ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Ιανουαρίου 2011

ανερχόμενες δυνάμεις

leave a comment »

Κίνα[1]

Κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, όπως κάθε χρόνο, βουνό τα δώρα. Όλη η οικογένεια μαζεμένη και η γιορτή ξεκινά. Όλοι ανοίγουν τα πακέτα τους. Ο Ραφαέλ, ο μικρότερος, ξετυλίγει ένα όμορφο ξύλινο τρένο με ζωηρά χρώματα. Ο Γκρεγκουάρ ο ξάδελφός του, μεγαλύτερος αυτός, βγάζει από το κουτί της μια πανάλαφρη ρακέτα του τένις που διαφημίζουν τα περιοδικά. Η θεία τους η Ανιές έχει ήδη βυθιστεί στις οδηγίες χρήσης του νέου φορητού υπολογιστή της. Ο μπαμπάς βάζει να παίξει ένα DVD στο DVD-player, ενώ η μαμά τυλίγεται στην κασμιρένια της εσάρπα.

Άραγε αυτά τα Χριστούγεννα μοιάζουν με όλα τα προηγούμενα ; Όχι ακριβώς. Φέτος, μέσα σ’ αυτό το γαλλικό σπίτι, όπως και σε πολλά άλλα, είναι μια χριστουγεννιάτικη βραδιά πολύ κινέζικη. Το τρενάκι, η ρακέτα, το PC και η εσάρπα, όλα αυτά τα αντικείμενα έγραφαν πάνω “made in China”. Όμως εκείνο το βράδυ, κινέζικα δεν ήταν μόνο τα δώρα. Οι πολύχρωμες μπάλες, τα φωτάκια, οι μικροί διακοσμητικοί αγιοβασίληδες, ακόμη και το δέντρο ήταν από την Κίνα !

Πριν από αυτό το ρεβεγιόν, όλο το 2004, που ήταν έτος Κίνας στη Γαλλία, είχε ήδη σημαδευτεί βαθιά από τη σφραγίδα της Κεντρικής Αυτοκρατορίας, όπως έλεγαν την Κίνα οι μανδαρίνοι. Παράλληλα με τις πολυάριθμες επίσημες εκδηλώσεις, από τον Πύργο του Άιφελ «ντυμένο» στα κόκκινα μέχρι τη συναυλία του Ζαν Μισέλ Ζαρ στην καρδιά της Απαγορευμένης Πόλης, στο Πεκίνο, πολλά γεγονότα αποκάλυψαν στους Γάλλους την εισβολή, την επιστροφή πιο σωστά, μιας νέας δύναμης στη λέσχη των μεγάλων βιομηχανικών εθνών. Η αποστολή ενός Κινέζου αστροναύτη στο διάστημα έκανε γνωστό έναν διαστημικό παράγοντα πρώτου μεγέθους. Η πλούσια σοδειά μεταλλίων στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας αποκάλυψε ένα σπουδαίο αθλητικό έθνος. Οι ζωγράφοι που εξέθεσαν έργα τους στη λεωφόρο Ματινιόν στο Παρίσι επιβεβαίωσαν την αυξανόμενη επίδραση στη διεθνή αγορά τέχνης. Η εξαγορά, τέλος, της γαλλικής Τόμσον από την κινέζικη TCL, εταιρεία που κατασκεύαζε τηλεοράσεις για λογαριασμό της Τόμσον, ανέδειξε μια οικονομία σε πλήρη ανάπτυξη.

Μια μέρα, μια χρονιά, μερικές μεγάλες στιγμές. Η Κίνα φιγουράρει πια συχνά στα πρωτοσέλιδα των γαλλικών εφημερίδων. Η παρουσία της είναι ορατή στην καθημερινή ζωή. Στο Ζουΐ Αν Αοζάς, το κάμπους της Σχολής HEC[2], δεκάδες νέοι από την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας εντρυφούν στην τέχνη του καπιταλιστικού μάνατζμεντ. Στη Μασσαλία κάποιοι μικροέμποροι ανησυχούν βλέποντας τη συνοικία τους να μετατρέπεται σε μια ακόμη Τσάινα Τάουν. Στο Παρίσι, στα πολυκαταστήματα της λεωφόρου Οσμάν, η κομψή κινέζικη πελατεία ανταγωνίζεται την πελατεία της άλλης ασιατικής δύναμης, της Ιαπωνίας και οι Γκαλερί Λαφαγιέτ διαθέτουν ήδη πωλήτριες που μιλούν κινέζικα. Λίγο πολύ παντού, στα σχολεία, οι γονείς επιθυμούν να μάθουν τα παιδιά τους τη γλώσσα του Κομφούκιου και του Μάο. Στα τουριστικά γραφεία, το Πεκίνο, η Σανγκάη και η Καντόνα έχουν γίνει προορισμοί με μεγάλη πέραση.

Η Κίνα είναι στη μόδα, αλλά αυτό δεν είναι τόσο απλό. Στην πραγματικότητα, σηματοδοτεί την ανάδυση της Κίνας ως πόλου της παγκόσμιας οικονομίας ίσως για ολόκληρο τον 21ο αιώνα. Από την εποχή του Αλέν Περεφίτ, του υπουργού του στρατηγού Ντε Γκωλ και του περίφημου βιβλίου του «Όταν η Κίνα ξυπνήσει»[3], το ξύπνημα του δράκου αναμενόταν. Σήμερα είναι πια γεγονός.

[1] από την εισαγωγή του βιβλίου του Ερίκ Ισραέλεβιτς, «Όταν η Κίνα αλλάζει τον κόσμο», σελ. 7-9, εκδόσεις Κασταλία 2006.
[2] Ecole des hautes etudes commerciales, η σχολή με το μεγαλύτερο κύρος στην Γαλλία όσον αφορά στις οικονομικές σπουδές.
[3] 1973

Written by nomosophia

26 Ιανουαρίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Γεωστρατηγική

leave a comment »

Θεωρίες επί χάρτου[1]

Το έτος 1829, η Γαλλία επιφυλάσσει στην Ελλάδα έναν εξαιρετικά φιλόδοξο ρόλο στο «Μέγα Σχέδιο»[2] πολιτικής αναδιάρθρωσης της Ευρώπης που ετοιμάζεται να προωθήσει ο Γάλλος υπουργός των εξωτερικών, και από τον Αύγουστο του 1829, πρωθυπουργός Πολινιάκ.

Ο Πολινιάκ σχεδίαζε τη ριζική μεταβολή του πολιτικού χάρτη της Ευρώπης προς όφελος της Γαλλίας. Βάση του επιδιωκόμενου εδαφικού διακανονισμού αποτελούσε το «Μέγα Σχέδιο» του Μπουά-λε-Κοντ[3], πολιτικού διευθυντή του γαλλικού υπουργείου των εξωτερικών, που προέβλεπε τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ορισμένες εδαφικές μεταβολές στην κεντρική Ευρώπη και του οποίου η εφαρμογή προϋπέθετε τη συνεργασία Γαλλίας, Ρωσίας και Πρωσίας. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό η Ελλάδα θα επεκτεινόταν μέχρι τα Στενά και θα προσαρτούσε την Κωνσταντινούπολη, στον δε ελληνικό θρόνο θ’ ανερχόταν ο βασιλιάς των Κάτω Χωρών. Η Ρωσία θα ενσωμάτωνε τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και ένα τμήμα της Μικράς Ασίας. Η Αυστρία τη Βοσνία και τη Σερβία. Το βασίλειο των Κάτω Χωρών θα κατανεμόταν μεταξύ Γαλλίας, που θα προσαρτούσε το βελγικό τμήμα, και της Πρωσίας που θα ενσωμάτωνε το ολλανδικό. Η Πρωσία θα προσαρτούσε ακόμη το βασίλειο της Σαξωνίας, αλλά θα εγκατέλειπε τα εδάφη της στην αριστερή όχθη του Ρήνου, τα οποία θα συγκροτούσαν ένα νέο κράτος που θα περιερχόταν, υπό την μορφή αποζημιώσεως, στην κυριαρχία του πρώην βασιλιά της Σαξωνίας. Η Αγγλία, τέλος, θα επέκτεινε την κυριαρχία της στις ολλανδικές αποικίες.

Το γαλλικό σχέδιο, που αποτελούσε ένα παιχνίδισμα πολιτικής φαντασίας, ήταν αντίθετο προς τα συμφέροντα της Αγγλίας, λόγω της εις βάρος της ανατροπής της ισορροπίας των δυνάμεων, καθώς και της Πρωσίας, η οποία θα υποχρεωνόταν σε μια αναδίπλωση χωρίς ανάλογα ανταλλάγματα. Εξάλλου, η Ρωσία προτιμούσε τα Στενά να παραμείνουν υπό την κατοχή μιας κλυδωνιζόμενης αυτοκρατορίας, που λόγω της εσωτερικής της κατάστασης, θα ενέδιδε συνεχώς στις ρωσικές πιέσεις, παρά να περιέλθουν στην κυριαρχία ενός νέου κράτους του οποίου οι διεθνείς προσανατολισμοί και οι διασυνδέσεις του με τις άλλες Δυνάμεις δεν ήταν ακόμη σαφείς. Τελικά, η αντίδραση του τσάρου στην πρώτη βολιδοσκόπησή του από τον Γάλλο πρεσβευτή θα τορπιλλίσει τη γαλλική πρωτοβουλία, η οποία παρέμεινε ένα τολμηρό γύμνασμα πολιτικού σχεδιασμού χωρίς συνέχεια.

[1] Θ. Α. Χριστοδουλίδη, «Διπλωματική Ιστορία, από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες», κ. Γ΄, σ. 93, εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα 1991.
[2] 4 Σεπτεμβρίου 1829.
[3] Bois le Compte.

Written by nomosophia

19 Ιανουαρίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

τιμή και αξιοπρέπεια

leave a comment »

Η πολιτική της αναγνώρισης[1]

Κάποια ρεύματα στη σύγχρονη πολιτική σκέψη επισημαίνουν την ανάγκη, και ενίοτε εγείρουν την αξίωση αναγνώρισης. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η ανάγκη αυτή αποτελεί μία από τις κινητήριες δυνάμεις της πολιτικής των εθνικιστικών κινημάτων. Και η αντίστοιχη αξίωση εμφανίζεται με διάφορους τρόπους στη σημερινή πολιτική σκηνή. Σχετίζεται με τις μειονότητες και άλλες «δευτέρας κατηγορίας» ομάδες, με κάποιες μορφές φεμινισμού και μ’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε πολιτική της «πολυπολιτισμικότητας».

Η αξίωση αναγνώρισης στις ανωτέρω περιπτώσεις αποκτά επείγοντα χαρακτήρα λόγω της υποτιθέμενης διαπλοκής της έννοιας της αναγνώρισης με την έννοια της ταυτότητας. Η δεύτερη αυτή έννοια υποδηλώνει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το ποιοι είμαστε καθώς και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που μας διέπουν ως ανθρώπινα όντα. Η βασική παραδοχή είναι η ακόλουθη: αφού η ταυτότητά μας συγκροτείται εν μέρει από την αναγνώριση ή της απουσία της και ενίοτε από την εσφαλμένη αναγνώριση που μας επιφυλάσσουν οι άλλοι, ένα άτομο ή μία ομάδα μπορούν να υποστούν σοβαρή ζημιά ή παραμόρφωση, εάν οι άνθρωποι στην κοινωνία όπου ζουν τους μεταδίδουν την περιοριστική, μειωτική και περιφρονητική εικόνα που διατηρούν γι’ αυτά. Η απουσία αναγνώρισης ή η εσφαλμένη αναγνώριση μπορούν να αποβούν επιζήμιες και να αποτελέσουν μια μορφή καταπίεσης, η οποία καταλήγει στον εγκλωβισμό και σ’ έναν εσφαλμένο, διαστρεβλωμένο και στερημένο τρόπο ύπαρξης.

Θα πρέπει να διακρίνουμε δύο μεταβολές που συνδυαζόμενες κατέστησαν τη σύγχρονη ενασχόληση με την ταυτότητα και την αναγνώριση αναπόφευκτη. Η πρώτη αφορά στην κατάρρευση των κοινωνικών ιεραρχιών που συγκροτούσαν τη βάση για την αντίληψη περί τιμής. … στο Παλιό Καθεστώς (Ancien Regime) [η έννοια αυτή] είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ύπαρξη ανισοτήτων. Για να αρμόζουν οι τιμές σε κάποιους θα πρέπει να μην αρμόζουν σε κάποιους άλλους. Αυτήν ακριβώς τη σημασία χρησιμοποιεί και ο Μοντεσκιέ καθώς περιγράφει τη μοναρχία. Η τιμή συνδέεται εγγενώς με τις «προτιμήσεις»[2]. Την ίδια ακριβώς σημασία έχουμε κατά νου, όταν συζητούμε να τιμήσουμε κάποιον δίδοντάς του ένα κρατικό βραβείο … το βραβείο αυτό θα έχανε την αξία του, εάν αύριο αποφασίζαμε να το δώσουμε σε κάθε ενήλικο …

Στην αντίληψη αυτή περί τιμής αντίκειται η σύγχρονη αντίληψη περί αξιοπρέπειας, η οποία τώρα χρησιμοποιείται με μια καθολική και εξισωτική σημασία, καθώς κάνουμε λόγο για την εγγενή «αξιοπρέπεια του ανθρώπου» ή του πολίτη. Εδώ υπονοείται η αρχή ότι η αξιοπρέπεια είναι κάτι που χαρακτηρίζει τον καθένα[3]. Είναι πρόδηλο ότι αυτή είναι η μοναδική αντίληψη περί αξιοπρέπειας που προσιδιάζει σε μια δημοκρατική κοινωνία και πως η υπέρβαση της παλαιάς αντίληψης περί τιμής ήταν αναπόφευκτη.

[1] από την «Πολυπολιτισμικότητα» του Τσαρλς Ταίηλορ, σελ. 71 κ. επ., εκδόσεις Πόλις 1997.
[2] «Η φύση της τιμής είναι να απαιτεί προτιμήσεις και διακρίσεις …», το πνεύμα των νόμων (“De l’ esprit des lois”), βιβλ. 3, κεφ. 7.
[3] Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση της σημασίας της μετάβασης από την «τιμή» στην «αξιοπρέπεια» στο άρθρο του Πήτερ Μπέργκερ “On the Obsolescence of the Concept of Honour” στο Revisions: changing perspectives in moral philosophy, επ. Stasnley Hauerwas και Alasdair MacIntyre (Notre Dame, Ind.: University of notre Dame Press, 1983), σς. 172-81.

Written by nomosophia

12 Ιανουαρίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Πολιτική

Λογοτεχνία

leave a comment »

μόνο ο Πλάτων[1]

Η υγεία του δόγη Μοτσενίγκο δεν πάει καθόλου καλά. Κάποιοι λένε πως εξαντλήθηκε από τις υπερβολικές περιποιήσεις των παλλακίδων του. Εγώ, ωστόσο, γνωρίζω πολύ καλά πως η κλονισμένη υγεία του οφείλεται περισσότερο στις κακουχίες όπου επέρασεν πολεμώντας για χρόνους πολλούς τους Τούρκους.

Η απόφαση έπρεπε να παρθεί σύντομα. Οι διαπραγματεύσεις δεν ήταν δυνατόν να συνεχισθούν για πολύ ακόμα.

Πόλεμος ή ειρήνη ;

Ο μεγάλος Τούρκος επερίμενεν απάντηση και η μητριά του έστελνε συνεχώς αγγελιοφόρους απαιτώντας να ληφθεί απόφαση. Η Βενετία έπρεπε να ξεκαθαρίσει, επιτέλους, τη θέση της.

Στο δογικό παλάτι, οι σύμβουλοι του δόγη κι η Σινιορία είναι διχασμένοι. Οι μισοί λένε πως ο Μωάμεθ επιθυμεί την ειρήνη, γιατί ο Τουρκομάνος άρχοντας Ουζούν Χασάν ετοιμάζεται να εξαπολύσει μεγάλην επίθεση εις την Ανατολήν, ζητώντας πόλεμο, ενώ οι άλλοι μισοί ασπάζονται τη γνώμη του δόγη Μοτσενίγκο, ο οποίος γνωρίζει καλά τη δύναμη των Τούρκων. Λένε πως το συμφέρον της Βενετιάς είναι να συνάψει ειρήνη.

Τη γενναιότητα και τη γνώση της πολεμικής τέχνης δεν μπορώ να την αρνηθώ στο δόγη. Όταν ανέλαβε το βενετσιάνικο στόλο, η πόλη θρηνούσε απώλειες και θύματα πολλά. Πέντε χρόνια πριν, το Νεγραπόντε είχε χαθεί. Το στολίδι της Βενετιάς στην Ελλάδα έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ. Η δειλία του αρχιναυάρχου Νικολό Κανάλ και του κυβερνήτη της πόλης, Πάολο Ερίστο, ήταν η αιτία της καταστροφής. Ο πρώτος στάλθηκεν αλυσσοδεμένος στη Βενετία, από τον Πιέτρο Μοτσενίγκο, και δικάστηκε. Ο δεύτερος παραδόθηκε στον Μωάμεθ, με τον όρο να κρατήσει το κεφάλι πάνω στους ώμους του. Ο Μεγάλος Τούρκος δέχθηκε και εκράτησε την υπόσχεσή του. Τον έκοψε στα δύο με το σπαθί του, όχι από το κεφάλι αλλά απ’ τη μέση.

Τα νέα συγκλόνισαν τη Βενετία και την Ιταλία ολάκερη. Ο καρδινάλιος Βησσαρίων έγραψε προς όλους τους χριστιανούς ηγεμόνες της χερσονήσου:

«Λόγοι προς τους πρίγκιπας της Ιταλίας περί της σφαγής των χριστιανών της Χαλκίδος, περί των κατά της Ιταλίας επικειμένων κινδύνων μετά την άλωσιν της Υδρούντος, περί καταπαύσεως των διχονοιών και αποφάσεως πολέμου κατά των Τούρκων».

Εγώ ο ίδιος αντέγραψα τους λόγους του κι έστειλα τα μηνύματα.

Το καλοκαίρι του 1472, ο δόγης Μοντσενίγκο επιτέθηκε με πολλά πλοία στα παράλια της Μικρασίας, στην Αττάλεια, τη Σμύρνη και την Αλικαρνασσό και έκαψεν τα λιμάνια τους. Ο βασιλιάς Φερδινάνδος της Νάπολης, μαζί με τους θεραπευτές Ιππότες από το νησί της Οφιούσσας[2], τον εβοήθησε με πλοία και άνδρες.

Εγνώριζεν πολύ καλά τους Τούρκους ο δόγης. Ήξερεν πως αυτές οι μικρές επιτυχίες του, όταν ήταν αρχιναύαρχος, και οι προτάσεις για ειρήνη του Μωάμεθ, τώρα που έγινε δόγης, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια μικρή ανάπαυλα. Ο Μεγάλος Τούρκος ήταν νέος και είχε ορμή και διάθεση για κατακτήσεις, ενώ αυτός κι η γηρασμένη πόλη, η Βενετιά, ήταν ετοιμοθάνατοι.

Τα περασμένα νιάτα και η κλονισμένη υγεία αναζητούν παρηγοριά στα χάδια των γυναικών και σε κάποιους χαμένους παπύρους του «Συμποσίου».

Πολλές φορές αντιμετώπισε με θάρρος το θεό Άρη. Πολέμησε, κινδύνεψε.

Ο θάνατος, ωστόσο, δεν θα τον περιμένει για πολύ ακόμα. Η υγεία του δεν πάει καθόλου καλά, θα πεθάνει.

Έχουν μια παράδοξη συνήθεια και την τηρούν πολύ σχολαστικά οι Βενετοί, εδώ και διακόσια πενήντα έτη. Από τα χρόνια του δόγη Τιέπολο[3].

Όταν ένας δόγης αποθάνει, συνέρχεται το λεγόμενον Δικαστήριον των Νεκρών. Το αποτελούν το Μέγα Συμβούλιον, πέντε ευγενείς και τρεις ιεροεξεταστές. Συνεδριάζουν και βγάζουν κρίση για το βίο και την πολιτεία του νεκρού δόγη και η κρίση τους είναι πάντα εκ των προτέρων αποδεκτή και σεβαστή.

Όταν εγώ παραδώσω το πνεύμα, μόνον ο Πλάτων ποθώ να με κρίνει …

[1] Δημητρίου Σ. Παπαδόπουλου, «Το Συμπόσιο του Πλάτωνος και το θλιβερόν τέλος του Κοσμά του Τραπεζούντιου», εκδόσεις Νέα Σύνορα – Λιβάνη, Αθήνα 1996.
[2] Νησί της Οφιούσσας: έτσι αποκαλείτο τα χρόνια εκείνα η Ρόδος, εξαιτίας των πολλών φιδιών που υπήρχαν στο νησί.
[3] Δόγης Τζιάκομο Τιέπολο (1229-1249).

Written by nomosophia

2 Ιανουαρίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία