ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for the ‘Ιστορία’ Category

τότε που η Ελλάδα πολεμούσε …

leave a comment »

μακρυγιαννηςγια την πατρίδα [1]

Παραθέτω την αφήγηση του τελευταίου δείπνου που έκαμαν μαζί ο Μακρυγιάννης κι ο Γκούρας, στην πολιορκημένη Ακρόπολη, λίγες ώρες πριν από το θάνατο του δευτέρου:

«Τότε έκατζε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμεν κ’ εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι’ ο Παπακώστας να τραγουδήσω· ότ’ είχαμε τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήσει – τόσον καιρόν οπού μας έβαλαν οι διοτελείς και γγιχτήκαμεν διά να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. Τραγούδησα καλά. Τότε λέγω ένα τραγούδι :

Ο Ήλιος εβασίλεψε,
Έλληνά μου, βασίλεψε
Και το Φεγγάρι εχάθη
Κι’ ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά στην Πούλια,
Τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει:
Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,
Ακ’σα γυναίκεια κλάματα κι’ αντρών τα μυρολόγια
Γι’ αυτά τα ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα,
Και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτηγμένα.
Για την πατρίδα πήγανε στον Άδη τα καημένα.

Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέει : ‘’Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμει ο Θεός· άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγει’’. Είχα κέφι, του είπα, οπού δεν τραγουδήσαμεν τόσον καιρόν …»

[1] Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονέυματα, απόσπασμα από το εισαγωγικό μελέτημα του Γ. Θεοτοκά, που δημοσιεύθηκε στην «Νέα Εστία» το 1941.

Advertisements

Written by nomosophia

6 Δεκέμβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

οι Έλληνες κάνουν την Ελλάδα …

leave a comment »

Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, 27 Απριλίου 1941, η πρώτη τους δουλειά ήταν να στείλουν ένα απόσπασμα υπό τον λοχαγό Γιάκομπι και τον υπολοχαγό Έλσνιτς για να κατεβάσει τη Γαλανόλευκη από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και να υψώσει τη σβάστικα.

Στην θέση Καλλιθέα, στο ανατολικό σημείο του Ιερού Βράχου ο επικεφαλής του αποσπάσματος ζητά από τον εύζωνα που φρουρεί τη γαλανόλευκη να την κατεβάσει και να την παραδώσει.

Ήταν 8:45 το πρωί όταν έφθαναν μπροστά στον φρουρό της σημαίας οι κατακτητές και με το δάκτυλο στην σκανδάλη των πολυβόλων τους τον διέταζαν να κατεβάσει το Εθνικό μας σύμβολο. Αυτός παραμένει ατάραχος. Δεν προδίδει την ψυχική τρικυμία που τον διακατέχει. Απλά αρνείται ! Οι προηγούμενες ώρες της περισυλλογής, που μόνος του είχε περάσει δίπλα στην σημαία, τον είχαν οδηγήσει στη μεγάλη απόφαση …

“ΟΧΙ”! Αυτό μονάχα πρόφερε και τίποτε άλλο. Μια απλή λέξη με τεράστια όμως σημασία. Η Ελληνική μεγαλοσύνη σε όλη την απλή μεγαλοπρέπειά της κλεισμένη μέσα σε δύο συλλαβές !

Ο λοχαγός Γιάκομπι διατάσσει έναν Γερμανό στρατιώτη να το πράξει. Ο στρατιώτης με τη βοήθεια ενός συναδέλφου του την κατεβάζει κι αφού την διπλώνει πολύ προσεκτικά, την παραδίδει στα χέρια του Έλληνα φρουρού. Ο εύζωνας, με κατεβασμένο το κεφάλι, κοιτάζει για λίγο το διπλωμένο γαλανόλευκο πανί. Ύστερα με μια κίνηση τυλίγεται με τη σημαία, τρέχει στην άκρη του Ιερού Βράχου και μπρος στα μάτια των εμβρόντητων κατακτητών ρίχνεται μ’ ένα σάλτο στον γκρεμό, βάφοντας το εθνικό μας σύμβολο με το τίμιο αίμα του.

Οι Γερμανοί σκύβουν πάνω από το κενό: 60 μέτρα πιο κάτω, κείτεται ο Εύζωνας, νεκρός στα ριζά του βράχου, σκεπασμένος με το σάβανο πού διάλεξε.
Οι δύο Γερμανοί αξιωματικοί, πού είναι επί κεφαλής των εμπροσθοφυλακών, ο αρχηγός ιππικού Γιάκομπι καί ο λοχαγός Έλσνιτς τής 6ης ορεινής μεραρχίας, χρησιμοποιούν τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών για να στείλουν μήνυμα στον Χίτλερ:

«Μάϊν Φύρερ, στίς 27 Απριλίου, στις 8 και 10, εισήλθαμε εις τάς Αθήνας, επί κεφαλής των πρώτων γερμανικών τμημάτων στρατού, και στις 8 και 45, υψώσαμε την σημαία τού Ράϊχ πάνω στην Ακρόπολη και στο Δημαρχείο. Χάϊλ, μάϊν Φύρερ».

Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση Αθηνών υποχρεώνει την κυβέρνηση αχυρανθρώπων υπό τον Τσολάκογλου να δημοσιεύσει στον Τύπο ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία ο φρουρός της σημαίας μας, υπέστη έμφραγμα από την συγκίνηση όταν του ζητήθηκε να την παραδώσει. Όμως οι στρατιώτες κι οι επικεφαλής του γερμανικού αποσπάσματος είχαν συγκλονιστεί απ’ αυτό που είδαν και δεν κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Στις 9 Ιουνίου η είδηση δημοσιεύθηκε στην DAILY MAIL με τίτλο: “A Greek carries his flag to the death” (Ένας Έλληνας φέρει την σημαία του έως τον θάνατο).

Η θυσία του Έλληνα στρατιώτη έγινε αιτία να εκδοθεί διαταγή από τον Γερμανό φρούραρχο να υψώνεται και η ελληνική σημαία δίπλα στη γερμανική. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, εκεί στα Αναφιώτικα κάτω από τον Ιερό Βράχο, ζούσαν ακόμα αυτόπτες μάρτυρες, που είδαν το παλληκάρι να γκρεμοτσακίζεται μπροστά στα μάτια τους τυλιγμένο με την Γαλανόλευκη. Και κάθε χρόνο, στο μνημόσυνό του στις 27 Απριλίου, άφηναν τα δάκρυά τους να κυλήσουν στη μνήμη του. Ουδείς ενδιαφέρθηκε ποτέ να καταγράψει την μαρτυρία τους.

Κωνσταντίνος Κουκίδης είναι τ’ όνομα του ευζώνου.

Written by nomosophia

26 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

καταισχύνη των προγόνων …

leave a comment »

προ του … 1821[1]

«Αυτός ο λαός … δεν είναι παρά ένα ελεεινό άχθος αρούρης, η καταισχύνη των προγόνων του»
(n’ est plus qu’ un fardeau de la terre, et l’ opprobre de ses aieux)
Corneille de Pauw, Γερμανός φιλόσοφος αναφερόμενος στους Έλληνες (1788)

Η προκατάληψη κατά των Ελλήνων ήταν τόσο βαθειά που ακόμα και τα θύματα της τουρκικής τυραννίας, φυγάδες σε ευρωπαϊκές χώρες, αντιμετώπιζαν συχνά απάνθρωπη μεταχείριση. Ο Βρεταννός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Θωμάς Ρω χαρακτήριζε το 1622 «απατεώνες» τους καταδιωκόμενους Έλληνες που έφταναν στην Αγγλία με σημάδια από βασανιστήρια στο σώμα τους[2]. Και ο Άγγλος Γουίλιαμ Λίθγκοου που βρισκόταν το 1617 στην Κωνσταντινούπολη: «Πρέπει να ενημερωθέι ο βασιλιάς γι’ αυτούς τους Έλληνες αλήτες. Όσα λένε για φυλακισμένους συγγενείς από τους Τούρκους είναι ψέματα. Μα είναι δυνατόν να τυραννούν οι Τούρκοι τους υπηκόους τους; Δεν τους έχουν παραχωρήσει τόσες ελευθερίες; Δεν τους επιτρέπουν να χτυπούν τις καμπάνες των εκκλησίων όπως ακριβώς στην δική μας πατρίδα;»[3]

Όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι οι Έλληνες είναι άξεστοι, εξαχρειωμένοι, αποκρουστικοί, το κατακάθι της γης. Με τα χειρότερα ελαττώματα και καμμιά αρετή. Γράφει ο Ιταλός κληρικός Αρχάγγελος (ΙΖ΄ αι.): «Οι Έλληνες είναι το πιο μισητό έθνος. Ένα έθνος αγροίκο, διεφθαρμένο και αλαζονικό. Αδύνατη η προσέγγιση»[4].

Ο Βέλγος Ντε Μιρόν που περιηγήθηκε την οθωμανική αυτοκρατορία το 1719 δεν κρύβει την απέχθειά του: «Δεν υπάρχει πιο ματαιόδοξος και πιο κακόπιστος λαός από τους Έλληνες … Για να πλουτίσουν δεν διστάζουν ούτε στη δολιότητα, ούτε στην ψευδορκία και την πλαστογραφία. Σε όλα αυτά τα ελαττώματα πρέπει να προστεθούν η ακολασία, η κλεψιά, η μέθη, το έγκλημα και η μεγαλομανία»[5].

Τα ίδια και ο Γάλλος ευγενής Φερριέρ Σωβμπέφ που ταξίδεψε το 1782 με διπλωματική αποστολή στην Ανατολή. Οι Έλληνες, άντρες και γυναίκες, είναι σιχαμεροί, ανάξιοι, τιποτένιοι. Έχουν όλα τα ελαττώματα των αρχαίων προγόνων τους αλλά καμμιά από τις αρετές τους. Υποκριτές, δειλοί, εκδικητικοί, φιλοχρήματοι, θρησκομανείς αξίζουν την περιφρόνηση που νιώθουν γι’ αυτούς οι Τούρκοι[6].

Μερικοί αναμασούν παλαιά μισελληνικά αναγνώσματα, μεσαιωνικά, ακόμα και ρωμαϊκά – το Graecia mendax λ.χ., Ελλάδα ψεύτρα, του Ιουβενάλη. Όπως ο Γάλλος γιατρός Φρ. Πουκεβίλ, ο κατοπινός πρόξενος στα Γιάννενα. Οι Έλληνες, γράφει το 1799, είναι ψεύτες, πανούργοι, υποκριτές, ματαιόδοξοι, μωρολόγοι, επίορκοι και θρησκομανείς. «Οι παπάδες θα μεταβάλουν τους Έλληνες στον πιο δειλό, στον πιο διεφθαρμένο λαό του κόσμου». Και, φυσικά, είναι εντελώς ανώριμοι για ελευθερία και ανεξαρτησία[7].

Αξιοπρόσεχτες είναι οι κατηγορίες για ματαιοδοξία, αλαζονεία, υπεροψία που αφήνουν να διαφανεί η αντίσταση των υπόδουλων Ελλήνων στις προκλήσεις των ξένων με την αυτογνωσία και την εμμονή στις παραδοσιακές τους αξίες. Αυτή η αξιοπρεπής και υπερήφανη αντιπαράθεση ενοχλεί τους Δυτικούς που δεν ανέχονται αντίλογο ή ιδεολογική αντίκρουση από έναν σκλαβωμένο λαό. Τον προτιμούν άφωνο ανδράποδο μπροστά στους Οθωμανούς και τους ξένους αυθέντες. Ενοχλούνται επίσης οι δυτικοί από την εμποροναυτική ανάπτυξη των Ελλήνων κατά το δεύτερο ήμισυ του ΙΗ΄ αιώνα και τον ανταγωνιστικό τους ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο. Και επειδή πλήττονται τα οικονομικά τους συμφέροντα από την τόλμη και το επιχειρηματικό πνεύμα των Ελλήνων τους χαρακτηρίζουν συλλήβδην φιλοχρήματους, κακόπιστους, δόλιους στις συναλλαγές και πλαστογράφους …

Οι περισσότεροι από τους Δυτικούς που επισκέπτονται την Ελλάδα κατά την προεπαναστατική πεντηκονταετία είναι φιλότουρκοι. Ευθυγραμμίζονται προφανώς με την πολιτική των κυβερνήσεών τους στο Ανατολικό Ζήτημα. Κατενθουσιασμένος από τους Τούρκους ο Άγγλος απόφοιτος του Καίμπριτζ αρχαιολάτρης Τζων Σώβερυ Μόρριτ που ταξίδεψε στην ελληνική Ανατολή κατά τη διετία 1794-1796. «Δεν γνώρισα καλύτερους ανθρώπους από τους Τούρκους. Από τον ανώτερο ως τον κατώτερο συμπεριφέρονται σαν λόρδοι και άρχοντες»[8].

Ένας άλλος πεπαιδευμένος Άγγλος, ο Γουίλιαμ Τζέλ που περιηγήθηκε την Ελλάδα στην πρώτη πενταετία του ΙΘ΄ αιώνα, διαπίστωσε ότι οι Τούρκοι είναι πιο πολιτισμένοι από τους Έλληνες και λιγότερο αμαθείς. Όσο για τους Έλληνες χωρικούς δεν υπάρχουν στον κόσμο χειρότεροι άνθρωποι[9].

… Ο συνοδοιπόρος του ποιητή λόρδου Βύρωνα, Τζων Καμ Χομπχάουζ, πεπαιδευμένος αρχαιολάτρης, είδε τους Έλληνες με τα μάτια του αγγλικού ιμπεριαλισμού. Ένας λαός που χρειάζεται βία για να σωφρονιστεί. Χωρίς ραβδί δεν γίνεται τίποτα. Είναι επιπόλαιοι, άστατοι, επίβουλοι. «Δεν έχω πρόθεση να τους στιγματίσω. Γεγονότα μόνο διαπιστώνω. Όταν ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατέκτησε ολόκληρη την Ελλάδα είπε ότι βρήκε πολλούς σκλάβους αλλά ούτε έναν άντρα. Αν ζούσε τώρα δεν θα σχολίαζε ευνοϊκότερα τους σύγχρονους Έλληνες». Οι διαπιστώσεις του Χομπχάουζ δημοσιεύτηκαν οχτώ μόλις χρόνια πριν από την Επανάσταση. Θεωρείται, ωστόσο, φιλέλληνας και ένας αθηναϊκός δρόμος φέρει το όνομά του.

Η πλειοψηφία των Ευρωπαίων που περιηγήθηκαν την Ελλάδα του ΙΗ΄ αιώνα είναι αρχαιολάτρες, Βυθισμένοι στα ονειροπολήματά τους για τον «χαμένο παράδεισο» περιφρονούν τους σύγχρονους Έλληνες – «εκφυλισμένους και ανάξιους των ένδοξων προγόνων τους» …

Ένας Άγγλος κλασσικός φιλόλογος που μελετούσε τα μνημεία της Αττικής, ο Τζων Τιούντελ πέθανε το 1799 στην Αθήνα. Τον έκλαψαν οι Αθηναίοι και τον έθαψαν στο Θησείο, όπως ζήτησε ο ίδιος πριν ξεψυχήσει. Αλλά ιδού πως έβλεπε τους Έλληνες ο καλός αυτός αρχαιολάτρης σε επιστολή λίγο πριν από τον θάνατό του: «Είμαι ενθουσιασμένος από τα αρχαία μνημεία, από τις προτομές των ηρώων, από τα αγγεία με τις αρχαίες τέφρες, από όλα τα νεκρά και τα άψυχα. Αλλά αυτοί οι αχρείοι Έλληνες, που θέλουν να λέγονται άνθρωποι, παραμορφώνουν τα πάντα στην χώρα των θεών»[10].

Δέκα χρόνια αργότερα «γνώρισε» και περιγράφει τους Έλληνες ο Σκώτος Τζων Γκάλτ (περιηγήθηκε στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα στη διετία 1809-1811). Είναι ενθουσιώδης αρχαιολάτρης και γνήσιος εκπρόσωπος της αγγλικής αποικιοκρατίας. Οι Έλληνες, γράφει, χρειάζονται βούρδουλα και ορθότατα οι Τούρκοι τους σωφρονίζουν με φάλαγγα. Ταξίδευε εφοδιασμένος με οθωμανικό μπουγιουρδί και αξίωνε πλούσια καταλύματα και ηγεμονικές περιποιήσεις. Κι αν δυστροπούσε κάποιος νοικοκύρης, ο ελληνολάτρης Άγγλος καλούσε τους Τούρκους. ‘Αρνήθηκαν να μας ανοίξουν. Άφησα στην άκρη τις ευγένειες. Τρέχει ο Τούρκος αξιωματικός στο φρουραρχείο και φέρνει μια ντουζίνα στρατιώτες. Στο άψε-σβήσε σκαρφάλωσαν στους τοίχους κι έσπασαν τις πόρτες. Κι εμείς είχαμε την ένδοξη ικανοποίηση να μπούμε σαν ήρωες θριαμβευτές ενώ γύρω μας ξεφώνιζαν και θρηνολογούσαν πανικόβλητες γυναίκες». Την άλλη μέρα ο Άγγλος αξίωσε την αυστηρή τιμωρία του προεστού. Ο Τούρκος διοικητής παρακάλεσε τον Γκάλτ να διαλέξει ο ίδιος την τιμωρία που επιθυμούσε να επιβληθεί στον ανυπάκουο Έλληνα. Φάλαγγα, μπουντρούμι ή τζερεμέ (πρόστιμο)[11].

… Πνευματική αγαλλίαση για τον Γκάλτ οι επισκέψεις στα μνημεία του αρχαίου πολιτισμού, ναούς και θέατρα. αισθάνεται όμως αηδία για την παρουσία σ’ αυτούς τους χώρους των σύγχρονων Ελλήνων. … «Δεν μπορείς να αντικρύσεις την σημερινή παρακμή των Ελλήνων χωρίς να αγανακτήσεις. Αλλά δεν αξίζει να θλίβεται κανείς για το κατάντημά τους. Η μοίρα των εθνών, όπως και των ατόμων είναι ο θάνατος». Κατά τον Άγγλος φιλάρχαιο, από το ελληνικό έθνος έχει απομείνει ένα σκωληκόβρωτο πτώμα. Με φρίκη βλέπει τους σύγχρονους Έλληνες να διαβαίνουν ανάμεσα στα αρχαία ερείπια. Μοιάζουν, γράφει, «με σκουλήκια που αναδεύονται στο κουφάρι ενός πεθαμένου ήρωα»[12] … βρισκόμαστε στο 1813 …

Αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτών των μισελληνικών «επιστημονικών» θεωριών είναι το βιβλίο του Γερμανού κληρικού Κορνήλιου ντε Πάουβ «Φιλοσοφικές έρευνες περί των Ελλήνων» που τυπώθηκε το 1788 στο Βερολίνο[13]. Κείμενο άγριας πολεμικής όπου οι εύστοχες παρατηρήσεις καταποντίζονται στο πέλαγος της άγνοιας, της εμπάθειας και των προκαταλήψεων. Αποκλείοντας ο Πάουβ εντελώς κάθε προοπτική ανεξαρτησίας, θεωρεί τους Έλληνες αποσαρίδια της οικουμένης, άξεστους, βάρβαρους και άχρηστους. …

Αφορμή των επιθέσεων του Γερμανού φιλοσόφου υπήρξε το περιηγητικό χρονικό του Γάλλου λόγιου Πέτρου Αυγούστου Γκυ μέλους της Ακαδημίας Επιοστημών και καλών τεχνών της Μασσαλίας, «Φιλολογικό ταξίδι στην Ελλάδα», μια πρωτότυπη μελέτη του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού[14]. Ο Πάουβ ενοχλήθηκε σφόδρα επειδή ο Γκυ αναζήτησε και βρήκε ομοιότητες ανάμεσα στους σύγχρονους Έλληνες και τους αρχαίους προγόνους τους. «Ένα από τα πιο τιποτένια βιβλία», γράφει ο Πάουβ. Και χωρίς να γνωρίζει τους Έλληνες, χωρίς να έχει επισκεφθεί ποτέ την Ελλάδα ώστε να αναπτύξει θεμελιωμένη αντιρρητική επιχειρηματολογία, αποφαίνεται ότι το ελληνικό έθνος έχει εντελώς εκφυλισθεί. «Δεν υπάρχουν λόγια κατάλληλα να απεικονίσουν την εξαχρείωση στην οποία έχουν περιπέσει οι νεοέλληνες εξαιτίας των δικών τους σφαλμάτων». Οι Τούρκοι άφησαν άθικτα όλα τα μοναστήρια τους και δεν σκέφτηκαν ποτέ να απαγορεύσουν τα σχολεία, αν ήθελαν οι Έλληνες να έχουν σχολεία. Ο φανατισμός είναι η πηγή των δεινών τους. Αυτοί οι ίδιοι έσφιξαν με τα δικά τους χέρια το τυφλοπάνι στα μάτια τους.

[1] Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια, σ. 349 κ. επ., Αθήνα 1990
[2] The negotiations of sir Thomas Roe, London 1742
[3] Travels and voyages through Europe, Asia and Africa, Leith 1814. Ο Ολλανδός μοναχός Μπερναρντίν Σύριους καλεί το 1666 τους συμπατριώτες του να μην ενισχύσουν οικονομικά τους κατατρεγμένους Έλληνες. Χρησιμοποιούν τα χρήματα των εράνων «για να κυριαρχήσουν στους Αγίους Τόπους» (Le pieux pelerine en voyage de Jerusalem, Bruxelles 1666)
[4] Clemente Trezorio, Le missioni dei minori Cappuccini. Sancto Storico, Roma 1914, τ. Β΄, σ. 56
[5] Memoires et aventures secretes et curieuses d’ un voyage du Levant, Liege 1731, s. 160
[6] Και για τις Ελληνίδες αναφέρεται υβριστικά: «Οι γυναίκες παριστάνουν τις σεμνές αλλά είναι διεφθαρμένες και παραδόπιστες. Εξευτελίζουν τον έρωτα. Κι όποιός ξένος βλέπει Ελληνίδα λέει: Ντροπή να πάρεις τέτοια γυναίκα …» (Memoires historiques, politiques et geographiques de voyage dy comte de Ferrieres-Sauveboeuf, faits en Turquie en Perse et en Albanie depuis 1782 jusqu’ en 1789, A Paris 1790, τ. Α΄, σ. 258, τ. Β΄, σ. 447)
[7] Voyage en Moree … Paris 1805. Όλα αυτά γράφονταν με σιγουριά 15 χρόνια πριν από την Ελληνική Επανάσταση. Δέκα χρόνια αργότερα ένας άλλος Γάλος, ο διπλωματικός υπάλληλος Ζ.Μ. Τανκουάν που έζησε τρία χρόνια στην Κρήτη (1811-1814) γράφει ότι οι Έλληνες είναι δόλιοι, ύπουλοι, φιλέκδικοι, διεφθαρμένοι, ανειλικρινείς και κοιλιόδουλοι (Voyage a Smyrne dans l’ Archipel et l’ ile de Candie, Paris 1817, σ. 116). Γι’ αυτό το κοιλιόδουλοι (gourmands) ενοχλήθηκε ο Κοραής και το 1819 σε υποσημείωση της μελέτης του «Διατριβή αυτοσχέδιος περί του περιβοήτου δόγματος των σκεπτικών φιλοσόφων και των σοφιστών», γράφει ότι ο Ταγκοΐνης ή Ταγκουάγνης είδε «κανενός Γραικού τράπεζαν στολισμένην με τα πλούσια της χώρας προϊόντα», και έκρινε τους Έλληνες «λαίμαργους» σαν ασκητής καψοκαλυβίτης ή λιμασμένος (Άπαντα, επ. Γ. Βαλέτα, τ. Α΄, σ. 243 σημ 40).
[8] The letters of John S. Morritt of Rokeby, London 1914, σ. 182
[9] Narrative of a Journey in the Morea, London 1823, σ. 101, 293, 352
[10] Remains of John Tweddell late fellow of Trinity-College, Cambridge, London 1816, σ. 292
[11] Voyages and travels in the years 1809, 1810 and 1811, London 1812, σ. 172-173
[12] Letters fromm the Levant, London 1813, σ. 78
[13] Recherches philosophiques sur les Grecs, Berlin 1788
[14] Voyage litteraire de la Grece, Paris 1783

Written by nomosophia

1 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

πολιτική ιστορία

leave a comment »

οι πολιτικοί ενός σκοτεινού παρελθόντος_προεστοί και κοτζαμπάσηδες

Οι ηγέτες του έθνους[1]
(ποιόν και πολιτική)

Γράφει ο Γάλλος εθελοντής αξιωματικός Ολιβιέ Βουτιέ σε επιστολή του από το Άργος (1 Ιουνίου 1824) προς την κυρία Ρεκαμιέ για τους προεστούς : «Οι Έλληνες είναι ικανοί για τις πιο ωραίες και γενναίες πράξεις. Αλλά δεν έχουν αντάξιους ηγέτες. Βγαίνοντας από την δουλεία βρέθηκαν με αρχηγούς και προεστούς, ανθρώπους πανούργους, δειλούς, παραδόπιστους και τόσο θλιβερά διεφθαρμένους που δεν θα δίσταζαν διόλου να θυσιάσουν την πατρίδα τους. Δυστυχώς η δύναμή τους είναι μεγάλη. Ελέγχουν ολόκληρη την πολιτική διοίκηση και ένα μέρος από την Εθνοσυνέλευση. Το έθνος χρειάζεται ισχυρή κυβέρνηση αλλά αυτοί οι αχρείοι φροντίζουν, με κρυφές ενέργειες, να διατηρήσουν την αναρχία που τους επιτρέπει να πλουτίζουν από την λαϊκή δυστυχία. Φοβούνται πως το πρώτο που θα έκανε μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν να τους ζητήσει λογαριασμό για τη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος» (Lettres sur la Grece, Paris 1826, σ. 76-77). Και ο Μάξιμος Ρεϋμπώ : «Οι προεστοί διαχειρίζονται τις τεράστιες περιουσίες των Τούρκων χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν». Αυτές οι αντιθέσεις προεστών και καπεταναίων στα συμβούλια της πολιορκίας (της Τριπολιτσάς) αποτελούσαν προέκταση της κοινωνικής διαμάχης των διεκδικήσεων δηλαδή της ελληνικής αγροτιάς που πήρε τα όπλα για αποκατάσταση στην εθνική γη. Δεν είναι όμως λίγοι εκείνοι που αμφισβητούν ή και αποκλείουν ολότελα ότι υπήρχαν και κοινωνικά κίνητρα στην Επανάσταση. Ο κοινωνικός, ωστόσο, χαρακτήρας του ξεσηκωμού – κοντά στον εθνικοαπελευθερωτικό – ήταν έκδηλος από την πρώτη στιγμή. Οι Έλληνες και κυρίως η αγροτιά – συνδύαζαν την εθνική απολύτρωση, την εκδίωξη και τον αφανισμό της οθωμανικής τυραννίας, με την κοινωνική αποκατάσταση. Το σύνθημα «δεν διώξαμε τον ξένο δυνάστη για να βάλουμε καινούργιο στη θέση του» κυριαρχούσε σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Η διανομή των κτημάτων που εκμεταλλεύονταν οι Τούρκοι ερέθιζε τον ζήλο των χωρικών. Γι’ αυτήν τη γη πολεμάμε, έλεγαν και ξανάλεγαν. Αυτή η κοινωνική πλευρά του ξεσηκωμού συσκοτίσθηκε από την ηγεσία του Αγώνα με πρόσχημα να μην προκαλέσει η Επανάσταση την αντίδραση των ευρωπαϊκών απολυταρχιών που έβλεπαν σε κάθε απελευθερωτικό κίνημα ανατρεπτικούς σκοπούς, υπονόμευση της εξουσίας και του δεσποτισμού τους. Στα αυστριακά αρχεία υπάρχει μια επιστολή Ανώνυμου προς τον Αθανάσιο Βασιλείου στην Πίζα (20 Οκτωβρίου 1821) με παραινέσεις προς τους Έλληνες να δείξουν στους Ευρωπαίους καλή συμπεριφορά, για να μην επισύρουν την οργή τους : «Ότι τέλος το έθνος δεν κινήθηκε από κοινωνικό επαναστατικό πνεύμα, όπως θέλουν μερικοί να του δώσουν τέτοια απόχρωση, αλλά αναγκάσθηκε να φερθεί έτσι, για να εξασφαλίσει την ύπαρξή του, την τιμή του και την θρησκεία του, που κινδύνευαν» (Γ. Λάϊου, Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821. Ιστορικά δοκουμέντα από τα αυστριακά αρχεία, Αθήνα 1958, σ. 271). Ωστόσο, το κοινωνικό επαναστατικό πνεύμα ήταν φανερό από την αρχή του αγώνα. Και στη στεριά και στη θάλασσα. Το πρώτο αίτημα της ελληνικής αγροτιάς ήταν η διανομή των εθνικών γαιών. Αυτό άλλωστε το νόημα είχε το θέσπισμα της 7 Μαΐου 1822 για την αμοιβή των αγωνιστών με κτήματα : «Όσοι στρατιώται ευρίσκονται ήδη εις δούλευσιν της πατρίδος και όσοι, ένοπλοι όντες, καταγραφούν εις το εξής ως στρατιώται, όλοι χωρίς καμμίαν εξαιρεση, θέλουν λάβει δι’ αντιμισθίαν ανά εν στρέμμα γης κατά μήνα από την ημέραν της καταγραφής των» (Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Εν Αθήναις 1857, τ. Α΄, σ. 167). Δύο χρόνια αργότερα ο Βύρων θα καταστρέψει όλα τα αντίτυπα ενός φύλλου των «Ελληνικών Χρονικών» του Μεσολογγίου επειδή κάποιο άρθρο καλούσε τους καταπιεζόμενους Μαγυάρους να εξεγερθούν κατά της αυστριακής τυραννίας. Άλλωστε κοινωνικές προεκτάσεις έδωσε και ο Δημήτριος Υψηλάντης καταγγέλοντας στις 6 Οκτωβρίου 1821 με προκήρυξή του προς τον λαό, τους προεστούς : «Καιρός είναι επιτέλους να παύση η τυραννία, όχι μόνο εκείνη των Τούρκων αλλά και η τυραννία των ατόμων εκείνων τα οποία συμμεριζόμενα τα αισθήματα των Τούρκων, ζητούν να βλάψουν και να καταπιέζουν τον λαόν».

Την κατάσταση που επικρατούσε στο στρατόπεδο της Τριπολιτσάς εξεικονίζει το γράμμα από την Καλαμάτα ενός Ευρωπαίου αξιωματικού σε φίλους του στο Τριέστι. Το γράμμα, με ημερομηνία 21 Ιουλίου, έπεσε στα χέρια της αυστριακής αστυνομίας και αντίγραφο βρίσκεται στα αυστριακά αρχεία. «… Μόλις φθάσαμε στο Μωριά βρήκαμε θρονιασμένη μια ανώτατη Γερουσία, που αποτελείται από οχτώ άτομα … Είναι τύραννοι και καταπιέζουν τον λαό. Πήραν δύναμη από τα πλούτη των Τούρκων και τώρα αφήνουν τους πολιορκητές να λιμοκτονούν. Με λίγα λόγια πρόκειται για κτήνη. Μ’ όλα αυτά έχουν το θράσος να νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και ότι δεν τους ξεφεύγει τίποτα. Τώρα τους αφήνει κανείς γιατί δεν ήρθε η ώρα να υποστούν την πρέπουσα τιμωρία για την απαίσια συμπεριφορά τους …» (Γ. Λάϊου, Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821, Αθήνα 1958, σ. 158-159) Η αυστριακή υπηρεσία χαρακτηρίζει Έλληνα τον επιστολογράφο αξιωματικό. Προφανώς επειδή γράφει ελληνικά. Αλλά δεν ήταν Έλληνας. Πρόκειται σίγουρα για τον Γάλλο απόστρατο αξιωματικό Μπαλέστ που είχε ζήσει στην Κρήτη πολλά χρόνια και γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα. Βρισκόταν στο Τριέστι για εμπορικές υποθέσεις όταν ακολούθησε τον Υψηλάντη και ανέλαβε στην Καλαμάτα την οργάνωση του Τακτικού.

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 1821», τ. Α΄, σ.σ. 344-345 & 349-350 εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.

 

πρώτη ανάρτηση ΝομοΣοφία

Written by nomosophia

26 Σεπτεμβρίου, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Ηθογραφικά

leave a comment »

Η Διαπόμπευσις[1]

Συνήθεια επεκράτει κατά του Βυζαντινούς χρόνους, ίνα, εις τους καταδικασθέντας δι’ οιονδήποτε παράπτωμα … πλην της κυρίως ποινής … και προ της εκτελέσεως αυτής, χάριν μεγαλυτέρας προσβολής και προς παραδειγματισμόν του λαού, ενεργήται προσθέτως και η διαπόμπευσις.

Η ποινή αύτη, περί της οποίας αρυόμεθα διαφόρους πληροφορίας εκ των Βυζαντινών ιστορικών και χρονογράφων, μάλιστα προκειμένου περί της διαπομπέυσεως είτε συνωμοτών ή ανταρτών, είτε καθόλου εξεχόντων προσώπων εν τη πολιτεία και τη εκκλησία, προς δε εκ των νόμων … η ποινή … αύτη, την ευρείαν διάδοσιν της οποίας παρ’ ημίν κατά τον μεσαίωνα πιστοποιεί η κατά τους μετά την άλωσιν χρόνους και μέχρι της παρελθούσης εκατονταετηρίδος χρήσις αυτής, δεν είναι των Βυζαντινών χρόνων εύρημα, αλλ’ έχει την αρχήν της εις πολύ παλαιοτέρους χρόνους. Ήδη κατά την αρχαίαν Ελληνικήν εποχήν την ευρίσκομεν εφαρμοζομένην εν Σπάρτη, Βοιωτία, κάτω Ιταλία και Μικρά Ασία, δεν είναι δ’ απίθανον είτε Ασιατικήν να έχη αύτη την αρχήν, είτε και να είναι κατάλοιπον εθίμου ήδη από παλαιάς εποχής υπό διαφόρων λαών εφαρμοζομένου.

Την διαπόμπευσιν οι Βυζαντινοί εχαρακτήριζον διά της λέξεως πομπή ή πομπεία, της σεμνής ταύτης κατά την αρχαιότητα λέξεως λαβούσης, κατ’ αντίφρασιν, κακήν σημασίαν, είτε ένεκα των κατά τας πομπάς γεφυρισμών και των εξ αμάξης σκωμμάτων, είτε ένεκα της απεχθείας των Χριαστιανών προς τας επί των χρόνων των εξακολουθούσας πομπάς των εθνικών, καθ’ ας περιήγοντο των θεών αγάλματα.

Επειδή εν τούτοις κατά τους βυζαντινούς χρόνους η λέξις πομπή διετήρει και την καλήν αυτής σημασίαν, δηλούσα την τε θρησκευτικήν πομπήν και την επίσημον παρέλασιν, την προέλευσιν, ως και τον θρίαμβον, διά τούτο η διαπόμπευσις πολλάκις και ως άτιμος πομπή εχαρακτηρίζετο ή ως κακή πομπή.

Ως δε το πομπή εδήλου τότε την διαπόμπευσιν, ούτω και το ρήμα πομπέυω κατήντησε συνώνυμον του διαπομπέυω.

Αι λέξεις εννοείται αυταί διετήρησαν την τοιαύτην σημασίαν των μέχρι των χρόνων μας· νυν δήλα δη συχνά περιφέρεται η «μπομπή» προς δήλωσιν της ατίμου πράξεως και το «κακή πουμπή» ως αρά, ως και το ρήμα «μπομπέυω» αντί του θεατρίζω. Πλην του πομπέυω επί της σημασίας του περιάγω ατίμως, οι Βυζαντινοί μετεχειρίζοντο και το ρήμα θριαμβεύω, κατ’ αντίφασιν πάλιν, την διαπόμπευσιν προς το θέμα του θριάμβου παραβάλλοντες, θριάμβου όμως ουχί επιτίμου, δι’ ο και άτιμον θρίαμβον ή «γελοιώδη θρίαμβον» την εκάλουν.

[1] Φαίδωνος Κουκουλέ, «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», τ. Γ΄, σ. 184-185, εκδόσεις Παπαζήση, 1949.

πρώτη ανάρτηση : ΝομοΣοφία

Written by nomosophia

19 Σεπτεμβρίου, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

διδάγματα από την ιστορία

leave a comment »

Μικρά Ασία
Η πτώση[1]

Όταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, διά του Αλεξίου Στρατηγοπούλου ηλευθέρωσε το 1261 την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους και κατάστησεν αυτή πάλιν πρωτεύουσαν του Βυζαντινού Κράτους, έπρεπε μοιραίως να στρέψη την προσοχήν του εις την Ευρώπην. … Η απειλή επανόδου των Φράγκων απασχολεί διηνεκώς τον Μιχαήλ. … Συνήψε το 1261 εις το Νυμφαίον της Μ. Ασίας συμμαχίαν προς τους Γενοάτας κατά των Βενετών και του φυγόντος Λατίνου αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως Βαλδουΐνου Β΄. Η συμμαχία αύτη εστοίχισε πολύ , διότι έπρεπε να δοθούν ως αντάλλαγμα εμπορικά προνόμια, τα οποία εξήντλουν το Βυζάντιον. … Από του 1267 ισχυρός ηγεμών του βασιλείου Σικελίας – Ιταλίας, ο Κάρολος ο Ανδηγαυϊκός ανέλαβε αγώνα υπέρ των δικαιωμάτων του Βαλδουΐνου Β΄ και τούτο επροκάλεσε μεγάλας ανησυχίας εις τον Μιχαήλ. … Ο Μιχαήλ, δεξιός διπλωμάτης, κατώρθωσε να συνεννοηθή με τον βασιλέα Πέτρον τρίτον της Αραγωνίας, έχοντα και αυτόν κληρονομικά δικαιώματα, και έτσι ωργάνωσαν μαζί τον περίφημον Σικελικόν Εσπερινόν κατά της Γαλλικής κατοχής (1282). Ο Κάρολος Ανδηγαυϊκός αντί να εκστρατεύση κατά της Κωνσταντινουπόλεως έπρεπε να σώση την Σικελίαν. … Όλαι αυταί αι διπλωματικαί προσπάθειαι και επιτυχίαι έπρεπε να αξασφαλίσουν τον Μιχαήλ από επίθεσιν της Δύσεως … Υπερετίμησε δηλαδή … τους δυτικούς, όπως άλλοτε ο Αλέξιος Κομνηνός (1082) τους Βενετούς. Έτσι όμως παρημέλησε τα Μικρασιατικά σύνορα και τους ακρίτας και ηυκόλυνε τους Τούρκους επιδρομείς. … Εγκαταλείφθη η ορθή πολιτική της οχυρώσεως των συνόρων, η οποία ήρχισεν από του Μανουήλ Κομνηνού και εσυνεχίσθη μετ’ επιτυχίας υπό του Κράτους της Νικαίας[2].  Αντιθέτως οι Τούρκοι παρέλαβαν το ακριτικόν συνοριακόν σύστημα του Βυζαντίου και εις τούτου ώφειλαν μεγάλας επιτυχίας.

Ολίγας προσπαθείας κατέβαλεν ο Μ. Παλαιολόγος υπέρ της μ. Ασίας. Το 1269 ο Ιωάννης Παλαιολόγος, αδελφός του αυτοκράτορος, εστάλη κατά των Τούρκων εις τον Μαίανδρον και εις την Καρίαν, αλλά δεν ηδυνήθη να τα σώση. Δεν ηδυνήθη να καταλάβη τα αντικρύ της Ρόδου παράλια, τα οποία χρησιμοποιούν τώρα οι Τούρκοι ως ορμητήρια πειρατικά[3].

Το 1278 ο υιός του Μιχαήλ Παλαιολόγου, Ανδρόνικος, ανέκτησε και ωχύρωσε τας Τράλλεις, όπως συνεκεντρώθη πληθυσμός εκ των ανοχυρώτων πόλεων και κωμοπόλεων του Μαιάνδρου. Αλλά μετά τέσσαρα έτη Τουρκομάνοι επολιόρκησαν την πόλιν, η οποία δεν είχεν αρκετά τρόφιμα και ύδωρ, την εκυρίευσαν, την ελεηλάτησαν και ηχμαλώτισαν είκοσι χιλιάδας κατοίκων[4]. Έκτοτε η πόλις επήρε τουρκικόν όνομα και έγινε πρωτεύουσα του εμιράτου του Αϊδινίου.

Ο υιός και διάδοχος του Μιχαήλ Παλαιολόγου, Ανδρόνικος Β΄, … μετά τον θάνατον του … Καρόλου του Ανδηγαυϊκού ενόμισεν ότι ηδύνατο να παραμελήση το ναυτικόν, το οποίον εν τούτοις είχεν ικανόν ναύαρχον, τον Αλέξιον Φιλανθρωπινόν. Αντιθέτως, οι Τούρκοι ωργάνωσαν πειρατικόν στόλον τη βοηθεία των Χριστιανών ναυτικών και ανελάμβαναν επιδρομάς εις τας νήσους του Αιγαίου Πελάγους.

Ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός, «δεινός τα πολέμια», κατά τον Νικηφόρον Γρηγοράν (τ.1, σ.195), μετά Κρητών εθελοντών υπ’ αρχηγόν τον Χορτάτζην, επολέμησε γεννάιως, εκαθάρισε την περιφέρεια του Μαιάνδρου από τους Τούρκους και συνέλαβε πλήθιος αιχμαλώτων, των οποίων η αξία κατήντησε ίση με την του προβάτου[5]. Ο … Φιλανθρωπηνός απέβη ο ήρως, το ίνδαλαμα των Μικρασιατών, οι οποίοι ηγανάκτουν, διότι οι εν κωνσταντινουπόλει παρημέλουν την Μ. Ασίαν. Δι’ αυτό εύκολον ήτο να δημιουργηθή κίονησις υπέρ της ανακηρύξεως του Φιλανθρωπηνού ως αυτοκράτορος (1296). Η απόπειρα αύτη απέτυχε και ο Φιλανθρωπηνός ετυφλώθη … Και αργότερα όμως εχρειάσθησαν τον γενναίον Φιλανθρωπηνόν, όστις και τυφλός δεν ηρνήθη να υπηρετήση την πατρίδα του. Το 1324 απήλλαξε την Φιλαδέλφειαν από τους πολιορκούντας Τούρκους, το 1334 ηλευθέρωσε την Μυτιλήνην από επιδρομείς.

Μετά την κίνησιν υπέρ του Φιλανθρωπηνού ο Ανδρόνικος είναι δύσπιστος προς τους Έλληνας στρατηγούς … εδέχθη προθύμως τας υπηρεσίας Καταλανών μισθοφόρων … υπό την αρχηγίαν Γερμανού κουρσάρου … του Ρογήρου Ντε Φλορ, του «Ροντζερίου» των Βυζαντινών συγγραφέων. … Ο Παχυμέρης αναβιβάζει εις οκτώ χιλιάδας τον αριθμόν των μισθοφόρων τούτων Καταλανών και Αμογαβάρων[6]. … Οι Καταλανοί εστάλησαν κατά των Τούρκων της δυτικής Μικράς Ασίας, ήτοι κατά των εμιράτων Καρασή και Σαρουχάν. Προς τους Οθωμανούς Τούρκους δεν συνεκρούσθησαν καθόλου, ουδ’ επροχώρησαν ανατολικώτερα του Λοπαδίου. Κατ’ αρχάς επολέμησαν οι Καταλανοί κατά των Τούρκων του Αϊδινίου (1303), εβοήθησαν δε και εις απελευθέρωσιν της πολιορκημένης πόλεως Φιλαδελφείας[7]. Η Φιλαδέλφεια ήτο οχυρά πόλις με εμπιεροπολέμους κατοίκους και ηδύνατο να ανθίσταται επί πολύ εις τας επιθέσεις των Τούρκων. … επιέζετο από μακράν πολιορκίαν και υπέφερεν ένεκα ταύτης από μεγάλην πείναν. Και είχε μεν το ευτύχημα να κυβερνάται από αρχιερέα ονομαστόν, τον εκ Νικαίας Θεόληπτον, του οποίου «το της αρετής μέγεθος» τονίζει ο Γρηγοράς[8], αλλ’ η παράτασις της αγωνίας θα ωδήγει εις καταστροφήν, αν δεν επλησίαζαν οι Καταλανοί (1304). … Δυστυχώς οι Καταλανοί δεν εσυνέχισαν επωφελώς τας υπηρεσίας των εις το Βυζάντιον. Συνηθισμένοι εις τον βίον του αντάρτου και του πειρατού δεν ήτο δυνατόν να τηρήσουν τώρα πίστιν. … ήρχισαν να συνεννοούνται με τους Τούρκους και να λεηλατούν τους χριστιανικούς συνοικισμούς. … Ο γράψας την ιστορίαν της Καταλανικής επιδρομής Muntaner παρατηρεί[9]: «ωδηγήσαμε εις μαρασμόν όλην την Ρωμανίαν, διότι, πλην Κωνσταντινουπόλεως, Ανδριανουπόλεως, Χριστουπόλεως, Καβάλλας και Θεσσαλονίκης, δεν έμεινε πόλις που να μην παραδοθή εις το πυρ και εις την σφαγήν».

[1] Κωνσταντίνου Αμάντου, «Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων», σελ. 55 κ. επ., Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, Αθήναι 1955.
[2] Ν. Γρηγορ., τ. 1, σ. 138: «συνέβη προ βραχέος τους τας άκρας οικούντας φύλακας μετανάστας εκείθεν γενέσθαι δι’ ένδειαν των ετησίων λημμάτων, ά παρά των βασιλικών πρυτανείων ελάμβανον. Όπερ ως ουδενός άξιον παροραθέν εν αρχαίς μέγιστον ύστερον έδοξε Ρωμαίων ατύχημα και των μάλα μεγίστων αίτιον συμφορών» (πβ. Παχυμ. Τ. 1, σ. 19).
[3] Ο Παχυμέρης ομιλεί (τ.1, σ.311) περί ερημώσεως Μαιάνδρου, Καΐστρου και Καρίας και προσθέτει: «εώ λέγειν Τραχείαν, Στάδια, Στρόβιλον τε και τα αντιπέρα Ρόδου, ά χθες και πρώην υπό Ρωμαίοις τελούντα εχθρών εν ολίγω χρόνω εγένοντο ορμητήρια». Πολύ συγκινητική είναι η παρά Παχυμέρη (τ.2, σ.335) περιγραφη της καταστροφής του Ελληνισμού της Βιθυνίας επί Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου: «είδες … δε τότε … και τους περαιουμένους εις Πόλιν, απογνόντας ήδη την των ιδίων σωτηρίαν· και ο πορθμός ούτος εκάστης (ημέρας 😉 μυρμηκιάν ανθρώπων και ζώων εδέχετο ουκ άνευ συμφορών των μεγίστων απαλλαγέντων. Ουδέ γαρ ην όστις ου των ιδίων απεθρήνει την στέρησιν, της μεν ανακαλουμένης τον άνδρα, της δε τον υιόν ή μην την θυγατέρα, άλλης αδελφόν ή αδελφήν και άλλης άλλο συγγενείας όνομα, πάντων δε ελεεινώς προκειμένων, των μεν εντός Πόλεως, των δε και εκτός παρ’ αιγιαλόν, … λείψανον φερόντων και ζωής και βίου. Νήπια δε και γυναίκες και οικτροί πρεσβύται προκείμενοι ταις οδοίς αλγείν εποίουν και τον μόνον ακούοντα».
[4] Ν. Γρηγορ., τ.1, σ.142: «ούπω μετά την κτίσιν τέσσαρες όλοι παρήθον ενιαυτοί και κυκλωσάντων των Τούρκων και περιστρατοπεδευσάντων εφ’ ικανόν, ηναγκάσθησαν ένδοθεν όσοι μη τη δίψη και τω λιμώ ετεθνήκεσαν εαυτούς τοις πολεμίοις προδούναι είκοσι χιλιάδων το πλήθος ου μείους υπάρχοντες, οι δη και απαγόμενοι δέσμιοι τους τελευτήσαντας εμακάριζον».
[5] Μαξίμου Πλανούδη, Επιστολαί, σ. 178 και 164: «κτείνει (ο Φιλανθρωπηνός) τους πολεμίους και τρέπει και ζωγρεία λαμβάνει και εξελαύνει και τα αυτών αφαιρείται και χώρους αναλαμβάνει τοις Ρωμαίοις προσήκοντας».
[6] Παχυμ. Τ.2, σ.333. – Ν. Γρηγορ. Τ.1, σ.220. Το όνομα Αμογάβαροι ή Αλμογάβαροι είναι αραβικόν (όπως το παλαιότερον Μαδραΐται) και σημαίνει στρατιώτας ικανούς διά τον κλεφτοπόλεμον. Ίσως ούτοι δεν ήσαν όλοι Ισπανοί.
[7] Παχυμ. Τ.2, σ.421. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης έγραψε περί αυτής (τ.1, σ.105): «μεγίθστη (η Φιλαδέλφεια) πόλις και πολυάνθρωπος και οπλίζεσθαι δυναμένους οικήτορας έχουσα και μάλιστα τοξείαν ασκούντας· αγχιτερμονούσα δε τοις περσικοίς ορίοις αεί διαμάχεσθαι τοις υπεναντίοις τούτους ποιεί και εθάδας πολέμου εργεται».
[8] Επιτάφιος λόγος του Νικηφόρου Χούμνου «εις τον μακάριον και αγιώτατον μητροπολίτην Φιλαδελφείας Θεόληπτον» εδημοσιεύθη υπό του J. Boissonade, Anecdota Graeca, τ.5, 1833, σ. 182. Αύτοθι σ.189 λέγεται ότι ο Θεόληπτος «εφρόνει ανδρικά και γενναία». Και ο Καντακουζηνός επαίνει τον Θεόληπτον (1, 67) και λέγει περί αυτού ότι «εις άκρον αρετής ήκει … και φρονήσεως ευ έχει και παιδείας της έξωθεν ουκ ολίγον μετέβαλε».
[9] Κατά L. Brehier, Vie et mort de Byzance, σ.422.

Αναρτήθηκε για πρώτη φορά στην κεντρική σελίδα της ΝομοΣοφίας

http://nomosophia.blogspot.gr/2010/09/blog-post_15.html

στις 15/09/2010

Written by nomosophia

4 Σεπτεμβρίου, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

εθνική παλιγγενεσία

leave a comment »

Έλληνες και Ξένοι την περίοδο του Αγώνα[1]

Οι Έλληνες πίστευαν πως … οι ξένοι δεν πρόσφεραν καμιά υπηρεσία στην Επανάσταση. Ο Lieber καταγράφει στο χρονικό του τις παρατηρήσεις ενός Έλληνα στη Μασσαλία : «Μόνο όσοι Ευρωπαίοι ξέρουν πραγματικά από πόλεμο και μάλιστα από μικροπόλεμο βουνίσιο[2] μπορούν να ωφελήσουν. Οι άλλοι είναι άχρηστοι. Δεν υπάρχει έλλειψη χεριών«. Εκείνοι που ταξίδεψαν καταλάβαιναν πως αυτός ο άνθρωπος έβλεπε σωστά. Είναι μεγάλο λάθος να επιδιώξουμε και να επιβάλουμε σ’ αυτό το συγκεκριμένο πόλεμο, σ’ αυτό το λαό, ευρωπαϊκή στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία.

Την ψυχολογία των απογοητευμένων εθελοντών εξεικονίζει η αφήγηση του Γερμανού ανθυπολοχαγού Ferdinand von Kiesewetter. Παραπονείται αδιάκοπα : «Δεν μας έδωσαν τίποτα. Ούτε τους μανδύες που μας έταξαν. Από χρήματα μόνο το ένα έκτο. Ύστερα τίποτα. Έπρεπε να φύγουμε. Αλλά ήταν πια αργά. Και υποταχθήκαμε στη μοίρα μας. Δεν πολεμούσαμε πια από αγάπη στο ελληνικό έθνος, αλλά για την τιμή μας και την αυτοσυντήρησή μας. Όλος ο ενθουσιασμός μας για την ελληνική υπόθεση εξατμίσθηκε. Στον Έλληνα δεν βλέπαμε πια τον αληθινό πατριώτη, που πάνω από όλα τοποθετούσε την πατρίδα του, αλλά τον ύπουλο ληστή».

Οι απογοητεύσεις καλλιεργούσαν την εμπάθεια και οδηγούσαν σε επιπόλαιες κρίσεις. Οι Έλληνες, γράφει ο Kiesewetter, έχουν μια έκφραση κακίας στο πρόσωπο, πολύ ενοχλητική. Φαίνεται πως αυτή η έκφραση είναι εθνικό τους χαρακτηριστικό.

O William Parry, απεσταλμένος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου και φίλος του λόρδου Byron στο Μεσολόγγι, επισημαίνει τα αίτια της δυσαρέσκειας των Ελλήνων και του κακού τέλους των περισσοτέρων εθελοντών : Η γενική αποδιοργάνωση, το χάος και η οικονομική αθλιότητα, η απουσία κεντρικού κυβερνητικό που οργάνου και μέσων για τη χρηματοδότηση του πολέμου δεν ευνοούσαν την επιβίωση ενός στρατιωτικού σώματος Φιλελλήνων. Έτσι, όλοι οι ξένοι που ήρθαν στην Ελλάδα, έπρεπε, για να συντηρηθούν, να καταπιέζουν με τον άλφα ή βήτα τρόπο τους κατοίκους. Αλλά, επειδή οι Έλληνες δεν αποτίναξαν τον τουρκικό ζυγό για να υποταχθούν σε άλλον, σημειώθηκαν, όπως ήταν φυσικό, αντιδράσεις, έγιναν φιλονεικίες, εκδηλώθηκε αντίσταση.

[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», σ. 104 επ., εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1999.
[2] Το είδος του πολέμου που σήμερα αναφέρεται με τον όρο «ανταρτοπόλεμος».

 

Written by nomosophia

29 Ιουνίου, 2011 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία