυτές οι εκπληκτικές περιπέτειες.
“Δεν μπορεί κανείς να επινοήσει ιστορίες τόσο απίστευτες, συνεπώς, πρέπει να είναι αληθινές”, διακήρυσσε άλλοτε ο Γίββων. Τα τελευταία χρόνια, αντίθετα, πολλά αξιόλογα μυαλά αμφισβήτησαν κατ’ επανάληψη το κύρος της μοναδικής μαρτυρίας του Προκόπιου κι έγινε πολλή κουβέντα για τον «μύθο της Θεοδώρας». Χωρίς να θέλω να ξαναρχίσω αυτή τη συζήτηση και χωρίς να παραγνωρίζω την αξία ορισμένων απ’ αυτές τις παρατηρήσεις, θεωρώ ωστόσο αστόχαστη την προσπάθεια να αποδειχτεί αθώα περιστερά εκείνη την οποία η Απόκρυφη ιστορία αμαύρωσε τόσο υβριστικά. Είναι πολύ δυσάρεστο το ότι ο Ιωάννης, ο Επίσκοπος της Εφέσου, που ανήκε στο στενό περιβάλλον της Θεοδώρας και τη γνώριζε καλά, παρέλειψε, από σεβασμό προς τους άρχοντες, να μας μεταφέρει τις ύβρεις με τις οποίες οι θεοσεβείς μοναχοί, μια φάρα που τα λέει έξω απ’ τα δόντια, κατακεραύνωναν κατ’ επανάληψη την αυτοκράτειρα: ωστόσο είναι βέβαιο ότι ανάμεσα στους συγχρόνους της κι άλλοι εκτός από τον Προκόπιο δεν έχαναν την ευκαιρία να σχολιάσουν επικριτικά την αυτοκράτειρα και ότι οι άνθρωποι του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος, όπως ο γραμματέας Πρίσκος και ο έπαρχος Ιωάννης Καππαδόκης, γνώριζαν τα αδύνατα σημεία της και εκεί τη χτυπούσαν. Δεν ξέρω αν όντως η Θεοδώρα είχε έναν γιο απ’ τη νεότητα της, γιο που της φορτώνει ο Προκόπιος, η γέννηση του οποίου υπήρξε, καθώς φαίνεται, ένα ατυχές γεγονός: όμως είναι βέβαιο ότι είχε μια κόρη που σίγουρα δεν ήταν του Ιουστινιανού, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι το εν λόγω ενθύμιο του ταραχώδους παρελθόντος της συνιστούσε σοβαρό πρόβλημα για την αυτοκράτειρα ή ότι ενοχλούσε τον Ιουστινιανό, κρίνοντας από την επιτυχημένη σταδιοδρομία του γιου της κόρης της Θεοδώρας στην Αυλή. Τέλος, ορισμένα στοιχεία της ψυχολογίας της Θεοδώρας, οι φροντίδες της για τα φτωχά κορίτσια της πρωτεύουσας που κατέληγαν στο πεζοδρόμιο το συχνότερο από ανάγκη επιβίωσης κι όχι από σεξουαλική διαστροφή, τα μέτρα που έλαβε για να λυτρώσει αυτές τις δυστυχισμένες γυναίκες και να τις απελευθερώσει, όπως αναφέρει ένας σύγχρονός της συγγραφέας, «από τον ζυγό της εξευτελιστικής τους σκλαβιάς», η κάπως περιφρονητική αυστηρότητα με την οποία αντιμετώπιζε πάντα τους άνδρες, ταιριάζουν αρκετά με τα θρυλούμενα για τη νεότητα της. Κι αν όντως αποδεχτούμε όλα αυτά τα αναντίρρητα, τότε δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να απορρίπτουμε συλλήβδην όλα όσα μας αφηγείται η Απόκρυφη ιστορία.[2]
Να πιστέψουμε, λοιπόν, ότι οι περιπέτειες της Θεοδώρας προξένησαν το φοβερό σκάνδαλο που αναφέρει ο Προκόπιος, ότι η Θεοδώρα υπήρξε πράγματι, όπως μας την παρουσιάζει, μια εταίρα πολυτελείας, ένας αληθινός άγγελος του κακού ο οποίος, εκπληρώνοντας το θέλημα του Διαβόλου, περιέφερε στον κόσμο την ξεδιαντροπιά της; Δεν πρέπει ωστόσο να μας διαφύγει το γεγονός ότι ο Προκόπιος προικίζει πρόθυμα τις προσωπικότητες που ανεβάζει στο προσκήνιο της Ιστορίας με ένα σχεδόν επικό μεγαλείο διαστροφής, κι όσο παρακινδυνευμένη κι αν είναι η απόπειρα να καθορίσουμε το πόσο χαμηλά είχε πέσει η Θεοδώρα, εγώ ευχαρίστως επιλέγω να την αντιμετωπίζω ως ηρωίδα μιας μάλλον τετριμμένης ιστορίας: μια χορεύτρια η οποία, συμπεριφερόμενη όπως σχεδόν όλες οι όμοιες της, κουράστηκε μια μέρα από τους δίχως αύριο έρωτες και βρίσκοντας έναν άνδρα σοβαρό που θα της εξασφάλιζε μια σταθερή σχέση, αποφάσισε να νοικοκυρευτεί μ’ έναν γάμο και ν’ αφοσιωθεί στη χριστιανική λατρεία. Ήταν τυχοδιώκτρια, αν θέλετε, ωστόσο ήταν έξυπνη, διακριτική και αρκετά επιδέξια, ώστε να σώζει τα προσχήματα και να κατορθώσει να παντρευτεί έναν μελλοντικό αυτοκράτορα χωρίς να προκαλέσει κανένα φοβερό σκάνδαλο. Αυτή η Θεοδώρα, το γνωρίζω, περιγράφεται στο έργο του Λουντοβίκ Αλεβί[3] Βιρζινί Καρντινάλ. Όμως, δεν είναι αυτή η Θεοδώρα που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω. Είναι μια άλλη που τη γνωρίζουμε πολύ λιγότερο και η οποία παρουσιάζει πραγματικά εξαιρετικό ενδιαφέρον: μια σπουδαία αυτοκράτειρα που στάθηκε επάξια στο πλευρό του Ιουστινιανού και η οποία έπαιξε συχνά αποφασιστικό ρόλο στο πλαίσιο της κυβέρνησης, μια γυναίκα ανώτερης πνευματικότητας, σπάνιας ευφυΐας, αδάμαστης θέλησης, ένα δεσποτικό και αλαζονικό πλάσμα, μια γυναίκα βίαιη και παθιασμένη, πολύπλοκη και συχνά προβληματική, κι ωστόσο πάντοτε απείρως σαγηνευτική.

[1] Καρόλου Ντιλ, Πορτραίτα Βυζαντινών, σ. 72-75, εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2003.
[2] Πρέπει να προσθέσουμε ότι σε ένα απόσπασμα, δυστυχώς αρκετά σκοτεινό, των Βίων των τρισμαχάρων της Ανατολής ο Ιωάννης της Εφέσου, που γνώριζε καλά την αυτοκράτειρα, την αποκαλεί ωμά, αλλά δίχως να φαίνεται ότι την κατηγορεί γι αυτό, «Θεοδώρα, η δημόσια κόρη». Αν η μετάφραση εκ του πορνείου, με την οποία ο Land απέδωσε το συριακό κείμενο, είναι ακριβής, το κείμενο αυτό θα επιβεβαίωνε με μια λέξη την ουσία όλων όσων αφηγείται διά μακρών ο Προκόπιος.
[3] Ludovic Halevy: (1834-1908) Γάλλος συγγραφέας μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων. (Σ.τ.Μ.)

Written by nomosophia

14 Ιουλίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Τραγωδία

leave a comment »

για το χρυσάφι [1]

Χαράματα. Οι Αχαιοί, που έχουν περάσει τον Ελλήσποντο ταξιδεύοντας από το κουρσεμένο Ίλιο για την πατρίδα τους, είναι στρατοπεδευμένοι σε μια ακρογιαλιά στη Θρακική χερσόνησο. Μπροστά στη σκηνή του Αγαμέμνονα παρουσιάζεται μετέωρο το φάντασμα του Πολύδωρου.

– Άφησα τα σκοτεινά τα βάθη των νεκρών και τις πόρτες του σκοταδιού, όπου ξέχωρα απ’ τους θεούς κατοικεί ο Άδης, κ’ έχω ερθεί εδώ εγώ ο Πολύδωρος, που μάννα μου είναι η θυγατέρα του Κισσέα η Εκάβη[2] και πατέρας μου ο Πρίαμος. Σαν έφτασε σε κίνδυνο η πόλη των Φρυγών[3] να τη ρίξη κάτω το Ελληνικό κοντάρι, φοβήθηκε ο πατέρας μου και γι’ αυτό μ’ έστειλε κρυφά από τον Τρωϊκό τον τόπο στο παλάτι του Πολυμήστορα, του Θρακιώτη φίλου του, που σπέρνει ετούτον εδώ τον καρπερό κάμπο στη Χερσόνησο και λαό καβαλλάρηδων κυβερνάει με το κοντάρι του. Και χρυσάφι περισσό βγάζει κρυφά και το στέλνει μαζί μ’ εμένα ο πατέρας, για να μη βρεθούνε σε φτώχεια όσα παιδιά του θα ζούσανε, αν καμμιά φορά πέφτανε τα κάστρα του Ίλιου. Ο πιο μικρός από τους γιούς τού Πριάμου ήμουν εγώ, και γι’ αυτό μ’ έστειλε κρυφά έξω από τον τόπο μας. Γιατί ούτε όπλα ούτε σπαθί μπορούσα να βαστώ στο παιδικό μου χέρι. Κι όσο στέκανε ορθά τα κάστρα της χώρας και δε σπάζανε οι πύργοι κι όσο με το κοντάρι του νικούσε ο αδερφός μου ο Έκτορας, όλον αυτόν τον καιρό καλοθρεφόμουν κοντά στο Θρακιώτη φίλο του πατέρα μου και σα βλαστάρι μεγάλωνα ο άμοιρος. Μα σα χάθηκε και Τροία και Έκτορας και σαν ξεθεμελιώθηκε το σπίτι του πατέρα μου κι ο ίδιος σαν έπεσε πλάϊ στο θεόχτιστο[4] βωμό σφαγμένος από τον αιματόβρεχτο το γιο του Αχιλλέα, με σκότωσε για το χρυσάφι εμένα τον ταλαίπωρο ο φίλος του πατέρα μου και, σα με σκότωσε, μ’ έρριξε στα κύματα της θάλασσας, για νάχη αυτός το χρυσάφι σπίτι του. Άθαφτος κι αθρήνητος[5]

[1] Ευριπίδου, Εκάβη, στ. 1-27, σε μετάφραση Αθ. Χ. Παπαχαρίση, Πάπυρος, εν Αθήναις 1958.
[2] Δεν ακολουθεί εδώ ο Ευριπίδης τον Όμηρο [Ιλ. Φ 84-85], που για μάννα του Πολύδωρου ξέρει τη Λαοθόη και για πατέρα της Εκάβης όχι τον Κισσέα, αλλά το βασιλέα της Φρυγίας Δύμαντα [Ιλ. Π 717]
[3] Πόλη των Φρυγών εννοείται το Ίλιο. Ο Όμηρος ξεχωρίζει τους Τρώες από τους Φρύγες και την Τροία από τη Φρυγία. Μα οι τραγικοί, όπως εδώ ο Ευριπίδης, πολλές φορές τους Τρώες τους λένε Φρύγες
[4] Ο Απόλλωνας με τον Ποσειδώνα χτίσανε το κάστρο του Ίλιου, όπως βλέπουμε στην Ιλιάδα [Η 453] και στις Τρωάδες του Ευριπίδη [στ. 4-5], και βέβαια και το βωμό στην ακρόπολη, που ο Πολύδωρος γι’ αυτό θεόδμητον [=θεόχτιστο] τον λέει εδώ.
[5] Αγιάτρευτη πίκρα για τον Πολύδωρο που κανένας δε χύνει ένα δάκρυ για το θάνατό του. Τιμή προς το νεκρό είναι το κλάμα: «Πάτροκλον κλαίωμεν, ό γαρ γέρας εστί θανόντων», λέει στους Μυρμιδόνες του ο Αχιλλέας [Ομ. Ίλ. Ω 9]. Κι ο Σόλων [Απ. 19] εύχεται στον εαυτό του: Μηδέ μοι άκλαυτος θάνατος μόλοι, αλλά φίλοισι καλαλείποιμι θανών άλγεα και στοναχάς. [Μη μούρθη ο θάνατος και δε με κλάψουνε, πίκρες και στεναγμούς στους δικούς μου ν’ αφήσω σαν πεθάνω]. Η δε Αντιγόνη πονεί γιατί κανένας δεν την κλαίει [Σοφ. Αντ. 876, 881].

Written by nomosophia

7 Ιουλίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία