ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Ιουνίου 2010

η φιλοσοφία μέσα από τα παραμύθια

leave a comment »

Διάλογοι, περί Μοίρας[1]

– Τί είναι η Μοίρα ; ρώτησε το κοριτσάκι. Η μητέρα μου κι’ ο πατέρας μου δε μου εξήγησαν ποτέ τί είναι.
– Αν σου το εξηγούσαν, είπαν από ψηλά τα λουλουδάκια, αυτό θα σήμαινε πως θα νόμιζαν ότι έχουν καταλάβει τί είναι η Μοίρα. Και τότε θα είχαν κάμει ένα μεγάλο λάθος.
– Ο πατέρας μου κι’ η μητέρα, είπε πειραγμένο το αγόρι, είναι μεγάλοι και δεν κάνουν λάθη.
– Οι μεγάλοι κάνουν τα μεγάλα λάθη, είπαν σκεφτικά τα κίτρινα λουλουδάκια. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη. Μόνο η μοίρα δεν κάνει λάθη.
– Μην την ακούτε την αιώνια νύφη του δάσους, γκρίνιαξε με βαθιά φωνή ένας θηρίος φτελιάς. Η Μοίρα, σαν πολύ μεγάλη, κάνει τα μεγαλύτερα λάθη. Πολλές φορές, αλίμονο και τρισαλίμονο σ’ όποιον ακολουθάει τους ορισμούς της.

Τα λεπτά κλωνάρια της ιτιάς έγειραν χαμηλότερα και υποκλίθηκαν μπρος στους χοντρούς κλώνους του φτελιά. Και χαμογελώντας πολύ ελαφρά, είπαν :

– Έχεις δίκιο, άρχοντα των δέντρων. Μερικοί την παθαίνουν. Αλλά μπορείς να μην ακολουθήσεις τους ορισμούς της Μοίρας ;

Φύσηξε ένα αγέρι, έτριξαν τα κλωνάρια του φτελιά :

– Κρρρρ ! Κρρρρ ! … Χρρτς ! Χρρτς ! … Κρρρρ ! Κρρρρ ! …
– Γιατί μουγκρίζεις έτσι ; τον ρώτησε το αγόρι. Σε στενοχώρησε το άλλο δέντρο με τα λουλουδάκια ;
– Εμένα να με στενοχωρήσει αυτή η ονειροπαρμένη ; είπε θυμωμένος ο φτελιάς. Έτσι κάνουν τα κλαριά μου όταν τα χτυπάει το αγέρι.

Μα το αγόρι ήταν περίεργο και ρώτησε πάλι :

– Γιατί δεν κάνουν έτσι και τα κλαριά του άλλου δέντρου ;
– Είναι μαλακά τα κλαριά του. Λυγίζουν. Λυγίζουν σχεδόν σαν της λεύκας. Γι’ αυτό και δεν τρίζουν.

Το αγόρι ξαναρώτησε :

– Μα γιατί τα δικά σου κλαριά νάναι σκληρά και τα δικά του μαλακά ;
– Ου ! … Σε βαρέθηκα. Δεν υπάρχει γιατί ! Είναι της Μοίρας.

Είπε αυτά τα λόγια ο φτελιάς κι’ αμέσως φάνηκε σα να μετάνιωσε. Τα τραχιά του φύλλα φάνηκαν σα να μαζεύτηκαν, σα να ζάρωσαν, σα να λυπούνταν που είχε μιλήσει το θεόρατο δέντρο τους.

– Μα ποια επιτέλους είναι η Μοίρα ; ρώτησε ζωηρά το κοριτσάκι.

Του αποκρίθηκε η μοσκοϊτιά :

– Αυτή που, χωρίς να είσαστε συνεννοημένοι, σας οδήγησε και τους δύο την ίδια ώρα στο ίδιο μέρος …

Και με φωνή κάπως βαρύτερη, σα στοχαστικότερη, εξακολούθησε :

– Οι μόνοι που κάτι ξέρουν για τη Μοίρα, είναι εκείνοι που ακολουθούν τους ορισμούς της.[*]

[1] Ευαγγέλου Αβέρωφ – Τοσίτσα, Στο δάσος της Χαράς, σελ. 12-15, Εστία 1975.
[*] http://www.averoffmuseum.gr/

Advertisements

Written by nomosophia

30 Ιουνίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία

τρόμος … εξ Οθωμανίας

leave a comment »

πολεμικές συσκευές[1]

29 (1) … έστειλε και φώναξαν τους κατασκευαστές κανονιών και συζήτησε μαζί τους για τα όπλα αυτά και για το τείχος, πως δηλαδή θα το γκρεμίσουν όσο γίνεται ευκολότερα. Οι μηχανικοί αυτοί του υποσχέθηκαν ότι είναι εύκολη υπόθεση η καταστροφή του τείχους αν, εκτός από τα ήδη υπάρχοντα κανόνια – αφού είχαν κατασκευάσει και άλλα – φτιάξουν και ένα ακόμα που υπολόγιζαν ότι θα μπορούσε να γκρεμίσει και να ισοπεδώσει το τείχος, αλλά για το οποίο απαιτούνταν πολλά έξοδα, κυρίως πολύς χαλκός και διάφορα άλλα υλικά.

(2) Ο Μωάμεθ, πριν καλά – καλά το ακούσει, τους διέθεσε όλα τα χρειαζούμενα σε αφθονία και εκείνοι προχώρησαν στην κατασκευή του κανονιού. Το αποτέλεσμα, αν το έβλεπε κανείς, ήταν τρομακτικό, ενώ αν απλώς το άκουγε θα του φαινόταν απίστευτο και σχεδόν θα το απέρριπτε. Όμως, εδώ θα σας διηγηθώ, όπως μπορώ, πως κατασκευάστηκε και πως ήταν αυτό το πράγμα και πως λειτουργούσε.

Συγκέντρωναν χώμα πεντακάθαρο, λεπτόκοκκο και γλοιώδες και έφτιαχναν λάσπη που τη μάλασσαν ημέρες πολλές, ώσπου να ομογενοποιηθεί, κι ύστερα την ανακάτευαν με μικρά κομμάτια από ίνες λιναριού και κάνναβης και άλλα συνδετικά υλικά, ώστε, τελικά, να προκύψει ένα υλικό συμπαγές και αδιάσπαστο.

(3) Από τη λάσπη αυτή έφτιαξαν, ύστερα, ένα καλούπι επίμηκες και κυλινδρικό σαν αυλό, όπως είναι ένας προεξέχων αφαλός. Το μπροστινό του τμήμα, αυτό που θα υποδεχόταν τις πέτρες, είχε περίμετρο περιφέρειας 12 σπιθαμές, ενώ το οπίσθιο, της ουράς, αυτό που θα δεχόταν την εκρηκτική ύλη, είχε περίμετρο κάτι παραπάνω από τέσσερις σπιθαμές πιο πολύ απ’ ό,τι είχε το μπροστινό τμήμα, νομίζω. Παράλληλα κατασκευαζόταν κι ένα άλλο καλούπι κούφιο, που μέσα του θα έμπαινε ο προηγούμενος κύλινδρος, σαν σε θήκη, πιο φαρδύς βέβαια, ώστε να χωρέσει τον άλλο και να μείνει και αρκετή απόσταση κενή μεταξύ τους. Καθώς τα δύο αυτά καλούπια θα έμπαιναν το ένα μέσα στο άλλο, άφηναν μεταξύ τους κενό χώρο σε όλα τα σημεία περίπου μια σπιθαμή και κάτι, εκεί ακριβώς που θα χυνόταν ο χαλκός από το καμίνι, ώστε, έτσι, να ολοκληρωθεί η κατασκευή.

(4) Το εξωτερικό καλούπι κατασκευάστηκε κι αυτό από πηλό, αλλά ήταν περιζωσμένο με ελάσματα από σίδερο και ξυλοκατασκευές και ήταν στηριγμένο πάνω στο χώμα με πέτρες και άλλα βοηθητικά υλικά, ώστε να κρατιέται στέρεα και να μην ανοίξει από το τεράστιο βάρος του χαλκού που θα χυνόταν μέσα του και πάει έτσι χαμένη όλη η κατασκευή.

(5) Δίπλα ακριβώς από το καλούπι αυτό, και στη μια και στην άλλη πλευρά, κατασκευάστηκαν κλίβανοι – καμίνια σε σχήμα χωνιού – πάρα πολύ δυνατοί και στέρεοι, που το μεν εσωτερικό τους ήταν από ψημένα τούβλα και γλοιώδη λάσπη καλοδουλεμένη, το δε εξωτερικό τους από τεράστιες πέτρες με ασβέστη και άλλα συγκολλητικά υλικά στερεωμένες.

(6) Σε ό,τι αφορά το χαλκό και τον κασσίτερο, μέσα στους κλιβάνους έριξαν τεράστιες ποσότητες, κάπου χίλια πεντακόσια τάλαντα, όπως ειπώθηκε. Τώρα, πάνω και κάτω και ολόγυρα σε αυτούς τους κλιβάνους τοποθετήθησαν μεγάλες ποσότητες από κάρβουνο και κορμούς δέντρων, εν είδει εποικοδομήματος, έτσι που σκεπάστηκαν σε μεγάλο πάχος, εκτός, φυσικά, από τα στόμιά τους.

(7) Μετά εγκατέστησαν φυσερά γύρω από τα καμίνια με τα οποία φυσούσαν εντονότατα και αδιάκοπα πάνω στην καύσιμη ύλη, ώστε να διατηρείται συνεχώς αναμμένη η φωτιά για τρία ημερόνυχτα, με αποτέλεσμα ο χαλκός να λιώσει εντελώς, να διαλυθεί και να γίνει ρευστός. Ύστερα άνοιξαν τα στόμια των καμινιών και έτρεξε ο χαλκός μέσα από σωλήνες στα καλούπια μέχρις ότου γέμισε το κενό διάστημα πολύ καλά και μάλιστα χύθηκε κάπου ένας πήχυς παραπάνω. Έτσι, ολοκληρώθηκε η κατασκευή.

(8) Στη συνέχεια κρύωσε ο χαλκός και αφαιρέθηκαν τα καλούπια, μέσα – έξω, κι άρχισε με ξυστήρες το ξύσιμο και η λείανση, ώστε έγινε πολύ γυαλιστερό και ωραιότατο αυτό το πράγμα. Τέτοια ήταν η κατασκευή και η εμφάνιση του κανονιού. Θα σας πω τώρα πως λειτουργούσε.

30 (1) Στην αρχή έβαζαν την εκρηκτική ύλη στο πίσω μέρος του σωλήνα με συμπίεση, ώσπου να γεμίσει ως το σημείο που άρχιζε το δεύτερο τμήμα του, αυτό που δεχόταν την πέτρα.

(2) Ύστερα, στο στόμιο του πίσω μέρους του σωλήνα έχωναν ένα χοντρό πάσσαλο από γερό ξύλο που τον χτυπούσαν με σιδερένιο λοστό για να σπρώξει την εκρηκτική ύλη προς τα μέσα και να συμπιεστεί τόσο, ώστε να γίνει ένα συμπαγές σώμα που με κανένα τρόπο να μη μπορεί κανείς να την ξαναβγάλει από ‘κει, παρά μόνο βίαια και αφού της βάλει φωτιά. Ύστερα, από το μπροστινό μέρος του σωλήνα έβαζαν την (σφαιρική) πέτρα και την έσπρωχναν για να μπει καλά και ν’ αγγίξει τον πάσσαλο από την άλλη πλευρά και μετά την έκλειναν από παντού.

(3) Στη συνέχεια έστρεφαν το κανόνι προς την κατεύθυνση που ήθελαν να κτυπήσουν και με διάφορες τεχνικές και μεθόδους το ζυγοστάθμιζαν και το ευθυγράμμιζαν προς τον συγκεκριμένο στόχο. Μετά έβαζαν από κάτω του μεγάλα ξύλινα μαδέρια σε απόλυτη εφαρμογή, ενώ από πάνω του και στα πλάγιά του και από πίσω του, παντού τοποθετούσαν τεράστιες πέτρες, ώστε να έχει σε όλα τα σημεία του μεγάλα βάρη και να κρατιέται ακινητοποιημένο. Έτσι, δεν θα έριχνε τη βολή του άστοχα, καθώς δεν θα ταρακουνιόταν από τη θέση του εξαιτίας της ορμητικής και βίαιης εκτόξευσης.

(4) Μετά πυροδοτούσαν την εκρηκτική ύλη από μια μικρή τρυπούλα που είχαν αφήσει στο πίσω μέρος. Και, καθώς εκείνη άναβε πριν προλάβει άνθρωπος να κάνει κιχ, ακουγόταν πρώτα ένα φοβερό μουγκρητό κι ένα συθέμελο ταρακούνημα της γης ολόγυρα κι ένας πάταγος υπόκωφος και πρωτόγνωρος, ενώ αμέσως μετά ακολουθούσε μια τρομερή βροντή κι ένας γδούπος φρικιαστικός, κι όλα γύρω φεγγοβολούσαν και σκοτείνιαζαν μαζί από τη φωτιά, καθώς η εκρηκτική ύλη ωθούσε βίαια την πέτρα να εκτοξευτεί.

(5) Αυτή η πέτρα, σπρωγμένη με τόσο βία και ορμή, έφευγε κι έπεφτε πάνω στο τείχος και το ταρακουνούσε και το γκρέμιζε, ώστε σε πολλά σημεία του δημιουργούσε ανοίγματα και διασκορπούσε τα υλικά του και σκότωνε όσους τύχαιναν εκεί γύρω. Άλλοτε, βέβαια, θα γκρέμιζε ένα κομμάτι τείχους από πάνω ως κάτω, άλλοτε ως τη μέση, άλλοτε πάλι ένα μεγάλο ή μικρό τμήμα πύργου ή μεταπυργίου ή έπαλξης, ώστε, τελικά, στην τόσο τεράστια κρουστική δύναμη της πέτρας δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αντέξει ένα οποιοδήποτε τμήμα τείχους, όσο ισχυρό και συμπαγές και παχύ κι αν ήταν.

(6) Τέτοιο απίστευτο και ακατανόητο πράγμα ήταν αυτό το κανόνι, το οποίο οι παλαιότεροι βασιλιάδες και στρατηγοί ούτε το ήξεραν ούτε το είχαν. Αν το είχαν, τίποτε δεν θα μπορούσε να τους αντισταθεί στις πολιορκίες, οτιδήποτε και να ‘ταν αυτό, και δεν θα χρειαζόντουσαν άλλα μέσα για να ταρακουνήσουν και να γκρεμίζουν ακόμη και τα πιο γερά τείχη. Και φυσικά δεν είχαν ανάγκη να χτίζουν άλλα τείχη τριγύρω και ν’ ανοίγουν τάφρους ή να σηκώνουν χώματα και κάποτε να φτιάχνουν υπονόμους και άλλα τέτοια, προκειμένου να κυριεύσουν πόλεις ή να καταλάβουν φρούρια. Τα πάντα θα υπέκυπταν στο άψε – σβήσε, αφού θ’ αναγκάζονταν να παραδοθούν, ύστερα από τα τρομερά ταρακουνήματα και τα γκρεμίσματα που θα προκαλούσε το κανόνι. Αλλά τότε κανόνια δεν υπήρχαν.

(7) Αυτό το πράγμα, λοιπόν, ήταν μια σχεδόν καινούργια εφεύρεση των Γερμανών και των Κελτών, πριν από εκατόν πενήντα, ίσως και περισσότερα χρόνια, πολύ ευφυής επινόηση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την εκρηκτική ύλη. Η σύνθεσή της ήταν από στεγνά και εύλεκτα υλικά, όπως θείο, νίτρο, κάρβουνο και κάποιο ειδικό χορτάρι, που, όλα μαζί, συγκροτούσαν ένα εξαιρετικά στεγνό και εύφλεκτο σύνολο. Αν αυτό το πράγμα το έχωνες με πίεση μέσα στο χαλκοσωλήνα, που βέβαια ήταν στεγανός και πανίσχυρης κατασκευής, και δεν είχε άλλη διέξοδο για να βγεί από πουθενά παρά μόνο να συμπιεστεί μπορούσε προς τα μέσα, τότε, από την τρομερή ωστική δύναμη που παραγόταν, μπορούσε να εκτοξεύσει την πέτρα με απίθανη δύναμη και ταχύτητα τόση που και τον ίδιο τον χαλκοσωλήνα πολλές φορές να τσακίσει.

(8) Το πράγμα αυτό, λοιπόν, είναι τέτοιας λογής που δεν ξέρει κανείς πώς να το ονοματίσει από κάποια παλαιότερη λέξη. Ίσως θα μπορούσε κανείς να το πει ελέπολη ή εκτοξευτήρα. Τελικά, όλοι σήμερα το ονομάζουν με μια απλούστατη λέξη, σκευή. Τα σχετικά με αυτό το μηχάνημα σας τα εξέθεσα έτσι όπως μπόρεσα και τα πληροφορήθηκα.

[1] Μιχαήλ Κριτόβουλου, Βυζαντίου Άλωσις, σελ. 53 επ., εκδόσεις δημιουργία, Αθήνα 1999.

Written by nomosophia

23 Ιουνίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

Φιλοσοφια … η περι ερωτος

leave a comment »

ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ[1]

Μια εκπρόσωπος των νεοπλατωνικών η Υπατία η Αλεξανδρινή, αφιέρωσε τη ζωή της στο βωμό της φιλοσοφίας και της επιστημονικής διδασκαλίας. Λόγω του φύλου της κατακρεουργήθηκε φρικτά από τούς Χριστιανούς της Αλεξάνδρειας το 415 μ.Χ. και κάηκε το έργο της.
Λίγο ενωρίτερα απ’ αυτή ο Πλούταρχος από τη Χαιρώνεια θα αφιερώσει αρκετά από τα έργα του για τον έρωτα και τον γάμο και θα πλέξει το εγκώμιο του συζυγικού βίου. Έζησε προς το τέλος του Α’ και στην αρχή του Β’ αιώνα μ.Χ. Στον «Ερωτικό» του και σε άλλα έργα του θα επωφεληθεί από την μεγάλη φιλοσοφική παράδοση για τις σχέσεις των φύλων με τις πολυάριθμες και ποικίλες όψεις του θέματος στη μακρόχρονη ιστορία. Ουσιαστικά πλατωνικός, ευρίσκεται μεταξύ της Ακαδημίας του Αρκεσίλαου και του Νεοπλατωνισμού του Πλωτί­νου, σ’ αυτό πού αποκαλείται: ο «μέσος Πλατωνισμός». Θα πιστοποιήσουμε όμως πως στο θέμα του έρωτα δεν διστάζει να αποχωριστεί τον Πλάτωνα για να ασπαστεί πολλά από το Λύκειο και τη Στοά, μα προ παντός για να ακολουθήσει μια πολύ προσωπική γραμμή στοχασμού. «Ο Πλούταρχος (κατά τον Flaceliere) δεν είναι δημιουργός μόνο ενός φιλοσοφικού συστήματος μα ψυχολόγος και ηθικολόγος ως επίσης μεταφυσικός και θεολόγος ικανός να διαλέξει δικό του δρόμο μέσα στο απέραντο και πυκνό δάσος των φιλοσοφικών δογμάτων της Ελλάδας».
Ο «Ερωτικός» έχει για πλαίσιο τις Θεσπιές της Βοιωτίας — της μόνης Ελληνικής πολιτείας πού είχε αφιερώσει ειδική λατρεία στον Έρωτα καθώς και το πολύ γειτονικό ιερό των Μουσών, στον Ελικώνα. Ο Πλούταρχος, πού έχει πρόσφατα παντρευτεί, είχε έρθει από τις Θεσπιές, την ημέρα της γιορτής του Έρωτα—τα «Ερωτίδια» — για να θυσιάσει σε τούτον τον θεό. Και είναι, φυσικά, μια ερωτική ιστορία πού θα χρησιμεύσει για υπόθεση σ’ αυτό τον διάλογο: μια νέα χήρα από τις Θεσπιές, πλούσια και ωραία, η Ισμηνοδώρα, ερωτεύεται τον Βάκχωνα, έναν έφηβο πού έχει πολλούς «μνηστήρες», από τούς οποίους ο πιο επίμονος είναι ο Πεισίας, ένας από τούς συνομιλητές στο διάλογο. Αυτή είναι η ευκαιρία πού προκαλεί τη μακρόσυρτη συζήτηση με θέμα τη σύγκριση ανάμεσα στους δυο έρωτες, τον φυσιολογικό και τον ανώμαλο. Αυτό το θέμα πού συχνότατα το πραγματεύθηκαν από το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα κι έπειτα, μετά τον Πλούταρχο θα ξαναεμφανιστεί στους «Έρωτες», διάλογο πού λένε πως τον έγραψε ο Λουκιανός (Β’ μ.Χ. αι.), έως το μυθιστόρημα: «Κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα» του Αχιλλέα Τάτιους.
Μα να που η ίδια η Ισμηνοδώρα κόβει αυτήν την ακαδημαϊκή συζήτηση με μια τολμηρή πράξη, και μάλιστα πρωτάκουστη: με τη βοήθεια των φίλων της «κλέβει» τον νέο Βάκχωνα την ώρα πού γυρνώντας από την παλαίστρα περνά μπροστά από το σπίτι της, και τον αναγκάζει να την παντρευτεί ! Είμαστε πολύ μακρυά από τη «σωφροσύνη», από τη φρονιμάδα και τη ντροπαλή επιφύλαξη των γυναικών της κλασσικής εποχής !
Αυτή ή εκπληκτική πράξη προκαλεί, όπως είναι φυσικό, την αγανάκτηση του Πεισία και των άλλων οπαδών της παιδεραστίας, μα ένας συζητητής, που προφανώς είναι το φερέφωνο του συγγραφέα, τη δικαιολογεί με τα έξης: «Η Ισμηνοδώρα έζησε ως τώρα μια ζωή πολύ κανονική και δεν ακούστηκε γι’ αυτήν κανένα κακό. Είναι φανερό πως αυτή η γυναίκα πραγματικά έγινε θύμα μιας θείας παρόρμησης, πιο δυνατής από το ανθρώπινο λογικό».
Ασφαλώς πρόκειται γι’ αυτή τη «μανία» που ο Πλάτων στο «Φαιδρό» τη θεωρούσε σαν την πιο υψηλή και την πιο επωφελή: την «ερωτική μανία».
Μα ο Πλάτων είχε στο νου του τον άλλον έρωτα. Ο Πλούταρχος, σαν καλός πλατωνικός που είναι, σ’ αυτόν τον διάλογο πλέκει το εγκώμιο του Έρωτα, χρησιμοποιώντας τα συνηθισμένα επιχειρήματα της «παιδαγωγικής παιδερα­στίας» αλλά προσανατολισμένης με τρόπο που να ωφελεί τις «ερωμένες». Πως θα συμφιλιώσει κανείς αυτές τις παραδοσιακές ιδέες της Ακαδημίας με τον «Έρωτα», που ο Βάκχων εμπνέει στην Ισμηνοδώρα και πού φανερά ο νέος επίσης νοιώθει γι’ αυτήν, αφού στο τέλος του διαλόγου γιορτάζονται οι γάμοι τους ; Είναι ένα προνόμιο που έχει ο συγγραφέας.
Μήτε ο Αριστοτέλης, μήτε οι νεώτεροι Στωικοί είχαν προχωρήσει τόσο στην «αποκατάσταση» του φυσιολογικού έρωτα: γι’ αυτούς, ήταν ήδη πολύ, να τον κατατάξουν στην ευγενική κατηγορία της φιλίας, αλλά, από το σημείο αυτό ως την ανύψωση του στον «πλατωνικό έρωτα», (πού είναι όρος και πηγή της υπέρτατης επιστήμης) υπάρχει μεγάλη απόσταση ! Ό Πλούταρχος δεν δίστασε να κάνει αυτό το αποφασιστικό βήμα.
Όλο το τέλος του διαλόγου είναι μια απολογία του συζυγικού έρωτα, του εμπνευσμένου φυσικά από τον έρωτα του συγγραφέα για τη γυναίκα του την Τιμοξένη, που του έδωσε πολλά παιδιά και που ήταν πολύ δεμένη μαζί του. Άλλωστε, το γεγονός ότι στην αρχή αυτού του διαλόγου ο Πλούταρχος μας λέει πως είχε πάει στις Θεσπιές με τη νεαρή σύζυγο του για να θυσιάσει στον Έρωτα — «κι’ αυτή ήταν που θα προσευχόταν και θα θυσίαζε» — αντιστοιχεί μάλλον με διακριτικά ευλαβική προσφορά, ή καλύτερα με υπονοούμενη αφιέρωση στην Τιμοξένη.
Θα παραθέσουμε εδώ λίγες γραμμές απ’ αύτη τη συνηγορία, που είναι εκπλη­κτική για έναν Έλληνα φιλόσοφο: «Η φυσική ένωση με μια σύζυγο, είναι πηγή φιλίας, σα μια κοινή συμμετοχή σε μεγάλα μυστήρια. Η ηδονή, είναι μια σύντομη διάρκεια, μα είναι σαν το σπόρο που απ’ αυτόν, μέρα με την ημέρα, φυτρώνουν ανάμεσα στο αντρόγυνο ο σεβασμός, η ικανοποίηση, η στοργή και η εμπιστοσύνη. Οι Δελφικοί δεν επωνόμασαν άδικα την Αφροδίτη «Αρμονία» και ο Όμηρος έχει δίκιο να αποκαλεί «φιλότητα» μια τέτοια ένωση … Οι γυναίκες αγαπούν τα παιδιά τους και τον άντρα τους, και η συναισθηματική τους δύναμη είναι σ’ αυτές σαν ένα γόνιμο χώμα έτοιμο να δεχτεί τη σπορά του έρωτα, και είναι πλούσια προικισμένο με γοητεία και χάρες … Στο γάμο, να αγαπάς είναι κάτι το πιο σπουδαίο παρά να αγαπιέσαι: όταν κανείς αγαπά, ξεφεύγει από κάθε τι που θα μπορούσε να φθείρει και να αλλοιώσει τη συζυγική ένωση … Ο έρωτας των τίμιων γυναικών όχι μόνο δεν γνωρίζει φθινόπωρο μα διατηρεί πάντα το σφρίγος του, και με τ’ άσπρα μαλλιά και με τις ρυτίδες, κι’ ακόμα, ζει ως τον τάφο». (Ερωτ. Διηγ. 23, 769α). Και για να λαμπρύνει τα λεγόμενα του δείχνοντας πως η συζυγική πίστη των γυναικών μπορεί να φθάσει ως τον ηρωισμό, ο Πλούταρχος διηγείται τις συγκινητικές και δραματικές ιστορίες της Κάμα και της Έμπονα πού στην πραγματικότητα δεν είναι Ελληνίδες αλλά Κέλτισσες.
Το καλύτερο συμπέρασμα που θα μπορούσαμε να διατυπώσωμε εδώ είναι να αναφερθούμε στο L. Ducas που μίλησε εξαίρετα για τη συνεισφορά του Πλουτάρχου σ’ αυτό το θέμα: «Η πρωτοτυπία του Πλουτάρχου συνίσταται στο ότι αποκάλυψε πως ο συζυγικός έρωτας είναι η ανώτερη μορφή του έρωτα … Πλουτίζει τον φυσιολογικό έρωτα με τις ηθικές κατακτήσεις του Πλατωνισμού: του θέτει έναν μακρυνό σκοπό, μυστικό και βαθύ. Η θεωρία του συνοψίζει τις θεωρίες της Αρχαιότητας για τον έρωτα, συμπληρώνοντας τες. Είναι αρχαία, με τον τόνο της, την προφορά της, τις αναμνήσεις, τις αθέλητες επιστροφές της σε προκαταλήψεις πού αντικαθιστά … είναι μοντέρνα με τον τρόπο που θέτει το ζήτημα και το βάθος των ιδεών … Αν υποθέσουμε πως ο Πλάτων και οι Στωικοί είναι ιδεαλιστές, κι’ ο Αριστοτέλης και ο Επίκουρος, ρεαλιστές, μπορούμε να πούμε πως ο Πλούταρχος συμφιλιώνει όλες τις γνώμες. Πραγματικά, δεν δέχεται τον έρωτα έξω από την σεξουαλική επιθυμία και καταδικάζει απόλυτα την παιδεραστία, μα δεν παύει να αποδίδει στον νόμιμο έρωτα, δηλαδή στον έρωτα του άντρα για τη γυναίκα, τις ηρωικές αρετές που η Αρχαιότητα, αποκλειστικά τιμούσε μ’ αυτές τον έρωτα των νέων. Ήταν σαν να έθετε την αρχή από την οποία θα γεννηθεί ο ιπποτικός έρωτας».
Εκεί όμως πού ο Πλούταρχος καθοδηγεί δίνοντας συμβουλές στο «γαμπρό» και τη «νύφη» για μια τέλεια σχέση και εγκωμιάζει, ίσως εμπνεόμενος από στωική πηγή, την ένωση των φύλων με το γάμο είναι το έργο του «Γαμικά Παραγγέλματα» (Ηθικά, 138a – 146a από το βιβλίο: Plutarch’s Moralia vol. II, The Loeb Classical Library).

[1] Βούλας Λαμπροπούλου, Φιλοδοφία των Φύλων, μέρος Α΄ IV, σ. 145-147, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1984.

Written by nomosophia

18 Ιουνίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία

Ορθόδοξη Θεολογία

leave a comment »

Ορθοδοξία και Δύση[1]
[ο ρωσικός παράγοντας]

Η συνάντηση της Ορθοδοξίας με τη σύγχρονη Δύση πραγματοποιήθηκε τους δύο τελευταίους αιώνες, σχεδόν αποκλειστικά, στο χώρο της ρωσικής ορθόδοξης θεολογίας και παραδόσεως. Η ελληνική θεολογία, από τον 17ο και 18ο κιόλας αιώνα, και κυρίως από την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους, συναντήθηκε, οπωσδήποτε, με τη Δύση, αλλά όχι για να διαλεχθή μαζί της και να εκπροσωπήση μιαν ενεργητική ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Αφέθηκε παθητικά στην επίδραση της Δύσεως, όταν δεν έσπευσε να αφομοιώση τα κριτήρια, τη μεθοδολογία, συχνά και αυτούσιες τις θέσεις της δυτικής θεολογίας.

Η συνάντηση της νεώτερης ελληνικής θεολογίας με τη Δύση είναι ένα κεφάλαιο που αξίζει ξεχωριστή μελέτη. Εντελώς επιγραμματικά, θα μπορούσε να μιλήση κανείς για μιαν αλλοίωση του ορθόδοξου χαρακτήρα της νεοελληνικής θεολογικής ζωής σε δύο επίπεδα: Στα πανεπιστημιακά πλαίσια, κυριάρχησε ο ρασιοναλιστικός επιστημονισμός του «θεολογικού Διαφωτισμού» και της «φυσικής θεολογίας». Η θεολογία οργανώθηκε σε αυτόνομη επιστήμη, αντιγράφοντας τα αντίστοιχα γερμανικά, κυρίως, πρότυπα. Και στο επίπεδο της λαϊκής ευσέβειας η αντίστοιχη εισβολή της δυτικής θρησκευτικής νοοτροπίας και πνευματικότητος ενσαρκώθηκε σε ένα ευρύτατο θρησκευτικό «κίνημα», οργανωμένο πάνω στις αρχές του δυτικού πιετισμού (Pietismus). Με τη μορφή θρησκευτικών σωματείων, ανεξάρτητων από τη ζωή των ενοριών και τους τοπικούς επισκόπους, το πιετιστικό αυτό κίνημα αλλοίωσε σε απίστευτη έκταση τον ορθόδοξο χαρακτήρα της ελληνικής εκκλησιαστικής ζωής και ευσέβειας.

Ο ρασιοναλιστικός επιστημονισμός της ακαδημαϊκής θεολογίας από τη μια μεριά, και ο πιετισμός των θρησκευτικών οργανώσεων από την άλλη, δημιούργησαν στην ελλαδική εκκλησία προϋποθέσεις εξαιρετικά απαισιόδοξες για ένα ουσιαστικό διάλογο με τη Δύση. Οπωσδήποτε, υπάρχουν σήμερα ελπιδοφόρες παρουσίες μέσα στη νέα θεολογική γενιά, αλλά δεν μεταβάλλουν το συνολικό κλίμα. Κάποιες περισσότερες ελπίδες φαίνεται να προέρχωνται από τον ευρύτερο χώρο της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής του τόπου, από εκπροσώπους της ελληνικής διανοήσεως και τέχνης, που στρέφονται σήμερα με ξεχωριστό ενδιαφέρον στη μελέτη και αξιοποίηση της ορθόδοξης πνευματικής παραδόσεως.

Είναι γνωστό, ότι από τους ίδιους αυτούς χώρους, από τους ευρύτερους κύκλους των διανοουμένων, προήλθε και ο ουσιαστικός διάλογος της ορθόδοξης ρωσικής θεολογίας με τη Δύση. Η ρωσική θεολογία γνώρισε επίσης την περίοδο του σχολαστικισμούς της, μα πρέπει να ομολογηθή ότι την ξεπέρασε έγκαιρα. Οι δυτικές επιδράσεις δεν έλειψαν εντελώς, αλλά είναι άλλης τάξεως, θα τις δούμε στη συνέχεια. Πάντως, είναι χαρακτηριστικό ότι τον ουσιαστικό διάλογο με τη Δύση στη Ρωσία του 19ου αιώνα δεν τον ξεκίνησαν οι άνθρωποι που θαύμαζαν αδιάκριτα και ήθελαν να μιμηθούν τη Δύση, δεν τον αντιπροσώπευσαν οι δυτικόφιλοι, αλλά οι αντίπαλοί τους, το κίνημα των σλαυόφιλων. Οι σλαυόφιλοι ενδιαφέρονται ουσιαστικά για τη συνάντηση με τη Δύση, είναι «σλαυόφιλοι» πάντοτε «εν σχέσει», «εν αναφορά» προς τη Δύση – το περιοδικό που εκδίδει η ομάδα του Κιρειέφκι, γύρω στα 1832, έχει τον τίτλο: «Ο Ευρωπαίος»! Τόσο ο Κιριέφσκι όσο και ο Κομιάκοφ και οι άλλοι, λιγώτερο ίσως γνωστοί, σλαυόφιλοι (Αξάκοφ, Σαμαρίνε), τρέφουν αγάπη βαθειά για τη Δύση και εργάζονται για την ιδέα μιας συνθέσεως του δυτικού πολιτισμού με τις αρχές της ρωσικής ορθόδοξης πνευματικότητος. Οι σλαυόφιλοι πιστεύουν ότι η Ορθοδοξία έχει απαντήσεις στα προβλήματα και στο αδιέξοδο της δύσεως, αλλά απαντήσεις ενσαρκωμένες στη βιωματική θεολογία του ρωσικού λαού, στην έμπρακτη εκκλησιαστική παράδοση.[2]

[1] Χρήστου Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση – η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα, σ. 32-35, εκδόσεις Αθηνά, Αθήνα 1979.
[2] σχετικό άρθρο: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/04/blog-post_29.html

Written by nomosophia

9 Ιουνίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Θεολογία

παλαιοΟθωμανικά

leave a comment »

η ιδεολογία της «παρηγορίας» και της «μακράς αναμονής» [1]

Κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακολουθώντας και την κληροδοτημένη παράδοση, αλλά εκτιμώντας και τις νέες συνθήκες, κράτησε, όπως ήταν επόμενο, αρνητική στάση σε κάθε κίνηση που απέβλεπε σε πολιτικούς νεωτερισμούς. Εφόσον αποκλειόταν από την αρχή η ανάμιξη της λατινικής Δύσης, και ήταν ανεφικτη, ήδη από την εποχή των Παλαιολόγων, κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης των Οθωμάνων με τις δυνάμεις των ίδιων των Ορθοδόξων, η μοναδική λύση στο αδιέξοδο ήταν η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα και η αποδοχή της με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Η εκτίμηση αυτή αφορούσε και στο τουρκοκρατούμενο και στο φραγκοκρατούμενο ελληνορθόδοξο στοιχείο, και στηριζόταν στην αρχή της διαφύλαξης των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της Ορθοδοξίας, έστω και με αντάλλαγμα την πολιτική δουλεία.

Η καταφυγή σε θεοκρατικές απαντήσεις παρουσιάστηκε, μπροστά στη γενική κατάρρευση και το αδιέξοδο, ως μοναδική «παρηγορία» και ως αναπόφευκτη φυγή από το ανυπόφορο παρόν. Έτσι η απώλεια του «βασιλείου» και η υποδούλωση του Γένους μετατράπηκε και πάλι, όπως και άλλωτε [2], σε εκφραση της θείας βούλησης, που θέλησε την τιμωρία ενός λαού παραστρατημένου και μιας ηγεσίας που δέχτηκε τον άνομο θρησκευτικό συνβιβασμό με τους Λατίνους. Με τον τρόπο αυτόν οι Οθωμανοί κυριάρχοι μετατρέπονταν σε όργανα της θέλησης του Θεού. Τελικά κάθε προσπάθεια για την εκδίωξή τους, πριν από τη λήξη της περιόδου της τιμωρίας, δεν θα ήταν μόνο ανώφελη, αλλά και αντίθετη προς τις θεϊκές επιταγές. μοναδικό, συνεπώς, μέλημα της ηγεσίας του Γένους θα έπρεπε να είναι η περιφρούρηση αυτού που είχε μείνει αλώβητο από τη γενική κατάρρευση: της ορθόδοξης πίστης. Γι’ αυτό και ο αγώνας έπρεπε να έχει κατεξοχήν θρησκευτικό και ελάχιστα ή καθόλου πολιτικό χαρακτήρα, με στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου συρρίκνωσης του χριστιανικού στοιχείου από τους εξισλαμισμούς και της δογματικής του φαλκίδευσης από τον εκκαθολικισμό.

Με την ιδεολογική αυτή επένδυση η μοιρολατρική στάση έναντι της οθωμανικής κυριαρχίας μετατρεπόταν σε δόγμα ιδεολογικού απομονωτισμού και πολιτικής απραξίας. Παρ’ όλα αυτά, η πάγια αντίληψη για την ιδιαιτερότητα του ορθόδοξου Γένους, που ήταν ριζωμένη στη Ρωμανία τουλάχιστον από την εποχή των αγώνων εναντίον των Αράβων, δεν ήταν δυνατόν να συμβιβαστεί με την παραδοχή της οριστικής υποδούλωσης στο ισλάμ. Η μοναδικότητα του «περιούσιου» λαού δεν συμβιβαζόταν με το ενδεχόμενο μιας τελεσίδικης καταδίκης του από τη θεία βούληση. Γι’ αυτό και ο λαός αυτός ήταν γραφτό να «αποκατασταθεί» κάποτε στα αλλοτινά του «μεγαλεία» και στη χαμένη του πρωτοκαθεδρία. Η οθωμανική κυριαρχία δεν αποτελούσε παρά μόνο μεταβατικό στάδιο για την αναγκαία εξιλέωση των «αμαρτημάτων του Γένους», το οποίο, με τη θέληση της Θείας Πρόνοιας, θα περνούσε από τη δοκιμασία της «αιχμαλωσίας» στη μελλοντική του «ελευθερία».

[1] Ι.Κ. Χασιώτης, «Μεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης, ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της τουρκοκρατίας», σ.σ. 133 κ.ε., university studio press, Θεσσαλονίκη 2001.
[2] επειδή η ασάφεια δεν ήταν δυνατόν να στηρίξει και να ποδηγετήσει το ποίμνιο, χρειάστηκε να ανανεωθούν οι παλαιότερες εσχτολογικές αντιλήψεις, με τις οποίες είχε παρηγορηθεί το χριστιανικό στοιχείο της ακρωτηριασμένης Ρωμανίας, κατά τις μεγάλες δοκιμασίες του 13ου και του 14ου αιώνα.

Written by nomosophia

3 Ιουνίου, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία