ΝομοΣοφία

φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, δίκαιο

Archive for Οκτώβριος 2010

ελεεινοί σύμμαχοι

leave a comment »

Η βλακεία των Δυτικών και ο ποταπός ρόλος της Τουρκίας στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο[1]

Τρεις, τουλάχιστον, μήνες μετά την οριστική λήψη της, οι συμμαχικές υπηρεσίες αγνοούσαν την απόφαση του Χίτλερ να επιτεθεί κατά της Σοβιετικής Ενώσεως. Δραματικά ελλειπής ήταν και η πληροφόρησή τους γύρω από τις μυστικές διμερείς διαβουλεύσεις ανάμεσα στη γερμανική και τις βαλκανικές κυβερνήσεις. Η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία, πράγματι, ενώ εξακολουθητικά άφηναν τους Συμμάχους να ελπίζουν σε πιθανή συμπαράσταση, έδιναν παράλληλα ολοένα και ουσιαστικότερο περιεχόμενο στον μυστικό διάλογο με το Βερολίνο. Ο πρωθυπουργός Τσβέτκοβιτς έφθανε, κατά τη διμερή διάσκεψη στο Φουσλ – μέσα Φεβρουαρίου – να προτείνει τη συγκρότηση αντιβρετανικού μετώπου στα Βαλκάνια, ενώ η Άγκυρα καλλιεργούσε αθόρυβα το έδαφος για την αποφυγή κάθε εμπλοκής στην πολεμική διαμάχη: η τουρκοβουλγαρική συμφωνία μη επιθέσεως, στις 17 Φεβρουαρίου, μέσο για την εξυπηρέτηση της τακτικής αυτής, διευκόλυνε σημαντικά τα σχέδια του Άξονα. Παράλληλα, στις 8 Φεβρουαρίου, η Βουλγαρία είχε συνάψει με τη Γερμανία στρατιωτικό πρωτόκολλο που καθόριζε τη θέση της ενόψει της επικείμενης εισβολής της Βέρμαχτ στην Ελλάδα. Οι πραγματικές προθέσεις των γειτονικών βαλκανικών κρατών έμελλαν τελικά να αποκαλυφθούν όταν θα δημοσιοποιούνταν οι διπλωματικές πράξεις που συνομολόγησαν με την κυβέρνηση του Τρίτου Ράιχ: 1η Μαρτίου και 25 Μαρτίου, προσχώρηση στο Τριμερές Σύμφωνο της Βουλγαρίας, αντίστοιχα, και της Γιουγκοσλαβίας, με αντάλλαγμα, στη δεύτερη περίπτωση, την επέκταση ως τον Θερμαϊκό κόλπο (!), 8 Ιουνίου, τουρκογερμανικό Σύμφωνο Φιλίας. Σύμπτωση μονιμότερων συμφερόντων ή μήπως, πιθανότερα, εκδήλωση βραχυπρόθεσμου καιροσκοπισμού ; Ή, ακόμη, ειδικό φαινόμενο κρατών, τα οποία, όπως χαρακτηριστικά επισήμαναν κύκλοι του Φόρεϊν Όφφις, «εν τη επιθυμία τους όπως αποφύγωσιν ενέργειαν ην η Γερμανία θα εθεώρει προκλητικήν, αδρανούσιν επί τοσούτω ώστε αι μεταγενέστεραι γερμανικαί πιέσεις ευρίσκουσι ταύτα ανίκανα προς άμυναν» ;

Στο μέτρο που γινόταν αντιληπτή, έστω και με αισθητή καθυστέρηση, η κατολίσθηση των βαλκανικών γειτόνων της Ελλάδας στη σφαίρα της άμεσης επιρροής της χιτλερικής Γερμανίας, οι συμμαχικές ελπίδες ολοένα και συρρικνώνονταν για να εντοπιστούν, στις παραμονές της γερμανικής εισβολής, σε μόνη την Τουρκία. «Είναι αναμφισβήτητο ότι οι Τούρκοι θα πολεμήσουν και μάλιστα γενναία», είχε προαναγγείλει στα μέσα του 1940 ο Λόρδος Χάλιφαξ, υπουργός των Εξωτερικών σε μια εποχή που η πρόταξη από την Ελλάδα αποτελεσματικής άμυνας απέναντι σε ενδεχόμενη ιταλική επίθεση δεν θεωρούνταν από την κυβέρνησή του πολύ πιθανή. Σύμφωνα, μάλιστα, με την εκτίμηση του βρετανικού Γενικού Επιτελείου, το πρόβλημα ήταν η προσέλκυση της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προς την πλευρά της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Τουρκίας (!) – που συνδέονταν ήδη με τους δεσμούς του Συμφώνου Αμοιβαίας Βοήθειας του 1939.

[1] Από την «Ελληνική εξωτερική πολιτική, 1900-1945», του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, σ. 292-293, Εστία 1992.

Advertisements

Written by nomosophia

27 Οκτώβριος, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Ιστορία

μαθήματα διπλωματίας

leave a comment »

εκλεπτυσμένη προπαγάνδα ή …

Το μήνυμα που εκπέμπει η Αμερική[1]

Η Αμερική δεν πρόκειται ποτέ να μαζέψει ένα ειδικό σώμα πλανόδιων πωλητών αρκετά προικισμένων ώστε να «πουλήσουν ψυγεία στους Εσκιμώους», τουλάχιστον όχι σε μια εποχή που ομάδες Εσκιμώων πηγαίνουν τις ΗΠΑ στα δικαστήρια με τον ισχυρισμό ότι η άνοδος της παγκόσμιας θερμότητας που προκαλεί η Αμερική καταστρέφει τα μέσα συντήρησης τους. Κανένα έξυπνο πρόγραμμα μάρκετινγκ δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της κακής εικόνας της Αμερικής. Η δομή και το επίπεδο χρηματοδότησης της δημόσιας διπλωματίας είναι σημαντικά, κυρίως στο βαθμό που εκπέμπουν σήμα στο Πεντάγωνο, τη ΣΙΑ και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σχετικά με την αυθεντική πολιτική δέσμευση του προέδρου να αποκαταστήσει τη βλάβη που έχει προκαλέσει. Τα καλά προγράμματα δημόσιας διπλωματίας πράγματι υπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ και με πολύ λογικό κόστος, αλλά για να μετρήσει την αποτελεσματικότητα τους η Αμερική πρέπει να κάνει υπομονή. Η πατριωτική αυτονόητη αλήθεια είναι ότι θα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία και διορατικότητα σε είκοσι χρόνια.

Το μόνο μήνυμα δημόσιας διπλωματίας που είναι αρκετά εντυπωσιακό, ώστε να αντικρούει τις αλληλοεπηρεαζόμενες εχθρικές αφηγήσεις για την αμερικανική ισχύ, είναι η παρατεταμένη επαφή με την ίδια την Αμερική και με ευρύ φάσμα Αμερικανών. Αυτή η θεραπεία δεν κάνει θαύματα. Οι προκαταλήψεις του κόσμου για τις ΗΠΑ μπορούν να επιβεβαιωθούν αντί να διασκορπιστούν με μια επίσκεψη που πάει στραβά. Όμως, οι άνθρωποι που έχουν περάσει καιρό στις ΗΠΑ τείνουν τουλάχιστον να είναι πιο προσεκτικοί στην επιλογή των θεωριών συνωμοσίας και να σκέφτονται πιο βαθιά σχετικά με την αλληλεπίδραση της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Μετά από μια παρατεταμένη επίσκεψη, οι περισσότεροι ξένοι που επιστρέφουν ενδιαφέρονται, για πρακτικούς και συναισθηματικούς λόγους, να δημιουργηθεί θετική εικόνα των ΗΠΑ στην πατρίδα τους.

Τα προγράμματα της Δημόσιας Διπλωματίας για Διεθνείς Επισκέπτες έχουν σεβαστή προϊστορία. Τμήματα της πρεσβείας αναζητούν μελλοντικούς ηγέτες στους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας και διαφόρων ακαδημαϊκών αντικειμένων, της δημοσιογραφίας και του πολιτισμού και τα τμήματα Δημόσιας Διπλωματίας τούς μεταφέρουν σας ΗΠΑ για μια περιήγηση με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Τον παλιό καιρό, όταν οι ξένοι ήταν πιο φτωχοί και τα ταξίδια πιο ακριβά, ήταν εύκολο να πείσεις ένα νεαρό πολιτικό ή δημοσιογράφο να πάρει ένα μήνα άδεια για να γνωρίσει την Αμερική. Σημαντικός αριθμός αυτών που είχαν επιλεγεί από την πρεσβεία, τουλάχιστον στην Ελλάδα, αργότερα ανήλθαν σε θέσεις επιρροής. Θυμούνταν το πρόγραμμα αυτό με συγκίνηση, δεκαετίες μετά, και μερικές φορές αναρωτιόνταν γιατί οι ΗΠΑ δεν ήταν πιο επιθετικές, επιδιώκοντας μια άμεση ανταπόδοση της επένδυσης τους.

Ο κόσμος είναι πιο πλούσιος και πιο απασχολημένος από ό,τι το 1986, όταν έκανα την πρώτη μου πρόταση για τους υποψήφιους επισκέπτες. Ένα δωρεάν ταξίδι στις ΗΠΑ δεν είναι πλέον αυτομάτως θεόσταλτο. Εκείνοι που ήδη προορίζονται σαφώς για μελλοντική δόξα είναι δύσκολο να δραπετεύσουν έστω και για δυο βδομάδες από την εργασία τους. Δέχονται το ταξίδι και το ακυρώνουν την τελευταία στιγμή. Όμως, παραμονή μικρότερη των τριών εβδομάδων δεν αρκεί για να εντυπωθούν σε έναν ενήλικο το εύρος και η πολυπλοκότητα των ΗΠΑ.

Η απλούστερη απάντηση στο πρόβλημα του επισκέπτη, όχι η ιδανική, είναι η διεύρυνση αυτής της διαδικασίας. Από καθεμία εκ των μεσανατολικών χωρών που έχουν σημασία για εμάς, θα μπορούσαν να στέλνονται στις ΗΠΑ εκατοντάδες άνθρωποι, αντί για δεκάδες κάθε έτος, πρόσφατοι απόφοιτοι πανεπιστημίων, μαζί μ’ άλλους προερχόμενους από θρησκευτικές και από επιχειρηματικές ομάδες, βάσει συστάσεων φιλικών δημοσίων υπαλλήλων, επιχειρηματιών και ακαδημαϊκών (εκείνων που συμμετείχαν στα ελάχιστα προγράμματα αμερικανικών σπουδών), για μια περιήγηση πέντε εβδομάδων, στην οποία θα συμπεριλαμβανόταν και η διαμονή σε σπίτι αμερικανικής οικογένειας (κατά γενική παραδοχή βασική μεταμορφωτική εμπειρία). Πολύ περισσότεροι Αμερικανοί θα προθυμοποιούνταν να παίξουν το ρόλο του οικοδεσπότη στους ξένους επισκέπτες, εάν τους το ζητούσε ο πρόεδρος τους.

Όσον αφορά τον μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό φτωχών, αυταρχικών κρατών, οι ανταλλαγές μαθητών λυκείων είναι η καλύτερη επένδυση για τη δημιουργία του πυρήνα μιας νέας γενιάς δημοκρατικών τεχνοκρατών. Ένας/μία δεκαεξάχρονος/η που αποσπάται από την ομάδα των συνομηλίκων του/της θα επιστρέψει, μετά από ένα έτος στις ΗΠΑ, μιλώντας θαυμάσια αγγλικά και έχοντας πλήρη επίγνωση του ότι ο δρόμος που ακολουθεί το Ουζμπεκιστάν δεν είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί να ακολουθήσει μια χώρα. Οι υποτροφίες Φουλμπράιτ και άλλες ακαδημαϊκές ανταλλαγές υψηλού επιπέδου είναι εξαίρετες, αλλά δεν ασκούν την ίδια επίδραση. Οι φοιτητές είναι πολύ κατασταλαγμένοι για να διορθώσουν τους κανόνες με τους οποίους κατανοούν τον κόσμο.

Η αμερικανική κουλτούρα είναι μια φθηνή, εύκολη, ευχάριστη και χρήσιμη υπενθύμιση προς τους σκεπτικιστές ξένους ότι η Αμερική είναι μια παλιά και πολύμορφη χώρα, με πλούσια και εκλεπτυσμένη πολιτισμική ζωή, ριζωμένη σε πολλές διαφορετικές και ενδιαφέρουσες παραδόσεις. Η αμερικανική κουλτούρα είναι επίσης μια τέλεια δικαιολογία για να ξανοιχτούν από την πρεσβεία έξυπνοι, χαρισματικοί ειδικοί στη δημόσια διπλωματία και να σταλούν σ’ όλη τη φιλοξενούσα χώρα, για να υπενθυμίσουν στους ξένους ότι οι Αμερικανοί δεν έχουν κέρατα και ουρές. Στην πορεία η πρεσβεία ξετρυπώνει τον επιχειρηματία που το κρυφό του πάθος για τον Έλβις Πρίσλεϊ τον κάνει τέλειο επί τιμή πρόξενο των ΗΠΑ και χορηγό των αμερικανικών αποστολών προώθησης του εμπορίου.

[1] Τζων Μπρέιντυ Κήσλινγκ, Μαθήματα Διπλωματίας, σελ. 275-279, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2007.

Written by nomosophia

20 Οκτώβριος, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

Ευρώπη και Ελλάδα

with one comment

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΙ ΕΓΩ[1]

ΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΕ ο Δεύτερος Πόλεμος, δηλαδή όταν ήμουν δώδεκα χρονώ, οι Έλληνες χωρίστηκαν σε γερμανόφιλους κι αγγλόφιλους – δε μιλάω φυσικά για τους κομμουνιστές, γιατί αυτοί, κάτω απ’ το καθεστώς του Μεταξά, ήταν σα να μην υπήρχαν, κι αν ήταν με το μέρος κάποιου εξαρτιόταν από τις συνθήκες πού υπέγραφε ή παρέβαινε ο Στάλιν.
Ο μεγάλος αδερφός της μάνας μου – και κατά κάποιο τρόπο κηδεμόνας μου – ήταν γερμανόφιλος. Το ίδιο κι ο στενότερος μου φίλος ανάμεσα στους συμμαθητές μου, ο Τάσων Χατζηδίνας, καθηγητής αργότερα της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής του Πειραιά κι από πέρσι μακαρίτης. Για χάρη αυτών των δύο, έγινα γερμανόφιλος κι εγώ.
Στα διαλείμματα παίζαμε πόλεμο με τούς αγγλόφιλους συμμαθητές μας. Οι πιο μικρόσωμοι από μας καβαλούσαμε στους ώμους των ψηλών – πιο ψηλός απ’ όλους τους αντίπαλους ήταν ο νυν καθηγητής τής Κοινωνιολογίας στην Πάντειο και ειδικός επί θεμάτων της Νικαράγουας – και κάναμε επελάσεις ιππικού, όχι σπάνια μάλιστα μ’ αληθινούς τραυματίες.
Φυσικά, όταν η Ιταλία μάς κήρυξε τον πόλεμο τα πράματα μπερδεύτηκαν. Υπήρχαν βέβαια ακόμα οι αμετανόητοι γερμανόφιλοι που χρειάστηκε να μας επιτεθούν οι ίδιοι οι Γερμανοί για να καταπιούν τη γλώσσα τους. Όσο για μένα που έτσι κι αλλιώς η πολιτική από τότε κιόλας δε με φανάτιζε πολύ, σκέφτηκα πως η γιαγιά πρέπει να είχε δίκιο όταν έλεγε ότι, αν αυτό ήταν για το συμφέρον της Ελλάδας, ήταν πρόθυμη να πάει και με το διάολο. Έπιασα λοιπόν φιλίες με κάτι Εγγλέζους κι Αυστραλούς απ’ αυτούς που μεθοκοπούσανε στο καφενείο τής «Γρανάδας», πάνω από το καταφύγιο πού μ’ έστειλε η γιαγιά όταν οι σειρήνες σήμαιναν συναγερμό – αλλ’ εγώ είχ’ ακούσει πως η Αθήνα ήταν ανοχύρωτη πόλη, δεν κατέβαινα ποτέ κάτω, έμπαινα στο καφενείο και τούς χάζευα, και μερικοί απ’ αυτούς μ’ έπαιρναν ανάμεσα στα γόνατα τους και με κερνούσαν παγωτό. Έτσι, την αποχώρηση τους την τελευταία βδομάδα εκείνου του σκληρού Απρίλη τη συνεδύασα με την ήττα τής Ελλάδας και λυπήθηκα διπλά.

Θα πρέπει να ‘μαι απ’ τούς λίγους Έλληνες που παρέστησαν αυτόπτες μάρτυρες της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα. Είχ’ ακούσει βέβαια πως είχαν φτάσει ως τη Θήβα, μα με την αίσθηση του χρόνου που έχει ένα παιδί δεκατριώ χρονώ και παρ’ όλο που ήξερα αόριστα πως το μέτωπο είχε καταρρεύσει, δεν περίμενα να τους δω να φτάνουν τόσο γρήγορα. Τ’ απόγεμα λοιπόν εκείνο κατέβηκα όπως συνήθως προς το κέντρο της Αθήνας για να πάω σε κανένα σινεμά – τα καθώς πρέπει εννοείται πριν και γύρω από το «Ρεξ», γιατί τα λαϊκά που υπήρχαν γύρω απ’ την Ομόνοια τα θεωρούσα επικίνδυνα και κατώτερα της ιδέας πού είχα για το κοινωνικό μου επίπεδο.
Διαπίστωσα με κάποια απορία ότι, όπως άλλωστε κι όλα σχεδόν τα μαγαζιά, ήταν κλειστά, κι οι πεζοί μετριόντουσαν στα δάχτυλα. Είδα όμως λίγο κόσμο μαζεμένο στο σταυροδρόμι της Πανεπιστημίου με την Αιόλου και κατηφόρισα ως εκεί να δω τί τρέχει. Από μακριά διέκρινα νά ‘ρχεται προς το μέρος μας μια τρίκυκλη μοτοσυκλέττα, σε δευτερόλεπτα μας έφτασε, σε κλάσμα του δευτερολέπτου μας προσπέρασε, κι ίσα πού πρόλαβα να δω το πρόσωπο του οδηγού σκεπασμένο από μια κοκκινωπή σκόνη, τη γερμανική σημαία με τη σβάστικα διπλωμένη μέσ’ στη βάρκα της μοτοσυκλέττας, και δυο κοπέλλες με ξανθιές κοτσίδες πού αποσπάστηκαν από το πλήθος και του πέταξαν δυο μπουκέτα αγριολούλουδα. Όλοι oι άλλοι γύρω μου κοίταζαν βλοσυροί κι αμίλητοι, και μόνο κάποιος πλάι μου ψιθύρισε: «Πάνε να την υψώσουν στην Ακρόπολη». Ακολούθησα με τα μάτια τη μοτοσυκλέττα που απομακρυνόταν στην Αιόλου, κι είδα στο βάθος του ορίζοντα τον Παρθενώνα και το Ερεχθείο λουσμένα στο βαθύ κόκκινο φως του ηλιοβασιλέματος.
Γύρισα στο σπίτι και διηγήθηκα τη σκηνή στη γιαγιά. Είπε: «Αυτά να τα βλέπει ο ανόητος ο θειος σου. Μα δε βαριέσαι. Τα ίδια έλεγε κι ο προκομμένος ο πατέρας του στον Πρώτο Πόλεμο, πως τάχα θα κερδίσουνε. Αλλ’ όπως ‘χάσαν τότε, έτσι θα χάσουνε και τώρα». Αυτά τα λόγια της γράφτηκαν ανεξάλειπτα στη μνήμη μου κι επηρέασαν βαθιά τη στάση μου απέναντι στους Γερμανούς τα τρία-τόσα χρόνια που κράτησε η Κατοχή. Στην αρχή τους είδα σα να είχαν ζωντανέψει τα μολυβένια στρατιωτάκια της Βέρμαχτ που μάζευε με πάθος ο Ιάσονας. Αργότερα, θες επειδή ήμουν πολύ απορροφημένος απ’ τα προβλήματα της εφηβείας μου, θες επειδή από ένα ανόητο συμβάν για το όποιο θα μιλήσω κάποτε, δεν οργανώθηκα ποτέ όπως τόσοι άλλοι συνομήλικοι μου στην ΕΠΟΝ, δεν είχα ιδέαν για τις απαγωγές ομήρων και τις εκτελέσεις, για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κι ακόμα και την ύπαρξη των ανταρτών μας στα βουνά την έμαθα, παραδόξως, από έναν Γερμανό. Ήταν το καλοκαίρι του ‘43 στο Βόλο. Συνήθως πήγαινα για μπάνιο στο λιμενοβραχίωνα, γνωστό ως «μπλόκια». Ένας νεαρός φαντάρος τους μου έπιασε κουβέντα, μου έδειξε το Πήλιο, και είπε κάτι για κάποιους «παρτιζάνεν». «Παρτιζάνεν;» ρώτησα. «Τ’ είν’ αυτό;» Νόμιζε πως υποκρινόμουνα τον ανίδεο και με κοίταξε καχύποπτα. Δεκάξι χρονώ γάιδαρος και δεν είχ’ ακούσει τίποτα για τους «παρτιζάνεν»;
Βέβαια, όπως η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων, υπέφερα κι εγώ στην Κατοχή. Δεν πείνασα ίσως όσο άλλοι, αν κι υπήρξαν και βραδιές που το δείπνο μας συνίστατο σε μερικά κρεμμύδια ψημένα στη χόβολη του μαγγαλιού. Είδα όμως παιδιά της ηλικίας μου, σκελετωμένα απ’ την πείνα, να ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρούνε καμιά λεμονόκουπα ή και να ξεψυχάν στα πεζοδρόμια. Κι ίσως αυτός είν’ ένας απ’ τούς λόγους, λέω τώρα με το νου μου, που υποσυνείδητα αποφάσισα να μην παντρευτώ ποτέ. Έτρεμα στη σκέψη ότι μπορεί μια μέρα νά ‘βλεπα τα παιδιά μου να πεθαίνουν με τον ίδιο τρόπο.

Κι ωστόσο δε μίσησα τους Γερμανούς. Ε, καταχτητές ήταν – όσο θα κρατούσανε – φυσικό να τρων καλύτερα από μας. Κι όσο για το σινεμά που ήταν το πάθος μου, εκεί που άλλοτε γελούσα με το Χοντρό και το Λιγνό, τώρα γελούσα με τον Χάιντς Ρήμαν και τον Τέο Αίνγκεν. Επηρεασμένος μάλιστα απ’ τα λόγια της γιαγιάς και βέβαιος, εις πείσμα αυτών που έβλεπα στα Επίκαιρα τους, ότι θά ‘χαναν τον πόλεμο, ερχόντουσαν στιγμές που τους λυπόμουνα. Ήταν τόσο όμορφοι με τις στολές και τα σπαθάκια τους. Και πολλοί απ’ αυτούς δε θα προλάβαιναν να ξαναδούν την οικογένεια και το σπίτι τους.
Μόνο μια φορά συνέβη κάτι πού μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω τί σήμαινε η Κατοχή. Το καλοκαίρι του ‘42, σε μια απ’ τις άσκοπες εφηβικές περιπλανήσεις μου, βρέθηκα ένα σούρουπο μπροστά στο Ηρώδειο. Κάποιος γερμανικός θίασος έπαιζε μια αρχαία τραγωδία. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα υπόγεια παρασκήνια που υπάρχουν τώρα. Δυο-τρεις απ’ τούς ηθοποιούς, ντυμένοι αρχαίοι Έλληνες, περίμεναν απ’ έξω τη σειρά τους για να βγούνε στη σκηνή. Στο μεταξύ κουβέντιαζαν με Γερμανούς φαντάρους και καπνίζανε. Μου φάνηκε πολύ αστείο. Απ’ όσο ήξερα, οι αρχαίοι Έλληνες δεν κάπνιζαν. Μειδίασα και σκαρφάλωσα πίσω απ’ το θέατρο να παρακολουθήσω απ’ έξω την παράσταση. Μα τα γερμανικά μου ήταν φτωχά. Δεν καταλάβαινα τί έλεγαν. Δεν καταλάβαινα ούτε καν ποια τραγωδία έπαιζαν.
Καθώς ήτανε λοιπόν μια γλυκιά αυγουστιάτικη βραδιά με πανσέληνο κι είδα Γερμανούς ν’ ανηφορίζουνε προς τα Προπύλαια, τούς ακολούθησα κι εγώ. Είχα ζήσει τόσα χρόνια γύρω και κάτω απ’ την Ακρόπολη, όπου κι αν πήγαινα την έβλεπα, αλλ’ όπως τόσοι Αθηναίοι δεν είχε τύχει ως τότε ν’ ανεβώ επάνω. Τώρα ήταν η ευκαιρία. Αλλ’ όταν έφτασα στην πύλη με σταμάτησε ο φύλακας. «Ο κύριος; Γερμανός ή Έλληνας;» Άκου εκεί ερώτηση, σκέφτηκα κατσουφιάζοντας. «Έλληνας βέβαια», απάντησα. Και τότε μού ‘πε: «Απαγορεύεται η είσοδος στους Έλληνες.» Ήταν σα να μού ‘χαν δώσει μια γερή γροθιά στο στομάχι. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Ώστε έτσι ε; Στην Ακρόπολη, στη δική μας την Ακρόπολη, να επιτρέπεται η είσοδος στους Γερμανούς και να απαγορεύεται στους Έλληνες! Δε μπορούσα να το χωνέψω. Πάλι καλά πού αυτό το ζώον μ’ είχε αποκαλέσει «κύριο». Ήταν μια τραυματική εμπειρία απ’ την οποία έκανα χρόνια να συνέλθω. Ακόμα μέχρι σήμερα, όταν ακούω για το ηρωικό κατόρθωμα του Μανόλη Γλέζου και τού φίλου του, στα χείλια μου ανεβαίνει αυθόρμητα ένα πικρό χαμόγελο. Αυτόν τον ηρωισμό τους τον είχα πληρώσει εγώ πολύ ακριβά.

[1] Κώστα Ταχτσή, Από την χαμηλή σκοπιά, σελ. 36-40, εκδόσεις Εξάντας, 1992.

Written by nomosophia

13 Οκτώβριος, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Γενικά

φιλοσοφία των κοινωνικών δομών

leave a comment »

_φωτογραφία του Carl Van Vechten_1937″]Ο Φιτζέραλντ και η σωτηρία των πλουσίων

[*]
ή οι εκλεκτοί του Θεού

Η τζαζ, το τζιν, το Χόλιγουντ, η Κυανή Ακτή, τα σαρπράιζ-πάρτι, η ομορφιά, το πνεύμα, η νεότητα και μετά ο αλκοολισμός, η τρέλα, η φτώχεια, η αποτυχία, η περιθωριοποίηση, οι νευρασθένειες. Όλο το έργο του Φράνσις Σκωτ Φιτζέραλντ ταλαντεύεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα με μια κίνηση σαγηνευτική και αδυσώπητη. Το δράμα του είναι εγγεγραμμένο εξαρχής μέσα σε μια έμμονη ιδέα του, τρελή και αμείλικτη ταυτόχρονα: οι πλούσιοι είναι οι εκλεκτοί του Θεού, σχηματίζουν μες στους κόλπους της ανθρωπότητας μια κάστα φωτός που κανείς δεν την πλησιάζει δίχως κίνδυνο. Στον Φιτζέραλντ έχουμε από τη μια την πτώση και από την άλλη το όνειρο της δόξας: η ευτυχία είναι ένας θησαυρός πίσω από μια βαριά πόρτα που όλοι θέλουν να τη μισανοίξουν. Όμως δεν το καταφέρνουν παρά μόνον όσοι είναι από ευγενική γενιά και η πτώση είναι ακόμα πιο άγρια για τους παρείσακτους που πίστεψαν πως κατάφεραν να χωθούν στο κάστρο. Ακόμα και ο έρωτας, κυρίως ο έρωτας, συνιστά την κατεξοχήν αυταπάτη εκείνων που θέλουν να υπερβούν τον αυστηρό διαχωρισμό των τάξεων. Εδώ η γυναικεία ομορφιά είναι μια διφορούμενη υπόσχεση. Η θεσπέσια κληρονόμος, εκείνη που, όταν ο άντρας τη γοητεύει, θα τον περάσει από το Βασίλειο του Σκότους στον Παράδεισο, είναι επίσης και η πρώτη που θα αποδιώξει τον ταπεινής καταγωγής εραστή και θα τον ξαναστείλει στον κόσμο του. Η ωραία γυναίκα με τη full of money, τη γεμάτη χρήμα φωνή, αυτή για την οποία ο Φιτζέραλντ γράφει: «Οι τρόποι της αποκάλυπταν με απόλυτη βεβαιότητα πως τα όμορφα πράγματα αυτού του κόσμου της ανήκαν εν ονόματι ενός φυσικού και αναπαλλοτρίωτου δικαίου», είναι το πρότυπο ενός σύμπαντος που δεν ανέχεται καμιά αταίριαστη ένωση, όπου όλοι οι Γκάτσμπυ του κόσμου ξαποστέλνονται αφού διασκεδάσουν το κοινό. Η απόφαση δεν επιδέχεται έφεση: «Τα φτωχά αγόρια δεν πρέπει να ονειρεύονται γάμους με πλούσια κορίτσια»• όταν βγάζουμε «τους ανθρώπους από τη σειρά τους, αυτό τους γυρίζει τα μυαλά όσο κι αν προσπαθούν μην το δείξουν».

Επειδή για τον Φιτζέραλντ το χρήμα είναι ένα θεϊκό φυλαχτό και οι κοινωνικοί φραγμοί είναι και μεταφυσικοί φραγμοί, ο φτωχός πρέπει να τιμωρηθεί που τόλμησε να ανυψωθεί. Η αναμενόμενη καταστροφή είναι παταγώδης, μια φοβερή κατρακύλα κάτω από τον καγχασμό των πλουσίων. Η τραγωδία του Φιτζέραλντ, η «ρωγμή» του, εδράζεται ολόκληρη μες στην πεισματική, παιδιάστικη πίστη του στο χρήμα σαν σημάδι των εκλεκτών, σε αυτό το μυθιστορηματικό, καλβινικού τύπου, όραμα που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε προορισμένους και σε χαμένους. Η ένδεια είναι τιμωρία, και η σύντομη ευτυχία των φτωχών ένας σφετερισμός μια και μόνον οι πλούσιοι έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα στην απόλαυση και την ηδονή. Στον Φιτζέραλντ, η ερωτική ασυμφωνία δεν συνδέεται με μια λογική του πάθους ή του συναιθήματος, αλλά της κοινωνιο-οικονομίας. Και μες στη δυστυχία του, ο αποδιωγμένος δεν έχει άλλη επιλογή απέναντι στους εκατομμυριούχους και τα βουνά των διαμαντιών τους, παρά να διαλύσει την ντροπή του στο αλκοόλ.

Ολόκληρο το έργο του Φιτζέραλντ είναι μια υπέροχη αλληγορία του American Way of Life, του Αμερικάνικου Τρόπου Ζωής, και της λατρείας του δολαρίου, στα χρόνια του είκοσι και του Μεγάλου Κραχ. Αλλά οι σύγχρονοι επίγονοι του Φιτζέραλντ, γοητευμένοι όπως κι εκείνος από τη δύναμη των πλουσίων, μας αποδείχνουν πως αυτή η νοοτροπία είναι πάντα ζωντανή. Αν, πέρα από τον Ατλαντικό, οι μεσαίες τάξεις εξαφανίζονταν, αφήνοντας άμεσα αντιμέτωπους τους ζάπλουτους και τους πάμφτωχους, καθώς φοβούνται ορισμένοι, η Αμερική του 21ου αιώνα και ίσως και η Ευρώπη μπορεί να μοιάσουν στον μυθιστορηματικό κόσμο του Φιτζέραλντ: έναν κόσμο διαποτισμένο από την παγερή θεολογία του δολαρίου, της θείας σφραγίδας που διαχωρίζει τους εκλεκτούς από τους απορριγμένους.

[*] Πασκάλ Μπρυκνέρ, Η αέναη ευφορία, μέρος III [η αστική τάξη και η κατάπτυστη ευμάρεια], σελ. 224-226, εκδόσεις Αστάρτη, 2000.

Written by nomosophia

6 Οκτώβριος, 2010 at 14:58

Αναρτήθηκε στις Φιλοσοφία