ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Σεπτεμβρίου 2010

μεγάλες ναυμαχίες

leave a comment »

Αργινούσες[1]

Μετά τη κατάληψη της Δεκέλειας και την πανωλεθρία της Σικελίας, η πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Αθήνα γινόταν όλο και περισσότερο κρίσιμη και επισφαλής. Οι Αθηναίοι από στιγμή σε στιγμή απειλούνταν να δουν τους εχθρούς τους από τη Σικελία, μαζί με πρώην συμμάχους τους από τα νησιά και τα παράλια της Μ. Ασίας, να επιτίθενται κατά του Πειραιά, ενώ η Σπάρτη με τη βοήθεια των Περσών είχε δημιουργήσει ισχυρό στόλο. Η Βουλή, μην μπορώντας να αντιμετωπίσει την κρίσιμη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Πόλη, αναγκάστηκε να αναθέσει τη διοίκηση των επειγουσών υποθέσεων του Δήμου σε δεκαμελή επιτροπή, αυτήν των Προβούλων, ενώ οι πολιτικές παρατάξεις των αριστοκρατών και μετριοπαθών δημοκρατικών ενώθηκαν και απειλούσαν να καταλύσουν το δημοκρατικό πολίτευμα. Ο λαός όμως είχε ήδη κουραστεί από τον μακροχρόνιο πόλεμο, χάρη του οποίου είχε υποστεί πολλές θυσίες, χωρίς μάλιστα να έχει πια ελπίδες για νίκη. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκε η ολιγαρχική παράταξη, με αρχηγούς τον Πείσανδρο, τον Αντιφώντα και τον Φρύνιχο, που με τη βοήθεια των παραπάνω παρατάξεων το 411 κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα. Στη θέση της Εκκλησίας του Δήμου και της Βουλής ορίστηκε μια συνέλευση των «Πέντε Χιλιάδων», που εκπροσωπούσε την ανώτερη και μεσαία τάξη, ουσιαστικά όμως η εξουσία συγκεντρώθηκε στην Αρχή των Τετρακοσίων, που και αυτή μετά τετράμηνο καταλύθηκε, γιατί αθέτησε τις υποχρεώσεις, που είχε αναλάβει έναντι του Δήμου και κυρίως το να επιτύχει μια συνδιαλλαγή με τη Σπάρτη. Μετά από ταραχές στην Αθήνα οι μετριοπαθείς υπό τους Θηραμένη και Αριστοκράτη, επεκράτησαν των ολιγαρχικών και επανέφεραν τη συνέλευση των «Πέντε Χιλιάδων». Στην κατάλυση της Αρχής των Τετρακοσίων συνέβαλε κατά πολύ η απόφαση των πληρωμάτων του στόλου που βρίσκονταν στη Σάμο, για την προάσπιση του ανατολικού Αιγαίου, να αποκηρύξουν τους ολιγαρχικούς και να ζητήσουν να ανατεθεί η στρατηγία στον Αλκιβιάδη, ο οποίος είχε διαρρήξει τους δεσμούς του με τη Σπάρτη, ενώ διατηρούσε καλές σχέσεις με τον Τισσαφέρνη. Αλλά και το πολίτευμα που καθιδρύθηκε από τον Θηραμένη, που τόσο θαύμαζε ο γνωστός για την κριτική του στάση έναντι της δημοκρατίας Θουκυδίδης και το οποίο τόσο επαινούσε ο Αριστοτέλης, δεν διατηρήθηκε για πολύ. Μετά από διαπραγματεύσεις με τον στόλο της Σάμου μετριοπαθείς και δημοκρατικοί συμφιλιώνονται, ενώ οι φιλολάκωνες ολιγαρχικοί εκτελούνται ή δραπετεύουν στην Δεκέλεια, την οποία κατείχαν οι Λακεδαιμόνιοι. Ο Αλκιβιάδης ανακαλείται από την Σάμο, όπου φυγοδικούσε, αποκαθάρει εαυτόν από την εις βάρος του ερήμην καταδικαστική απόφαση για ασέβεια και του ανατίθεται η γενική αρχηγία. Ο Αλκιβιάδης επιστρέφει στη Σάμο και από εκεί οδηγεί τον στόλο στο Νότιο, κοντά στη Έφεσο, όπου ναυλοχεί ο Λύσανδρος με τον στόλο των Σπαρτιατών. Ο Αλκιβιάδης αναθέτει την επιμελητεία του στόλου στον κυβερνήτη Αντίοχο και ο ίδιος αποπλέει προς τα Μικρασιατικά παράλια με σκοπό αφενός να καταστείλει τον κίνδυνο ανταρσία των παράλιων πόλεων και αφετέρου να συγκεντρώσει χρήματα. Παρά την ρητή του εντολή προς τον Αντίοχο, να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση με τον Λύσανδρο, αυτός επιτίθεται πρώτος και ηττάται, χάνοντας την ίδια του τη ζωή. Οι Αθηναίοι υφίσταται σημαντικές απώλειες σε ανθρώπους και σε πλοία. Τα δυσάρεστα νέα εξοργίζουν τους πολίτες της Αθήνας, μεταστρέφουν τον Δήμο ενάντια στον Αλκιβιάδη, ο οποίος καθαιρείται άμεσα και η αρχηγία ανατίθεται σε δέκα νέους στρατηγούς[2]. Η γενική αρχηγία του στόλου ανατάθηκε κατά τον μήνα Οκτώβριο του 407 ή Ιανουάριο του 406 στον Κόνωνα. Με το ηθικό των πληρωμάτων πεσμένο, ο Κόνων αποπλέει, με εβδομήντα τριήρεις, προς υπεράσπιση της Μηθύμνης, την οποία κατέλαβε πρόσφατα ο Καλλικρατίδας, αντικαταστάτης του Λύσανδρου στην αρχηγία του σπαρτιατικού στόλου. Έξω από τη Μυτιλήνη ο Κόνων αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τον ισχυρότερο στόλο που είχαν ποτέ παρατάξει Πελοποννήσιοι, αποτελούμενο από 170 τριήρεις, με αποτέλεσμα να ηττηθεί, χάνοντας τριάντα τριήρεις, και να αποκλειστεί στο λιμάνι της πόλης. Η προσπάθεια του στρατηγού Διομέδοντα, ο οποίος σπεύδει με δώδεκα τριήρεις να τον επικουρήσει, δεν καρποφόρησε. Ο Διομέδοντας ηττάται και αυτός και διαφεύγει με μόλις δύο πλοία, τα δε υπόλοιπα περιέρχονται στην κατοχή του εχθρού.

Οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο Κόνων, όταν ένα πλοίο του σπάει τον αποκλεισμό, που του έχει επιβάλλει ο πελοποννησιακός στόλος. Αποφασίζουν την άμεση ανασυγκρότηση του στόλου τους και παροχή βοήθειας εκατόν δέκα πλοίων προς τον αποκλεισμένο Κόνωνα. Μέσα σε ένα μόλις μήνα κατασκευάζουν εξήντα νέα πλοία και επανδρώνουν τον νέο στόλο με πολίτες από κάθε τάξη, μέτοικους, ακόμα και ξένους στους οποίους παραχωρούν το δικαίωμα του πολίτη. Το τελευταίο αυτό γεγονός δεν περνά απαρατήρητο από τον Αριστοφάνη. Στο έργο του Βάτραχοι (405), ο Ξανθίας, δούλος του θεού Διονύσου, έχοντας βαρεθεί την αυταρχικότητα και τις τρέλες του αφεντικού του ξεσπάει με θλίψη «Αχ, γιατί δεν πήρα και εγώ μέρος στη ναυμαχία, να είμαι τώρα κύριος;» ενώ ο κορυφαίος του χορού προσθέτει: «Δεν είναι καλό ξαφνικά οι δούλοι, χάρη σε μια μόνο ναυμαχία, να γίνουν αφεντικά» και, τέλος, ο Χάροντας: «Α! Δεν παίρνω δούλους, εκτός αν είναι απ’ αυτούς που ναυμάχησαν στις Αργινούσες». Ο στόλος κατέπλευσε στη Σάμο, όπου μαζί με 30 πλοία των συμμάχων, 10 των Σαμίων και όσα από τα πλοία βρίσκονταν στη θάλασσα, η δύναμή του ξεπέρασε τα 150. Από τη Σάμο κατευθύνθηκε στην Μυτιλήνη, με σκοπό να λύσει την πολιορκία και αγκυροβολεί στις Αργινούσες, συστάδα τριών νησίδων, που βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τη μικρασιατική γη, απέναντι από το ακρωτήριο Μαλέας[3] της Λέσβου, σε απόστασε 8 ναυτικών μιλίων από αυτήν.

Ο Καλλικρατίδας, ο οποίος είχε ήδη πληροφορηθεί την άφιξη του αθηναϊκού στόλου στη Σάμο, αφού άφησε στη Μυτιλήνη πενήντα πλοία για την περιφρούρηση της, με τα υπόλοιπα εκατόν είκοσι κινήθηκε προς συνάντηση του εχθρού και αγκυροβόλησε στον Μαλέα. Οι αντίπαλοι, με προσορμισμένα τα πλοία τους στις παραπάνω θέσεις, ετοιμάζονταν για τη μεγάλη σύγκρουση, μολονότι οι μάντεις την απαγόρευαν και στους δύο. Οι Αθηναίοι, εξ αιτίας της δυνατής βροχής και του ανέμου που ενέσκηψε, αποφάσισαν να μη ναυμαχήσουν αμέσως, ενώ το ίδιο γεγονός εμπόδισε και τον Καλλικρατίδα, ο οποίος ήταν έτοιμος να επιτεθεί το βράδυ, για να αιφνιδιάσει τους Αθηναίους. Μόλις όμως ο καιρός καλυτέρευσε, τα ξημερώματα ο Καλλικρατίδας έπλευσε προς συνάντηση του εχθρού στις Αργινούσες και παρέταξε τον στόλο του σε μια σειρά μήκους περίπου 2.200 μέτρων, με τον ίδιο στο δεξιό μέρος και τον Θηβαίο Θρασώνδα στο αριστερό. Το σχέδιο του ήταν να διασπάσει (διάπλους) και να περικυκλώσει (περίπλους) τον σχηματισμό του αντιπάλου, δεδομένου, ότι διέθετε ταχύτερα πλοία. Οι Αθηναίοι αντίθετα αντιπαρέταξαν τον στόλο τους σε τρεις μοίρες και ειδικότερα σε δύο πτέρυγες, με εξήντα πλοία η καθεμιά, που παρατάχθηκαν σε δύο γραμμές, η μία πίσω από την άλλη, με κάθε πλοίο της δεύτερης γραμμής να καλύπτει το κενό ανάμεσα στα πλοία της πρώτης και στο κέντρο, όπου υπήρχαν τριάντα πέντε πλοία. Στην αριστερή πτέρυγα και στην πρώτη γραμμή είχαν τοποθετηθεί οι Αριστοκράτης και Διομέδων και πίσω τους οι Περικλής και Ερασινίδης. Στο κέντρο οι Σάμιοι – υπό τον Ιππέα – και οι άλλοι σύμμαχοι, και στη δεξιά πτέρυγα, στην πρώτη γραμμή, οι Πρωτόμαχος και Θράσυλος και πίσω τους οι Λυσίας και Αριστογένης. Οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν με τον παραπάνω τρόπο, για να μη διασπαστούν από τους αντιπάλους τους, αφού τα πλοία τους ήσαν λιγότερο ευέλικτα. Ενώ τα πλοία των αντιπάλων είχαν παραταχθεί κατά τον παραπάνω τρόπο, ο κυβερνήτης του πλοίου του Καλλικρατίδα, Έρμων από τα Μέγαρα, του συνέστησε να υποχωρήσουν και ναυμαχήσουν, γιατί οι Αθηναίοι υπερτερούσαν στον αριθμό των πλοίων. Τότε ο Καλλικρατίδας τού απάντησε ότι δεν υπάρχει φόβος να διοικηθεί χειρότερα η Σπάρτη αν αυτός πεθάνει, ενώ θα ήταν ντροπή να φύγει. Κατά τον ιστορικό Διόδωρο Σικελιώτη (90-21 π.Χ.) αυτό ειπώθηκε όταν ο μάντης, την παραμονή της ναυμαχίας, είχε προβλέψει ότι ο Καλλικρατίδας θα φονευθεί στη ναυμαχία. Ό ίδιος αναφέρει ότι η ναυμαχία στις Αργινούσες ήταν η μεγαλύτερη απ’ όσες μνημονεύει η ελληνική Ιστορία, γιατί εκτός από τον σημαντικό αριθμό των πλοίων, που έλαβαν μέρος, οι αντίπαλοι αγωνίστηκαν με μεγάλο πείσμα, αφού και οι δύο πίστευαν ότι το αποτέλεσμα της ναυμαχίας θα είχε σημαντική επίδραση στην έκβαση του πολέμου. Ο Ξενοφών, λιτός στην περιγραφή της ναυμαχίας, αναφέρει ότι αυτή κράτησε για πολύ χρόνο, και τα πλοία, ενώ στην αρχή ήσαν συγκεντρωμένα, μετά διασκορπίστηκαν. Στη συνέχεια προσθέτει ότι, όταν ο Καλλικρατίδας κατά την εφόρμηση του πλοίου του έπεσε στη θάλασσα και εξαφανίστηκε, ο Πρωτόμαχος με τις δυνάμεις του νίκησε τους Πελοποννησίους, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να τραπούν σε φυγή, οι περισσότεροι προς τη Χίο και μερικοί προς τη Φώκαια, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στις Αργινούσες νήσους. Ο Διόδωρος, ο οποίος συνέγραψε την ιστορία του μετά τρεις αιώνες, παραθέτει περισσότερες λεπτομέρειες και αναφέρει ότι ο Καλλικρατίδας επιτέθηκε πρώτος εναντίον του πλοίου του Λυσία, το οποίο και βύθισε, και κατόπιν εναντίον του πλοίου του Περικλή, ο οποίος για την ικανότητα του επονομάστηκε «Ολύμπιος». Οι δύο αντίπαλες τριήρεις βρέθηκαν η μία δίπλα στην άλλην και φαίνονταν σαν μία, μεταξύ δε των πληρωμάτων τους έλαβε χώρα λυσσώδης μάχη. Ο Καλλικρατίδας, παρά το γεγονός ότι αγωνίστηκε αδιάκοπα και με μεγάλο σθένος, τελικά κατάκοπος, και αφού δεχόταν επιθέσεις από παντού, έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε, ενώ οι Αθηναίοι κατέσφαξαν το πλήρωμα του, αφού προηγουμένως με σιδερένια αρπάγη είχαν φέρει το πλοίο του δίπλα στο δικό τους. Μετά τον θάνατο του Καλλικρατίδα που είχε ως αποτέλεσμα να καμφθεί το ηθικό των Πελλοπονησίων, ούτε ο διάδοχος του, Κλέαρχος, ούτε ο Βοιωτός Θρασώνδας, ο οποίος και αυτός αγωνίσθηκε με σθένος μπόρεσαν να συγκρατήσουν τον στόλο. Έτσι όταν αυτοί διαπίστωσαν, ότι ο κύριος όγκος των νικητών στρεφόταν εναντίον τους, ένα μέρος του στόλου κατέφυγε προς τη Χίο και το άλλο προς την Κύμη. Ως προς τις απώλειες των αντιπάλων, ο Ξενοφών αναφέρει ότι καταστράφηκαν είκοσι πέντε πλοία των Αθηναίων μαζί με το πλήρωμα τους, εκτός από λίγους άνδρες οι οποίοι διασώθηκαν και έφθασαν στην ξηρά και των Πελοποννησίων, εννέα των Λακώνων, από τα δέκα στο σύνολο τους και περισσότερα από εξήντα των άλλων συμμάχων τους, ενώ κατά τον Διόδωρο, οι Πελοποννήσιοι απώλεσαν συνολικά εβδομήντα επτά πλοία.

Κατά τον Άγγλο ιστορικό George Grote (1794-1871), κάθε πλοίο των Αθηναίων ήταν επανδρωμένο με διακόσιους άνδρες και συνεπώς το σύνολο των πληρωμάτων των είκοσι πέντε πλοίων ανερχόταν σε πέντε χιλιάδες. Ο ίδιος υπολογίζει, ότι το μισό πλήρωμα από κάθε πλοίο κινδύνευε να πνιγεί, με συνέπεια και αν ακόμη δεχθούμε ως βυθιζόμενα δέκα μόνο πλοία, οι πνιγόμενοι, οι οποίοι έπρεπε να διασωθούν ήσαν τουλάχιστον χίλιοι άνδρες. Ο ίδιος προσθέτει ότι και κατά την ομολογία του συνηγόρου των κατηγορουμένων Ευρυπτόλεμου, καταστράφηκαν δώδεκα πλοία, ενώ είναι πιθανόν να ήσαν περισσότερα και από τα είκοσι πέντε που αναφέρει ο Ξενοφών. Ο Αμερικανός ιστορικός Ντόναλντ Κέιγκαν, ο οποίος θεωρείται ο περισσότερο έγκυρος σύγχρονος μελετητής της ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου, στο πρόσφατο ομώνυμο βιβλίο του αναφέρει, ότι από τα είκοσι πέντε πλοία που έχασαν οι Αθηναίοι στη ναυμαχία επέπλεαν τα ναυάγια των δώδεκα από αυτά και χίλιοι περίπου άνδρες πάλευαν για τη ζωή τους γατζωμένοι στα σκαριά. Συνεπώς, οι άνδρες αυτών των πλοίων, όπως ανέφερε και ο Ευρυπτόλεμος, χρειάζονταν βοήθεια.

Η είδηση της θριαμβευτικής νίκης στη ναυμαχία των Αργινουσών, με άγγελμα προς τη Βουλή και την Εκκλησία, όπως ήταν φυσικό γέμισε με χαρά και αγαλλίαση όλους τους Αθηναίους. Ενώ όμως αυτοί επαινούσαν τους στρατηγούς για τη μεγάλη νίκη και όσους συνέβαλαν σε αυτή, γρήγορα η χαρά τους μετατράπηκε σε θλίψη και μελαγχολία. Η ξαφνική αλλαγή της συμπεριφοράς του λαού είχε ως αιτία τους ψιθύρους που κυκλοφόρηρσαν στην πόλη, ότι αυτοί οι οποίοι έπεσαν ηρωϊκά στα πεδίο της μάχης υπερασπιζόμενοι τα πάτρια, είχαν μείνει αβοήθητοι και άταφοι, αφού οι υπέυθυνοι δεν μερίμνησαν για την διάσωση των ναυαγών, ούτε για την ταφή των νεκρών. Αυτή η αντίδραση των Αθηναίων πολιτών ήταν φυσιολογική, αφού είναι γνωστές οι ιδέες των αρχαίων Ελλήνων αναφορικά με τον θάνατο, την ψυχή και την ταφή των νεκρών. Κανένας Αθηναίος δεν μπορούσε να έχει λησμονήσει την Αντιγόνη του Σοφοκλή[4], η οποία παρά τα κελεύσματα του Κρέοντα αποτόλμησε να θάψει τον νεκρό αδελφό της, Πολυνείκη.

[1] Ελευθέριος Βούρβαχης, η ναυμαχία των Αργινουσών, σελ. 15 επ., εκδόσεις Ενάλιος 2008.
[2] Αριστογένη, Αριστοκράτη, Αρχέσταρο, Διομέδοντα, Ερασινίδη, Θράσυλο, Κόνωνα, Λέοντα [αντικαταστάθηκε αργότερα από τον Λυσία], Περικλή και Πρωτόμαχο.
[3] σήμερα Αγριλιός.
[4] πέθανε τον ίδιο χρόνο [406 πΧ].

Advertisements

Written by nomosophia

29 Σεπτεμβρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

μάθε τέχνη … κι άσ’ τηνε

leave a comment »

υφαντική[*]
Ένα εργαλείο που το ‘λεγαν … Αργαλειό, Υπουργείο Πολιτισμού, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα 1997.

Τα ευρήματα των ανασκαφών μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η υφαντική είναι γνωστή από τα προϊστορικά χρόνια σε όλους τους γνωστούς πολιτισμούς της Μεσογείου, της Κεντρικής Ασίας, της Ινδίας και της Άπω Ανατολής. Με τη δημιουργία του υφάσματος ο άνθρωπος καλύπτει βασικές ανάγκες του: προστατεύεται από το κρύο, αλλά και στολίζει το σώμα του και το χώρο όπου κατοικεί, καθώς η υφαντική, πέρα από τη χρησιμότητά της, είναι η κύρια τεχνική με την οποία ο άνθρωπος έδωσε έκφραση στο καλλιτεχνικό του συναίσθημα.

Η εικόνα της κόρης του υφαίνει στον αργαλειό είναι σε όλους γνωστή, αφού επαναλαμβάνεται σαν ποιητικό μοτίβο από τον Όμηρο ως το δημοτικό τραγούδι. Στην Οδύσσεια ο Ερμής, σταλμένος από το Δία στο νησί της Καλυψώς, βρίσκει τη νύμφη μέσα στο σπίτι της να υφαίνει στον αργαλειό με χρυσή σαΐτα. Στο δημοτικό τραγούδι, ο ξενιτεμένος γυρνώντας στην πατρίδα του βρίσκει την κόρη να «λιανοτραγουδά» στον αργαλειό και να ρίχνει μαλαματένια σαΐτα.

Όπως στα αρχαία χρόνια, έτσι και στη νεότερη Ελλάδα, οι γυναίκες υφαίνουν γιατί πρέπει να ετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα στην οικογένεια: υφάσματα για φορεσιές, υφαντά για τις ανάγκες του σπιτιού, σεντόνια, μαξιλάρια, βελέντζες, κιλίμια, κουρτίνες, προσόψια, τραπεζομάντιλα, αλλά και υφαντά απαραίτητα για τις καθημερινές ασχολίες, όπως σακκιά για τη μεταφορά προϊόντων, τσαντίλες για στράγγισμα του τυριού, λαδοσάκκια για ελαιοτριβεία.

Εκτός από την κατασκευή υφαντών για οικογενειακή χρήση, σημαντική είναι και η παραγωγή για το εμπόριο. Τα υφαντά αυτά κατασκευάζονται στα εργαστήρια – όπου εργάζονται κυρίως άντρες – κάτω από την καθοδήγηση συντεχνιών. Οι συντεχνίες συντονίζουν και οργανώνουν την παραγωγή μιας ολόκληρης περιοχής και είναι υπεύθυνες για τη διάθεση της εγχώριας παραγωγής στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι το 1705 εξάγονται από την Ήπειρο 600 δέματα με κάπες και μεγάλες ποσότητες υφαντών, και στα 1800, από τη Ζαγορά του Πηλίου 7.000 κάπες. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, οι μεγαλέμποροι των υφαντών ιδρύουν εμπορικές εταιρείες με αντιπροσώπους σε πολλά μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη Βιέννη, τη Βενετία, την Τεργέστη, και σε άλλα μεγάλα κέντρα του διεθνούς εμπορίου της εποχής.

[*] Γλωσσάρι
αδράχτι: η βέργα που περιστρέφεται και κλώθει την κλωστή. Στο κάτω μέρος του αδραχτιού στερεώνεται το σφοντύλι. Με τη ρόκα, το αδράχρι και το σφοντύλι γίνεται το γνέσιμο.
ανέμη: όργανο υφαντικής, στο οποίο τοποθετούνται οι κούκλες του νήματος, για να τυλιχτούν στα καλάμια ή στα μασούρια.
αντί: εξάρτημα του αργαλειού. Πρόκειται για ένα κυλινδρικό ξύλο στο οποίο τυλίγεται το στημόνι. Ο αργαλειός έχει δύο αντιά, το μπροστινό και το πίσω. Στο πίσω τυλίγεται τι στημόνι, ενώ στο μπροστινό το έτοιμο ύφασμα.
αργαλειός: η υφαντική συσκευή.
γνέσιμο: το στρίψιμο του μαλλιού με τα χέρια από τη γυναίκα για να γίνει το μαλλί κλωστή. Χρησιμοποιεί ρόκα, αδράχτι και σφοντύλι.
διάσιμο: η τακτοποίηση του στημονιού για να μπει στον αργαλειό.
δοξάρι: τόξο με χορδή μήκους 1μ. περίπου, που χρησιμοποιείται για το κόψιμο του βαμβακιού.
Καλάμισμα (ή μασούρισμα): το περιτύλιγμα της κλωστής σε ξυλάκια ή καλαμάκια για να γίνουν μασούρια ή κουβάρια, με τη βοήθεια της ανέμης και της σβίγας.
κόψιμο (του βαμβακιού): γίνεται με το δοξάρι. Αντιστοιχεί με το ξάσιμο και το λανάρισμα του μαλλιού.
λανάρι: ξύλινο εργαλείο με μεταλλικά δόντια. Χρησιμοποιείται στο λανάρισμα.
λανάρισμα: το άνοιγμα του μαλλιού και το ξάσιμό του από τη γυναίκα, καθώς μπλέκεται μέσα στα δόντια των λαναριών.
μαγγάνι (ή ροδάνι): εργαλείο για το ξεκούκκισμα του βαμβακιού.
μασούρι: μικρό καλάμι, όπου τυλίγεται το νήμα του υφαδιού στη σβίγα. Έπειτα τοποθετείται στη σαΐτα.
μιτάρι: εξάρτημα του αργαλειού κατασκευασμένο με χοντρά νήματα στηριγμένα σε δύο παράλληλες βέργες. Ανάμεσα στα μιτάρια περνά το στημόνι.
μίτωμα: το πέρασμα του στημονιού από τα μιτάρια.
νεροτριβή: ξύλινη κατασκευή κοντά σε ποτάμι, όπου ρίχνουν τα χοντρά μάλλινα υφαντά για να χτυπηθούν από το νερό.
ξάσιμο: το άνοιγμα του μαλλιού με τα χέρια από τη γυναίκα, για να το καθαρίσει από ξένες ουσίες.
ξομπλιαστό: υφαντό κεντητό στον αργαλειό.
πατήτρα: εξάρτημα του αργαλειού όπου πατά η υφάντρα και ανεβοκατεβαίνουν τα μιτάρια για να διασταυρώνεται το στημόνι με το υφάδι.
ριζάρι: φυτό βαφικό. Με τη ρίζα του φτιάχνουν κόκκινο χτυπητό χρώμα.
ρόκα: ξύλινο στήριγμα της τουλούπας, απ’ όπου η γυναίκα τραβά λίγο-λίγο το μαλλί για να το γνέσει.
σβίγα (ή ροδάνι): εργαλείο για το τύλιγμα του νήματος στα μασούρια ή στα καλάμια.
στημόνι: το νήμα που τοποθετείται κατά μήκος του αργαλειού για να χρησιμοποιηθεί ως βάση του υφαντού. Κατά την ύφανση διασταυρώνεται με το υφάδι και σχηματίζεται το ύφασμα.
σφοντύλι: κωνικό κομμάτι ξύλου που δίνει το απαραίτητο βάρος στο αδράχτι για να περιστρέφεται.
τουλούπα: η τούφα του μαλλιού που βάζουν στη ρόκα για να γνέσουν.
τύλιγμα: το τύλιγμα του στημονιού στο πίσω αντί του αργαλειού.
υφάδι: το νήμα που περνά με τη βοήθεια της σαΐτας ανάμεσα από τα νήματα του στημονιού και διασταυρώνεται κάθετα μαζί τους. Έτσι γίνεται η ύφανση.
χτένι: εξάρτημα του αργαλειού. Αποτελείται από μια σειρά λεπτά καλάμια με μικρές αποστάσεις μεταξύ τους, που προσαρμόζονται σε ξύλινο πλαίσιο (ξυλόχτενο). Στο χτένι περνούν κάθετα οι κλωστές του στημονιού. Το χτένι καθορίζει την πυκνότητα του υφάσματος.

Written by nomosophia

22 Σεπτεμβρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

παραδοσιακά επαγγέλματα

leave a comment »

το χρυσάφι του βυθού[1]

Τα σφουγγάρια, άφθονα στους πυθμένες των θαλασσών της Μεσογείου, είναι γνωστά από τα πανάρχαια χρόνια. Πιστεύεται ότι αρχικά οι παράκτιοι λαοί γνώρισαν και χρησιμοποίησαν τα σφουγγάρια εκείνα που εκβράζονται από τη θάλασσα σε καιρό τρικυμίας, στην παραλία. Καθώς τα χτυπά το κύμα στην άμμο και τις πέτρες, αυτά καθαρίζονται, λευκαίνονται και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται κατάλληλα για χρήση. Κατανοώντας όμως γρήγορα … την πολλαπλή χρησιμότητα του σφουγγαριού, δεν περιορίστηκαν στο να συλλέγουν μόνο τα εκβραζόμενα σφουγγάρια, αλλά προχώρησαν και στο να τα αποσπούν με διάφορους τρόπους από το βυθό, αρχικά από τα ρηχά νερά, ενώ στη συνέχεια οι «ασκηθέντες εις την κολυμβητικήν» καταδύονταν σε μεγαλύτερα βάθη, για να συλλέξουν από εκεί το πολύτιμο «χρυσάφι της θάλασσας». Πολλοί είναι οι συγγραφείς που έγραψαν κατά την αρχαιότητα για τη σπογγαλιεία, όπως ο Αριστοτέλης και ο Πλούταρχος, όμως ελάχιστα έργα σώθηκαν. Ο Οππιανός (3ος αιώνας μΧ) … στους στίχους των «Αλιευτικών» του, διδάσκει με γλαφυρό τρόπο πως εξασκείται από τους αρχαίους «σπογγείς», «σπογγοθήρες» ή «σπογγοτόμους», η «σπογγοθηρική», δηλαδή η αλιεία των σφουγγαριών.

Ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα ότι ο θεός Ήφαιστος καθαρίζει το σώμα του με σφουγγάρι, προτού φορέσει το χιτώνα του για να υποδεχτεί τη θεά Θέτιδα στο εργαστήριό του στη Λήμνο. Στην Οδύσσεια, οι υπηρέτες του ανακτόρου του Οδυσσέα στην Ιθάκη, χρησιμοποιούν σφουγγάρια για να καθαρίσουν τα τραπέζια, ύστερα από τα σπάταλα γεύματα των μνηστήρων της Πηνελόπης: «κι άλλοι με σφουγγάρια πολύτρυπα τα τραπέζια καθάριζαν» (α 111-112). Αναφορά στα σφουγγάρια κάνει και ο Αισχύλος στον «Αγαμέμνονα», αλλά και ο Ηρόδοτος στην «Ουρανία» μιλά για ένα σπουδαίο βουτηχτή σφουγγάρια της εποχής του, τον «Σκυλλία εκ Σκιώνης».

Αργότερα, πολλοί Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς αναφέρουν τα σφουγγάρια για ποικίλες χρήσεις, όπως για οικιακή χρήση, για την περιποίηση των σωμάτων, για την προστασία του σώματος των πολεμιστών από την τριβή των θωράκων, αλλά και για τον καθαρισμό του οπλισμού τους. Χρησιμοποιούνται επίσης στην ιατρική και φαρμακευτική, στη ζωγραφική και τη γραφή, καθώς με το σφουγγάρι αφαιρείται από τον πάπυρο το μελάνι.

Στα μέσα του 19ου αιώνα το εμπόριο των σπόγγων βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια των Ελλήνων. Οι σπογγέμποροι μεταφέρουν το εμπόρευμά τους στη Βενετία και την Τεργέστη – τα κύρια κέντρα διακίνησης των σφουγγαριών – απ’ όπου διοχετεύονται στα ευρωπαϊκά κέντρα κατανάλωσης. Η βιομηχανική επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη δημιούργησε μεγάλη ζήτηση σφουγγαριών. Νέοι εμπορικοί οίκοι Ευρωπαίων και Ελλήνων σπογγεμπόρων κάνουν την εμφάνισή τους με γραφεία σε πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και κυρίως στο Λονδίνο.

Στα χρόνια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των σφουγγαριών της Καλύμνου εξάγεται στην Αμερική, αφού η ευρωπαϊκή αγορά είναι κλειστή λόγω του πολέμου. Στα μεταπολεμικά χρόνια η Κάλυμνος είναι το μεγαλύτερο σπογγαλιευτικό κέντρο της Ελλάδας, αφού καλύπτει το 75% της συνολικής σπογγαλιευτικής δραστηριότητας.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, Έλληνες μετανάστες ναυτικοί από την Ύδρα, την Αίγινα και κυρίως από τα Δωδεκάνησα, δημιουργούν μια ανθηρή κοινότητα σφουγγαράδων στο παραλιακό χωριό Τάρπον Σπρινγκς, στη Φλώριδα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στη νέα τους πατρίδα οι Έλληνες σφουγγαράδες φέρνουν τα έθιμά τους, τη θρησκεία και τη γλώσσα τους, τις φορεσιές και τους χορούς τους. Το Τάρπον Σπρινγκς, που βρίσκεται στον κόλπο του Μεξικού, σε περιοχή με άφθονα σφουγγάρια, γνωρίζει μεγάλη ακμή, και η κοινότητα των σφουγγαράδων γίνεται γνωστή σε όλο τον κόσμο.

[1] Σφουγγάρια, το χρυσάφι του βυθού, Υπουργείο Πολιτισμού, Μουσείο Ελληνική Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα 1997.

Written by nomosophia

15 Σεπτεμβρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

ο Καραγκιόζης

leave a comment »

η πρώτη εντύπωση και η τελευταία[1]

Η πρώτη εντύπωση που είχα απ’ τον Καραγκιόζη, όταν ήμουν ένα μικρό παιδάκι δειλό, υποχρεωτικά ντυμένο με τις κολαρίνες, τα πανταλόνια ως τα γόνατα, και τα μποττάκια με τα κουμπιά, ήταν μια εντύπωση ενός φυσικού μεγαλείου, ενός μεγαλείου γεμάτου μυστήριο, όπως είναι ο λόγος ο ανθρώπινος.

Μοιραία λέξη, που μ’ αυτήν τόσοι ματαιόσπουδοι Έλληνες εννοούν τις αφόρητες σάχλες της «Λογοτεχνίας».

Ο καραγκιόζης, ήδη από κείνη την εποχή που δεν ήξερα τίποτα, με γέμιζε με κείνο το αίσθημα της πληρότητας στην περιοχή της ανθρώπινης φωνής, που αργότερα θα μού έδινε η ανατολίτικη ζωγραφική με τα καθαρά χρώματά της, όπως κάθε μεγάλη τέχνη, με βαθειά πίστη και γι’ αυτό με ασήμαντα μέσα. Από κείνη την ηλικία, διαισθανόμουν πως η λεπτότητα πρέπει να συνυπάρχει με κάτι πολύ πρωτόγονο κι απλό, για να είναι αληθινή λεπτότητα, δηλαδή οξύτητα κι όχι αδυναμία. Αργότερα, έμπλεξα μοιραία, με τους κύκλους των διανοουμένων, σωστή όαση για ένα νέο της αστικής τάξης που τον είχαν ζαλίσει οι σοφές συμβουλές των γονέων, θείων και φίλων της οικογένειας. Συμβουλές για μια μόνιμη θέση, ή δίπλωμα, ή μέλλον, για το «μήνας μπαίνει – μήνας βγαίνει». Συμβουλές ευϋπόληπτων, που, κατά σύμπτωση, πέθαναν σχεδόν όλοι φτωχεμένοι, εγκαταλελειμένοι σε άθλια νοσοκομεία.

Όλοι αυτοί οι διανοούμενοι με τις ρηξικέλευθες επαναστάσεις τους, ουσιαστικά ήθελαν ν’ αντικαταστήσουν το βαρύ ζυγό της ζωής μ’ ένα ελαφρύ. Μέχρι σήμερα τους υποψιάζομαι. Οι επαναστάσεις που δίδασκαν ήταν διευκολύνσεις. Η φωνή του μεγαλοπρεπούς Δεδούσαρου μέσα στη νύχτα, φωνή του Πανός και των Σατύρων, του Διός και του Αριστοφάνη, ερχόταν σ’ όλη μου τη ζωή, σαν ένας έλεγχος θείου δαιμονίου, που με υποχρέωνε να περιφρονώ με νεανική σκληρότητα κάθε τι το «φιλολογικό», το «πολιτισμένο», το «καλλιτεχνικό». Στον Καραγκιόζη οφείλω, όσο και σε μερικά άλλα πράγματα, Ελληνικά, αυτή την κυνική σκληρότητα, το οργιώδες πάθος για την απόλυτη ηθική, όπως την εννοούσαν οι Αρχαίοι. Ο αξέχαστός μου φίλος Δημήτρης Καπετανάκης, όταν μιλούσα με ασέβεια για τη Χαϊδελβέργη, έλεγε μισοπροσβεβλημένος, μισοενθουσιασμένος: «Είναι ένας τερατώδης έφηβος». Τί θα ήταν αλήθεια το πάθος μου για τα γερμανικά νεοκλασικά σεράγια του Πειραιώς, κατοικίες ματαιοδοξίας αστών της Μέσης Ανατολής, αν δεν είχα ακούσει στην τρυφερή μου εκείνη ηλικία, τον ασήμαντο και τιποτένιο Καραγκιόζη, που μέσα από την άκρα του φτώχεια γκρέμιζε το κάθε τι, για να διασώσει τον ανθρωπισμό του ; Μέσα στον τιποτένιο Καραγκιόζη αντίκρυσα σαν πραγματικότητα, κι όχι σαν αντικείμενο μουσείου, όλη τη γλύκα του Ανατολίτικου ρεαλισμού. Το γλυκό κουκούτσι ενός καρπού που έλειψε στις μέρες μας. Το Ουρ, οι Ασσύριοι, ο πλούτος με το τίποτα των Αρχαϊκών, όλα αυτά ζωντανά σύμβολα ουσίας, μέσα στον τιποτένιο Καραγκιόζη, που τον περιφρονούσαν οι κυρίες με τα καπέλα, με τα φρούτα και τα λουλούδια. Οι βαθείς αμανέδες και τα κλέφτικα, μια μουσική όμορφη σαν την γλυπτική των Κούρων, ένα χονδροειδές θέατρο ίσαμε εκεί που δεν παίρνει, κι όμως το μόνο Νεοελληνικό Θέατρο που εξέφραζε με ακρίβεια ό,τι στο βάθος σκεφτόμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες.

Στα 17 μου χρόνια, ξαναγύρισα στον Καραγκιόζη, που για μένα δεν ήταν μόνο μια παιδική διασκέδαση, αλλά ένα πράγμα σεβάσμιο σαν την εκκλησία. Πήγα ξανά στον Καραγκιόζη, όπως πάνε στο Μαντείο. Τότε γνώρισα τον σπουδαίο καλλιτέχνη Σωτήρη Σπαθάρη. φτωχό, πάντα πεινασμένο και καταδιωκόμενο. Πότε γιατί έπιασε ωδικά πτηνά για να τα πουλήσει, πότε γιατί προσέβαλε τη δημόσια και τουριστική αισθητική με τον τίμιο μπερντέ του, σε τουριστικές περιοχές. Ο μπερντές του Σπαθάρη, με τον όρκο του Κατσαντώνη πάνω στην «ποδιά» του, εμένα μου δίδαξε πώς ήταν αυτά τα «οθόνια», τα «κατάγραφα γραφαίς», που σκέπαζαν τη σκηνή.

Ω, κακό χρόνο να ‘χουνε, ποτέ δεν πολεμήθηκε ένα τόσο ντελικάτο λαϊκό γούστο κι αίσθημα, με τόση βαρβαρότητα και βλακεία από αποτυχημένα, τελικά, ομοιώματα γερμανιζόντων νεοτούρκων. …

Με δειλία μπήκα στη σκηνή του Σπαθάρη για να τον ρωτήσω πώς ετοίμαζε την ψαρόκολλα για να φτιάξει τα χρώματα στις ρεκλάμες του. Συγχρόνως, ήταν μια αφορμή για να γνωρίσω τόσα άλλα πράγματα. Δε θα ξεχάσω ποτέ μιαν Αποκριά στο σπίτι του στην Κηφησιά, με μια μικρή παρέα από κορίτσια κι αγόρια, ένα κοτόπουλο με ντομάτα, λίγο κρασί, η ανείπωτη σεμνότητα και καλωσύνη της γυναίκας του Τριανταφυλλιάς κι όλα τ’ άλλα γέμισαν με τα τραγούδια και τον καλαματιανό και τον τσάμικο που έσερνε ο Γερό-Σπαθάρης. Μια απ’ τις λίγες αριστοκρατικές συγκεντρώσεις που έχω δει στη ζωή μου.

Όλα έλαμπαν από ποίηση κ’ αίσθημα και σεβασμό του ανθρώπου. Κι αυτό που ήταν πιο αξιοθαύμαστο: αυτά τα άνθη ξεπρόβαλλαν μέσα από απίστευτη φτώχεια και σπαραχτικά ερείπια. Αθάνατη, ηρωική, ρωμαίϊκή ράτσα! Ποιος κατάλαβε το δίκιο σου και τη γλύκα σου ;

[1] Γιάννη Τσαρούχη, Αγαθόν το εξομολογείσθαι, σ. 60-63, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1989.

Written by nomosophia

8 Σεπτεμβρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά