ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

μαθήματα καιροσκοπισμού

leave a comment »

μαθήματα καιροσκοπισμού[1]

 

Αργότερα, το φθινόπωρο, ένα πλήθος διαμαρτυρήθηκε σε δημόσιο χώρο … πως ενώ υπήρχε αφθονία αγαθών, οι τιμές τους ήταν πάρα πολύ ψηλές. Η διαμαρτυρία τους ήταν σαφής κατηγορία κατά της πλούσιας τάξης της Αντιόχειας, τα μέλη της οποίας είναι ικανά για ο,τιδήποτε προκειμένου να κερδίσουν χρήματα, ακόμη και να καταδικάσουν σε λιμό τους συμπατριώτες τους. Μόλις προ επτά ετών, είχαν πάλι επωφεληθεί από μια ανάλογη κατάσταση και ο κόσμος είχε οδηγηθεί σε εξέγερση, είχαν χαθεί ανθρώπινες ζωές και είχαν γίνει πολλές υλικές καταστροφές. Θα περίμενε κανείς από τον κόσμο της πόλης αυτής να έχει πάρει κάποιο μάθημα από την τόσο πρόσφατη ιστορία. Δεν είχε όμως μάθει τίποτε.

Κάπου τριακόσιοι πρόκριτοι της Αντιόχειας έγιναν δεκτοί στην αίθουσα του συμβουλίου την ορισμένη ώρα της ακρόασης. Κράτησα κοντά μου τον Φήλικα και τον Σαλούστιο. Ο θείος μου, ως κόμης της Ανατολής, θα έπρεπε να προεδρεύει, αλλά ήταν άρρωστος. Οι προύχοντες της Αντιόχειας ήταν ένας ευπαρουσίαστος, τυπικός και μάλλον θηλυπρεπής όμιλος που μύριζε – αν και η ημέρα ήταν ζεστή – σαν τριακόσιοι κήποι της Δάφνης και, μέσα σε εκείνο τον κλειστό χώρο, τα αρώματά τους μου έφερναν πονοκέφαλο.

 

Προχώρησα αμέσως στο θέμα χωρίς περιστροφές. Ανέφερα την τιμή των σιτηρών εκείνεης της ημέρας. «Ζητάτε από τον κόσμο να πληρώνει το τριπλάσιο της αξίας του σίτου. Εντάξει, τα τρόφιμα σπανίζουν, αλλά όχι τόσο. Η κατάσταση αυτή μπορεί φυσικά να επιδεινωθεί αν είναι γεγονός αυτό που άκουσα, ότι δηλαδή μερικοί καιροσκόποι κρύβουν τα σιτηρά από την αγορά μέχρις ότου πεινάσει και απελπιστεί ο κόσμος σε τέτοιο βαθμό ώστε να πληρώσει οποιαδήποτε τιμή». Στα λόγια μου αυτά ανταπόκριση ήταν πολύς βήχας και ανταλλαγές ανήσυχων βλεμμάτων. «Φυσικά, δεν δίνω πίστη σε τέτοιες ιστορίες. Πώς θα μπορούσαν ποτέ οι προύχοντες μιας πόλης να εκμεταλλευτούν τους συμπολίτες τους ; Οι ξένοι, ίσως. Ακόμη και η αυτοκρατορική αυλή» Η σιωπή που ακολούθησε ήταν νεκρική. «Αλλά όχι και οι ίδιοι οι συμπολίτες. Είσαστε άνθρωποι. Όχι κτήνη που καταβροχθίζουν τα αδυνατότερα του είδους τους».

 

Αφού τους ηρέμησα με αυτά τα λόγια, περιέγραψα προσεκτικά το πρόγραμμα του κόμη Φήλικα. Ενώ μιλούσα, τα χείλη του κινούνταν επαναλαμβάνοντας σιωπηλά μαζί μου τα συγκεκριμένα επιχειρήματα που μου είχε εκθέσει πριν από λίγα λεπτά. Οι πολίτες ασφυκτιούσαν. Μόνον αφού τους είχα πια τρομοκρατήσει εντελώς, είπα : «Αλλά γνωρίζω πως μπορώ να σας εμπιστευθώ να κάνετε το σωστό». Επακολούθησε μια μακριά εκπνοή ανακούφισης. Όλοι συνήλθαν.

 

Μου απάντησε ο έπαρχος της πόλης : «Μπορείς να βασιστείς σε εμάς, δέσποτα, για όλα Θα κρατήσουμε – και τώρα γνωρίζω πως μιλώ εξ ονόματος όλων των παρόντων – την τιμή των σιτηρών στο κανονικό της ύψος, αν και θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη πως υπάρχει έλλειψη»

Τρεις μήνες μετά τη συνάντησή μας, όχι μόνον δεν είχαν ορίσει σταθερές τιμές, αλλά είχαν εξαφανίσει από την αγορά τα σιτηρά που εγώ ο ίδιος είχα φέρει από την Ιεράπολη. Οι τιμές είχαν γίνει αστρονομικές : ένας χρυσός σόλιδος για δέκα στατήρες. Οι φτωχοί λιμοκτονούσαν και οι ταραχές είχαν γίνει καθημερινό φαινόμενο.


[1] Γκορ Βιντάλ, Ιουλιανός, σ. 439 κ.επ., εκδόσεις Εξάντας 1998

διαβάστε επίσης στον ΔημοΔιδάσκαλο

Written by nomosophia

30 Νοέμβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Λογοτεχνία

leave a comment »

Αλληγορίες των Σαλονιών[1]

Ο Κύριος και Αφέντης μου, Μαρκήσιος της Ρεδονδίγια, οργανώνει στο σαλόνι του σπιτιού του βραδιές στις οποίες παρευρίσκονται προσκεκλημένοι της δικής του κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας, άνδρες αρκούντως άξεστοι, ακόλαστοι και ποταποί, οι οποίοι κατέχουν τίτλους ευγενείας και ατελώς θεραπευμένες γονόρροιες. Για τις συγκεντρώσεις αυτές, μισοκαλλιτεχνικές, μισοβιτσιόζικες, ο κύριος και αφέντης μου έχει εφεύρει το παιχνίδι των αλληγοριών, το οποίο δεν ξέρω αν πρέπει να χαρακτηρίσω ως διασκεδαστικό ή ευγενές. Στο παιχνίδι αυτό οι υπηρέτριες πρέπει να πάρουν πόζες που ν’ αντιπροσωπεύουν την Ευημερία, την Τέχνη, το Εμπόριο, την Ευτυχία και άλλες τέτοιες σαχλαμάρες που αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα. Σ’ εμένα, ως αρχιθαλαμηπόλο και άνθρωπο για όλες τις δουλειές, λαχαίνει η προγύμναση των υπηρετριών, στις οποίες προσπαθώ να εμφυσήσω μια κάποια ευαισθησία, κάποια μεγαλοπρέπεια στις κινήσεις, καθώς και την αυτοπεποίθηση που στη συνέχεια θα τους επιτρέψει να ενσαρκώσουν το ρόλο τους. Στο παιχνίδι των αλληγοριών οι υπηρέτριες πρέπει να ποζάρουν γυμνές, ή εν πάσει περιπτώσει με το αιδοίο τους σε κοινή θέα, και ν’ αφήσουν τον κύριο και αφέντη μου, μαρκήσιο της Ρεδονδίγια, να προσπαθήσει να τις αναγνωρίσει στα τυφλά (προηγουμένως σκεπάζει τα μάτια του μ’ ένα μαντήλι), υπό τις παροτρύνσεις των προσκεκλημένων του. Η απτική μνήμη που επιδεικνύει ο κύριος και αφέντης μου, μαρκήσιος της Ρεδονδίγια, αφήνει άναυδους τους προσκεκλημένους του, οι οποίοι αδυνατούν να επιδείξουν ανάλογες δεξιότητες. Έχοντας το καθήκον τού οργανωτή των τελετών, προσπαθώ ν’ αναθέσω στην κάθε υπηρέτρια μια αλληγορία που να εναρμονίζεται με τα φυσικά της χαρακτηριστικά : στη Μπέρτα, την οικονόμο, μια κυρία ευτραφή, συνεπή στον κυριακάτικο εκκλησιασμό της, αναθέτω το ρόλο της Αφθονίας, της Γονιμότητας, της Αυτοκρατορίας, και γενικά τους ρόλους εκείνους που παραπέμπουν σε πλούσιες σοδειές και ιστορικές παραστάσεις· για την Μπεατρίθ, τη σιδερώτρια, μια πιο λεπτεπίλεπτη κοπέλα, προορίζω αλληγορίες μεγαλύτερης πνευματικότητας : την Ποίηση, τη Μοναξιά, την Απελπισία· όσο για την Ιρένε, τη μαγείρισσα, επωφελούμαι του αισθησιασμού της, της αρμονίας των γοφών και του στήθους της για να της αναθέσω τίτλους ακούσιας έπαρσης : την Ειρήνη, την Ομόνοια, τον Πλατωνικό Έρωτα· και ούτω καθεξής. Οι υπηρέτριες διασκορπίζονται στο σαλόνι, γυμνές και ακίνητες, σε στάσεις που φανερώνουν σταθερότητα, ατονία ή θυμό, ανάλογα με το τι ταιριάζει στο ρόλο τους. Τότε ο κύριος και αφέντης μου ζητά να του δέσουν τα μάτια και παρελαύνει μπροστά από τις υπαλλήλους του, αγγίζοντας φευγαλέα το αιδοίο της καθεμιάς, και στη συνέχεια ανακοινώνει το όνομα της αλληγορίας που εκείνη αναπαριστά. Ποτέ δεν κάνει λάθος· μερικές φορές όμως επιχειρεί κάποιο κόμπιασμα, κάποια κίνηση αβεβαιότητας που να προσδίδει σασπένς στην ετυμηγορία του : «Η Καλοσύνη», λέει ή πάλι «Η Κακοτυχία», ή «Το Κλάμα», ανάλογα με το εάν το αιδοίο που του προσφέρεται προς ψηλάφηση είναι καταδεκτικό ή απρόσιτο, άτονο ή τραχύ, χυμώδες ή κάπως στεγνό. … Οι υπηρέτριες φυσικά πρέπει να παραμείνουν ακίνητες, σαν αγάλματα από σπαρτιάτικη σάρκα, και ν’ αφήσουν να τις πασπατέψει ο κύριος και αφέντης μου, μαρκήσιος της Ρενδοδίγια, εμπειρογνώμων ψηλαφητής αιδοίων και διαλευκαντής αλληγοριών.

 

[1] Χουάν Μανουέλ Δε Πράδα, «Αιδοία», σ. 32 κ.επ., εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999

Written by nomosophia

15 Νοέμβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Ιστορικό Μυθιστόρημα

leave a comment »

Γρήγορα και αποτελεσματικά[1]

Το τέλος της ιστορίας είναι πασίγνωστο. …

Το κεφάλι του αδελφού μου κόπηκε νωρίς το βράδυ της 9ης Δεκεμβρίου του έτους 354. Τα χέρια του δέθηκαν πίσω από την πλάτη του σαν να επρόκειτο για κοινό εγκληματία. Δεν έκανε ύστατη δήλωση. Αν έκανε, τα λόγια του δεν έγιναν γνωστά. Ήταν είκοσι οκτώ ετών όταν πέθανε. Λένε πως, τις τελευταίες μέρες του, υπέφερε από τρομερούς εφιάλτες. Μόνον ο Κωνστάντιος κι εγώ απομείναμε ζωντανοί από τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας.

Την 1η Ιανουαρίου του 355, εκδόθηκε ένταλμα για τη σύλληψή μου. Εγώ, όμως, είχα ήδη γίνει μέλος ενός μοναχικού τάγματος στη Νικομήδεια. Είμαι βέβαιος ότι κανένας από τους μοναχούς δεν είχε ιδέα για το ποιος ήμουν επειδή είχα ξυρίσει το κεφάλι μου πριν πάω στο μοναστήρι και έμοιαζα με κοινό δόκιμο μοναχό. Με προστάτευε και ο Ορειβάσιος. Όταν έφτασε ο αυτοκρατορικός αγγελιαφόρος στην Πέργαμο για να με συλλάβει, ο Ορειβάσιος του είπε ότι βρισκόμουν στην Κωνσταντινούπολη.

Δεν νομίζω πως θα μάθω ποτέ πώς εντοπίστηκα. Ίσως να με αναγνώρισε κανένας μοναχός ή, πιθανώς, να με ανακάλυψαν οι μυστικοί πράκτορες, οι οποίοι παρακολουθούσαν τους καταλόγους νέων τροφίμων των μοναστηριών και θα υποψιάστηκαν κάτι. Άσχετα από το πώς έγινε· έγινε γρήγορα και αποτελεσματικά. Βρισκόμουν στο μαγειρείο της μονής και βοηθούσα τον φούρναρη να ζεστάνει τον φούρνο όταν έφτασε εκεί ένα θορυβώδες απόσπασμα φρουρών. Ο επικεφαλής με χαιρέτησε. «Κατά διαταγή του αυγούστου, ο ευγενέστατος Ιουλιανός πρέπει να μας ακολουθήσει στο Μεδιολάνο».

Δεν διαμαρτυρήθηκα. Οι μοναχοί παρακολουθούσαν τη σκηνή σιωπηλοί καθώς απομακρυνόμουν και διέσχιζα τους κρύους δρόμους της Νικομήδειας προς το αυτοκρατορικό παλάτι. Εκεί με δέχτηκε ο έπαρχος της πόλης. Ήταν νευρικός. Πριν από πέντε χρόνια και κάτω από παρόμοιες συνθήκες, ο Γάλλος είχε διαταχθεί να πάει στο Μεδιολάνο και εκεί είχε ανακηρυχθεί καίσαρας της Ανατολής. Μπορεί να είχα και εγώ την ίδια τύχη. Δεν ήταν εύκολο για έναν επαρχιακό αξιωματούχο να ξέρει πώς ακριβώς να μου συμπεριφερθεί.

Ξεκινήσαμε για την Κωνσταντινούπολη την επομένη. Μολονότι μου φέρονταν ως προς πρίγκιπα, θεώρησα κακό οιωνό το γεγονός πως έπρεπε να ακολουθήσουμε το ίδιο ηπειρωτικό δρομολόγιο που είχε ακολουθήσει και ο Γάλλος για την Ιταλία πριν από μερικούς μήνες.

Καθώς εγκαταλείπαμε την Νικομήδεια, πρόσεξα ένα κεφάλι επάνω σε ένα κοντάρι. Δεν έδωσα σημασία διότι σχεδόν πάντοτε επιδεικνύεται το κεφάλι κάποιου εγκληματία στις κύριες πύλες των πόλεων.

«Λυπούμαι πολύ γι’ αυτό», είπε ξαφνικά ο επικεφαλής της στρατιωτικής συνοδείας μου, «αλλά μας διέταξαν να περάσουμε από αυτή ειδικά την πύλη».

«Και γιατί λυπάσαι ;»

«Διότι σε περνώ μπροστά από το κεφάλι του αδερφού σου».

«Του Γάλλου ;» Στριφογύρισα τελείως επάνω στη σέλα μου και ξανακοίταξα το κεφάλι. Το πρόσωπο ήταν τόσο κακοποιημένο, ώστε δεν ήταν δυνατόν να αναγνωριστούν τα χαρακτηριστικά. Αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία πως τα μαλλιά ήταν του αδελφού μου, μολονότι ήταν σκεπασμένα από αίματα και χώματα.

«Ο αυτοκράτορας το έχει εκθέσει σε όλες τις πόλεις της Ανατολής».

Έκλεισα τα μάτια ζαλισμένος από ναυτία.

[1] Γκορ Βιντάλ, «Ιουλιανός», σ. 139 κ.επ., Εξάντας 1998.

Written by nomosophia

25 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

αστικό αφήγημα

leave a comment »

Ο μάγκας[1]

– Γειά σου πατριώτη ! Από πότε σε ρωμέικη υπηρεσία ;
– Τι είπες ; ρώτησα.

Μα την ίδια στιγμή ο αμαξάς, ασπροντυμένος και ασπρογαντωμένος, μάζεψε τα γκέμια, και τ’ άλογα ξεκίνησαν. Έκαναν τον γύρο του κήπου και σταμάτησαν στην άλλη άκρη, εμπρός στους στάβλους.

Τους κυνήγησα, κι έφθασα την ώρα που πηδούσε χάμω ο αμαξάς, και δυο αραπάδες σταβλίτες, που εκεί τους λέν σαΐσηδες, παραλάβαιναν τ’ άλογα, τα σκούπιζαν, κι έλυναν τα λουριά τους.

Έτρεξα στο δεξί άλογο.

– Τι είπες πριν ; το ρώτησα.
– Ήθελα να ξέρω από πότε εσύ, πατριώτης μας, βρίσκεσαι σε ρωμέικη υπηρεσία ;

Το αριστερό άλογο, μια όμορφη φοράδα, τίναξε το κεφάλι και είπε στον σύντροφό της με κάποια περιφρόνηση :

– Σα δε βαριέσαι, Μπόμπη, με τέτοια ζέστη ! Δεν βλέπεις πως είναι κουτάβι ακόμα και δεν νιώθει τι του λες ;

Μου κακοφάνηκε ο τρόπος της.

– Κάλλιο κουτάβι παρά ξυνισμένο γεροντοκόριτσο, της αποκρίθηκα.

Πέταξε ένα ειρωνικό χλιμίντρισμα, και ακολούθησε το σαΐση που την πήγαινε στον στάβλο να τη, στεγνώσει.

– Γεροντοκόριτσο δυο χρονών ! … έκανε. Και ξυνισμένο κιόλας ! Πφφφ.
– Μην συνερίζεσαι την Ντέιζη, είπε με καλοσύνη ο Μπόμπης. Δεν είναι κακιά, μα η ζέστη την πειράζει. Βλέπεις, εμείς οι Άγγλοι υποφέρομε στη ζέστη.
– Μπα ; έκανα. Είσαι Άγγλος ;
– Βέβαια. Και συ είσαι.
– Εγώ ;
– Ε, καλά, δεν το ξέρεις ; Είσαι φοξ-τεριέ, και τα φοξ-τεριέ είναι πάντα Άγγλοι. Γι’ αυτό σε ρώτησα, από πότε μπήκες σε ρωμέικη υπηρεσία.

Δεν μ’ έρεσε καθόλου αυτό το αστείο. Ο Μήτσος ήταν Έλληνας, ο Λουκάς και οι δίδυμες επίσης. Τους είχα ακούσει να το λεν τόσες φορές σαν έσειαν τις σημαιούλες τους με τις γαλάζιες γραμμές και τις έμπηγαν στο σπιτάκι μου, που γίνουνταν πότε το Κούγκι του Σαμουήλ και πότε το Χάνι της Γραβιάς και πότε η Πύλη του Ρωμανού. Δεν ήθελα καθόλου να είμαι αλλιώτικος από αυτούς, και το είπα του Μπόμπη.

Εκείνος χαμογέλασε :

– Τι να κάνεις ; Θες δεν θες, είσαι Άγγλος, μου είπε. Άγγλος εγεννήθηκες και Άγγλος θα πεθάνεις.

Με δυσαρέστησαν πολύ αυτά τα λόγια. Κατέβασα τ’ αυτιά μου και το κεφάλι, κι έκανα για το σπίτι όπου είχα δει τ’ αφεντικά μου να μπαίνουν.

Έξαφνα μου ήλθε μια φωτεινή ιδέα, και τρεχάτος γύρισα στον στάβλο. Οι δυο σαΐσηδες έτριβαν τον Μπόμπη με χοντρές φανέλες, για να τον στεγνώσουν.

– Μπόμπη, του φώναξα, πού γεννήθηκες εσύ ;
– Δεν ξέρω, καημένε, μου αποκρίθηκε, μα πιστεύω στον στάβλο, γιατί εκεί με αγόρασε ο αφέντης.
– Α … έκανα μαγκωμένος.

Αυτή η απάντηση δεν με φώτιζε καθόλου. Μα έξαφνα μου ήλθε μια ιδέα.

– Μα, φίλε μου, τότε είσαι Αράπης ! του φώναξα. Γιατί ο στάβλος είναι σε αράπικον τόπο.
– Όχι, καημένε, έκανε ο Μπόμπης, πώς μπορεί να με αγοράσει στον δικό του στάβλο τούτος ο αφέντης μας ; Με αγόρασε στον στάβλο του πρώτου μου αφέντη, του λόρδου, και με φέρανε δω με βαπόρι, όπου με ανέβασαν και με ξανακατέβασαν μέσα σε κασόνια, με σκοινιά, με βίντσι, με φωνές, μην ρωτάς φασαρία …
– Α … εκανα πάλι.

Ήταν όλα ακατανόητα για μένα. Κασόνια, βίντσια, σκοινιά, για να ταξιδεύει ένα άλογο ; Εγώ ανέβηκα μόνος μου στο βαπόρι, χωρίς φασαρίες και φωνές, Μα δεν είπα τίποτα. Συλλογιζόμουν. Τον ρώτησα :

– Και πού κάθουνταν ο αφέντης σου ο λόρδος ;
– Δεν ξέρω …
– Ήταν μήπως στην Κηφισιά ; ρώτησα για να τον φέρω στο συμπέρασμα που ήθελα.
– Ξέρω γω ; Κηφισιά είναι μια λέξη που την άκουσα συχνά, μα δεν ξέρω τι θα πει.

«Αχ, τι κρίμα να είναι τόσο αμάθητα τ’ άλογα», είπα μέσα μου. «Λέγει πως είναι Άγγλος και δεν ξέρει πού γεννήθηκε». Και τον ρώτησα :

– Τι γλώσσα μιλούσαν στον στάβλο σου ;
– Αγγλικά. Μ’ έλεγαν «νάις Μπόι», «φάιν τρότε», που θα πει «όμορφο παιδί» και «καλός δρομέας» …
– Λοιπόν θα πει πως γεννήθηκες σε αγγλικό μέρος, διέκοψα μ’ ενθουσιασμό, και λες σωστά πως είσαι Άγγλος. Εγώ γεννήθηκα στην Κηφισιά, όπου μιλούσαν ελληνικά, ώστε είμαι Ρωμιός. Βλέπεις λοιπόν πως δεν είμαστε πατριώτες.

Ήμουν καταχαρούμενος. Το συμπέρασμά μου μού φαίνουνταν φωτεινότατο, κι εξέφραζα τη χαρά μου, κουνώντας όλο και γρηγορότερα την ουρά μου. Εκείνος όμως έμενε σκεπτικός.

– Μα ο πατέρας σου και η μητέρα σου τι ήταν ; ρώτησε.
– Δεν ξέρω, είπα. Δεν τους γνώρισα.

Ο Μπόμπης με κοίταζε όλο και πιο συλλογισμένος.

– Νομίζω πως οι γονείς είναι που σε κάνουν Ρωμιό ή Άγγλο, και πως η γλώσσα που μιλούν στον στάβλο σου δεν σημαίνει, είπε. Ξέρω πως η Ντέιζη, όταν θέλει να καυχηθεί, λέγει πως η μητέρα της …
– Ωχ αδελφέ, άφησε την Ντέιζη ! είπα νευριασμένος. Αυτό που σου λέω είναι το σωστό και είμαι Ρωμιός.

Σήκωσα ψηλά την ουρίτσα μου και βγήκα από το στάβλο. «Πρέπει αλήθεια τ’ άλογα να είναι κουτά», είπα μέσα μου. Μα είναι τόσο καλός ο Μπόμπης, και ο τρόπος του τόσο φιλικός, που λυπήθηκα για τη σκέψη μου αυτή, και πάλι γύρισα στον στάβλο με σκοπό να του πω κανένα καλό λόγο.

Ο Μπόμπης συλλογίζουνταν ακόμα. Καθώς με είδε, χαμήλωσε το κεφάλι, με κοίταξε καλά και μου είπε :

– Ξέρεις ; … Θαρρώ πως αυτό που σε κάνει Ρωμίο ή Άγγλο είναι τ’ όνομα. Εσένα πως σε λένε ;
– Μάγκα.
– Λοιπόν είσαι Ρωμιός. Εμένα με λένε Μπόμπη, ώστε είμαι Άγγλος. Και η Ντέιζη είναι Εγγλέζα. Αυτή θα είναι η αλήθεια.

Μα βέβαια αυτή είναι η αλήθεια. Από τη χαρά μου έδωσα μια γλειψιά του Μπόμπη και ξανάφυγα τρεχάτος. «Είναι και μερικά άλογα που δεν είναι καθόλου κουτά», είπα μέσα μου.

[1] Πηνελόπης Δέλτα, «ο Μάγκας», σ. 21-24, εκδόσεις Μίνωας 1998.

 

 

Written by nomosophia

22 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

το νόημα της κοσμικής περιστροφής

leave a comment »

περί του σύμπαντος κόσμου[1]

Συχνά, όταν βρισκόμαστε όλοι μαζί κι ο Κατσίμπαλης είχε αρχίσει κάποια μεγάλη ιστορία, έπιανα τον Σεφέρη να χαμογελά – μ’ εκείνο το χαμόγελο που πληροφορεί τους άλλους ότι θα ακούσουν κάτι που εκείνος το έχει ήδη δοκιμάσει και το ‘χει βρει καλό. Ή μετά, παίρνοντάς με απ’ το μπράτσο παράμερα, έλεγε: «Κρίμα που δεν σου είπε ολόκληρη την ιστορία. Απόψε, είπε ένα κομμάτι υπέροχο, που το λέει καμιά φορά όταν έχει τα κέφια του – κρίμα που το έχασες». Όλοι όχι μόνο το αποδέχονταν πως ο Κατσίμπαλης αυτοσχεδίαζε, αλλά και το περίμεναν εκ μέρους του. Τον θεωρούσαν ένα είδος βιρτουόζου, έναν βιρτουόζο που έπαιζε μόνο τις δικές του συνθέσεις και είχε επομένως το δικαίωμα να τις αλλάζει όπως του άρεσε. Είχε και κάτι άλλο ενδιαφέρον αυτό το σπουδαίο χάρισμά του, που μπορεί κανείς να το συγκρίνει με το ταλέντο του καλλιτέχνη. Στη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα η ζωή του Κατσίμπαλη ήταν ήσυχη και χωρίς περιπέτειες. Μα και το πιο απλό επεισόδιο που τύχαινε στη ζωή του Κατσίμπαλη γινόταν στα χέρια του κάτι το σπουδαίο. Ίσως να μην ήταν τίποτα παραπάνω από το ότι είχε μαζέψει ένα λουλούδι στην άκρη του δρόμου, πηγαίνοντας σπίτι του. Μα σαν άρχιζε την ιστορία του, αυτό το λουλούδι, όσο ταπεινό κι αν ήταν, γινόταν το πιο εξαίσιο λουλούδι που μάζεψε άνθρωπος ποτέ. Αυτό το λουλούδι θα το θυμόμουν πάντα σαν το λουλούδι που είχε μαζέψει ο Κατσίμπαλης, θα γινόταν μοναδικό, όχι γιατί ήταν κάτι εξαιρετικό, μα γιατί ο Κατσίμπαλης, θα το έκανε αθάνατο μόνο που το παρατήρησε, γιατί έβαλε σ’ αυτό το λουλούδι καθετί που ένιωθε για τα λουλούδια, που είναι σαν να λέμε – σύμπαν. Στην τύχη διάλεξα αυτήν την εικόνα, πόσο ταιριαστή κι αντιπροσωπευτική είναι όμως ! Όταν φέρνω στο νου μου την εικόνα του Κατσίμπαλη που σκύβει και μαζεύει ένα λουλούδι απ’ το γυμνό χώμα της Αττικής, ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, ο περασμένος κι ο τωρινός κι ο μελλοντικός, ορθώνεται εμπρός μου. Βλέπω και πάλι τα υψώματα από αφράτο χώμα, που κρύβουν τα σώματα των δοξασμένων νεκρών. Βλέπω το βιολετί φως που μέσα του αστράφτουν τα απότομα βράχια, τα άγρια χαμόδεντρα, και τα ξερά ποτάμια, βλέπω τα μικροσκοπικά νησάκια να πλέουν στην θάλασσα, στεφανωμένα μ’ άσπρους αφρούς, βλέπω τους αετούς να ζυγιάζονται πάνω απ’ τις απότομες κορυφές πανύψηλων βουνών, και που οι σκιές τους κάνουν κηλίδες σκοτεινιάς πάνω στο πολύχρωμο χαλί της γης, βλέπω τις σιλουέτες των μοναχικών βοσκών να περπατούν με τα κοπάδια τους τα τυλιγμένα στην χρυσόσκονη πάνω στις γυμνές ράχες των λόφων, όπως τις παλιές μέρες των θρύλων, βλέπω τις γυναίκες να είναι μαζεμένες γύρω στο πηγάδι ανάμεσα στις ελιές, τα φουστάνια τους, τους τρόπους τους, την κουβέντα τους που δεν αλλάζουν και κρατούν ίδια απ’ τους βιβλικούς χρόνους, βλέπω την πατριαρχική εμφάνιση του παπά, τέλειο συνταίριασμα αρσενικού και θηλυκού, με ήμερο, ντόμπρο, όλο αξιοπρέπεια παρουσιαστικό, βλέπω το γεωμετρικό σχέδιο της φύσης μεγαλωμένο από την ίδια τη φύση σε μια σιωπή που σε ξεκουφαίνει. Η ελληνική γη ανοίγει εμπρός σου σαν βιβλίο της Αποκάλυψης. Δεν τό ‘ξερα πως η γη κλείνει τόσα πολλά μέσα της. Περπατούσα με δεμένα μάτια, με διστακτικά, ασταθή βήματα. Ήμουν περήφανος και αλαζονικός, ευχαριστημένος που ζούσα τη λαθεμένη, περιορισμένη ζωή του ανθρώπου της πόλης. Το φως της Ελλάδας άνοιξε τα μάτια μου, διαπέρασε τους πόρους μου, επεκτάθηκε σ’ ολόκληρο το είναι μου. Γύρισα πίσω στον κόσμο έχοντας βρει το αληθινό κέντρο και το αληθινό νόημα της κοσμικής περιστροφής. Κανένας πόλεμος ανάμεσα στα έθνη δεν είναι σε θέση να διαταράξει αυτή την ισορροπία. Και η ίδια η Ελλάδα ίσως εμπλακεί σ’ αυτόν, όπως κι εμείς οι ίδιοι θα εμπλακούμε, μα αρνούμαι κατηγορηματικά να γίνω άλλο τίποτα από πολίτης του κόσμου, όπως σιωπηλά διακήρυξα καθώς στεκόμουν στον τάφο του Αγαμέμνονα. Από εκείνη την ημέρα και στο εξής η ζωή μου αφιερώθηκε στην αποκατάσταση της θεϊκότητας του ανθρώπου. Ειρήνη σ’ όλους, εύχομαι, και μια ζωή πλουσιότερη.

[1] Χένρυ Μίλλερ, «ο Κολοσσός του Μαρουσιού», σ. 223-224, εκδόσεις Κάκτος 1981.


Written by nomosophia

17 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

μυθιστόρημα

leave a comment »

Οι Έλληνες[1]

Ξαπλωμένος χάμω, πίσω από το μολυβένιο στρατό του, το ένα μάτι κλειστό, σημαδεύοντας με το άλλο, πού να ρίξει τον βόλο του, είπε ο Αντώνης :

– Λοιπόν ! Αποφάσισε ! Είσαι ή δεν είσαι Τούρκος ;
– Δεν είμαι ! αναφώνησε αγανακτισμένος ο Αλέξανδρος, γονατισμένος και αυτός πίσω από τον δικό του στρατό, τα χέρια του απλωμένα προστατευτικά πάνω από τα παρατεταγμένα μολυβένια στρατιωτάκια.

Ο Αντώνης άνοιξε το δεύτερο μάτι του για να αγριοκοιτάξει τον αδελφό του.

– Λοιπόν τι είσαι ;
– Έλληνας ! φώναξε ο Αλέξανδρος
– Μα πώς μπορούν Έλληνες να πολεμούν και να σκοτώνουν Έλληνες ; ρώτησε ο Αντώνης.

Ο Αλέξανδρος δεν ήξερε.

– Δεν θέλω όμως να είναι Τούρκοι οι στρατιώτες μου ! διαμαρτυρήθηκε θυμωμένος.
– Και ποιος θα είναι τότε Τούρκος ; Πώς θα πολεμήσωμε ; Ή Έλληνες θα είναι οι στρατιώτες σου ή Τούρκοι ! Αφού οι δικοί μου είναι Έλληνες, οι δικοί σου πρέπει να είναι Τούρκοι !
– Δεν θέλω ! επανέλαβε ο Αλέξανδρος.

Από το τραπέζι, όπου με μπλου και κόκκινα μολύβια χρωμάτιζαν οι δυο αδελφές ντεκολτέ κυρίες με τριαντάφυλλα στο κεφάλι, παλιά φιγουρίνια της θείας Μαριέτας, σηκώθηκε η Πουλουδιά και σίμωσε τα’ αγόρια.

Στάθηκε η Πουλουδιά, με τα χέρια στην πλάτη, όρθια, κι επιθεώρησε με μια ματιά τα τακτικά, κατά τετράδες βαλμένα στρατιωτάκια του Αντώνη, τα τουφέκια και τις ξιφολόγχες του ολόισα, γραμμή στον ώμο, με την ελληνική σημαία στην μέση και τον στρατηγό καβάλα εμπρός. Και ύστερα κοίταξε τα στρατιωτάκια του Αλέξανδρου, μια μάζα γύρω στην τρίχρωμη μολυβένια σημαία τους, με τις ξιφολόγχες άλλες στραβωμένες και άλλες σπασμένες, με βάσεις ασταθείς, αλλού τσακισμένες και αλλού κυρτές. Μα δεν μίλησε.

Και είπε ο Αντώνης, σταυρώνοντας τα χέρια του :

– Τότε καλύτερα να μην παίξομε !

Παραπονιάρικα είπε ο Αλέξανδρος :

– Δεν θέλω ο στρατός μου να είναι τούρκικος !

Και νιώθοντας πως ο ερχομός της Πουλουδιάς σήμαινε επικουρία, σήκωσε το κεφάλι και παρακάλεσε :

– Πες του !
– Τότε μάζεψε τον στρατό σου, είπε ο Αντώνης.
– Γιατί δεν γίνεσαι εσύ Τούρκος ; ρώτησε η Πουλουδιά.
– Εγώ ;

Υπερήφανα έδειξε ο Αντώνης τον στρατό του, ολοκαίνουριο, περιποιημένο, βερνικωμένο, σα να βγαινε από το μαγαζί, και χάιδεψε τη χάρτινη ελληνική σημαία, όχι πολύ τακτικά χρωματισμένη, αλλά παστρικά κολλημένη απάνω στη μολυβένια σημαία, για να σκεπάσει τα τρία της χρώματα.

– Αυτοί Τούρκοι ; έκανε. Πώς μπορούν να είναι οι Τούρκοι πιο ωραίοι από τους Έλληνες ; Και πώς μπορούν οι Έλληνες να έχουν αυτό το χάλι ; πρόσθεσε με μια περιφρονητική κίνηση κατά τη μολυβένια μάζα του Αλέξανδρου.

Το επιχείρημα συγκίνησε την Πουλουδιά. Ειρηνευτικά είπε του Αλέξανδρου :

– Ας είναι Άγγλοί οι δικοί σου !
– Λαμπρά ! Σαν την μις Ράις ! επιδοκίμασε ο Αντώνης, που ήξερε τη νίκη του σίγουρη και ήταν ενθουσιασμένος να τραβήξει ένα τράκο στους συμπατριώτες της μις Ράις, ας ήταν και μολυβένιοι.

Ο Αλέξανδρος στάθηκε να συλλογιστεί.

– Καλά, είπε αργοκουνώντας το κεφάλι του, όχι για τη μις Ράις, μα γιατί ο θείος λέγει πως οι Άγγλοι μας έδωσαν την Κρήτη …
– Την Κέρκυρα ! επιδιόρθωσε ο Αντώνης. Πού η Κρήτη ! Η Κρήτη θα ελευθερωθεί μόνη της ! Αυτή δεν έχει ανάγκη από τους Άγγλους !
– Ναι αι αι ; έκανε ο Αλέξανδρος. Πώς θα ελευθερωθεί ;
– Θα κάνει επανάσταση, όπως ο Καραϊσκάκης … που μας έδειξε ο θείος τον τάφο του, και θα ελευθερωθεί όπως ελευθερώθηκε η Ελλάδα. Να ! Αυτοί οι Κρητικοί είναι παλικάρια ! Οι δικοί μου στρατιώτες λοιπόν είναι Κρητικοί !
– Ωραία ! φώναξε με ενθουσιασμό ο Αλέξανδρος. Και οι δικοί μου είναι Έλληνες …

Μα τον διέκοψε ο Αντώνης :

– Μπούφο ! Και τι είναι οι Κρητικοί ; Δεν είναι και αυτοί Έλληνες ; Και οι Κερκυραίοι : Και οι Ροδίτες και οι Κυπριώτες ; Πώς μπορούν Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες ;

Ο ενθουσιασμός του Αλέξανδρου έπεσε, και κοντοστάθηκε, ζαλισμένος λίγο από τα ονόματα.

– Μα τότε ; Τι θα είναι οι δικοί μου ; ρώτησε κατσουφιασμένος.
– Μα δεν είπαμε πως θα είναι Άγγλοι ; Και η σημαία σου το λέγει. Είναι ξένη.
– Η μις Ράις είπε πως δεν είναι αγγλική αυτή η σημαία, μουρμούρισε διστακτικός ο Αλέξανδρος.
– Το ξέρω, είναι γαλλική, αδιάφορο. Έλα ! Ετοιμάσου !
– Μα είναι παλικάρια οι Άγγλοι ; ρώτησε επιφυλακτικά ο Αλέξανδρος.
– Βέβαια είναι ! Αφού μας έδωσαν την Κέρκυρα ; Έλα τώρα ! Πού είναι ο βόλος σου ;

Μα ο Αλέξανδρος είχε χάσει τον βόλο του. Τον γύρεψε μες τις φούστες του, ανάμεσα στους στρατιώτες του, μες στο κουτί τους, και πάλι στην μάζα των στρατιωτών. Ο βόλος δεν βρέθηκε. Μόνο που έπεσαν οι στρατιώτες του, που ήταν ποιος πολύ, ποιος λίγο, όλοι κάπως κουτσοί και ανάπηροι, και χρειάστηκε να τους ξαναστήσει.

– Έχασε την υπομονή του ο Αλέξανδρου. Σου δίνω εγώ άλλο βόλο ! Μόνο στήσε γρήγορα τον στρατό σου !

Βιάζουνταν ο Αλέξανδρος όσο μπορούσε, και βοηθούσε και η Πουλουδιά. Μα δεν ήταν εύκολο να στηθούν γερά στρατιώτες που όλοι σχεδόν είχαν στραβωμένες τις βάσεις.
Το είδε η Πουλουδιά και άρχισε να θυμώνει. Με τα δόντια της, νευρικά, θυμωσιάρικα, έσιαξε μια δυο λυγισμένες βάσεις.

– Τι χάλια που είναι οι στρατιώτες σου ! είπε χαμηλόφωνα του Αλέξανδρου, ενώ παρακάτω ο Αντώνης γύρευε ανάμεσα στους βόλους του έναν όμοιο σαν τον δικό του, για να τον δώσει του αδελφού του. Τι χάλια ! Ένας δεν έχει στερεή βάση ! Και θες να είναι κι Έλληνες ! Με την πρώτη θα πέσουν !

[1] Πηνελόπη Δέλτα, «ο τρελαντώνης», κεφ. Χ, σ. 99-103, εκδόσεις Μίνωας 1998.

Written by nomosophia

8 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Λογοτεχνία

leave a comment »

Οι φρεγάδες[1]

Με το πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου φάνηκαν οι τέσσερες φρεγάδες αντίκρυ στον Καβομαλιά. Πούθ’ ερχόντανε ; για πού πήγαιναν ; ούτε άκουσε ούτε έμαθε κανείς. Μα πρέπει να ήταν βασιλικές φρεγάδες. Κι οι τέσσερες, λέει, το ίδιο είχαν χτίσιμο, χυτές πρύμη-πλώρη. Κι είχαν τις αρματωσιές τους, βασιλικές κι κείνες. Τα κατάρτια τους ατόφια μπρούτζινα από κάτω στη σκάτσα ως απάνω στη γαλέτα· τις αντένες ατσαλένιες· σχοινιά και ξάρτια από καμηλότριχα και τα πανιά τους ολομέταξα. Αν ρωτάς για τις κουπαστές και τις μπαταρίες τους, στο σύρμα ήταν ντυμένες. Κι είχαν στην πλώρη για θαλασσομάχο ένα διαμαντοκόλλητο σταυρό, τρόμο των στοιχειών και φρίκη του κυμάτου. Στην πρύμη, απάνω στο τιμόνι, είχαν το Άγιο το Βαγγέλιο και στο μεσιανό κατάρτι, ψηλά σ’ ένα δικέφαλο αϊτό, την Παναγιά που έλαμπε – προσκυνώ τη χάρη της – σαν αυγερινός. Για τούτο βέβαια ήταν βασιλικές φρεγάδες, του δικού μας του βασιλιά που όριζε στην Πόλη. Εκείνη τότε ήταν η κιβωτός της Χριστιανοσύνης. Ποιος ξέρει τι αλλόφυλους πήγαιναν πάλι να χτυπήσουν, να στήσουν παντοδύναμο σε Ανατολή και Δύση τον Τίμιο Σταυρό !

Ήταν η αυγή ανοιξιάτικη· χαρά Θεού ! Φύλλο δε σειόταν ουδέ πούπουλο. Η θάλασσα πήχτρα. Στο διάφανο ουρανό πρόσμενες να ιδείς καθρεφτισμένα τα νησιά και τ’ ακρογιάλια με την πρασινάδα τους. Αριστερά φαίνονταν της Κρήτης τα βουνά· πίσω τα Δωδεκάνησα έδειχναν γαλανά τα ριζοβούνια τους κάτω απ’ την καταχνιά που τα έδενε σαν πουπουλένιο γεφύρι· και δεξιά κατέβαιναν τ’ ακρωτήρια και οι κόρφοι του Μοριά, ως τον Καβομαλιά και το Τσιρίγο. Και καθώς χτυπούσεν ο ήλιος, έβλεπες στις στεριές να χύνουν λογιών λογιών χρώματα και τις φρεγάδες ν’ αστραποβολούν, ανάμεσα ουρανού και θάλασσας.

Είχαν απλωμένα όλα τα πανιά. Φλόκοι και κοντραφλόκοι, γάμπιες και παπαφίγκοι και παρουκέτα και τρίγκοι, όλα στη θέση τους. Μα κέμονταν όλα παραλυμένα, και μόνο τα μπρούλια τους ανάδευαν καμιά φορά, σαν φιδάκια έτοιμα να φάνε τα κεφάλια τους. Οι σκότες κρέμονταν και κείνες, παράλυτες στα χέρια των ναυτών, που άδικα περιμένουν προσταγή να γυρίσουν τα πανιά στον άνεμο. Κοιμήθηκε απάνω στο χρυσοσκάλιστο δοιάκι ο τιμονιέρης· η βάρδια, στο ξάγναντο της πλώρης ψηλά, κοιμήθηκε και κείνη, τηρώντας πάντα εμπρός της. Οι καπετάνοι, στα χρυσά και τα βελουδένια, νυστάζουν ξαπλωμένοι σε πουπουλένια προσκέφαλα, κάτω από την πρασινορόδινη τέντα της πρύμης, και μόλις ακούνε το λεβέντικο τραγούδι που παίζει το σκλαβάκι με τον ταμπουρά. Κάτω στο αμπάρι οι σκλάβοι με τα μεγάλα τους μαλλιά, τα κίτρινα πρόσωπα, τα μεστωμένα μπράτσα, κοιμήθηκαν και κείνοι μέσα στις βαριές αλυσίδες, απάνω στους πάγκους. Μα ποιος θα ειπεί πώς κοιμήθηκαν ! Τα κουρασμένα κορμιά τους ναι· όχι όμως κι η ψυχή τους. Εκείνη τρέχει και χαμοπατά στ’ άσπρα τους σπιτάκια, στις θλιμμένες γυναίκες και τ’ αρφανά τους τα παιδιά· στα κλήματα τα σταφυλοφορτωμένα και τα γλυκόχυμα βοτάνια, στ’ αφράτα χώματα και τα κρυσταλλένια νερά, στα λούλουδα και τα πούλουδα γλυκιάς πατρίδας που δεν ελπίζουν να την ιδούν ποτέ.

Άξαφνα όμως ξύπνησαν οι θαλασσινοί.

«Παιδιά, τη βάρκα στη θάλασσα !» φωνάζει ο καπετάνιος της πρώτης φρεγάδας. «Α-λα τα χέρια στα κουπιά· βγείτε έξω στα σπηλάδια, καμακίστε χταπόδια στα θαλάμια τους, καμακώστε αχινούς, συνάχτε καβούρους, ξεκολλήστε στρείδια αγνά, ό,τι βρείτε !»

Το είπε κι έγινε ευθύς. Έριξαν τα παιδιά τη βάρκα στη θάλασσα· α-λα τα χέρια στα κουπιά, βγήκαν έξω στα σπηλάδια, καμακίζουν χταπόδια στα θαλάμια τους, καλαμώνουν αχινούς, συνάζουν καβούρους, ξεκολλούν στρείδια αγνά, ό,τι βρίσκουν. Μα το ναυτόπουλο, ένας κασιδιάρης και κακομοίρης, που τον είχαν για ψυχικό, ξεκόβει από τ’ άλλα τα παιδιά. Ούτε καμακίζει χταπόδια στα θαλάμια τους, ούτε καλαμώνει αχινούς, ούτε συνάζει καβούρους, ούτε ξεκολλά στρείδια αγνά, ό,τι έβρει. Γυρίζει μόνον απάνω κάτω στις μαυρισμένες πέτρες και τα χορταριασμένα σπηλάδια, σαν κάτι να ζητεί. Τι είχε – τι έχασε ; Τίποτα. Μα κάθε άνθρωπος, μικρός – μεγάλος, πλούσιος – φτωχός, έχει και τον οδηγό του. Έχει να κάμει κατιτί ; Ο οδηγός του πηγαίνει και του το θυμίζει. Βουλήθηκε να πάει πουθενά ; Ο οδηγός του έρχεται να τον ξυπνάει. Έτσι τώρα και τον κασιδιάρη ανάγκαζε να πηγαίνει ζητώντας πράμα που δεν έχασε. Τέλος είδε ο κασιδιάρης στο βράχο μια σπηλιά. Βλέπει τη σπηλιά, μπαίνει μέσα. Μπαίνει μέσα, τι ναι ιδεί ; Τοίχους γυμνούς περίγυρα. Πάει βαθιά· σκοτάδια, πίσσα. Αυτιάζεται καλά· ακούει τικ-τακ, σαν ν’ αργοστάλαζε νερό. Ζυγώνει· ξανοίγει χάμου μια λακκούλα που δεχότανε του βράχου τη διαμαντένια σταλαματιά. Του ήρθε σαν κάμα. Παίρνει από το νερό και νίβεται· δροσολογιέται. Αστόχαστα βγάνει κι ένα ψαράκι που ήβρε νεκρό στις πέτρες και το ρίχνει μέσα. Μα το ψαράκι ζωντάνεψε και αρχίζει να τριγυροφέρνει μέσα στο νερό.

«Μπρε !» λέει κάνοντας το σταυρό του.

Αλλά την ίδια ώρα νιώθει και κείνος το αρρωστημένο του κορμί να θρέφεται σαν στέλεχος πλατάνου που παίρνει νερό στις ρίζες του. Τα λέπια πέφτουν και δείχνεται το δέρμα ολομέταξο. Αίμα πύρινο κρυφοδρομεί στις φλέβες του· ψυχή με άλλη ψυχή σταυρώνονται στα φυλλοκάρδια του· φτερά έκαμε να πετάξει στα επουράνια. Κουφάρι ήταν, περιστέρι έγινε.

«Μπρε !» ξαναλέει. «Έλα, Χριστέ και Παναγιά, κοντά μου !»
Τρέχει έξω· κράζει τους συντρόφους του. Γυρίζουν εκείνοι στις φωνές, κοιτάζουν και σταυροκοπιούνται. Άγγελος είναι, άνθρωπος είναι, δεν ξέρουν.
«Μωρέ, ποιος είσαι συ ;»
«Εγώ, ο κασιδιάρης· κουφάρι ήμουν, περιστέρι γίνηκα· φτερά έχω να πετάξω στα επουράνια».
Τρέχουν κοντά, τον κοιτάζουν από δω, τον φέρνουν από κει, τον καλογνωρίζουν.
«Αμ’ ποιος σ’ έκαμ’ έτσι ;»
«Τος και τος, ήβρα τ’ αθάνατο νερό».
«Πώς ; Πού ;»
«Μέσα στη σπηλιά».
Ακούνε και θαμάζουν, ρίχνουν ό,τι είχαν στα χέρια τους και τρέχουν στη σπηλιά. Φτάνουν έξω από τη σπηλιά, πιάνουν φιλονικία.
«Όχι, εγώ θα μπω πρώτος».
«Όχι, εγώ».
Λόγο προς λόγο πιάνονται στα χέρια. Πιάνονται στα χέρια, τραβούν τα στιλέτα, μεκελοκόβονται. Να τι θα ειπεί παλιόκοσμος ! Για να έβρουν την αθανασία, ήβραν όλοι το θάνατο εμπρός στη πηγή της !

Το ναυτόπουλο, καθώς είδε αυτά, πηδάει στ’ ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν βάρκες στη θάλασσα, α-λα τα χέρια στα κουπιά, βγαίνουν έξω. Μαθαίνουν και κείνοι το θάμα, ρίχνονται όλοι στη σπηλιά· μα αντί αν χωρίσουν, πιάνουν τη φιλονικία.
«Όχι, εγώ θα μπω πρώτος».
«Όχι, εγώ».
Λόγο προς λόγο πιάνονται στα χέρια, τραβούν τα στιλέτα, μεκελοκόβονται και κείνοι.

Το ναυτόπουλο, βλέποντας έτσι, πηδάει πάλι στ’ ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Βάνει τις φωνές, ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν και τις επίλοιπες βάρκες στη θάλασσα, βάνουν όλο το τσούρμο μέσα και βγαίνουν έξω οι καπετάνοι. Βγαίνουν έξω, ρίχνονται από δω, τρέχουν από κει, φωνάζουν, βρίζουν, φοβερίζουν· μα ποιος τους ακούει ; Όλοι οι άντρες είναι πιασμένοι στα χέρια. Μανία σκοτωμού κι αιμάτου δίψα κυρίευε καθέναν που πλησίαζε σε κείνη τη σπηλιά, λες και άχνιζε γύρω του Κάη ο θυμός. Οι ναύτες με τα στιλέτα θρήνο έκαναν, οι σκλάβοι, που δεν είαν στιλέτα, σήκωναν τις αλυσίδες και με την πρώτη άνοιγαν τον τάφο του εχθρού. Όσοι δεν είχαν αλυσίδες, πέτρες σήκωναν· κι όσοι δεν είχαν πέτρες, είχαν τα δόντια και τα νύχια τους, που κατέβαζαν λουρίδες το κρέας. Το αίμα έβαφε τις πλάκες περίγυρα. Οι σάρκες σπαρτάριζαν κοψίδια στα μαύρα χώματα. Οι σκοτωμένοι έφραζαν την πόρτα της σπηλιάς κι οι λαβωμένοι βαρυβογκούσαν. Ωστόσο δεν έπαυε ο σκοτωμός. Η δίψα του αιμάτου όσο πήγαινε όλο μεγάλωνε. Οι ίδιοι οι καπετάνοι άρχισαν να νιω΄θουν κάποιο άφαντο χέρι να τους σπρώχνει στο χαμό και δυο-τρεις φορές έφεραν το χέρι στο στιλέτο και γλυκόσυραν τη μισή λάμα έξω από το θηκάρι της. Μα κρατήθηκαν.

«Μωρέ σκυλιά, τι κάνουμε !» είπαν αναμεταξύ τους. «Τούτο είναι θείκή κατάρα ! … Σε τι κριματίσαμε κι ήρθαμε να σφαγούμε συνατοί μας εδώ στον έρμο βράχο ! …»
Ρίχνονται αμέσως στα γόνατα, κλαίνε, μύρονται, σταυροκοπιένται.
«Αμάν, Θεέ΄μου, σώσε μας από το κακό και ταζόμαστε όλοι στη χάρη σου ! Ξεχνούμε τον κόσμο και τα καλά του· παρατούμε γυναίκες και παιδιά· έλεος !»

Μόλις τάχτηκαν οι καπετάνοι, αμέσως έπαψε το κακό. Μεμιάς συνήρθε το τσούρμο. Σαν να μην ήξεραν τι έκαναν ως τώρα, είδαν με φρίκη το σκοτωμό και τα αίματα εμπρός τους. Πέταξαν στη θάλασσα τα στιλέτα και άρχισαν να κλαίνε τους συντρόφους που σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Οι καπετάνοι πήραν τότε το ναυτόπουλο να τους δείξει τη σπηλιά για να έβρουν το αθάνατο νερό. Άμα το έβρουν, σκέφτηκαν, ανασταίνουν εύκολα τους σκοτωμένους. Πάνε μέσα στη σπηλιά, ψάχνουν από δω, γυρεύουν από κει· σταλιά νερό. Ο φόνος το μόλεψε κι έφυγε από το μάτι του ανθρώπου· μαζί χάθηκε και το ψαράκι. Φαρμακωμένοι βγήκαν έξω οι καπετάνοι. Αλλ’ ώσπου να έβγουν, ακούνε που φρεσκάριζε ο καιρός. Ζωντανά τα κύματα άρχισαν να δέρνονται στα ριζιμιά σπηλάδια.

«Τις βάρκες, μωρέ παιδιά !» φωνάζουν δυνατά.
Ώστε να το ειπούν, οι βάρκες βρίσκονται καρφωμένες στα δόντια του βράχου και ροκανίζονται αργά και άσφαλτα με τον αφρό του κυμάτου. Απελπισμένοι πηδάνε στ’ ορθολίθι ν’ αγναντέψουν τις φρεγάδες. Μα πού φρεγάδες ; Το κύμα που ερχότανε δυναμωμένο από του Τσιρίγου το στενό κι ο άνεμος, άξιοι κι οι δυο γεμιτζήδες, πόδισαν τα καμαρωτά πλεούμενα και τους έδωκαν δρόμο στ’ ανοιχτά.

Οι καπετάνοι πέφτουν στα γόνατα. Φως φανερά έβλεπαν πως ήταν θέλημα Θεού ν’ απομείνουν στο φοβερό ακρωτήρι. Ένα με το άλλο έχτισαν εκεί τα εικοσι τέσσερα μοναστήρια. Μα το αθάνατο νερό δεν ξαναφάνηκε. Μόνο δυο φορές το χρόνο, στην πρώτη Ανάσταση του Σωτήρος, την ώρα που ανοίγουν τα επουράνια, ο βράχος ρίχνει από μια στάλα στη γη. Πολλοί πηγαίνουν και ξενυχτούν μέσα στη σπηλιά, καλόγεροι και λαϊκοί, άντρες και γυναίκες, με τα μαντίλια στο χέρι και τα μάτια κολλημένα στου βράχου το μακαριστό μαστάρι. Όμως άδικα ξενυχτούν. Ο βράχος το βγάζει κι η γη ζηλιάρα το αναρρουφά ευθύς. Φοβάται, λες, μην τ’ αποχτήσει ο μαύρος άνθρωπος και γλιτώσει από το φοβερό της χωνευτήρι. Κι οι ξενυχτισμένοι φεύγουν κάθε χρόνο με την ίδια πίκρα στην ψυχή, χωρίς να ιδούν άλλο παρά τα κάτασπρα κόκαλα που κείτονται βωμός ακόμη στη μέση της σπηλιάς.

Εγώ είδα τα κόκαλα και γω άκουσα για τις φρεγάδες τις βασιλικές. Αφού παράδειραν για χρόνια στ’ ανοιχτά, κατέβηκαν σύξυλες στον άμμο του βυθού. Η μία βρίσκεται στης Κρήτης τα νερά, η άλλη κάπου στη Ρόδο κι οι άλλες δυο ανάμεσα στα Δωδεκάνησα. Είναι ακόμα ίδιες κι απαράλλαχτες, όπως πρωτοφάνηκαν στα νερά του καβομαλιά. Είναι χυτές πρύμη-πλώρη κι έχουν τις αρματωσιές τους βασιλικές και κείνες. Τα κατάρτια τους ατόφια μπρούτζινα, από κάτω στη σκάτσα ως απάνω στη γαλέτα. Τις αντένες όλες ατσαλένιες, σχοινιά και ξάρτια από καμηλότριχα και τα πανιά τους ολομέταξα. Αν ρωτάς για τις κουπαστές και τις μπαταρίες τους, στο σύρμα είναι ντυμένες. Κι έχουν στην πλώρη για θαλασσομάχο ένα διαμαντοκόλλητο σταυρό, τρόμο των στοιχειών και φρίκη του κυμάτου. Στην πρύμη, επάνω στο τιμόνι, έχουν το Άγιο Βαγγέλιο και στο μεσανό κατάρτι, ψηλά, σ’ ένα δικέφαλο αϊτό, την Παναγιά που λάμπει – προσκυνώ τη χάρη της – σαν αυγερινός. Κάθε αυγή, με το πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου, οι φρεγάδες αστραποβολούν στα γαλανά νερά. Τώρα ψυχή δεν έχουν· έρμες είναι από ναύτες κι από καπετάνιους. Όμως θα έρθει η ώρα που ψυχή θα πάρουν και γοργόνες καστρορίχτισσες θα σμίξουν και θα σύρουν πάλι στο δρόμο τους. Και θα γυρίσουν νικηφόρες πίσω στα πατρογονικά μας τα λιμάνια, στο διξασμένο θρόνο του αναστημένου μας του Βασιλιά.

[1] Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, εκδόσεις Αλόη, Αθήνα 2002.

Written by nomosophia

3 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία