ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Ιουνίου 2011

εθνική παλιγγενεσία

leave a comment »

Έλληνες και Ξένοι την περίοδο του Αγώνα[1]

Οι Έλληνες πίστευαν πως … οι ξένοι δεν πρόσφεραν καμιά υπηρεσία στην Επανάσταση. Ο Lieber καταγράφει στο χρονικό του τις παρατηρήσεις ενός Έλληνα στη Μασσαλία : «Μόνο όσοι Ευρωπαίοι ξέρουν πραγματικά από πόλεμο και μάλιστα από μικροπόλεμο βουνίσιο[2] μπορούν να ωφελήσουν. Οι άλλοι είναι άχρηστοι. Δεν υπάρχει έλλειψη χεριών«. Εκείνοι που ταξίδεψαν καταλάβαιναν πως αυτός ο άνθρωπος έβλεπε σωστά. Είναι μεγάλο λάθος να επιδιώξουμε και να επιβάλουμε σ’ αυτό το συγκεκριμένο πόλεμο, σ’ αυτό το λαό, ευρωπαϊκή στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία.

Την ψυχολογία των απογοητευμένων εθελοντών εξεικονίζει η αφήγηση του Γερμανού ανθυπολοχαγού Ferdinand von Kiesewetter. Παραπονείται αδιάκοπα : «Δεν μας έδωσαν τίποτα. Ούτε τους μανδύες που μας έταξαν. Από χρήματα μόνο το ένα έκτο. Ύστερα τίποτα. Έπρεπε να φύγουμε. Αλλά ήταν πια αργά. Και υποταχθήκαμε στη μοίρα μας. Δεν πολεμούσαμε πια από αγάπη στο ελληνικό έθνος, αλλά για την τιμή μας και την αυτοσυντήρησή μας. Όλος ο ενθουσιασμός μας για την ελληνική υπόθεση εξατμίσθηκε. Στον Έλληνα δεν βλέπαμε πια τον αληθινό πατριώτη, που πάνω από όλα τοποθετούσε την πατρίδα του, αλλά τον ύπουλο ληστή».

Οι απογοητεύσεις καλλιεργούσαν την εμπάθεια και οδηγούσαν σε επιπόλαιες κρίσεις. Οι Έλληνες, γράφει ο Kiesewetter, έχουν μια έκφραση κακίας στο πρόσωπο, πολύ ενοχλητική. Φαίνεται πως αυτή η έκφραση είναι εθνικό τους χαρακτηριστικό.

O William Parry, απεσταλμένος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου και φίλος του λόρδου Byron στο Μεσολόγγι, επισημαίνει τα αίτια της δυσαρέσκειας των Ελλήνων και του κακού τέλους των περισσοτέρων εθελοντών : Η γενική αποδιοργάνωση, το χάος και η οικονομική αθλιότητα, η απουσία κεντρικού κυβερνητικό που οργάνου και μέσων για τη χρηματοδότηση του πολέμου δεν ευνοούσαν την επιβίωση ενός στρατιωτικού σώματος Φιλελλήνων. Έτσι, όλοι οι ξένοι που ήρθαν στην Ελλάδα, έπρεπε, για να συντηρηθούν, να καταπιέζουν με τον άλφα ή βήτα τρόπο τους κατοίκους. Αλλά, επειδή οι Έλληνες δεν αποτίναξαν τον τουρκικό ζυγό για να υποταχθούν σε άλλον, σημειώθηκαν, όπως ήταν φυσικό, αντιδράσεις, έγιναν φιλονεικίες, εκδηλώθηκε αντίσταση.

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», σ. 104 επ., εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.
[2] Το είδος του πολέμου που σήμερα αναφέρεται με τον όρο «ανταρτοπόλεμος».

 

Written by nomosophia

29 Ιουνίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Οθωμανικός … πολιτισμός

leave a comment »

Αληθινές ιστορίες από την ΕλληνοΤουρκική συμβίωση[1]

Μια από τις πρώτες και σημαντικώτερες προσωπικές μαρτυριές για τις σφαγές της Πόλης, που είδε το φως στην Ευρώπη, ήταν το χρονικό του Γερμανού Ιωάννη Βίλχελμ Αύγουστου Στρέιτ. Νεαρός τεχνίτης ο Στρέιτ εργαζόταν στην Κωνσταντινούπολη και βρέθηκε μέσα στη δίνη των αγριοτήτων που ξέσπασαν μόλις έφθασε η είδηση για την εισβολή του Υψηλάντη στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Ο Στρέιτ, που κινδύνεψε πολλές φορές στους μήνες του κατατρεγμού των Ελλήνων, έγραψε ένα χρονικό που κυκλοφόρησε αρχές του 1822 στη Λειψία[2]. Είναι μια συγκλονιστική περιγραφή της τραγωδίας του Ελληνισμού της Πόλης.

Το βιβλίο του Στρέιτ αποτελεί ένα πολύτιμο ντοκουμέντο. Τις φρικαλέες σκηνές που ιστορεί με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και σχολαστική ακρίβεια δεν τις γνωρίζουμε από άλλη πηγή.

Την πρώτη κιόλας μέρα έγιναν διακόσιες συλλήψεις κορυφαίων Ελλήνων της Πόλης. Πολλοί απ’ αυτούς κακοποιήθηκαν άγρια από το πλήθος καθώς μεταφέρονταν στις φυλακές Κατροσάν. …

… «Ο οθωμανικός όχλος, σε φοβερή έξαψη, ρίχτηκε στα σπίτια των Ελλήνων αρχόντων και άρχισε τη λεηλασία. Βασάνιζαν τους ενοίκους με θηριωδία, έκοβαν μύτες και αφτιά και τους γκρέμιζαν ύστερα από τα παράθυρα στο δρόμο».

… «Μέσα σε μια ώρα η απέραντη Κωνσταντινούπολη έγινε θέατρο αιματηρών και φρικαλέων σκηνών»[3]. Το πλήθος κατέλαβε τις φυλακές του κατροσάν και άρπαξε τους 186 Έλληνες. Οι Τούρκοι σκότωσαν πολλούς επιτόπου και άλλους «τους έδεσαν με σκοινιά και τους έσερναν στα καλνερίμια, ώσπου οι σάρκες αποκολλήθηκαν από τα οστά και οι δύστυχοι βρήκαν πικρό θάνατο».

Έδεναν τα πόδια και τα χέρια των Ελλήνων με σκοινιά και τα τραβούσαν από όλες τις μεριές διαμελίζοντάς τα. Έκοβαν τα κεφάλια τους, τα κάρφωναν στις αιχμές των σπαθιών και τα τριγύριζαν στους δρόμους θριαμβικά. …

Άναψαν φωτιές σε όλους τους δρόμους και εκεί βασάνιζαν τους Έλληνες. «Πύρωναν στη φλόγα τα μεταλλικά τμήματα των όπλων και τα έμπηγαν στα ξεγυμνωμένα κορμιά. Τους έψηναν στα κάρβουνα σιγά-σιγά, πρώτα τα πόδια, ύστερα τα χέρια και ολόκληρο το κορμί ώσπου να ξεψυχήσουν. Περνούσαν πυρακτωμένα σύρματα στη μύτη, έκαιγαν τα βλέφαρα των θυμάτων με πυρωμένα σίδερα».

Το άλλο πρωί είδε πολλούς Έλληνες, άνδρες και γυνάικες, κρεμασμένους ανάποδα από τα παράθυρά τους. «Τα θύματα σπαρταρούσαν και ούρλιαζαν. Στα οπίσθια πολλών είχαν καρφώσει μαχαίρια και σπαθιά. Κάθε τόσο έκοβαν και ένα κομμάτι σάρκα».

«Εκείνο ρο πρωινό γύρω στα 4.000 πτώματα και των δύο φύλων, κεφάλια, πόδια, κείτονταν στους δρόμους της Πόλης. Χωρίς να λογαριάσουμε όσους σκοτώθηκαν στα σπίτια τους ή κρεμάστηκαν από τα παράθυρα.

Ο ναρός Στρέιτ παρακολούθησε τη φοερή σφαγή από το εργαστήριο του αφεντικού του, που βρισκόταν στην πλατεία του Μουφτή. «Μόνο σ’ αυτή την πλατεία μέτρησα γύρω στα 300 πτώματα. Βραβεία ορίζονταν για την επινόηση των πιο φριχτών βασανιστηρίων».

Στο μεταξύ άλλοι Τούρκοι στερέωναν στο χώμα πολλές σιδερένιες σούβλες. Εκεί θα κάθιζαν τα θύματά τους για να παραδώσουν το πνεύμα σφαδάζοντας. … Οι σούβλες ήταν ογδόντα περίπου. Γύμνωσαν τους Έλληνες – γύρω στους 65 νέοι, γέροι, γυναίκες – και τους κύκλωσαν με ξαθηκαρωμένα σπαθιά, μπροστά στις σούβλες.

Αλλά ήρθε η νύχτα. Η βασανιστική εκτέλεση αναβαλλόταν. Έστησαν καζάνια πάνω στις φωτιές και ετοίμασαν πόντσι. Μεθούσαν και αλάλαζαν. Κατά τα μεσάνυχτα έφεραν και άλλους Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, ανάμεσά τους και τρία μικρά παιδιά. Τα σούβλισαν με τα σπαθιά και τα έρριξαν ζωντανά στη φωτιά.

Κάθε τόσο τραβούσαν έναν Έλληνα κοντά στις πυρές και τον βασάνιζαν. Κάρφωναν τα αφτιά τους πάνω σε πάγκους, άδειαζαν με το φτυάρι κάρβουνα στο στόμα τους, που το άνοιγαν με ρόπαλα, ξεκολλούσαν με πυρωμένες τανάλιες κομμάτια από τις σάρκες τους.

Ο Στρέιτ περιγάφει την τρομακτική κηνή του μαρτυρίου. Δυο κακούργοι άρπαζαν έναν Έλληνα ή μια Ελληνίδα τους αβασήκωναν ψηλά και τους κάθιζαν με δύναμη πάνω στο κοφτερό και μυτερό σιδεροπάλουκο, έτσι που η αιχμή περνώντας από τα σπλάχνα έφτανε στο στήθος. Παλούκωσαν σαραντατέσσερες. Έτσι καρφωμένοι σπαρταρούσαν σαν τα σκαθάρια που τα παιδιά διατρυπούν με βελόνα για να διασκεδάσουν. Ένα ουρλιαχτό θανατερής αγωνίας υψωνόταν ως τον ουρανό. Κρατούσε μια περίπου ώρα, έσβημε και τα κεφάλια έγερναν στο πλάι».

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Α΄, σ. 151 κ. επ., εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.
[2] Constantinopel im Jahre 1821 oder Darstellung der blutigen und Hoechst schauderhaften Begebenheiten welche sich in dieser Hauptstadt, seit dem Ausbruche des Krieges, zwischen der Turkei und Griechenland ereignet haben. Von einem Augenzeugen der seit 1815 in Constantinopel gewohnt hat mehrmals in Todesgefahr schwebte, und auf eine wundebare Weise sein Leben rettete, Leipzig 1822.
[3] Έχουμε την αφήγηση ενός αυτόπτη Κεφαλονίτη: «Ευθύς αλαλαγμός μέγας, τρέχοντας οι Τούρκοι να αγοράζουν άρματα από το Παζάρι. Άρχισαν λοιπόν ημέρα και νύχτα να ρίχνουν πιστολιές τόσον και έμπροσθεν εις τον σουλτάνον, εις των Γραικών τα οσπίτια. Τρόμος και φόβος, εγκαστρωμένες αποβάλθησαν, γραίες και νέες ετρελλάθησαν» (Γ. Π. Αγγελόπουλου)

Written by nomosophia

22 Ιουνίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Χωρίς κατηγορία

παλαιοΟθωμανικά

leave a comment »

παιδομάζωμα

Ελλήνων πάθη[1]

Τον καιρό του Σουλεϊμάν του Μεγάλου, ο Αφέντης του κόσμου και σκιά του

Θεού στη γη, θέλοντας ν’ ανακατωθεί γερά στα πράγματα της Ευρώπης και να τη βάλει στο χέρι, βοηθούσε τον Φραγκίσκο Α΄ της Γαλλίας ενάντια στον Κάρολο Ε΄ της Γερμανίας. Και τούτος, για να ξαλαφρώσει τη θέση του, έκαμε περισπασμό στην Ελλάδα. Ο Γενοβέζος ναύαρχος Αντρέας Ντόρια διορίστηκε γι’ αυτή την επιχείρηση. Κατεβαίνοντας στη Μεσόγειο – 1532 – και

ξεσηκώνοντας τους Έλληνες πήρε, με τη βοήθειά τους, το κάστρο της Κορώνης, την Πάτρα και τον Ψαθόπυργο. Μ’ όλο που οι μιστοφόροι του δε φέρθηκαν καλύτερα στους πληθυσμούς από τους Τούρκους, ο Μοριάς, όλος ανάστατος, έσφαζε τις φρουρές των απίστων. Μέσα σ’ αυτούς τους ρέμπελους λένε και τους πρώτους Κολοκοτρωναίους. Κατοικούσαν στο Ρουπάκι, κοντά στα καλύβια του Τουρκολέγα σην επαρχία Λιονταριού της Αρκαδίας. Λεγόντουσαν Τσεργίνηδες. Ο ναύαρχος Ντόρια είχε πολύ περίεγους τρόπους

να δείχνει την ευγνωμοσύνη του. Για να ευχαριστήσει του Μοραΐτες για τη βοήθεια που τούδωσαν, άρχισε κουβέντες με τους ιππότες της Ρόδου, να τους δώσει τα μέρη πούχε πάρει μαζί τους. Ακολούθησε όμως κάτι ακόμα χειρότερο : Πλάκωσε στο Μοριά η αρμάδα με το Λουτφούμπεη. Ο ναύαρχος τόστριψε, και καθώς δεν μπορούσε να πάρει όλους τους Έλληνες στα καράβια, για να

πεθάνουν από πανούκλα, όπως έπαθαν οι Κορωνιοί που τον ακολούθησαν, τους άφησε στο έλεος του Θεού και των πασάδων. Τα τούρκικα φουσάτα στήσανε στρατόπεδο στην Ανδρούσα. Οι λίγοι Γερμανοί του Καρόλου του Ε΄ πολέμησαν, ορμώντας από το κάστρο της Κορώνης, μα στο τέλος νικήθηκαν κι αναγκάστηκαν να φύγουν από το Μοριά. Τί γίνηκε τότε, ο χρονογράφος του καιρού, με τη σπλαχνική συντομία του, δε μας δίνει καμία ιδέα : «Οι Τούρκοι επετέθησαν τοις παροικούσιν εν Πελοποννήσω και πολλούς μεν του ζην

πολυτρόπως απήλλαξαν ουκ ολίγους δ’ εφυγάδευσαν, επανάστασιν υπό τούτων υποτοπάζοντες». Μπαίνοντας στο Λιοντάρι, στην καρδιά της Αρκαδίας, άπλωσαν, σ’ όλο το Μοριά, χέρι βαρύ, αλύπητης τιμωρίας. Έσφαζαν, λιάνιζαν κορμιά, παίδευαν, ξερίζωναν κοπαδιαστά τους ραγιάδες και τους παίρναν να τους πουλήσουν σκλάβους στα μακρινά παζάρια της

Ανατολής. Κι ήτανε γλέντι του στρατού να μπαίνει στα χωριά, ερημωμένα, και να τα καίει. Οι κάμποι άδειασαν, κι αυτά τα πλάγια των βουνών, και μοναχά στα δάση τα ψηλότερα, σε ρεματιές και σε σπηλιές απόμερες κι απάτητες αποτριαβιόταν ο κοσμάκης να γλιτώσει. … Ο τόπος είχε πέσει στην πιο βαθιά μιζέρια. Τέτοια ήταν η αναρχία που για να βρουν οι άνθρωποι λίγη ασφάλεια κι ανάπαψη έπρεπε να τρυπώσουν κάπου, να ζουν κρυμμένοι σαν αγρίμια.

[1] Σπύρου Μελά, «Ο Γέρος του Μωριά», σ. 20-21, εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα 1957.

Written by nomosophia

15 Ιουνίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Αφγανιστάν

leave a comment »

Αλέξανδρος και Ρωξάνη

Εκεί που οι σύγχρονοι αποτυγχάνουν, ένας και μόνο ένας πέτυχε [1]

Δυο χρόνια είχαν περάσει αφότου έφτασε ο Αλέξανδρος σ’ αυτές τις χώρες, κι άρχισε έργο, που όσο μεγαλύτερα και δυσαντιμετώπιστα προβλήματα γεννούσε, τόσο πληρέστερα έδειχνε πως ρίζωνε σε βάθος. Πολλοί κόποι χρειάστηκαν, και μέτρα αιματηρά, κι αγώνες αλλεπάλληλοι, κατά των λαών που κάθε τόσο ξαναξεσηκώνονταν, κατά των τοπαρχών, που αγέρωχα απ’ τα κάστρα τους αντιστέκονταν, πανωκεί στα ψηλά βουνά τους. Μα κάποτ’ οι λαοί δαμάστηκαν, κ’ οι ντόπιοι τους δυνάστες ταπεινώθηκαν, τα κάστρα τους γκρεμίστηκαν, κι όσοι υποτάχθηκαν συγχωρέθηκαν. Με το χτίσιμο, ύστερα, τόσων νέων πόλεων, δόθηκε βάση, ροπή, άξονας, σ’ εκείνη την ελληνιστική ζωή που σιγά-σιγά στο ρυθμό και τη δίνη της θα περέσερνε όλους αυτούς τους τόπους, κ’ εγκαθιδρύθηκε διοικητικό σύστημα κατάλληλο για την ιδιοσυστασία και τη στρατιωτική τους σημασία.

Τέλος, τη σφραγίδα του έβαλ’ ο γάμος ακριβώς του Μεγαλέξαντρου με την πανέμορφη κόρη του σοδγιανού πεχλιβάν, του Οξυάρτη, τη Ρωξάνη.

Κι αν η προσωπική συμπάθεια έφεγγε στην καταβολή του συνοικεσίου τούτου, πάντως και πράξη πολιτική συνιστούσε παραπέρα, σημάδι και φανέρωμα τροποντινά, υπόδειγμα ένωσης Ασίας κ’Ευρώπης, που διάβλεψε και σιγά-σιγά ξεδίπλωνε, μες απ’ ό,τι έκανε ο Αλέξανδρος, συνεχώς παλεύοντας να το πραγματώση, σαν κατεξοχήν καρπό των νικών του κι όρο διάρκειας κάθε του έργου.

Αλλά το σκοπό αυτό, και τη διαρκώς αναπτυσσόμενη όλο κ’ ευρύτερα επιτέλεσή του, προσδιορίζουν κρίσιμες αντικειμενικές αναγκαιότητες. Τα ίδιατα συμβαλλόμενα, και σε σύγκραση τείνοντα κ’ εκ των πραγμάτων, από τη φύση τους ακριβώς και τη σχέση τους επιβάλλουν το τραχύτερο, πυκνότερο και βαρύτερο, λόγω αδρανών μέσα του, το ασιατικό, να κείται στη βάση, να προσελκυστή σαν πρώτη, κατ’ αρχήν ύλη.

Αν πράγματι σκόπευε η δυτική δύναμη όχι απλά να καθυποτάξη και νακυριαρχήση, παρά να κερδίση αλήθεια, να συνενώση ουσιαστικά τους ανατολικούς, τότ’ ο δρόμος αναγκαία πέρναγε απ’ την εξ αντικειμένου τούτη αναγνώριση κι υποδοχή σαν δεδομένων που κρατούν, αντιλήψεων, συνηθειών και προλήψεων ακόμα, των ανατολικών, αφού έτσι μόνο μπορούσαν όλοι αυτοί να μάθουν, να οικειωθούν, να καρπωθούν το δυτικό, μετέχονταςπροοδευτικά στην ανεξάντλητη εκείνη ροπή ανάπτυξης των νικητών. Για τούτοκ’ η ασιατική ακολουθία, που μάζευε γύρα του ο Αλέξανδρος, και τα μηδίζοντα ρούχα, που φορούσε σαν έβγαζε την αρματωσιά του, και το εθιμοτυπικό εκείνο κ’ η τέτοια αίγλη της αυλής, που σαν περιβολή καθαυτό της Πολιτείας θέλει να τη βλέπη στον άρχοντά του ο ανατολίτης, μα κι ο μύθος, επιτέλους, της θείας τάχα καταγωγής του βασιλιά, που ο ίδιος όμως ο Αλέξανδρος με τους πιο δικούς του γι’ αστείο την είχαν αναμεταξύ τους.

[1] Ιωάννης Γουστάβος Ντρόυζεν, Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε μετάφραση Ρ., Η. & Σ. Αποστολίδη, σ. 459-461, Ελευθεροτυπία, Αθήναι 1993.

* η συνέχεια στον ΔημοΔιδάσκαλο

Written by nomosophia

8 Ιουνίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

μεγάλες μάχες

with one comment

Μυριοκέφαλο[1]

Το έτος 1176 μΧ υπήρξε σταθμός τόσο για την πολυκύμαντη βασιλεία του Μανουήλ Κομνηνού, όσο και για το μέλλον της Αυτοκρατορίας. Έτσι, αφού συγκρότησε ένα πολυάριθμο εκστρατευτικό σώμα αποτελούμενο από Ρωμαίους, Φράγγους – υπό τον γυναικαδελφό του Βαλδουΐνο – Κουμάνους, Πατζινάκες και Τουρκοπώλους[2], αποφάσισε να συντρίψει το επίφοβο κράτος του Σουλτανάτου του Ρουμ καταλαμβάνοντας το Ικόνιο. Για να αποτρέψει την αποστολή ενισχύσεων από τους Δανισμενίδες της Σεβάστειας προς το απειλούμενο Σουλτανάτο του Ικονίου, απέστειλε εναντίον της Αμάσειας του Πόντου που βρισκόταν υπό την κυριαρχία τους, και σε μικρή απόσταση από τη Σεβάστεια, έτσι ώστε να την απειλεί άμεσα και εκείνη, ένα ισχυρό εκστρατευτικό σώμα αποτελούμενο από 15 έως 20 περίπου χιλιάδες Παφλαγόνες, υπό τον Ανδρόνικο Βατάτζη. Ενώ ο ίδιος επικεφαλής των υπολοίπων ισχυρών δυνάμεων από 40 περίπου χιλάδες άνδρες, διέσχυσε τη Φρυγία με κατεύθυνση το Ικόνιο. Η πορεία όμως εξαιτίας των τεράστιων εφοδιοπομπών και προπαντός των αναρίθμητων αμαξών που μετέφεραν τις πολυάριθμές πολιορκητικές μηχανές, που ήταν απαραίτητες για την κα΄ταληψη του Ικονίου, ήταν εξαιρετικά βραδεία. Ο Σουλτάνος Κιλίτζ Αρσλάν Β΄[3] επιχείρησε αρχικά να ανακόψει ή να επιβραδύνει όσο το δυνατόν περισσότερο την πορεία, ώστε στο τέλος να καταστεί αδύνατη η εκστρατεία λόγω της επερχόμενης έλευσης του χειμώνα, εξαπολύοντας κατά των Ρωμαϊκών φαλάγγων το ιππικό του με αποστολή να καταστρέψει τη χορτονομή και να δηλητηριάσει τα πηγάδια και τις πηγές που βρίσκονταν κατά μήκος της διαδρομής. Παρά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε η στρατιά εξαιτίας των ελλείψεων και των ασθενειών που καταταλαιπώρησαν το στράτευμα και που προκαλούντο από τις εχθρικές επιδρομές ενάντια στην χορτονομή και τις πηγές ύδατος. Σε δεύτερη φάση, ο Κιλίτζ Αρσλάν, αντιλαμβανόμενος την εμμονή του Αυτοκράτορα, επιχειρεί να τον αποτρέψει προτείνοντας συνθήκη ειρήνης υπό ευνοϊκούς για την Αυτοκρατορία όρους. Ο Μανουήλ ήταν ανένδοτος. Επιθυμούσε να δώσει ένα τέλος στην κυριαρχία των Τούρκων επί του Μικρασιατικού οροπεδίου. Ήταν δε πεπεισμένος ότι αυτό έπρεπε να επιτευχθεί τώρα, που είχε την σαφή υπεροχή έναντι των αντιπάλων του. Διαφορετικά, πίστευε πως δεν θα το επετύγχανε ποτέ. Έπρεπε οπωσδήποτε η Αυτοκρατορία να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη και να επανέλθει στα παλαιά της σύνορα[4], εάν ήθελε να επιβιώσει στον εξαιρετικά ανταγωνιστικό κόσμο της εποχής. Έτσι συνέχισε ακάθεκτος την πορεία προς το Ικόνιο, αποφασισμένος να εκκαθαρίσει οριστικά την κατάσταση αυτήν την φορά. Και ενώ μέχρι το Μυριοκέφαλο της Φρυγίας τηρούσε με ευλάβια όλους τους κανόνες για την ασφαλή πορεία της στρατιάς, φθάνοντας στα στενά του Τζυβρίτζη, απ’ όπου επρόκειτο υποχρεωτικά να διέλθει προκειμένου να βγει στο οροπέδιο του Ικονίου και όπου φαινόταν, όπως αναφέρει ο διασημότερος από τους Χρονογράφους της εποχής Νικήτας Χωνιάτης[5], πως οι Σελτζούκοι, έχοντας καταλάβει τα πρανή, θα επιχειρούσαν να εμποδίσουν την διέλευση του στρατεύματος, εντελώς αδικαιολόγητα και κατά παράβαση κάθε στρατιωτικού κανονισμού ο Αυτοκράτορας επέμεινε να διασχίσει αμέσως εκείνο το επίμηκες, απόκρημνο και αμμώδες φαράγγι με τις αλληλοδιάδοχες επτά στενές κοιλάδες, χωρίς να λάβει κανένα απολύτως μέτρο προφύλαξης. Έτσι αντί να επιδιώξει να εκκαθαρίσει προηγουμένως το φαράγγι από την παρουσία των αντιπάλων, για την οποία όχι μόνο είχε ενημερωθεί από τους ανιχνευτές, αλλά ήταν δυνατόν να τους διακρίνει και ο ίδιος ιδίοις όμμασι, αντί να εξαποστείλει εναντίον τους τα ελαφρά τάγματα με τους τοξότες και τους σφεντονιστές, εισήλθε στο φαράγγι και άρχισε να το διασχίζει σαν να επρόκειτο για στρατιωτική παρέλαση. Η εμπροσθοφυλακή κατάφερε να περάσει και να βγει ασφαλής στο οροπέδιο του Ικονίου, με ελάχιστες απώλειες, αφένος διότι οι Σελτζούκοι τους κτυπούσαν από μεγάλο ύψος με αποτέλεσμα τα βέλη τους και τα ακόντιά τους να μην έχουν ικανή διατρητική ικανότητα και αφετέρου γιατί οι επικεφαλείς τους στρατεύματος είχαν την πρόνοια να αναπτύξουν τοξότες δεξιά και αριστερά της διερχόμενης φάλαγγας, κρατώντας τους έτσι σε απόσταση ασφαλείας. Οι επόμενοι όμως δεν είχαν την ίδια τύχη. Οι Σελτζούκοι, αντιλαμβανόμενοι το σφάλμα τους, κατέβηκαν από τα υψώματα και αρχίζουν να προσβάλουν εκ του σύνεγγυς πλέον, την αμέσως επόμενη φάλαγγα Ρωμαίων, υπό τον Γεώργιο Μαυροζούμη και Φράγγων, μεταξύ των οποίων πολλοί Δανοί και κυρίως Άγγλοι τοξότες. Κατόρθωσαν έτσι να την συνθλίψουν με αμφίπλευρες επιθέσεις στα πλευρά της. Καθώς οι στρατιώτες αδυνατούσαν αφενός να απαντήσουν αποτελεσματικά στον καταιγισμό βελών και ακοντίων που εκτοξεύονταν από τους Τούρκους και αφετέρου να αναπτυχθούν στο στενό περιβάλλον όπου ελάμβανε χώρα η σύγκρουση η συντριβή ήταν αναπόφευκτη. Ο Μανουήλ Κομνηνός, που ακολουθούσε παρακολουθούσε, ανήμπορος να βοηθήσει, την καταστροφή, καθώς μεταξύ των δικών του δυνάμεων και της φάλαγγας που δεχόταν την επίθεση παρεμβαλλόταν η επιμήκης φάλαγγα των εφοδιοπομπών και των μεταφερόμενων πολιορκητικών μηχανών και εξαιτίας της στενότητας του χώρου δεν έιχε καμία δυνατότητα παράκαμψής τους. Έτσι η σφαγή των Ρωμαίων και των Φράγγων εκείνου του κεντρικού τμήματος της στρατιάς, καθώς και των πολυάριθμων συνοδών των φαλάγγων ανεφοδιασμού, προσέλαβε τρομακτικές διαστάσεις. Οι ρεματιές καλύφθηκαν από σωρούς πτωμάτων. Στην συνέχεια οι Σελτζούκοι συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους ενάντια στον Αυτοκράτορα που ακολουθούσε με το πλέον επίλεκτο τμήμα της στρατιάς, έχοντας πίσω του την οπισθοφυλακή. Γνώριζαν πολύ καλά πως αν δεν συνέτριβαν και εκείνον η νίκη τους δεν θα ήταν ολοκληρωτική. Τότε έλαβε χώρα μια εντυπωσιακά φονική σύγκρουση. Τα δύο αντίπαλα στρατεύματα, που κατά διαβολική σύμπτωση έτυχε να είναι και στις δύο παρατάξεις τουρκικά, οι Σελτζούκοι του Ικονίου από το ένα μέρος και οι 20.000 και πλέον Κουμάνοι, Πατζινάκες και Τουρκοπώλοι του Αυτοκράτορα από το άλλο, ερρίφθησαν εναντίον αλλήλων με καννιβαλική διάθεση. Και ενώ κατεσπαράσσοντο μεταξύ τους ένα ισχυρό φυσικό φαινόμενο περιέπλεξε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Αιφνιδίως σηκώθηκε ισχυρός ανεμοστρόβιλος καλύπτοντας το φαράγγι με σκόνη και περιορίζοντας την ορατότητα στο μηδέν. Το φαινόμενο αυτό είχε διάρκεια, με αποτέλεσμα οι μαχητές να αδυνατούν να διακρίνουν τον αντίπαλο. Έτσι φίλοι και εχθροί αλληλοεσφάζοντο μανιωδώς. Όταν τέλος εξασθένησε η ορμή του ανέμου και η ατμόσφαιρα άρχισε να καθαρίζει το θέαμα που αντίκρισαν οι λίγοι επιζώντες ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Τα δύο στρατεύματα είχαν σχεδόν πλήρως αλληλοεξοντωθεί. Η δίοδος είχε καλυφθεί από απειράριθμα σώματα. Η περίφημη μάχη του μυριοκέφαλου της Φρυγίας της 17ης Σεπτεμβρίου 1176 μΧ κατέληξε απρόοπτα στην αλληλοεξόντωση των δύο κυριοτέρων διεκδικητών του Μικρασιατικού οροπεδίου, που έκτοτε φθίνουν ραγδαία. Αυτή η αλληλοεξόντωση ήταν και ο λόγος που ανάγκασε τον Σουλτάνο Κιλίτζ Αρσλάν Β΄ να διατάξει, σύμφωνα με τον Νικήτα Χωνιάτη την πεοεκτομή των πεσόντων ώστε να μην είναι ευχερής η διάκριση μεταξύ των περιτετμημένων λόγω θρησκείας στρατιωτών του Ικονίου και των απερίτμητων λόγω Σαμανισμού Πατζινάκων και Κουμάνων Τούρκων μισθοφόρων του Αυτοκράτορα και συγχρόνως να προτείνει επί του πεδίου της μάχης στον εγκλωβισμένο Μανουήλ Κομνηνό και τους επιζώντες της στρατιάς συνθήκη ειρήνης με πολύ ευνοϊκούς όρους για την Αυτοκρατορία. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, έχοντας πλήρη συναίσθηση του μεγέθους της καταστρεπτικής ήττας του Μυριοκέφαλου, την παρομοίωσε, και πολύ ορθά άλλωστε, με την καταστροφή του Ματζικέρτ[6]. Πράγματι η δεύτερη αυτή καταστροφή οριστικοποίησε την απώλεια της Κεντρικής και Νότιας Μικράς Ασίας, απώλεια που είχε ήδη επέλθει με την πρώτη καταστροφή. Η βασική όμως διαφορά με την μάχη του Ματζικέρτ ήταν ότι ενώ αυτή οφειλόταν σε καθαρή προδοσία, προ και κατά την διάρκεια της μάχης, η καταστροφή στο Μυριοκέφαλο οφειλόταν αποκλειστικά στην λανθασμένη στρατηγική του ίδιου του Μανουήλ, ο οποίος γνωρίζοντας την αλήθεια δεν άντεξε το ψυχικό άλγος και πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα[7]. Ο Κιλίτζ Αρσλάν Β΄ που προς στογμήν πίστεψε ότι ήταν ο αναμφισβήτητος νικητής της μάχης υπέστη οδυνηρή έκπληξη όταν οι έφιππες ορδές του, που είχαν σταλεί προς λεηλασία των παράλιων πόλεων που κατείχαν οι βυζαντινοί, εγκλωβίστηκαν από αυτούς κατά την επιστροφή τους στα φυλασσόμενα περάσματα του Μαίανδρου ποταμού και κατεσφάγησαν κατά μάζες.

[1] Νίκος Τσάγγας, Μάτζικερτ, σ. 231-234, εκδ. Γκοβόστη.
[2] Εκχριστιανισμένους Τούρκους.
[3] 1155-1192.
[4] Εννοούνται τα σύνορα, όπως ήταν πριν από την καταστροφή του Μάτζικερτ, πλησίον της λίμνης Βαν, το έτος 1071 μΧ.
[5] 1150-1215.
[6] 26 Αυγούστου 1071 μΧ.
[7] 1180 μΧ.

Written by nomosophia

1 Ιουνίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία