ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Νοέμβριος 2012

μαθήματα καιροσκοπισμού

leave a comment »

μαθήματα καιροσκοπισμού[1]

 

Αργότερα, το φθινόπωρο, ένα πλήθος διαμαρτυρήθηκε σε δημόσιο χώρο … πως ενώ υπήρχε αφθονία αγαθών, οι τιμές τους ήταν πάρα πολύ ψηλές. Η διαμαρτυρία τους ήταν σαφής κατηγορία κατά της πλούσιας τάξης της Αντιόχειας, τα μέλη της οποίας είναι ικανά για ο,τιδήποτε προκειμένου να κερδίσουν χρήματα, ακόμη και να καταδικάσουν σε λιμό τους συμπατριώτες τους. Μόλις προ επτά ετών, είχαν πάλι επωφεληθεί από μια ανάλογη κατάσταση και ο κόσμος είχε οδηγηθεί σε εξέγερση, είχαν χαθεί ανθρώπινες ζωές και είχαν γίνει πολλές υλικές καταστροφές. Θα περίμενε κανείς από τον κόσμο της πόλης αυτής να έχει πάρει κάποιο μάθημα από την τόσο πρόσφατη ιστορία. Δεν είχε όμως μάθει τίποτε.

Κάπου τριακόσιοι πρόκριτοι της Αντιόχειας έγιναν δεκτοί στην αίθουσα του συμβουλίου την ορισμένη ώρα της ακρόασης. Κράτησα κοντά μου τον Φήλικα και τον Σαλούστιο. Ο θείος μου, ως κόμης της Ανατολής, θα έπρεπε να προεδρεύει, αλλά ήταν άρρωστος. Οι προύχοντες της Αντιόχειας ήταν ένας ευπαρουσίαστος, τυπικός και μάλλον θηλυπρεπής όμιλος που μύριζε – αν και η ημέρα ήταν ζεστή – σαν τριακόσιοι κήποι της Δάφνης και, μέσα σε εκείνο τον κλειστό χώρο, τα αρώματά τους μου έφερναν πονοκέφαλο.

 

Προχώρησα αμέσως στο θέμα χωρίς περιστροφές. Ανέφερα την τιμή των σιτηρών εκείνεης της ημέρας. «Ζητάτε από τον κόσμο να πληρώνει το τριπλάσιο της αξίας του σίτου. Εντάξει, τα τρόφιμα σπανίζουν, αλλά όχι τόσο. Η κατάσταση αυτή μπορεί φυσικά να επιδεινωθεί αν είναι γεγονός αυτό που άκουσα, ότι δηλαδή μερικοί καιροσκόποι κρύβουν τα σιτηρά από την αγορά μέχρις ότου πεινάσει και απελπιστεί ο κόσμος σε τέτοιο βαθμό ώστε να πληρώσει οποιαδήποτε τιμή». Στα λόγια μου αυτά ανταπόκριση ήταν πολύς βήχας και ανταλλαγές ανήσυχων βλεμμάτων. «Φυσικά, δεν δίνω πίστη σε τέτοιες ιστορίες. Πώς θα μπορούσαν ποτέ οι προύχοντες μιας πόλης να εκμεταλλευτούν τους συμπολίτες τους ; Οι ξένοι, ίσως. Ακόμη και η αυτοκρατορική αυλή» Η σιωπή που ακολούθησε ήταν νεκρική. «Αλλά όχι και οι ίδιοι οι συμπολίτες. Είσαστε άνθρωποι. Όχι κτήνη που καταβροχθίζουν τα αδυνατότερα του είδους τους».

 

Αφού τους ηρέμησα με αυτά τα λόγια, περιέγραψα προσεκτικά το πρόγραμμα του κόμη Φήλικα. Ενώ μιλούσα, τα χείλη του κινούνταν επαναλαμβάνοντας σιωπηλά μαζί μου τα συγκεκριμένα επιχειρήματα που μου είχε εκθέσει πριν από λίγα λεπτά. Οι πολίτες ασφυκτιούσαν. Μόνον αφού τους είχα πια τρομοκρατήσει εντελώς, είπα : «Αλλά γνωρίζω πως μπορώ να σας εμπιστευθώ να κάνετε το σωστό». Επακολούθησε μια μακριά εκπνοή ανακούφισης. Όλοι συνήλθαν.

 

Μου απάντησε ο έπαρχος της πόλης : «Μπορείς να βασιστείς σε εμάς, δέσποτα, για όλα Θα κρατήσουμε – και τώρα γνωρίζω πως μιλώ εξ ονόματος όλων των παρόντων – την τιμή των σιτηρών στο κανονικό της ύψος, αν και θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη πως υπάρχει έλλειψη»

Τρεις μήνες μετά τη συνάντησή μας, όχι μόνον δεν είχαν ορίσει σταθερές τιμές, αλλά είχαν εξαφανίσει από την αγορά τα σιτηρά που εγώ ο ίδιος είχα φέρει από την Ιεράπολη. Οι τιμές είχαν γίνει αστρονομικές : ένας χρυσός σόλιδος για δέκα στατήρες. Οι φτωχοί λιμοκτονούσαν και οι ταραχές είχαν γίνει καθημερινό φαινόμενο.


[1] Γκορ Βιντάλ, Ιουλιανός, σ. 439 κ.επ., εκδόσεις Εξάντας 1998

διαβάστε επίσης στον ΔημοΔιδάσκαλο

Written by nomosophia

30 Νοέμβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

οικονομία

leave a comment »

ανθρωποφαγικές ιδεολογίες[1]

Οι θεσμοί του «φιλελεύθερου κράτους» και μετέπειτα της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» που θεμελιώθηκαν με τα Συντάγματα και ρυθμίζουν τα όρια εξουσίας των κυβερνώντων απέναντι στους υπηκόους, έχουν ηλικία δύο μόλις αιώνων. Θεσπίσθηκαν στην Αμερική με τον αγώνα της Ανεξαρτησίας (1776) και στη Γαλλία μετά την Επανάσταση (1789) και ήταν κατάκτηση της αστικής τάξης στη σύγκρουσή της με την απολυταρχική μοναρχία και την αντιδραστική φεουδαρχία. Οι αστοί διεκδικούσαν προστασία της ιδιοκτησίας και ελευθερία ανταγωνισμού στην οικονομική ζωή. Όχι επεμβάσεις του κράτους, ανοιχτή αγορά, κανένα εμπόδιο στην ιδιωτική πρωτοβουλία – laissez faire, laissez passer, lemonade va de lui meme, όπως δίδασκαν οι φυσιοκράτες οικονομολόγοι του ΙΗ΄ αιώνα. Ελευθερία ανταγωνισμού αλλά και ατομικά δικαιώματα – προσωπική ασφάλεια, απαραβίαστο της ιδιοκτησίας, ελευθερία της έκφρασης, απόρρητο αλληλογραφίας, ελευθεροτυπία.

Τα «φιλελεύθερα πολιτεύματα» καθόριζαν τα όρια της κρατικής εξουσίας και καθιέρωναν τον ελεύθερο ανταγωνισμό αλλά νομιμοποιούσαν και την ελεύθερη εκμετάλλευση των εργαζομένων. Θα χρειαστούν μακροχρόνιοι αγώνες και θυσίες βαρειές για να θεσπιστεί η συλλογική δράση των μισθωτών και ο συνδικαλισμός.

Τη ροπή της εξουσίας προς την ασυδοσία είχε επισημάνει ο Μοντεσκιέ. «Όποιος ασκεί εξουσία έχει τάση για κατάχρησή της. Προχωρεί έτσι ακάθεκτος ώσπου να συναντήσει κάποιο φραγμό»[2].

Με τη γενίκευση των πολιτικών ελευθεριών οι λαϊκές μάζες αξιοποιούν το συνταγματικό δικαίωμα γνώμης και ψήφου, του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Αρχίζουν οι κοινωνικοί αγώνες, η διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών εργασίας και ζωής.

Το καθεστώς του χωρίς όρια ανταγωνισμού, η επικράτηση του ισχυροτέρου και η εξόντωση του αδύναμου, ο οικονομικός δαρβινισμός όπως αποκαλείται, εφαρμοζόταν με ζήλο στις Ηνωμένες Πολιτείες από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Οι κοινωνικές δαπάνες – για υγεία, πρόνοια, παιδεία – απορρίπτονταν στις περισσότερες πολιτείες. Και όποιος αποτολμούσε να εισηγηθεί πιστώσεις για κοινωνικούς σκοπούς κινδύνευε να χαρακτηρισθεί κομμουνιστής. Στα νομοθετικά σώματα των πολιτειών, γράφει ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζων Κ Γκαλμπραίθ, στα δημαρχεία και στις σχολικές επιτροπές, «κάθε συνηγορία για κρατικά κονδύλια χαρακτηριζόταν ανελεύθερη αντίληψη … Κάθε αίτημα για ανέγερση νέων σχολείων, για καταπολέμηση της ρύπανσης και αυστηρότερη εφαρμογή των κανονισμών στις βιομηχανικές ζώνες, ερμηνευόταν ως ένα απαράδεκτο βήμα στον ολισθηρό κατηφορικό δρόμο που οδηγεί στον κομμουνισμό»[3].

Οι υπέρμαχοι του δαρβινισμού στην κοινωνία υποστήριζαν ότι ο ελεύθερος άνθρωπος καταλήγει στην επιβίωση και τον πλουτισμό των νικητών. Αυτοί είναι οι ισχυρότεροι και ικανότεροι. Οι άλλοι, οι ηττημένοι, προορίζονται για τον σκουπιδότοπο.

Γενάρχες αυτής της αμείλικτης και ανθρωποφαγικής ιδεολογίας υπήρξαν κυρίως ο Άγγλος οικονομολόγος Δαυΐδ Ρικάρντο και ο Άγγλος επίσης κοινωνιολόγος Ερβέρτος Σπένσερ (ΙΘ΄ αιώνας). Ο Ρικάρντο έλεγε ότι ο ανθρωπισμός δεν έχει καμμιά θέση στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς. Οι νόμοι για την προστασία των φτωχών πρέπει να καταργηθούν. Δεν είναι λογικό η συμπόνια και η φιλανθρωπία να παρεμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη.

Ο Σπένσερ υποστήριζε ότι δεν πρέπει να επιβαρύνεται το κράτος με την εκπαίδευση. Είναι φροντίδα που αφορά αποκλειστικά τους γονείς. Εκείνοι πρέπει να αποφασίσουν αν τα παιδιά τους θα μορφωθούν – με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες – ή θα μείνουν αγράμματα. Ούτε με την υγειονομική περίθαλψη των φτωχών πρέπει να ασχολείται το κράτος. Γιατί η οργάνωση δημόσιων υπηρεσιών υγείας κρατά στη ζωή αδύναμα, δηλαδή άχρηστα άτομα του ανθρώπινου είδους[4].

Αλλά ενώ οι θιασώτες του «φιλελευθερισμού» θεωρούν την αγορά αυτόνομο περιχαρακωμένο στρατόπεδο, αποξενωμένο από την πολιτική, η οικονομική ολιγαρχία όχι μόνο επεμβαίνει σε όλες τις φάσεις του δημόσιου βίου αλλά και ελέγχει την πολιτική εξουσία επιβάλλοντας τους εκλεκτούς της , πρόθυμους πάντοτε να υπερασπισθούν τα συμφέροντα και να επεκτείνουν τα προνόμια των υπερκυριάρχων της οικονομίας.

Μερικοί επικαλούνται τον Άνταμ Σμιθ, τον θεμελιώτη της κλασσικής οικονομίας και προφήτη της «κοινωνίας της αγοράς», για να δικαιολογήσουν το θηριοτροφείο του «φιλελευθερισμού». Αλλά ο επιφανής Άγγλος διανοητής, όπως και ο συμπατριώτης του Τζων Λόκ, ο θεωρητικός της φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης, είχαν συνδέσει την ελευθερία των συναλλαγών με τη δίκαιη ρύθμιση των κοινωνικών προβλημάτων, με την ευημερία των λαών και την παγκόσμια ειρήνη. Μιλούσαν για ατομικά δικαιώματα, για λαϊκές ελευθερίες, για περιορισμό των αυθαιρεσιών της εξουσίας, για αντίσταση κατά του αυταρχισμού των ισχυρών, για κοινωνική δικαιοσύνη. Μιλούσαν ακόμα για ηθική συνείδηση, για αλληλεγγύη και ειρηνική συνύπαρξη και απέκρουαν την αρπακτικότητα, τον αδελφοκτόνο ανταγωνισμό και την ασυδοσία των εδραιωμένων συμφερόντων[5]

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, Η διαφθορά της εξουσίας, σ. 565 κ.επ., Αθήνα 1992
[2] De l’ esprit des lois, βιβλ. XI, κεφ. IV.
[3] the Affluent Society, New York 1958, ελλ. μετ. σ. 89.
[4] Social Statistics, New York 1865, σ. 413. Κατά τον Σπένσερ κάθε προσπάθεια για ανακούφιση της δυστυχίας παραβιάζει θεμελιώδη νόμο της κοινωνικής ζωής – την επιβίωση του ισχυροτέρου (Principles Of Ethics, New York 1897, τ. Β΄, σ. 260). Συνηγορεί ο κοινωνιολόγος Γουίλιαμ Γκράχαμ Σάμερ. Παρέμβαση του κράτους με κοινωνικές δαπάνες οδηγεί στην επιβίωση των ανικάνων. Και τονίζει πως χρειάζεται μάχη εναντίον της φορολογίας και της φιλανθρωπίας (Essays in Politics and Politial Science, σ. 85). Και ο … Αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Χοφστάντερ : Η επιβίωση των ισχυροτέρων είναι πρακτική εφαρμογή ενός νόμου της φύσης και του Θεού ! (Social Darvinism in American thought, Boston 1955, s. 45
[5] Έγραφε ο Άνταμ Σμιθ το 1776: «Το εμπόριο, που από φυσικού του πρέπει να είναι χώρος ομόνοιας και φιλίας, κατάντησε αστείρευτη πηγή μίσους και διαμάχης».

Written by nomosophia

20 Νοέμβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Οικονομία

Λογοτεχνία

leave a comment »

Αλληγορίες των Σαλονιών[1]

Ο Κύριος και Αφέντης μου, Μαρκήσιος της Ρεδονδίγια, οργανώνει στο σαλόνι του σπιτιού του βραδιές στις οποίες παρευρίσκονται προσκεκλημένοι της δικής του κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας, άνδρες αρκούντως άξεστοι, ακόλαστοι και ποταποί, οι οποίοι κατέχουν τίτλους ευγενείας και ατελώς θεραπευμένες γονόρροιες. Για τις συγκεντρώσεις αυτές, μισοκαλλιτεχνικές, μισοβιτσιόζικες, ο κύριος και αφέντης μου έχει εφεύρει το παιχνίδι των αλληγοριών, το οποίο δεν ξέρω αν πρέπει να χαρακτηρίσω ως διασκεδαστικό ή ευγενές. Στο παιχνίδι αυτό οι υπηρέτριες πρέπει να πάρουν πόζες που ν’ αντιπροσωπεύουν την Ευημερία, την Τέχνη, το Εμπόριο, την Ευτυχία και άλλες τέτοιες σαχλαμάρες που αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα. Σ’ εμένα, ως αρχιθαλαμηπόλο και άνθρωπο για όλες τις δουλειές, λαχαίνει η προγύμναση των υπηρετριών, στις οποίες προσπαθώ να εμφυσήσω μια κάποια ευαισθησία, κάποια μεγαλοπρέπεια στις κινήσεις, καθώς και την αυτοπεποίθηση που στη συνέχεια θα τους επιτρέψει να ενσαρκώσουν το ρόλο τους. Στο παιχνίδι των αλληγοριών οι υπηρέτριες πρέπει να ποζάρουν γυμνές, ή εν πάσει περιπτώσει με το αιδοίο τους σε κοινή θέα, και ν’ αφήσουν τον κύριο και αφέντη μου, μαρκήσιο της Ρεδονδίγια, να προσπαθήσει να τις αναγνωρίσει στα τυφλά (προηγουμένως σκεπάζει τα μάτια του μ’ ένα μαντήλι), υπό τις παροτρύνσεις των προσκεκλημένων του. Η απτική μνήμη που επιδεικνύει ο κύριος και αφέντης μου, μαρκήσιος της Ρεδονδίγια, αφήνει άναυδους τους προσκεκλημένους του, οι οποίοι αδυνατούν να επιδείξουν ανάλογες δεξιότητες. Έχοντας το καθήκον τού οργανωτή των τελετών, προσπαθώ ν’ αναθέσω στην κάθε υπηρέτρια μια αλληγορία που να εναρμονίζεται με τα φυσικά της χαρακτηριστικά : στη Μπέρτα, την οικονόμο, μια κυρία ευτραφή, συνεπή στον κυριακάτικο εκκλησιασμό της, αναθέτω το ρόλο της Αφθονίας, της Γονιμότητας, της Αυτοκρατορίας, και γενικά τους ρόλους εκείνους που παραπέμπουν σε πλούσιες σοδειές και ιστορικές παραστάσεις· για την Μπεατρίθ, τη σιδερώτρια, μια πιο λεπτεπίλεπτη κοπέλα, προορίζω αλληγορίες μεγαλύτερης πνευματικότητας : την Ποίηση, τη Μοναξιά, την Απελπισία· όσο για την Ιρένε, τη μαγείρισσα, επωφελούμαι του αισθησιασμού της, της αρμονίας των γοφών και του στήθους της για να της αναθέσω τίτλους ακούσιας έπαρσης : την Ειρήνη, την Ομόνοια, τον Πλατωνικό Έρωτα· και ούτω καθεξής. Οι υπηρέτριες διασκορπίζονται στο σαλόνι, γυμνές και ακίνητες, σε στάσεις που φανερώνουν σταθερότητα, ατονία ή θυμό, ανάλογα με το τι ταιριάζει στο ρόλο τους. Τότε ο κύριος και αφέντης μου ζητά να του δέσουν τα μάτια και παρελαύνει μπροστά από τις υπαλλήλους του, αγγίζοντας φευγαλέα το αιδοίο της καθεμιάς, και στη συνέχεια ανακοινώνει το όνομα της αλληγορίας που εκείνη αναπαριστά. Ποτέ δεν κάνει λάθος· μερικές φορές όμως επιχειρεί κάποιο κόμπιασμα, κάποια κίνηση αβεβαιότητας που να προσδίδει σασπένς στην ετυμηγορία του : «Η Καλοσύνη», λέει ή πάλι «Η Κακοτυχία», ή «Το Κλάμα», ανάλογα με το εάν το αιδοίο που του προσφέρεται προς ψηλάφηση είναι καταδεκτικό ή απρόσιτο, άτονο ή τραχύ, χυμώδες ή κάπως στεγνό. … Οι υπηρέτριες φυσικά πρέπει να παραμείνουν ακίνητες, σαν αγάλματα από σπαρτιάτικη σάρκα, και ν’ αφήσουν να τις πασπατέψει ο κύριος και αφέντης μου, μαρκήσιος της Ρενδοδίγια, εμπειρογνώμων ψηλαφητής αιδοίων και διαλευκαντής αλληγοριών.

 

[1] Χουάν Μανουέλ Δε Πράδα, «Αιδοία», σ. 32 κ.επ., εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999

Written by nomosophia

15 Νοέμβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

καταπιεσμένοι λαοί

leave a comment »

το χάος των δυστυχιών[1]

Οι μειονότητες, όπως και οι καταπιεσμένοι λαοί, δεν έχουν παρά μόνο ένα – αλλά ιερότατο – δικαίωμα : το δικαίωμα να πάψουν να είναι καταπιεσμένοι και να ξαναγίνουν τα υποκείμενα της Ιστορίας τους· κι εμείς δεν έχουμε απέναντί τους παρά ένα – αλλά απόλυτο – καθήκον : να τους συμπαρασταθούμε. Εντούτοις, το γεγονός πως μια κατηγορία ανθρώπων υπήρξε υπόδουλη δεν της προσδίδει καμιά μεταφυσική ανωτερότητα. Το να δούμε την Ιστορία από τη σκοπιά των ηττημένων, καθώς ζητούσε ο Βάλτερ Μπενζαμιν, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στη θεοποίησή τους. Η άποψη σύμφωνα με την οποία αυτός που υπέστη την εκμετάλλευση έχει πάντα δίκαιο, ακόμα κι όταν εκτρέπεται στην τυφλή βία, δεν είναι πια αποδεκτή. Μια ιδεολογία δεν είναι αναγκαστικά δίκαιη επειδή κάποιοι πεθαίνουν γι’ αυτήν … Καμιά ομάδα δεν είναι απρόσβλητη από τη βαρβαρότητα λόγω της ιστορίας της, κανείς δεν έχει αποκτήσει ένα είδος θείας χάρης λόγω των δεινών που υπέστη, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να δίνει κανένα λογαριασμό και να μπορεί να υποστηρίζει πως τα συμφέροντά του ταυτίζονται με τα συμφέροντα της ηθικής και του δικαίου. Τέλος, κανείς δεν είναι περιβεβλημένος με την οιστρήλατη αποστολή να λυτρώσει ή να καθοδηγήσει το ανθρώπινο γένος σαν καινούριος Μεσσίας. Οι ρόλοι του διώκτη και του διωκόμενου έχουν γίνει εναλλάξιμοι, οποιαδήποτε ομάδα – ή οποιοδήποτε άτομο – μπορεί να υιοθετεί πότε τον έναν και πότε τον άλλον. Τέρμα λοιπόν με τους λαούς αρχαγγέλους, με τα ανέγκιχτα άτομα που απαγορεύουν στους άλλους να τα κρίνουν και να ρίχνουν σε όλον τον κόσμο ένα βλέμμα αποδοκιμασίας, πιστεύοντας πως τους χρωστά τα πάντα λόγω των συμφορών που πέρασαν.

Εντούτοις, δεν πρέπει να πάψουμε να συντρέχουμε τον αδικημένο, τον αδύναμο, δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε στη μοίρα τους τούς καταπιεσμένους με το πρόσχημα πως στο εξής η οποιαδήποτε επανάσταση βαρύνεται με την υποψία πως κλωσσά το έγκλημα και πως επιδιώκει απλώς να αντικαταστήσει μια τυραννία με μια άλλη. Η εύλογη δυσπιστία μας απέναντι στα ψεύδη του αιώνα … θα επιφέρει την επίταση της αδικίας αν απαγορεύσει κάθε επανάσταση κι εξέγερση, αν αποκλείσει όλες τις εξόδους καταλήγοντας στην οδυνηρή συμμόρφωση με την κατεστημένη τάξη των πραγμάτων. Πρέπει να αφήσουμε μια ανοικτή πύλη για την εξέγερση, έστω κι αν πρόκειται για μια στενή πύλη. Κάθε απειλούμενο άτομο ή μειονότητα έχει το απαράγραπτο δικαίωμα της αντίστασης, και οφείλουμε να χαιρετίζουμε με τις μύριες προσπάθειες των αδικημένων και ταπεινωμένων να ξεφύγουν από την εξευτελιστική τους κατάσταση, να ανακτήσουν την αξιοπρέπειά τους. Έχουμε πάντα δίκιο να επαναστατούμε, όταν αυτός είναι ο μόνος τρόπος να γίνουμε άνθρωποι.

[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, «ο πειρασμός της αθωότητας», σ. 326-328, Αστάρτη 1995.

Written by nomosophia

9 Νοέμβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία