ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Λογοτεχνία

leave a comment »

Αλληγορίες των Σαλονιών[1]

Ο Κύριος και Αφέντης μου, Μαρκήσιος της Ρεδονδίγια, οργανώνει στο σαλόνι του σπιτιού του βραδιές στις οποίες παρευρίσκονται προσκεκλημένοι της δικής του κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας, άνδρες αρκούντως άξεστοι, ακόλαστοι και ποταποί, οι οποίοι κατέχουν τίτλους ευγενείας και ατελώς θεραπευμένες γονόρροιες. Για τις συγκεντρώσεις αυτές, μισοκαλλιτεχνικές, μισοβιτσιόζικες, ο κύριος και αφέντης μου έχει εφεύρει το παιχνίδι των αλληγοριών, το οποίο δεν ξέρω αν πρέπει να χαρακτηρίσω ως διασκεδαστικό ή ευγενές. Στο παιχνίδι αυτό οι υπηρέτριες πρέπει να πάρουν πόζες που ν’ αντιπροσωπεύουν την Ευημερία, την Τέχνη, το Εμπόριο, την Ευτυχία και άλλες τέτοιες σαχλαμάρες που αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα. Σ’ εμένα, ως αρχιθαλαμηπόλο και άνθρωπο για όλες τις δουλειές, λαχαίνει η προγύμναση των υπηρετριών, στις οποίες προσπαθώ να εμφυσήσω μια κάποια ευαισθησία, κάποια μεγαλοπρέπεια στις κινήσεις, καθώς και την αυτοπεποίθηση που στη συνέχεια θα τους επιτρέψει να ενσαρκώσουν το ρόλο τους. Στο παιχνίδι των αλληγοριών οι υπηρέτριες πρέπει να ποζάρουν γυμνές, ή εν πάσει περιπτώσει με το αιδοίο τους σε κοινή θέα, και ν’ αφήσουν τον κύριο και αφέντη μου, μαρκήσιο της Ρεδονδίγια, να προσπαθήσει να τις αναγνωρίσει στα τυφλά (προηγουμένως σκεπάζει τα μάτια του μ’ ένα μαντήλι), υπό τις παροτρύνσεις των προσκεκλημένων του. Η απτική μνήμη που επιδεικνύει ο κύριος και αφέντης μου, μαρκήσιος της Ρεδονδίγια, αφήνει άναυδους τους προσκεκλημένους του, οι οποίοι αδυνατούν να επιδείξουν ανάλογες δεξιότητες. Έχοντας το καθήκον τού οργανωτή των τελετών, προσπαθώ ν’ αναθέσω στην κάθε υπηρέτρια μια αλληγορία που να εναρμονίζεται με τα φυσικά της χαρακτηριστικά : στη Μπέρτα, την οικονόμο, μια κυρία ευτραφή, συνεπή στον κυριακάτικο εκκλησιασμό της, αναθέτω το ρόλο της Αφθονίας, της Γονιμότητας, της Αυτοκρατορίας, και γενικά τους ρόλους εκείνους που παραπέμπουν σε πλούσιες σοδειές και ιστορικές παραστάσεις· για την Μπεατρίθ, τη σιδερώτρια, μια πιο λεπτεπίλεπτη κοπέλα, προορίζω αλληγορίες μεγαλύτερης πνευματικότητας : την Ποίηση, τη Μοναξιά, την Απελπισία· όσο για την Ιρένε, τη μαγείρισσα, επωφελούμαι του αισθησιασμού της, της αρμονίας των γοφών και του στήθους της για να της αναθέσω τίτλους ακούσιας έπαρσης : την Ειρήνη, την Ομόνοια, τον Πλατωνικό Έρωτα· και ούτω καθεξής. Οι υπηρέτριες διασκορπίζονται στο σαλόνι, γυμνές και ακίνητες, σε στάσεις που φανερώνουν σταθερότητα, ατονία ή θυμό, ανάλογα με το τι ταιριάζει στο ρόλο τους. Τότε ο κύριος και αφέντης μου ζητά να του δέσουν τα μάτια και παρελαύνει μπροστά από τις υπαλλήλους του, αγγίζοντας φευγαλέα το αιδοίο της καθεμιάς, και στη συνέχεια ανακοινώνει το όνομα της αλληγορίας που εκείνη αναπαριστά. Ποτέ δεν κάνει λάθος· μερικές φορές όμως επιχειρεί κάποιο κόμπιασμα, κάποια κίνηση αβεβαιότητας που να προσδίδει σασπένς στην ετυμηγορία του : «Η Καλοσύνη», λέει ή πάλι «Η Κακοτυχία», ή «Το Κλάμα», ανάλογα με το εάν το αιδοίο που του προσφέρεται προς ψηλάφηση είναι καταδεκτικό ή απρόσιτο, άτονο ή τραχύ, χυμώδες ή κάπως στεγνό. … Οι υπηρέτριες φυσικά πρέπει να παραμείνουν ακίνητες, σαν αγάλματα από σπαρτιάτικη σάρκα, και ν’ αφήσουν να τις πασπατέψει ο κύριος και αφέντης μου, μαρκήσιος της Ρενδοδίγια, εμπειρογνώμων ψηλαφητής αιδοίων και διαλευκαντής αλληγοριών.

 

[1] Χουάν Μανουέλ Δε Πράδα, «Αιδοία», σ. 32 κ.επ., εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999
Advertisements

Written by nomosophia

15 Νοέμβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

καταπιεσμένοι λαοί

leave a comment »

το χάος των δυστυχιών[1]

Οι μειονότητες, όπως και οι καταπιεσμένοι λαοί, δεν έχουν παρά μόνο ένα – αλλά ιερότατο – δικαίωμα : το δικαίωμα να πάψουν να είναι καταπιεσμένοι και να ξαναγίνουν τα υποκείμενα της Ιστορίας τους· κι εμείς δεν έχουμε απέναντί τους παρά ένα – αλλά απόλυτο – καθήκον : να τους συμπαρασταθούμε. Εντούτοις, το γεγονός πως μια κατηγορία ανθρώπων υπήρξε υπόδουλη δεν της προσδίδει καμιά μεταφυσική ανωτερότητα. Το να δούμε την Ιστορία από τη σκοπιά των ηττημένων, καθώς ζητούσε ο Βάλτερ Μπενζαμιν, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στη θεοποίησή τους. Η άποψη σύμφωνα με την οποία αυτός που υπέστη την εκμετάλλευση έχει πάντα δίκαιο, ακόμα κι όταν εκτρέπεται στην τυφλή βία, δεν είναι πια αποδεκτή. Μια ιδεολογία δεν είναι αναγκαστικά δίκαιη επειδή κάποιοι πεθαίνουν γι’ αυτήν … Καμιά ομάδα δεν είναι απρόσβλητη από τη βαρβαρότητα λόγω της ιστορίας της, κανείς δεν έχει αποκτήσει ένα είδος θείας χάρης λόγω των δεινών που υπέστη, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να δίνει κανένα λογαριασμό και να μπορεί να υποστηρίζει πως τα συμφέροντά του ταυτίζονται με τα συμφέροντα της ηθικής και του δικαίου. Τέλος, κανείς δεν είναι περιβεβλημένος με την οιστρήλατη αποστολή να λυτρώσει ή να καθοδηγήσει το ανθρώπινο γένος σαν καινούριος Μεσσίας. Οι ρόλοι του διώκτη και του διωκόμενου έχουν γίνει εναλλάξιμοι, οποιαδήποτε ομάδα – ή οποιοδήποτε άτομο – μπορεί να υιοθετεί πότε τον έναν και πότε τον άλλον. Τέρμα λοιπόν με τους λαούς αρχαγγέλους, με τα ανέγκιχτα άτομα που απαγορεύουν στους άλλους να τα κρίνουν και να ρίχνουν σε όλον τον κόσμο ένα βλέμμα αποδοκιμασίας, πιστεύοντας πως τους χρωστά τα πάντα λόγω των συμφορών που πέρασαν.

Εντούτοις, δεν πρέπει να πάψουμε να συντρέχουμε τον αδικημένο, τον αδύναμο, δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε στη μοίρα τους τούς καταπιεσμένους με το πρόσχημα πως στο εξής η οποιαδήποτε επανάσταση βαρύνεται με την υποψία πως κλωσσά το έγκλημα και πως επιδιώκει απλώς να αντικαταστήσει μια τυραννία με μια άλλη. Η εύλογη δυσπιστία μας απέναντι στα ψεύδη του αιώνα … θα επιφέρει την επίταση της αδικίας αν απαγορεύσει κάθε επανάσταση κι εξέγερση, αν αποκλείσει όλες τις εξόδους καταλήγοντας στην οδυνηρή συμμόρφωση με την κατεστημένη τάξη των πραγμάτων. Πρέπει να αφήσουμε μια ανοικτή πύλη για την εξέγερση, έστω κι αν πρόκειται για μια στενή πύλη. Κάθε απειλούμενο άτομο ή μειονότητα έχει το απαράγραπτο δικαίωμα της αντίστασης, και οφείλουμε να χαιρετίζουμε με τις μύριες προσπάθειες των αδικημένων και ταπεινωμένων να ξεφύγουν από την εξευτελιστική τους κατάσταση, να ανακτήσουν την αξιοπρέπειά τους. Έχουμε πάντα δίκιο να επαναστατούμε, όταν αυτός είναι ο μόνος τρόπος να γίνουμε άνθρωποι.

[1] Πασκάλ Μπρυκνέρ, «ο πειρασμός της αθωότητας», σ. 326-328, Αστάρτη 1995.

Written by nomosophia

9 Νοέμβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία

οι Έλληνες κάνουν την Ελλάδα …

leave a comment »

Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, 27 Απριλίου 1941, η πρώτη τους δουλειά ήταν να στείλουν ένα απόσπασμα υπό τον λοχαγό Γιάκομπι και τον υπολοχαγό Έλσνιτς για να κατεβάσει τη Γαλανόλευκη από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και να υψώσει τη σβάστικα.

Στην θέση Καλλιθέα, στο ανατολικό σημείο του Ιερού Βράχου ο επικεφαλής του αποσπάσματος ζητά από τον εύζωνα που φρουρεί τη γαλανόλευκη να την κατεβάσει και να την παραδώσει.

Ήταν 8:45 το πρωί όταν έφθαναν μπροστά στον φρουρό της σημαίας οι κατακτητές και με το δάκτυλο στην σκανδάλη των πολυβόλων τους τον διέταζαν να κατεβάσει το Εθνικό μας σύμβολο. Αυτός παραμένει ατάραχος. Δεν προδίδει την ψυχική τρικυμία που τον διακατέχει. Απλά αρνείται ! Οι προηγούμενες ώρες της περισυλλογής, που μόνος του είχε περάσει δίπλα στην σημαία, τον είχαν οδηγήσει στη μεγάλη απόφαση …

“ΟΧΙ”! Αυτό μονάχα πρόφερε και τίποτε άλλο. Μια απλή λέξη με τεράστια όμως σημασία. Η Ελληνική μεγαλοσύνη σε όλη την απλή μεγαλοπρέπειά της κλεισμένη μέσα σε δύο συλλαβές !

Ο λοχαγός Γιάκομπι διατάσσει έναν Γερμανό στρατιώτη να το πράξει. Ο στρατιώτης με τη βοήθεια ενός συναδέλφου του την κατεβάζει κι αφού την διπλώνει πολύ προσεκτικά, την παραδίδει στα χέρια του Έλληνα φρουρού. Ο εύζωνας, με κατεβασμένο το κεφάλι, κοιτάζει για λίγο το διπλωμένο γαλανόλευκο πανί. Ύστερα με μια κίνηση τυλίγεται με τη σημαία, τρέχει στην άκρη του Ιερού Βράχου και μπρος στα μάτια των εμβρόντητων κατακτητών ρίχνεται μ’ ένα σάλτο στον γκρεμό, βάφοντας το εθνικό μας σύμβολο με το τίμιο αίμα του.

Οι Γερμανοί σκύβουν πάνω από το κενό: 60 μέτρα πιο κάτω, κείτεται ο Εύζωνας, νεκρός στα ριζά του βράχου, σκεπασμένος με το σάβανο πού διάλεξε.
Οι δύο Γερμανοί αξιωματικοί, πού είναι επί κεφαλής των εμπροσθοφυλακών, ο αρχηγός ιππικού Γιάκομπι καί ο λοχαγός Έλσνιτς τής 6ης ορεινής μεραρχίας, χρησιμοποιούν τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών για να στείλουν μήνυμα στον Χίτλερ:

«Μάϊν Φύρερ, στίς 27 Απριλίου, στις 8 και 10, εισήλθαμε εις τάς Αθήνας, επί κεφαλής των πρώτων γερμανικών τμημάτων στρατού, και στις 8 και 45, υψώσαμε την σημαία τού Ράϊχ πάνω στην Ακρόπολη και στο Δημαρχείο. Χάϊλ, μάϊν Φύρερ».

Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση Αθηνών υποχρεώνει την κυβέρνηση αχυρανθρώπων υπό τον Τσολάκογλου να δημοσιεύσει στον Τύπο ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία ο φρουρός της σημαίας μας, υπέστη έμφραγμα από την συγκίνηση όταν του ζητήθηκε να την παραδώσει. Όμως οι στρατιώτες κι οι επικεφαλής του γερμανικού αποσπάσματος είχαν συγκλονιστεί απ’ αυτό που είδαν και δεν κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Στις 9 Ιουνίου η είδηση δημοσιεύθηκε στην DAILY MAIL με τίτλο: “A Greek carries his flag to the death” (Ένας Έλληνας φέρει την σημαία του έως τον θάνατο).

Η θυσία του Έλληνα στρατιώτη έγινε αιτία να εκδοθεί διαταγή από τον Γερμανό φρούραρχο να υψώνεται και η ελληνική σημαία δίπλα στη γερμανική. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, εκεί στα Αναφιώτικα κάτω από τον Ιερό Βράχο, ζούσαν ακόμα αυτόπτες μάρτυρες, που είδαν το παλληκάρι να γκρεμοτσακίζεται μπροστά στα μάτια τους τυλιγμένο με την Γαλανόλευκη. Και κάθε χρόνο, στο μνημόσυνό του στις 27 Απριλίου, άφηναν τα δάκρυά τους να κυλήσουν στη μνήμη του. Ουδείς ενδιαφέρθηκε ποτέ να καταγράψει την μαρτυρία τους.

Κωνσταντίνος Κουκίδης είναι τ’ όνομα του ευζώνου.

Written by nomosophia

26 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Ιστορικό Μυθιστόρημα

leave a comment »

Γρήγορα και αποτελεσματικά[1]

Το τέλος της ιστορίας είναι πασίγνωστο. …

Το κεφάλι του αδελφού μου κόπηκε νωρίς το βράδυ της 9ης Δεκεμβρίου του έτους 354. Τα χέρια του δέθηκαν πίσω από την πλάτη του σαν να επρόκειτο για κοινό εγκληματία. Δεν έκανε ύστατη δήλωση. Αν έκανε, τα λόγια του δεν έγιναν γνωστά. Ήταν είκοσι οκτώ ετών όταν πέθανε. Λένε πως, τις τελευταίες μέρες του, υπέφερε από τρομερούς εφιάλτες. Μόνον ο Κωνστάντιος κι εγώ απομείναμε ζωντανοί από τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας.

Την 1η Ιανουαρίου του 355, εκδόθηκε ένταλμα για τη σύλληψή μου. Εγώ, όμως, είχα ήδη γίνει μέλος ενός μοναχικού τάγματος στη Νικομήδεια. Είμαι βέβαιος ότι κανένας από τους μοναχούς δεν είχε ιδέα για το ποιος ήμουν επειδή είχα ξυρίσει το κεφάλι μου πριν πάω στο μοναστήρι και έμοιαζα με κοινό δόκιμο μοναχό. Με προστάτευε και ο Ορειβάσιος. Όταν έφτασε ο αυτοκρατορικός αγγελιαφόρος στην Πέργαμο για να με συλλάβει, ο Ορειβάσιος του είπε ότι βρισκόμουν στην Κωνσταντινούπολη.

Δεν νομίζω πως θα μάθω ποτέ πώς εντοπίστηκα. Ίσως να με αναγνώρισε κανένας μοναχός ή, πιθανώς, να με ανακάλυψαν οι μυστικοί πράκτορες, οι οποίοι παρακολουθούσαν τους καταλόγους νέων τροφίμων των μοναστηριών και θα υποψιάστηκαν κάτι. Άσχετα από το πώς έγινε· έγινε γρήγορα και αποτελεσματικά. Βρισκόμουν στο μαγειρείο της μονής και βοηθούσα τον φούρναρη να ζεστάνει τον φούρνο όταν έφτασε εκεί ένα θορυβώδες απόσπασμα φρουρών. Ο επικεφαλής με χαιρέτησε. «Κατά διαταγή του αυγούστου, ο ευγενέστατος Ιουλιανός πρέπει να μας ακολουθήσει στο Μεδιολάνο».

Δεν διαμαρτυρήθηκα. Οι μοναχοί παρακολουθούσαν τη σκηνή σιωπηλοί καθώς απομακρυνόμουν και διέσχιζα τους κρύους δρόμους της Νικομήδειας προς το αυτοκρατορικό παλάτι. Εκεί με δέχτηκε ο έπαρχος της πόλης. Ήταν νευρικός. Πριν από πέντε χρόνια και κάτω από παρόμοιες συνθήκες, ο Γάλλος είχε διαταχθεί να πάει στο Μεδιολάνο και εκεί είχε ανακηρυχθεί καίσαρας της Ανατολής. Μπορεί να είχα και εγώ την ίδια τύχη. Δεν ήταν εύκολο για έναν επαρχιακό αξιωματούχο να ξέρει πώς ακριβώς να μου συμπεριφερθεί.

Ξεκινήσαμε για την Κωνσταντινούπολη την επομένη. Μολονότι μου φέρονταν ως προς πρίγκιπα, θεώρησα κακό οιωνό το γεγονός πως έπρεπε να ακολουθήσουμε το ίδιο ηπειρωτικό δρομολόγιο που είχε ακολουθήσει και ο Γάλλος για την Ιταλία πριν από μερικούς μήνες.

Καθώς εγκαταλείπαμε την Νικομήδεια, πρόσεξα ένα κεφάλι επάνω σε ένα κοντάρι. Δεν έδωσα σημασία διότι σχεδόν πάντοτε επιδεικνύεται το κεφάλι κάποιου εγκληματία στις κύριες πύλες των πόλεων.

«Λυπούμαι πολύ γι’ αυτό», είπε ξαφνικά ο επικεφαλής της στρατιωτικής συνοδείας μου, «αλλά μας διέταξαν να περάσουμε από αυτή ειδικά την πύλη».

«Και γιατί λυπάσαι ;»

«Διότι σε περνώ μπροστά από το κεφάλι του αδερφού σου».

«Του Γάλλου ;» Στριφογύρισα τελείως επάνω στη σέλα μου και ξανακοίταξα το κεφάλι. Το πρόσωπο ήταν τόσο κακοποιημένο, ώστε δεν ήταν δυνατόν να αναγνωριστούν τα χαρακτηριστικά. Αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία πως τα μαλλιά ήταν του αδελφού μου, μολονότι ήταν σκεπασμένα από αίματα και χώματα.

«Ο αυτοκράτορας το έχει εκθέσει σε όλες τις πόλεις της Ανατολής».

Έκλεισα τα μάτια ζαλισμένος από ναυτία.

[1] Γκορ Βιντάλ, «Ιουλιανός», σ. 139 κ.επ., Εξάντας 1998.

Written by nomosophia

25 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Μυθολογία

leave a comment »

περί του μαρτυρίου, του θανάτου και της αναστάσεως της θεότητας[1]
Όσιρις, η αιγυπτιακή εκδοχή

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (1ος πΧ αιώνας), αναφερόμενος στον μυστικισμό και στον τρόπο θανάτου του Όσιρη μας παραδίδει (Βιβλ. Ι. 21) :«Παλαιότερα, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, οι ιερείς φύλαγαν μυστικό τον τρόπο του θανάτου του Όσιρη. Αλλά σε νεότερη εποχή η ακριτομυθία κάποιου προσώπου συνετέλεσε, ώστε να διαδοθεί και μεταξύ των πολλών εκείνο, το οποίο φυλαγόταν μυστικό μεταξύ των ολίγων».

«Των δ’ ιερέων περί της Οσίριδος τελευτής εξ αρχαίων εν απορρήτοις παρειληφότων, τω χρόνω ποτέ συνέβη διά τινων εις τους πολλούς εξενεχθήναι το σιωπώμενον».

Ας σημειωθεί ότι ολόκληρη η ιστορία του Όσιρη δεν απαντά στην Αιγυπτιακή λογοτεχνία (Πλούτ. Ηθ. 351 c κ.ε. «Περί Ίσιδος και Οσίριδος»). Στα διάφορα όμως μεταγενέστερα κείμενα η ζωή, το μαρτύριο, ο θάνατος και η ανάστασή του θεωρούνται σαν παραδεδομένα γεγονότα, σαν κάτι που ήταν γνωστό σε όλους. Φαίνεται ότι σε αρχαιότερη εποχή δεν επιτρεπόταν να γίνεται λεπτομερής λόγος γι’ αυτά, καθώς και ο ίδιος ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί (ΙΙ. 170-171) :

«Βρίσκεται επίσης εις την Σάιν ο τάφος Εκείνου, του οποίου το όνομα θεωρώ ασέβεια να προφέρω εδώ, εφ’ όσον πραγματεύομαι τέτοιο ζήτημα. Ο χώρος αυτός βρίσκεται πίσω από το ναό της Αθηνάς (Ίσιδας) και εκτείνεται καθ’ όλον το μήκος του τοίχου του ναού αυτού. Μέσα στον ιερό περίβολο υψούνται δύο μεγάλοι οβελίσκοι από λίθο· στη συνέχεια είναι λίμνη, την οποίαν τριγυρίζει πλαίσιο λίθινο, ωραίο, κυκλικό το σχήμα, και καθώς μου φάνηκε ίσο κατά το μέγεθος με την ‘Στρογγυλήν Λίμνην’ της Δήλου.

Στη Λίμνη αυτή εκτελούν κατά την διάρκεια της νύχτας την αναπαράσταση του μαρτυρίου Του, την οποίαν οι Αιγύπτιοι ονομάζουν ‘Μυστήρια’. Δι’ αυτά λοιπόν τα ‘Μυστήρια’ καθώς και διά τον τρόπον, κατά τον οποίο εκτελούνται, εγώ γνωρίζω πολύ περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά πρέπει να τηρήσω σιωπή»

[1] Ιωάννη Ηλ. Καρνέζη, «ο Μύθος», Αθήνα 1986

Written by nomosophia

24 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Αρχαιολογία

αστικό αφήγημα

leave a comment »

Ο μάγκας[1]

– Γειά σου πατριώτη ! Από πότε σε ρωμέικη υπηρεσία ;
– Τι είπες ; ρώτησα.

Μα την ίδια στιγμή ο αμαξάς, ασπροντυμένος και ασπρογαντωμένος, μάζεψε τα γκέμια, και τ’ άλογα ξεκίνησαν. Έκαναν τον γύρο του κήπου και σταμάτησαν στην άλλη άκρη, εμπρός στους στάβλους.

Τους κυνήγησα, κι έφθασα την ώρα που πηδούσε χάμω ο αμαξάς, και δυο αραπάδες σταβλίτες, που εκεί τους λέν σαΐσηδες, παραλάβαιναν τ’ άλογα, τα σκούπιζαν, κι έλυναν τα λουριά τους.

Έτρεξα στο δεξί άλογο.

– Τι είπες πριν ; το ρώτησα.
– Ήθελα να ξέρω από πότε εσύ, πατριώτης μας, βρίσκεσαι σε ρωμέικη υπηρεσία ;

Το αριστερό άλογο, μια όμορφη φοράδα, τίναξε το κεφάλι και είπε στον σύντροφό της με κάποια περιφρόνηση :

– Σα δε βαριέσαι, Μπόμπη, με τέτοια ζέστη ! Δεν βλέπεις πως είναι κουτάβι ακόμα και δεν νιώθει τι του λες ;

Μου κακοφάνηκε ο τρόπος της.

– Κάλλιο κουτάβι παρά ξυνισμένο γεροντοκόριτσο, της αποκρίθηκα.

Πέταξε ένα ειρωνικό χλιμίντρισμα, και ακολούθησε το σαΐση που την πήγαινε στον στάβλο να τη, στεγνώσει.

– Γεροντοκόριτσο δυο χρονών ! … έκανε. Και ξυνισμένο κιόλας ! Πφφφ.
– Μην συνερίζεσαι την Ντέιζη, είπε με καλοσύνη ο Μπόμπης. Δεν είναι κακιά, μα η ζέστη την πειράζει. Βλέπεις, εμείς οι Άγγλοι υποφέρομε στη ζέστη.
– Μπα ; έκανα. Είσαι Άγγλος ;
– Βέβαια. Και συ είσαι.
– Εγώ ;
– Ε, καλά, δεν το ξέρεις ; Είσαι φοξ-τεριέ, και τα φοξ-τεριέ είναι πάντα Άγγλοι. Γι’ αυτό σε ρώτησα, από πότε μπήκες σε ρωμέικη υπηρεσία.

Δεν μ’ έρεσε καθόλου αυτό το αστείο. Ο Μήτσος ήταν Έλληνας, ο Λουκάς και οι δίδυμες επίσης. Τους είχα ακούσει να το λεν τόσες φορές σαν έσειαν τις σημαιούλες τους με τις γαλάζιες γραμμές και τις έμπηγαν στο σπιτάκι μου, που γίνουνταν πότε το Κούγκι του Σαμουήλ και πότε το Χάνι της Γραβιάς και πότε η Πύλη του Ρωμανού. Δεν ήθελα καθόλου να είμαι αλλιώτικος από αυτούς, και το είπα του Μπόμπη.

Εκείνος χαμογέλασε :

– Τι να κάνεις ; Θες δεν θες, είσαι Άγγλος, μου είπε. Άγγλος εγεννήθηκες και Άγγλος θα πεθάνεις.

Με δυσαρέστησαν πολύ αυτά τα λόγια. Κατέβασα τ’ αυτιά μου και το κεφάλι, κι έκανα για το σπίτι όπου είχα δει τ’ αφεντικά μου να μπαίνουν.

Έξαφνα μου ήλθε μια φωτεινή ιδέα, και τρεχάτος γύρισα στον στάβλο. Οι δυο σαΐσηδες έτριβαν τον Μπόμπη με χοντρές φανέλες, για να τον στεγνώσουν.

– Μπόμπη, του φώναξα, πού γεννήθηκες εσύ ;
– Δεν ξέρω, καημένε, μου αποκρίθηκε, μα πιστεύω στον στάβλο, γιατί εκεί με αγόρασε ο αφέντης.
– Α … έκανα μαγκωμένος.

Αυτή η απάντηση δεν με φώτιζε καθόλου. Μα έξαφνα μου ήλθε μια ιδέα.

– Μα, φίλε μου, τότε είσαι Αράπης ! του φώναξα. Γιατί ο στάβλος είναι σε αράπικον τόπο.
– Όχι, καημένε, έκανε ο Μπόμπης, πώς μπορεί να με αγοράσει στον δικό του στάβλο τούτος ο αφέντης μας ; Με αγόρασε στον στάβλο του πρώτου μου αφέντη, του λόρδου, και με φέρανε δω με βαπόρι, όπου με ανέβασαν και με ξανακατέβασαν μέσα σε κασόνια, με σκοινιά, με βίντσι, με φωνές, μην ρωτάς φασαρία …
– Α … εκανα πάλι.

Ήταν όλα ακατανόητα για μένα. Κασόνια, βίντσια, σκοινιά, για να ταξιδεύει ένα άλογο ; Εγώ ανέβηκα μόνος μου στο βαπόρι, χωρίς φασαρίες και φωνές, Μα δεν είπα τίποτα. Συλλογιζόμουν. Τον ρώτησα :

– Και πού κάθουνταν ο αφέντης σου ο λόρδος ;
– Δεν ξέρω …
– Ήταν μήπως στην Κηφισιά ; ρώτησα για να τον φέρω στο συμπέρασμα που ήθελα.
– Ξέρω γω ; Κηφισιά είναι μια λέξη που την άκουσα συχνά, μα δεν ξέρω τι θα πει.

«Αχ, τι κρίμα να είναι τόσο αμάθητα τ’ άλογα», είπα μέσα μου. «Λέγει πως είναι Άγγλος και δεν ξέρει πού γεννήθηκε». Και τον ρώτησα :

– Τι γλώσσα μιλούσαν στον στάβλο σου ;
– Αγγλικά. Μ’ έλεγαν «νάις Μπόι», «φάιν τρότε», που θα πει «όμορφο παιδί» και «καλός δρομέας» …
– Λοιπόν θα πει πως γεννήθηκες σε αγγλικό μέρος, διέκοψα μ’ ενθουσιασμό, και λες σωστά πως είσαι Άγγλος. Εγώ γεννήθηκα στην Κηφισιά, όπου μιλούσαν ελληνικά, ώστε είμαι Ρωμιός. Βλέπεις λοιπόν πως δεν είμαστε πατριώτες.

Ήμουν καταχαρούμενος. Το συμπέρασμά μου μού φαίνουνταν φωτεινότατο, κι εξέφραζα τη χαρά μου, κουνώντας όλο και γρηγορότερα την ουρά μου. Εκείνος όμως έμενε σκεπτικός.

– Μα ο πατέρας σου και η μητέρα σου τι ήταν ; ρώτησε.
– Δεν ξέρω, είπα. Δεν τους γνώρισα.

Ο Μπόμπης με κοίταζε όλο και πιο συλλογισμένος.

– Νομίζω πως οι γονείς είναι που σε κάνουν Ρωμιό ή Άγγλο, και πως η γλώσσα που μιλούν στον στάβλο σου δεν σημαίνει, είπε. Ξέρω πως η Ντέιζη, όταν θέλει να καυχηθεί, λέγει πως η μητέρα της …
– Ωχ αδελφέ, άφησε την Ντέιζη ! είπα νευριασμένος. Αυτό που σου λέω είναι το σωστό και είμαι Ρωμιός.

Σήκωσα ψηλά την ουρίτσα μου και βγήκα από το στάβλο. «Πρέπει αλήθεια τ’ άλογα να είναι κουτά», είπα μέσα μου. Μα είναι τόσο καλός ο Μπόμπης, και ο τρόπος του τόσο φιλικός, που λυπήθηκα για τη σκέψη μου αυτή, και πάλι γύρισα στον στάβλο με σκοπό να του πω κανένα καλό λόγο.

Ο Μπόμπης συλλογίζουνταν ακόμα. Καθώς με είδε, χαμήλωσε το κεφάλι, με κοίταξε καλά και μου είπε :

– Ξέρεις ; … Θαρρώ πως αυτό που σε κάνει Ρωμίο ή Άγγλο είναι τ’ όνομα. Εσένα πως σε λένε ;
– Μάγκα.
– Λοιπόν είσαι Ρωμιός. Εμένα με λένε Μπόμπη, ώστε είμαι Άγγλος. Και η Ντέιζη είναι Εγγλέζα. Αυτή θα είναι η αλήθεια.

Μα βέβαια αυτή είναι η αλήθεια. Από τη χαρά μου έδωσα μια γλειψιά του Μπόμπη και ξανάφυγα τρεχάτος. «Είναι και μερικά άλογα που δεν είναι καθόλου κουτά», είπα μέσα μου.

[1] Πηνελόπης Δέλτα, «ο Μάγκας», σ. 21-24, εκδόσεις Μίνωας 1998.

 

 

Written by nomosophia

22 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

πολιτικοί διάλογοι

leave a comment »

Το απόλυτο κενό[1]

 

Δίων. Οι τελευταίοι αληθινοί Αθηναίοι έπεσαν στους Φιλίππους, ω Διότιμε. Ήταν, ίσως, μεγάλη η πλάνη τους να πιστέψουν ότι ο Βρούτος πήγαινε στ’ αλήθεια να σώσει τη δημοκρατία. Ωστόσο, ήταν ωραία πλάνη. Δεν σκέφθηκαν ότι, κι’ αν πήγαινε να τη σώσει, σκοπός του ήταν ν’ αναστήσει όχι την αθηναϊκή δημοκρατία, αλλά τη δημοκρατία εκείνη που είναι ζήτημα αν θα παραχωρούσε στην Αθήνα την αυτονομία που οι Καίσαρες της αναγνωρίζουν. Αν θέλουμε, ω Διότιμε, νάμαστε αληθινοί Αθηναίοι, πρέπει να ξαναγίνουμε οι πρώτοι αληθινοί Αθηναίοι … Οι τελευταίοι έπεσαν.

 

Διότιμος. Θα μπορούσαμε να γίνουμε οι πρώτοι, αν πίσω μας δεν ήταν παρά μόνον ο μύθος. Δυστυχώς, πίσω μας υπάρχει ιστορία. Δεν υπάρχει πίσω μας αιωνιότητα· υπάρχει παρελθόν. …

 

Δίων. Σημεία και τέρατα υπάρχουν πολλά … Είχαμε κ’ εμείς, οι Αθηναίοι, ακόμα και στις μεγάλες ώρες μας, προσέξει τ’ άστρα ή τον καπνό ή των πουλιών την πτήση. Τώρα, όμως, παράγινε το πράγμα. Η Ρώμη και η Ασία ζουν με σημεία και τέρατα. Κ’ είμαστε στριμωγμένοι ανάμεσα στη Ρώμη και στην Ασία. …

 

… Ποτέ η Αθήνα δεν ήταν τόσο πολύ έξω από την ιστορία· ποτέ δεν ήταν για όλους τόσο αδιάφορη, κι’ αδιάφορη η ίδια για τον εαυτό της· την έχουν κυριεύσει τα αδιάφορα των Στωϊκών. Ο αυτοκράτωρ Κλαύδιος αγνόησε το άστυ μας. Θα προτιμούσα έστω και το Σύλλα από τον Κλαύδιο. Ο Σύλλας έκανε τουλάχιστον τους Αθηναίους να τρομάξουν. Κι’ αφού τρόμαξαν, τους λυπήθηκε, Κι’ ήταν αργότερα υπερήφανος που τους εθεώρησε αξιολύπητους. Αλλά κι’ αυτό ήταν επιτέλους κάτι· δεν ήταν το κενό. Και ο Πομπήϊος ήρθε και φιλοσόφησε στην πόλη μας, και ο Ιούλιος Καίσαρ μας συγχώρησε που πήραμε το μέρος του ηττημένου των Φαρσάλων. Το ίδιο κι’ ο Αντώνιος· κι αυτός δεν μας κράτησε κακία που στήσαμε αγάλματα στον Βρούτο και στον Κάσσιο, σαγηνεύθηκε από τη δουλοφροσύνη μας, και γίορτασε στην Ακρόπολη τους έρωτές του με την Κλεοπάτρα. Και ο Αύγουστος ήρθε και μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια, και είτε στον ίδιο, είτε στον φίλο του τον Αγρίππα χρωστάμε κάμποσα καινούργια κτίρια και έργα. Από τότε δεν ήρθε πια παρά μόνο ο ένδοξος και άτυχος Γερμανικός, ο μεγάλος μας φίλος, λίγο προτού τον δηλητηριάσει στην Αντιόχεια – λένε ότι ο ίδιος ο Τιβέριος έδωσε τη μυστική εντολή – ο Πίσων, ο άσπονδος εχθρός μας που δεν μας χώνευε επειδή ο Άρειος Πάγος αρνήθηκε να χαρίσει την ποινή που είχε επιβληθεί σ’ ένα φίλο του. Τώρα πια δεν συμβαίνει τίποτε στην πόλη μας· δεν είναι η Αθήνα με την αυτονομία της ούτε η έδρα του ανθύπατου, για νάχουμε τουλάχιστον την ευκαιρία να σκύβουμε κάθε μέρα μπροστά του και να του λέμε ότι είναι ωραίος … ή ότι ξέρει ελληνικά καλύτερα από μας ή ότι φιλοσοφεί καλύτερα από τον Ζήνωνα ήτον Επίκουρο …

 

[1] Παναγιώτη Κανελλόπουλου, «πέντε Αθηναϊκοί διάλογοι», σ. 1 κ. επ., Εστία 1980

Written by nomosophia

19 Οκτώβριος, 2012 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία