ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Ιανουαρίου 2010

Ιστορία

leave a comment »

Ιστορία από το τέλος της καθόδου των Μυρίων[1]

[Οι Έλληνες] έφθασαν εις τον ποταμόν Άραξον, ονομαζόμενον και Φάσιν, ως εκατόν πόδας πλατύν. Μετά δύο ημέρας απήντησαν αυτοίς οι Φασιανοί, Χάλυβες, και οι Τάοχοι, οι οποίοι κρατούντες το πέρασμα των βουνών, αχήτουν να εμποδίσωσι την κατάβασιν εις την πεδιάδα. Οι Έλληνες βλέποντες, ότι έπρεπεν εξ ανάγκης να έλθουν εις μάχην, απεφάσισαν να πολεμήσουν την ιδίαν ημέραν. Ο Ξενοφών παρατηρήσας, ότι ο εχθρός εφύλαττε μόνον την συνειθισμένην οδόν, το δε όρος ην τριών μιλίων (160 σταδίων) πλατύ, επρόβαλεν εις τους στρατηγούς να στείλωσιν εν μέρος του στρατεύματος, διά να κυριεύση τας κορυφάς του βουνού, το οποίον ημπόρει να γένη ευκόλως, και ανυπόπτως, όταν περιπατώσι νυκτός, και κάμωσιν αυτοί μίαν πλαστήν μάχην εις τον κοινόν δρόμον, διά να κρατώσιν ενησχολημένους τους βαρβάρους. Τούτου δε γενομένου, ο εχθρός ετράπη εις φυγήν, και η διάβασις έμεινεν ελευθέρα. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, μετά δώδεκα, ή δεκαπέντε ημέρας, […]εις εν υψηλότατον όρος, ονομαζόμενον Θε[…] εφαίνετο η θάλασσα. Οι δε πρώτοι οπού […] έκαμον διά πολλής ώρας μεγάλας κραυ[γάς αγ]αλλιάσεως, και χαράς. Ο Ξενοφών, νομίσας [ότι η εμπροσθ]οφυλακή ηνωχλείτο από τον εχθρόν, έδρα[μεν προς βο]ήθειαν. Ελθών δε πλησιέστερον, ήκουσε των [στρατιωτ]ών κραζόντων θάλασσα ! θάλασσα ! Ο [θ]όρυβος μετεβλήθη εις χαράν, και αγαλλίασιν. Και όταν ανέβησαν εις την κορυφήν, δεν ηκούετο άλλότι, ειμή μία συγκεχυμένη βοή όλων των στρατιωτών κραυγαζόντων, θάλασσα ! θάλασσα ! Τότε δακρύοντες από χαράς, ενηγκαλίζοντο τους στρατηγούς, και λοχαγούς. Και μη αναμένοντες την προσταγήν, εποίησαν μέγαν σωρόν λίθων, και έστησαν τρόπαιον με τεθλασμένας ασπίδας, και με άλλα είδη όπλων.

Εκείθεν προεχώρησαν προς τα όρη της Κολχίδος …

Ενταύθα συνέβη εν πολλά παράξενον συμβεβηκός, το οποίον προυξένησεν εις το στράτευμα μεγάλην ταραχήν, και τρόμον. Ευρόντες οι στρατιώται πολλά σμήνη μελισσών, και φαγόντες από του μέλιτος, εκυριέυθησαν από σφοδρούς εμετούς, και δυσεντερίας με παραληρήματα. Και οι μεν ολιγώτερον άρρωστοι ήσαν ως μεθυσμένοι. Οι δε λοιποί, ήτοι ως παράφρονες, και μανιώδεις, ή ως ημίθνητοι. Η γη ην εσκεπασμένη από σώματα, ως μετά την φθοράν ενός στρατεύματος. Αλλ’ ουδείς αυτών απέθανε. Το δε κακόν έπαυσε την ακόλουθον ημέραν περί την αυτήν ώραν, καθ’ ήν ήρξατο. Τη Τρίτη, ή Τετάρτη ημέρα ωρθοπόδησαν μεν οι στρατιώται, αλλά τόσον αδύνατοι, ωσάν να επήραν κανένα σφοδρόν ιατρικόν.

Μετά δύο ημέρας έφθασαν εις Τραπεζούντα, μίαν Ελληνικήν αποικίαν των Σινωπέων, κειμένην επί τον Ευξεινον πόντον (μαυρην Θάλασσαν) εν τη Κολχίδι. Και μείναντες αυτού τριάκοντα ημέρας, εθυσιάσαν κατά την υπόσχεσιν εις τον Δία, τον σωτήριον, και εις τον Ηρακλέα, και εις τους άλλους θεούς, την θυσίαν της ευτυχούς αυτών επιστροφής εις την πατρίδα, πανηγυρίσαντες και τους αγώνας του δρόμου, [… έ]φιπποι, της πάλης, της πυγμής, και […]τίου, ματά πολλής πανηγύρεως, και πομ[… Ξε]νοφών διενοήθη να τους στερεώση αυτού, και […]λιώση μίαν Ελληνικήν αποικίαν, το οποίον […] εδέχθησαν. Αλλ’ έμεινεν ο σκοπός του άπρακ[τος εξαι]τίας των φθονερών, οι οποίοι παρίστων του[…] μεν το στράτευμα, ως μίαν πρόφασιν να τους [εγ]καταλίπη, εις δε τους εγχωρίους ως ένα σκοπόν [τ]ου να υποδουλώση την χώραν. Τούτο μόνον το καλόν προυξένησεν αυτός ο θόρυβος, ότι οι εγχώριοι επεμελήθησαν φιλικώ τω τρόπω να επιταχύνωσιν όσον το δυνατόν την αναχώρησίν των, συμβουλεύοντες αυτοίς να υπάγωσι διά θαλάσσης, ως ασφαλεστέρας ούσης της πορείας, και υποσχόμενοι να τοις δώσωσι τα αναγκαία πλοία.

τοιούτον τέλος έλαβεν η επιχείρησις του Κύρου.

Αύτη η αναχώρησις των δέκα χιλιάδων ελλήναν εθεωρείτο πάντοτε παρά των εμπειροπολέμων ως εν σπανιώτατον επιχείρημα. Και τούτο ενέπνευσεν οπωσούν τοις Έλλησι μετέπειτα καταφρόνησιν της δυνάμεως των Περσών, και τους εδίδαξεν, ότι το βασίλειον ήν ευκολοκυρίευτον, και ότι η εισβολή εις την Περσίαν ήτον μόνον η καταδίωξις ενός φεύγοντος εχθρού, ο οποίος εδείκνυε προσφέρων νίκην μάλλον, ή μάχην.

[1] Βιβλιοθήκη Ιωάννου Β. Παραγυιού, Ιστορία της Ελλάδος, Ολιβιέρου Γκολδσμιθίου, σελ. 351 επ., Βιέννη 1805

Advertisements

Written by nomosophia

27 Ιανουαρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

εκπαιδευτικά

leave a comment »

το μεσαιωνικό σχολείο[1]

Ο Αισχύλος[2] είχε συμπεριληφθεί στο βυζαντινό σχολικό πρόγραμμα σπουδών και ήταν, σε μεγάλο βαθμό, οι συγγραφείς οι οποίοι περιλαμβάνονταν σ’ αυτό το πρόγραμμα που αποκτούσαν ανάλογο κύρος στα ιταλικά σχολεία και πανεπιστήμια. Αυτό ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της εισαγωγής Βυζαντινών διδασκάλων. Σήμαινε δε ότι οι Ιταλοί σπουδαστές του δέκατου πέμπτου και των αρχών του δέκατου έκτου αιώνα εξακολουθούσαν να έχουν μικρή ή και καμία θέση σ’ ένα σύγχρονο πρόγραμμα σπουδών για την απόκτηση πτυχίου κλασικών σπουδών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιταλοί δεν εξέφραζαν τις προτιμήσεις τους ή δεν έθεταν νέα ερωτήματα. Σε μια σημαντική περίπτωση επέφεραν μια αλλαγή. Το ενδιαφέρον για τον Πλάτωνα, που προκάλεσαν οι Μπρούνι και Φιτσίνο, αν και δεν οδήγησε στην εξαφάνιση του Αριστοτέλη από τα πανεπιστήμια, δημιούργησε εντούτοις μια ολωσδιόλου νέα κατάσταση. Στο Βυζάντιο, ο Πλάτων ήταν πολύ γνωστός συγγραφέας, που, ωστόσο, έπρεπε να μελετάται με προσοχή επειδή οι θεωρίες του έρχονταν σε αντίθεση με τη διδασκαλία της εκκλησίας, και οι αρχές είχαν εκδώσει ένα διάταγμα το 1082 καταγγέλλοντας την πλατωνική θεωρία των μορφών και επιτρέποντας τη μελέτη του Πλάτωνα μονάχα σαν υπόδειγμα καλού πεζού λόγου. Στην Ιταλία βρέθηκαν τα μέσα να παραβλεφθεί ή να ελαχιστοποιηθεί οιαδήποτε απειλή προς την ορθή πίστη.

Η σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση με το βυζαντινό σχολικό πρόγραμμα σπουδών συνεπαγόταν και κάποια έμφαση στα κλασικά έργα της λογοτεχνίας των εθνικών που κατά καιρούς είχε προκαλέσει την μήνιν των εκπροσώπων της εκκλησίας. Στο Βυζάντιο, είχε δοθεί μια μικρή παραχώρηση στις επιθυμίες της εκκλησίας: απ’ ό,τι φαίνεται, οι Ψαλμοί χρησιμοποιούνταν ως κείμενο ανάγνωσης στις μικρές τάξεις του σχολείου και στις πιο προχωρημένες οι μαθητές διάβαζαν συχνά μια συλλογή από τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, ενός από τους μεγαλύτερους Καππαδόκες συγγραφείς του τετάρτου αιώνα. Η παραχώρηση αυτή μάλλον δεν αποτέλεσε πάγια ιταλική πρακτική, ακόμα κι αν ο Μουσούρος διάβαζε τον Γρηγόριο με τους μαθητές του και κατά καιρούς άλλοι σπουδαστές χρησιμοποιούσαν τους Ψαλμούς ως κείμενο ανάγνωσης στα πρώτα στάδια εκμάθησης της γλώσσας. Σε γενικές γραμμές, τα ελληνικά κείμενα των πατέρων της εκκλησίας δεν ήταν δυνατό να ενδιαφέρουν τους Ιταλούς για τους ίδιους λόγους που δεν ενδιέφεραν τους Βυζαντινούς. Όμως, στις διεθνείς σχέσεις η θρησκεία αποτελούσε σημαντικό παράγοντα, έτσι κάποιοι Ιταλοί φρόντισαν να ανακαλύψουν τί είχαν γράψει οι κορυφαίες αυθεντίες μιας σχισματικής εκκλησίας.

[1] από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση, Ν. Τζ. Γουίλσον, σελ. 279-280, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Λιβάνη, Αθήνα 1994
[2] Στη Δύση ο αλδινός εκδοτικός οίκος κυκλοφόρησε, για πρώτη φορά, το ελληνικό κείμενο των έργων του Αισχύλου το 1518, η δυσκολία όμως της γλώσσας ήταν τόσο μεγάλη που πολλά απόσπάσματα αντιστέκονταν στις προσπάθειες του επιμελητή να κάνει την ποιήση κατανοητή στον δυτικό αναγνώστη.

Written by nomosophia

20 Ιανουαρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Θέατρο

leave a comment »

Βαβυλωνία[1]

Πρόσωπα αποσπάσματος:
Ανατολίτης
Πελοποννήσιος
Χίος
Αλβανός
Κύπριος
Λογιώτατος
Ξενοδόχος Χίος

Πελ. – Τώρα ναι, χρειάζεται να κάμουμε ένα καλό γλέντι.
Ανατ. – Τί; τσουμπόυσι[2]; άιντε ντε! Άμμα[3] να κάτσουμε ούλοι σ’ ένα σουφρά.
Χίος – Ναίσκε, όλοι να κάμουμεν μίαν παρέγια με το ρεφενέ[4] μας.
Λογ. – Και δη ευθυμητέον τήμερον, και πανηγυριστέον την της Ελλάδος παλιγγενεσίαν, καγώ μεθ’ υμών.
Ανατ. – Κάτεσαι κι’ εσύ μαζί μας σουφρά Λογιώτατε;
Λογ. – Έγωγε.
Ανατ. – Τζάνουμ, Λογιώτατε, μπαμπά[5] σου γλώσσα γιατί ντε μιλάς;
Λογ. – Την των προγόνων διαλέγεσθαι χρη.
Ανατ. – Εγώ χρη μη, γόνω μόνω, ντε ξέρω, γιατί ντε μιλάς ρωμαίικα, έριφ[6];
Λογ. – Ταύτην γαρ και μεμάθηκα.
Ανατ. – Όρσε κι’ άλλο! Εγώ λέω, γιατί ντε μιλάς ρωμαίικα, εκείνο με λέιε, μεμανάτηκα, πανάτηκα … Αν μπορής, κατάλαβε πγια.
Χίος – Καλέ, ίντα θα κάμουμεν τώρη; Εν καθούμεστεν πλια;
Αλβ. – Πώ, να το κάνης ανταλέτι[7] μαζί, ορέ.
Ανατ. – Ναι, ούλοι σ’ ένα σουφρά να κάτσουμε, τζάνουμ.
Αλβ. – Χα, χα, καλό είναι έτσι ορέ.
Κυπρ. – Σα θα κάτσουσιν όλοι τούτοι να φάσιν, τρώω κι’ εώ[8].
Χίος – Να διαβάσουμεν τώρη τη λίστα, να δγιούμεν ίντα φαγιά μας έχει … Λογιώτατε, διαβάστεν τη εσείς τη λίστα (τω δίδει τον κατάλογον).
Λογ. – (Αναγιγνώσκει). Σούπαν από κολοκύνθια, βραστόν, βουδινόν, εντράδαν, κιοφτέδας, δολμάδας … (αφίνει τον κατάλογον). Ταύτα τουρκιστί εγεγράφατο, άπερ δη και ιλιγγιά με αναγιγνώσκοντα. (Προς τον Κύπριον0, Ανάγνωθι ουν συ, Κύπριε.
Κυπρ. – (Αναγιγνώσκει). Πουρέκκιν, κεπάππιν, καταΐφφιν, ψωμμίν, κρασσίν, τυρίν, ψάτιν ψηττό, ψάριν βραστό, φρούττα, και ποκλαβέτην.
Ανατ. – Άνταμ! μπακλαβά πες το μπρε! … (προς τον ξενοδόχον). Αμέ ντικό μου παστουρμά;
Ξεν. – Ότοιμος είναι, να σας χαρώ …
Λογ. – Άξον δη καμοί πλακούντα, τον και μάκαρες ποθέουσιν.
Ανατ. – (Προς τον ξενοδόχον). Μισέ Μπαστιά, μισέ Μπαστιά! … Έλα, έλα! Λογιώτατο μακαρόνια τέλει.
Λογ. – Ουχί, αλλά πλακούντα και δη είρηκα τον και μάκαρες …
Ανατ. – Ιστέ μακαρόνια για, εσύ καμήλα είσαι να φας χαμούρι[9], Άνταμ, ντεν τρως ντολμά σαν το γρότο μου, κιοφτέ σαν το παπούτσι μου, μόνε μακαρόνια ύρεψες;
Λογ. – Ουκ έγνωκας.
Ανατ. – Έγνωκας, μέγνωκας, ντεν έχει αρτίκ, εσύ καλό φαΐ είναι ντεν ιξέρεις. (Προς τον ξενοδόχον). Μισέ, (καθ’ εαυτόν) – αλλάχ τζιβά βερσίν[10] ούλο ιξεχνώ όνομά σου … Α!, Μπαστή, ηύρα μισέ Μπαστιά, τσιμπούκι ντεν έχεις εντώ πέρα;
Ξεν. – Έχω να σας χαρώ, ορίστε … (τω δίδει).
Λογ. – Άγε δη μοι και τριχείας τεταριχευμένους συν οξυγάρω τε και ελαίω.
Ξεν. – Ίντ’ άπετεν[11];
Πελ. – Τριχιές γυρεύει να τον δέσουνε … Μοιάζει μουρλάθηκε ο κουρούνης.
Ξεν. – Καλ’ αλήθεια κουζουλαθήκετεν[12] και θέτενε να σας δέσουμεν; Κι’ ως πόσες οργιές τις θέτε ν’ άνε;
Λογ. – Ούμενουν, αλλά τριχείας και δη έφην, τους και σαρδέλας βαρβαριστί καλουμένους.
Ξεν. – Κι’ ε λέτενε να σας φέρω σαρδέλες, μόνε λέτε τριχιές; (Καθ’ εαυτόν). Κι’ εν είν κουζουλός τώρη, να χαρώ την τσάτσα[13] μου, για δέσιμο σας έχω, κι’ έννοια σας.
Λογ. – Και δη άγαγέ μοι και σωλήνα.
Ξεν. – Εν ηφέρανε σήμερις σουλήνες. Χάβαρα φέρανε, θέτεν τα;
Λογ. – Ουκ, αλλά το νικοτιανάγωγον, είρηκα, αμφί τη χοάνη και τη νικοτιανοπήρα[14].
Ανατ. – Σακίν[15] τσιμπούκι τέλεις κ’ εσύ; Ζερύμ[16] τσιμπούκι μου πολύ κυττάζεις.
Λογ. – Και μάλα γε, καπνιστέον και γαρ.
Ανατ. – Άι μπουταλά[17], άι!! Και ντε λες τσιμπούκι, μόνε ανακάτωσες ούλα τα πράγματα, σουλήνες, μουλήνες, σύριγγες, μύριγγες; Πολύ σασκίνη[18] άντρωπο είσαι, να με συμπατήσης.

[1] Δημητρίου Βυζάντιου (1790-1853).
[2] Διάχυσις, συμπόσιο
[3] Τηρείται το ορθογραφικό σύστημα του συγγραφέα.
[4] Τράπεζαν (χαμηλό τραπέζι φαγητού).
[5] Πατρός.
[6] Άνθρωπε.
[7] Μεγαλοπρέπειαν.
[8] Εγώ.
[9] Ζυμάρι.
[10] Κακόν τι να τω δώση ο Θεός.
[11] Τί είπατε;
[12] Τρελλαθήκατε.
[13] Γιαγιά.
[14] Τσιμπούκι και καπνοσακκούλα.
[15] μήπως.
[16] Γιατί.
[17] Ανόητε.
[18] Ηλίθιος.

Written by nomosophia

13 Ιανουαρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία

Νέα Κωμωδία

with one comment

Ο Δύσκολος[1]

Ο Δύσκολος[2] είναι, πέρα για πέρα, σάτιρα ενός χαρακτήρα ιδιότροπου και μισάνθρωπου. Ένας οχληρός γέροντας, ο Κνήμων, αντιπαθεί όλους τους συνανθρώπους του και αποφασίζει να τους αποφύγει. Συμπεριφέρεται με σκαιότητα σε όσους τον πλησιάζουν, γεγονός που δυσαρεστεί ιδιαίτερα τον Σωσίστρατο, που είναι ερωτευμένος με την κόρη του Κνήμωνα. Η περιπέτεια δημιουργείται όταν ο Κνήμων, θέλοντας να βρει έναν κουβά και μια αξίνα που είχαν πέσει στο βάθος ενός πηγαδιού, πέφτει ο ίδιος μέσα. Ιδού λοιπόν που έχει ανάγκη τους άλλους. Πράγματι ο πρόγονός του και ο Σώστρατος τον ανασύρουν και τότε δίνει ο ίδιος την συγκατάθεσή του για οποιοδήποτε γάμο … : χωρίς να αλλάξει χαρακτήρα αναγνωρίζει τουλάχιστον την πλάνη του : ουδέν’ εύνουν ωιόμην έτερον ετέρω των απάντων αν γενέσθαι.

Το πορτραίτο λοιπόν του Δύσκολου αποτελεί ακριβώς το θέμα της κωμωδίας. Και είναι βέβαια χαρακτηριστικό του Μενάνδρου[3] ότι ζήτησε έτσι να περιγράψει και να αποκρυσταλλώσει τους ανθρώπινους τύπους. Είχε συνδεθεί με τον Θεόφραστο, τον συγγραφέα των Χαρακτήρων, και παρατηρείται ότι ορισμένοι τίτλοι χαμένων έργων του Μενάνδρου αντιστοιχούν προς κάποιους χαρακτήρες του Θεοφράστου (Αγροίκος, Δεισιδαίμων, Κόλαξ). Ο Μένανδρος … κληροδότησε στο θέατρο όλων των εποχών έναν ορισμένο αριθμό προσώπων – τύπων που ανήκαν στην κοινωνία της εποχής του και που χάρη σ’ αυτόν έγιναν κλασσικά : ο ερωτευμένος, ο στρατιώτης, ο παρασιτικός, ο μάγειρος – και προπάντων ο δούλος, αυτός ο δούλος ο επινοητικός και αυθάδης, που νουθετεί τα νεαρά αφεντικά του, επινοεί τεχνάσματα, κινεί τα νήματα της δράσης και όλα αυτά χωρίς να αφίσταται από μια πολύ ρεαλιστική αίσθηση της δικής του υπεροχής. Οι υπηρέτες του Μολιέρου πλάθονται ακόμα με βάση το υπόδειγμα των δούλων του Μενάνδρου.

Η ύπαρξη ωστόσο αυτών των προσώπων – τύπων, με τα έντονα χαρακτηριστικά, δεν αποκλείει διόλου την ποικιλία και τις λεπτές αποχρώσεις, κάθε άλλο. Κανένας γέροντας, κανένας νεαρός ερωτευμένος, κανένας δούλος δεν μοιάζει εντελώς με κάποιον άλλο. Και οι συντυχίες της πλοκής δημιουργούν συναισθηματικές διακυμάνσεις που αποδίδονται από τον Μένανδρο τη στιγμή ακριβώς που εκδηλώνονται.

Η κωμωδία του Μενάνδρου δεν είναι πια πολιτική. Αντίθετα, έχει αποβεί ψυχολογική. Όπως και η τραγωδία του Ευριπίδη, είναι πλούσιοι σε μονολόγους. Ορισμένοι είναι διασκεδαστικοί, όπως του ερωτευμένου στον Δύσκολο. Ενώ κατάκοπος αναλογίζεται τον ανώφελο ζήλο που επέδειξε προσποιούμενος τον εργάτη στα κτήματα, θα κάνει ωστόσο και νέα απόπειρα να συναντήσει τον Κνήμωνα : διά τί μεν ουκ έχω λέγειν, μα τους θεούς ; (544)

Άλλοι είναι συγκινητικοί, όπως αυτός που εκφράζει τις τύψεις του νεαρού συζύγου στους Επιτρέποντες, όταν ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του που την κατηγορούσε άδικα του είχε μείνει πιστή.

Ένα στοιχείο παραμένει χαρακτηριστικό στον κόσμο του Μενάνδρου στο σύνολό του : ο κόσμος αυτός είναι φιλόφρων και ευαίσθητος. Ο μισάνθρωπος του Δύσκολου αποτελεί κάποια εξαίρεση του κανόνα, αλλ’ αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς το έργο έχει σκοπό να ψέξει το ελάττωμά του. Ακόμα η γλώσσα του είναι πικρή, χωρίς να γίνεται χυδαία. Οι δούλοι επίσης μπορεί να είναι αυθάδεις και να σκαρώνουν φάρσες αλλά δεν κάνουν πια τα χοντροκομμένα αστεία που αγαπούσε ο Αριστοφάνης. Μεγάλη αβρότητα βασιλεύει σχεδόν πάντα μεταξύ των προσώπων του Μενάνδρου καθώς και ευλύγιστη διακριτικότητα κυριαρχεί στο ύφος του. Έτσι, σ’ αυτά ακριβώς, αντανακλάται το ανθρώπινο ιδεώδες του.

Η περίπτωση του Δυσκόλου το αποδεικνύει : εκείνοι ακριβώς που δεν έχουν το αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, έχουν καθήκον προς τον εαυτό τους να το αποκτήσουν. Οι άνθρωποι χρειάζονται ο ένας τον άλλο και η πιο καλή ανθρώπινη ιδιότητα είναι εκείνη ακριβώς που προσιδιάζει σε ανθρώπους : η «ανθρωπιά». Αυτή λέιπει από τον Κνήμωνα και λέγεται γι’ αυτόν ότι είναι ένας άνθρωπος απάνθρωπος (6) : Αντίστροφα αυτός που ανταποκρίνεται σ’ αυτό το ιδεώδες μας συγκινεί : ένα περίφημο απόσπασμα (484 Koerte) λέει : ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, αν ανθρωπος η και πολλές ακόμα ρήσεις εικονίζουν τους δεσμούς που μια τέτοια αρετή υφαίνει μεταξύ των πλασμάτων. Ένα απόσπασμα λέει : ουδείς εστί μοι αλλότριος, αν η χρηστός … (475 Koerte), ένα άλλο : τουτ’ εστί το ζην ουχ εαυτώ ζην μόνον (646 Koerte). Τέλος, δεν αμφιβάλλουμε διόλου ότι ο στίχος του Τερεντίου ανάγεται στον Μένανδρο, όταν λέει στον Εαυτιντιμωρούμενον : homo sum : humani nihil a me alienum puto.

Η αίσθηση αυτή της ανθρώπινης αδελφοσύνης αντιστοιχεί προς τους νέους καιρούς, όπου η πολίς πια δεν περιορίζει τον ορίζοντα του ανθρώπου. Ο κοσμοπολιτισμός των φιλοσόφων αντικατοπτρίζεται εδώ. Ήδη όμως είχε εκδηλωθεί στον Αριστοτέλη και με τη Σχολή του, ίσως, συνδέεται το ιδεώδες του Μενάνδρου στο μέτρο που ακριβώς διακηρύσσει, πρακτικά, τη γλυκύτητα και την αντοχή.

Εκεί ακριβώς βρίσκονται πράγματι οι νέες αρετές του καινούργιου αυτού κόσμου : οι Επιτρέποντες καταδικάζουν την οξυθυμία και προβάλλουν τη συγγνώμη, την κατανόηση, τη συμφιλίωση. Το ίδιο και η Περικειρομένη. Σταθερά το θέατρο του Μανάνδρου μας θέτει μπροστά σε οικογενειακούς δεσμούς, τρυφερότητες, φιλίες. Ακόμα και στους δούλους επικρατεί ένα είδος στοργικής οικειότητας και ακόμα και οι αυλητρίδες ή οι εταίρες δείχνουν λεπτότητα. Η αυτοσυγκράτηση και η χάρη της τέχνης του Μενάνδρου απεικονίζουν το νέο αυτό ιδεώδες για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η φιλοπατρία των παρελθόντων αιώνων παραχώρησε τη θέση της σε μια ιδιωτική ζωή πιο ευέλικτη, όπου ανθίζει η στοργή.

Τα χαρακτηριστικά αυτά εξηγούν ίσως τη σημαντική επιτυχία που γνώρισε το έργο του Μενάνδρου. Τα αντίγραφα που βρέθηκαν στην Αίγυπτο, το άγαλμα που οφείλεται στους γιους του Πραξιτέλη, οι λατινικές απομιμήσεις του Πλαύτου και του Τερεντίου, τα σχόλια του Πλουτάρχου, όλα μαρτυρούν αυτή τη δημοτικότητά του, που υπήρξε διαρκής. Πρόσφατα μάλιστα βρέθηκε στη Μυτιλήνη μια ολόκληρη σειρά μωσαίκών, που απεικονίζουν ακριβώς σκηνές από κωμωδίες του Μενάνδρου. Χρονολογούνται περίπου στο έτος 300 και μας βοηθούν να φαντασθούμε τη σκηνοθεσία της εποχής.

[1] Jacqueline de Romilly, Αρχαία ελληνική γραμματολογία, σελ. 248-250, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1988.
[2] Δύσκολος: ίσως η παλαιότερη κωμωδία του Μενάνδρου. Χρονολογείται το 316.
[3] Μένανδρος, γεννημένος το 342-341 παρουσίασε το πρώτο του επιβεβαιωμένο έργο (Οργή) το 321, δύο χρόνια δηλαδή μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, και φαίνεται πως έζησε μέχρι το 293. Μείζον γεγονός στάθηκε η ανακάλυψη ενός ολόκληρου έργου, του Δυσκόλου που δημοσιεύθηκε το 1959 από τον Βίκτωρα Μάρτιν. Εκτός από τον δύσκολο, κωμωδίες για τις οποίες μπορούμε να σχηματίσουμε απόψη είναι οι Επιτρτέποντες, η Περικειρομένη, η Σαμία [για καθένα από τα έργα αυτά έχουν διασωθεί από 300 έως 600 στίχοι].

Written by nomosophia

7 Ιανουαρίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Λογοτεχνία