περί γραφής
Ο πάπυρος[1]
Ο πάπυρος, που ήταν αρχικά επίθετο της αιγυπτιακής γλώσσας και σήμαινε «βασιλικός»[2], είναι ένα φυτό των τελμάτων, που παλαιότερα φύτρωνε στην κοιλάδα του Νείλου, σε διάφορες περιοχές της Συρίας, στη Μεσοποταμία και στην Παλαιστίνη, κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ. Σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί και βρίσκεται μόνο στην τροπική Αφρική και σε μερικές περιοχές της Σικελίας, κυρίως στην περιοχή των συρακουσών. Το φυτό αυτό, που ο Λινναίος του έδωσε την επιστημονική ονομασία Cyperus Papyrus, χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους κυρίως για την κατασκευή παπύρινου χαρτιού αλλά και για διάφορες άλλες χρήσεις: την κατασκευή ελαφρών πλοιαρίων, υφαντικών ινών, υποδημάτων, φιτιλιών για λαμπάδες, αφιερωματικών στεφανιών και, τέλος, ως φάρμακο.
Με βάση ένα χωρίο του Πλινίου του Πρεσβυτέρου[3], μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα διάφορα στάδια της κατασκευής του χαρτιού από πάπυρο. Το στέλεχος του φυτού, που έφτανε σε ύψος τα πέντε μέτρα, το έκοβαν κατά μήκος σε λεπτότατες λωρίδες[4]. Τις λωρίδες αυτές τις άπλωναν σε ένα στρώμα, τη μια κολλητά με την άλλη, πάνω σε ένα τραπέζι ή άλλη επίπεδη επιφάνεια, και τις έβρεχαν με νερό του Νείλου. Πάνω στο πρώτο στρώμα τοποθετούσαν ένα άλλο, κάθετα προς αυτό. Σχηματιζόταν έτσι ένα πλέγμα, που το συμπίεζαν σε ένα πιεστήριο. Με την πίεση έβγαινε από τις χλωρές ακόμη ίνες του φυτού μια κολλητική ουσία[5], και έτσι τα δύο στρώματα ενώνονταν απόλυτα μεταξύ τους και σχημάτιζαν ένα ενιαίο φύλλο, που το ονόμαζαν plagula ή scheda. Καθεμιάν από τις plagulae αυτές, αφού την ξέραιναν στον ήλιο, τη χτυπούσαν με ένα σφυρί, για να φύγουν ενδεχόμενες ανωμαλίες, και την πασπάλιζαν με αλευρόκολλα, για να γίνει πιο λεία η επίφάνειά της. Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας αυτής το τεμάχιο του παπύρου λεγόταν κόλλημα, και πραγματικά αμέσως έπειτα ο κολλητής αφού έκοβε τα μεμονωμένα φύλλα στο μέγεθος που ήθελε, τα ένωνε ύστερα με κόλλα και σχημάτιζε μια μεγάλη σε μάκρος επιφάνεια. Το πρώτο φύλλο το έλεγαν πρωτόκολλον και το τελευταίο εσχατοκόλλιον.
Ονομάζουμε συνήθως recto του παπύρου την όψη όπου οι ίνες είναι κάθετες προς τα κολλήματα και οι στίχοι της γραφής βαίνουν κατά μήκος των ινών. Αντίθετα, ονομάζουμε verso την όψη όπου οι ίνες βαίνουν παράλληλα προς το κόλλημα, και η γραφή αντίθετα προς αυτές. Στα επίσημα έγγραφα και στις πολυτελείς εκδόσεις μόνο το recto προοριζόταν για γραφή. Αλλά επειδή ο πάπυρος ήταν πάντοτε πολύ ακριβός[6], δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο ένα εμπόριο χαρτιού από πάπυρο με γραμμένο το recto αλλά άγραφο ακόμη το verso, που το πουλούσαν σε χαμηλή τιμή. Έτσι έχουμε τους οπισθόγραφους παπύρους, γραμμένους δηλαδή και στις δύο όψεις. Κατά κανόνα, στους παπύρους αυτούς η γραφή του recto πρέπει να θεωρείται αρχαιότερη από τη γραφή του verso.
…
Ο πάπυρος ήταν το κοινότερο υλικό γραφής σε ολόκληρη την κλασσική Αρχαιότητα. Πατρίδα του είναι η Αίγυπτος, και τα αρχαιότερα δείγματά του, με ιερογλυφική γραφή, χρονολογούνται σε εποχή που απέχει πάνω από 3.000 χρόνια από τη γέννηση του Χριστού. Αλλά κύλινδροι παπύρου εικονίζονται σε παραστάσεις αιγυπτιακών ναών που ανήκουν σε ακόμη παλαιότερη εποχή. Αρχικά οι Έλληνες δεν έκαναν την εισαγωγή του παπύρου απευθείας από την Αίγυπτο, αλλά τον αγόραζαν από τους Φοίνικες. Αυτό το αποδεικνύει καθαρά μια άλλη ελληνική ονομασία του παπύρου, ήδη γνωστή στον Αισχύλο: βύβλος[7]. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την ομώνυμη ακμαία πόλη της Φοινίκης, που πρέπει να ήταν το κυριότερο κέντρο εμπορίας παπύρου.
Γνωστός στην Ελλάδα πριν από την εποχή του Ηροδότου, που τον αναφέρει ως κανονική ύλη γραφής, ο πάπυρος χρησίμευσε σχεδόν αποκλειστικά για τη γραφή όλων των φιλολογικών και των δικαιοπρακτικών κειμένων ως τον 4ο αιώνα μΧ, όπως θα δούμε παρακάτω. Το αρχαιότερο χρονολογημένο έγγραφο σε πάπυρο είναι ένα γαμήλιο σύμβόλαιο του 311 πΧ, που βρέθηκε στην Ελεφαντίνη της Αιγύπτου. Στη Ρώμη, όπου πιστεύεται ότι ο πάπυρος πρωτοέφτασε τον τελευταίο αιώνα της δημοκρατικής περιόδου, σύγχρονα με τη διάδοση των πρωτων φιλολογικών έργων, χρησιμοποιήθηκλε ως τον 4ο αιώνα μΧ, και ύστερα άρχισε να εξαφανίζεται. Κατά το Μεσαίωνα η χρήση του ήταν σποραδική.
Ο πάπυρος είναι υλικό αρκετά ευθρυπτο, που διατηρείται μόνο σε ξηρά εδάφη, σε μέρη που δεν έρχονται σε επαφή με τον αέρα. Ως το πρώτο μισό του 18ου αιώνα δεν ήταν γνωστά παρά ελάχιστα τεμάχια παπύρου. Η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1752. Στο Ηράκλειο[8], στην έπαυλη του Καλπουρλινίου Πίσωνα, φίλου του Κικέρωνα, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στη λάβα από την έκρηξη του Βεζουβίου[9], βρέθηκαν μισοκαμένοι και τσαλακωμένοι κύλινδροι παπύρου με ελληνική γραφή. Στα δύο χρόνια που κράτησε η έρευνα βρέθηκαν στην ίδια έπαυλη και σε γειτονικές κατοικίες πάνω από 1.800 παρόμοιοι κύλινδροι. Ένα μέρος τους περιελάμβανε έργα του επικούρειου φιλοσόφου Φιλοδήμου. Στα τέλη του ίδιου αιώνα άρχισαν να γίνονται οι πρώτες ανακαλύψεις παπύρων στην Αίγυπτο, αλλά μόλις την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα[10] πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες επιστημονικές αποστολές στην Οξύρυγχο, που συνεχίστηκαν έπειτα και στον αιώνα μας[11]. Έτσι άρχισε να συγκεντρώνεται ένας πλούσιος θησαυρός, αποτελούμενος από χιλιάδες φιλολογικά κείμενα και έγγραφα, πολλά από τα οποία παραμένουν ακόμη αδιάβαστα και ανέκδοτα. Η τόση αφθονία του υλικού συντέλεσε πολύ στην ανάπτυξη της παπυρολογίας ως ανεξάρτητης ιστορικής επιστήμης.
[1] Ελπίντιο Μιόνι, Εισαγωγή στην Ελληνική Παλαιογραφία, σελ. 28-30, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994.
[2] στα ελληνικά πάπυρος, βύβλος και αργότερα βίβλος.
[3] ΧΙΙΙ 12-13.
[4] philyrae
[5] turbidum glutinum
[6] τον θεωρούσαν ως εμπόρευμα πολυτελείας και γι’ αυτό επέβαλλαν στην εμπορία του υψηλούς φόρους.
[7] Ικέτιδες 947.
[8] Herculaneum.
[9] 79 πΧ.
[10] 19ου.
[11] 20ο.
σχετικά άρθρα: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post_18.html
μνήμες
Τα χιλιοειπωμένα[1]
Είχα παρακολουθήσει τη Μικρασιατική Εκστρατεία του 1921 από τη Σμύρνη μέχρι και πέραν του Σαγγαρίου, ως πολεμικός ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων.
Έζησα έντονα τη μεγαλειώδη εκείνη προσπάθεια του Γένους σε όλες τις φάσεις της, επικές και δραματικές.
Απεκόμισα ανεξίτηλες εντυπώσεις, αξερίζωτα βιώματα.
Δεν είμαι καθόλου πολεμοχαρής.
Δεν δύναμαι όμως ν’ αποκρύψω τα αισθήματα θαυμασμού και περηφάνειας, που συγκλόνιζαν την ψυχή μου όταν αντίκρυζα εκ του πλησίον τις ελληνικές φάλαγγες να προελαύνουν νικηφόρες στα βάθη της Μικράς Ασίας, τα πανταχού κατάσπαρτα από ιστορικά ίχνη, από σεπτά κειμήλια, από αθάνατα λείψανα του αρχαιοελληνικού, του ελληνιστικού και του βυζαντινού πολιτισμού μας.
Ασταθείς είναι πάντοτε των πολέμων οι τύχες …
Αν η εκστρατεία εκείνη είχε, για τους γνωστούς εσωγενείς και εξωγενείς λόγους, άδοξο τέλος και καταστροφική συνέπεια, παρά τούτο, ασυγχώρητη θα ήταν εθνική παράλειψι και αγνωμοσύνη να παροραθούν και να αγνοηθούν τα επιτευχθέντα τότε σπουδαία κατορθώματα του Εθνικού μας Στρατού, που προσθέτουν σελίδες τιμής στην ιστορία της πολεμικής αρετής των Ελλήνων.
Ανήκει για τούτο πας αίνος στους ηρωικούς άθλους των μαχητών της Μικράς Ασίας – όπως ανήκει πας θρήνος στο αποτρόπαιο ξερίζωμα του Ελληνισμού της, που υπερβαίνει σε απανθρωπιά κάθε πολεμικήν αιματοχυσία.
Το Ελληνικόν Έθνος οφείλει να μη λησμονήση ποτέ, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ούτε το πολεμικό άθλημα ούτε το φυλετικό ξερίζωμα. Όπως δεν ελησμόνησεν επί τέσσερες αιώνες το 1453, έτσι δεν πρέπει να λησμονηθή, ακόμη κι αν χρειαστούν αιώνες, το 1922.
Έθνη που λησμονούν εύκολα, είτε τους θριάμβους των είτε τους ολέθρους των, είναι καταδικασμένα σε ιστορικόν εξαφανισμό.
Χιλιοειπωμένο είναι αυτό που λέγω. Αλλά στην πολυτάραχη εποχή των αδόκιμων και αλλοπρόσαλλων νεοκραυγασμάτων, που ζούμε, σκόπιμο είναι να ξανακούγωνται συχνότερα και τα δόκιμα, τα συνετά, τα σταθερά χιλιοειπωμένα …
[1] Γιώργου Αθάνα (1893 – 1987), Ιστορικά Μελετήματα, Εις μνήμην Μικρασίας, σελ. 258-259, Ίδρυμα Γ & Μ Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος 1998.
ιστορία
Η ισχυροποίηση της αθηναϊκής δημοκρατίας[1]
Οι πολιτειακές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη θα συντελέσουν στην ανάπτυξη του αθηναϊκού κράτους τόσο από εσωτερική όσο και από εξωτερική άποψη. Αυτή την ανάπτυξη επιδίωξαν να ανακόψουν οι Σπαρτιάτες γιατί, κατά τον Ηρόδοτο, κατάλαβαν ότι αν οι Αθηναίοι μείνουν ελεύθεροι θα γίνουν ισοδύναμοι με αυτούς[2]. Εξάλλου ο Κλεομένης μετά την αποτυχία του να παραδώσει την αρχή στον Ισαγόρα «επιστάμενος περιυβρίσθαι» συγκέντρωσε στρατό από όλους τους Πελοποννησίους συμμάχους της Σπάρτης χωρίς να αποκαλύψει ότι είχε την πρόθεση να τιμωρήσει τους Αθηναίους και να επιβάλει τον Ισαγόρα ως τύραννο[3]. Παράλληλα συνεννοήθηκε με τους Θηβαίους και τους Χαλκιδείς ώστε να εισβάλουν στην Αττική ταυτόχρονα με τους Πελοποννησίους. Η με τόση φροντίδα προετοιμασία του Κλεομένη πήγαζε προφανώς από την προηγούμενη εμπειρία του, ότι η επιβολή της θέλησης της Σπάρτης δεν θα ήταν εύκολη επιχείρηση, και ότι μόνο με την ισχύ των όπλων θα μπορούσε να περιστείλει τη δύναμη του αθηναϊκού δήμου.
Οι Αθηναίοι είχαν βέβαια αντιδράσει με την επιτυχία στην πρώτη προσπάθεια του Κλεομένη να εγκαθιδρύσει ολιγαρχικό καθεστώς, περιμένοντας όμως νέα ισχυρότερη στρατιωτική επέμβαση αποφάσισαν να στείλουν πρέσβεις στις Σάρδεις «συμμαχίην βουλόμενοι ποιήσασθαι προς Πέρσας»[4].Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο σατράπης Αρταφέρνης προς τον οποίο οι πρέσβεις ανακοίνωσαν τον σκοπό της επίσκεψής τους έθεσε όρο για τη σύναψη συμμαχίας να προσφέρουν «γη ντε και ύδωρ», και ότι οι πρέσβεις δέχθηκαν και δήλωσαν υποταγή. Αλλά μετά την επιστροφή τους «αιτίας μεγάλας είχον»[5].
Ο Ηρόδοτος αποδίδει την προσπάθεια προσέγγισης των Περσών σε πρωτοβουλία Αθηναίων απαλλάσσοντας έτσι τον Κλεισθένη από οποιαδήποτε κατηγορία. Νεώτερος ερευνητής συνδέει τη στροφή της Αθήνας προς την Περσία με τον Κλεισθένη και υποστηρίζει ότι η επίπληξη των πρέσβεων οφειλόταν στο ότι μετά την επιστροφή τους είχε περάσει ο κίνδυνος που απειλούσε το καθεστώς[6]. Η εξέλιξη που είχε η συνδυασμένη κατά των Αθηνών επίθεση δεν αποκλείει αυτή την άποψη.
Ενώ ο στρατός των Πελοποννησίων οδηγούμενος από τους δύο βασιλείς της Σπάρτης, τον Αγιάδη Κλεομένη και τον Ευρυπωντίδη Δημάρατο, εισχωρούσε στην Αττική οι βοιωτοί είχαν κυριέψει την Οινόη και τις Υσιές «δήμους εσχάτους της Αττικής» και οι Χαλκιδείς λεηλατούσαν βορινούς δήμους της Αττικής προς την Χαλκίδα[7].
Από τις επιθέσεις αυτές οι Αθηναίοι έκριναν ως περισσότερο απειλητική εκείνη που προερχόταν από τους Πελοποννησίους και συγκεντρώθηκαν στην Ελευσίνα για να τους αντιμετωπίσουν. Αλλά «μελλόντων … συνάψειν τα στρατεύματα ες μάχην» αποκαλύφθηκε ο σκοπός της εκστρατείας με αποτέλεσμα την αποχώρηση των Κορινθίων και την αποδοκιμασία του Δημάρατου. Οι άλλοι σύμμαχοι τότε βλέποντας τους δύο βασιλείς να διαφωνούν μιμήθηκαν το παράδειγμα των Κορινθίων.
Η αποτυχία της εκστρατείας αποδόθηκε από τις αρχές της Σπάρτης στη διαφωνία των δύο βασιλέων γι’ αυτό και ορίσθηκε με νόμο ότι στο μέλλον ένας μόνο από τους βασιλείς θα ήταν ηγέτης του στρατού[8]. Επίσης από τότε η Σπάρτη δεν μπορούσε να επιβάλει την γνώμη της στους συμμάχους της, αλλά έπρεπε να συγκαλέσει τους εκπροσώπους της συμμαχίας σε συνέλευση και να σεβαστεί την απόφασή τους.
Μετά την αποχώρηση του στρατού των Πελοποννησίων οι Αθηναίοι βάδισαν κατά τα βόρεια για να αναχαιτίσουν το ιππικό των Χαλκιδέων. Επειδή όμως μόλις έφθασαν στον Εύριππο είδαν τους Βοιωτούς να πλησιάζουν στράφηκαν εναντίον τους και στη μάχη που έγινε φόνευσαν πολλούς και αιχμαλώτισαν 700. Την ίδια ημέρα πέρασαν τον Εύριππο και συνέτριψαν τους Χαλκιδείς. Επέβαλαν δε στους ηττημένους σκληρούς όρους: Φυλάκισαν αλυσοδεμένους τους αιχμαλώτους, ώσπου αποφάσισαν να τους απολύσουν παίρνοντας για τον καθένα δύο μνας. Με τη δεκάτη από τα λύτρα που είχαν εισπραχθεί κατασκεύασαν χάλκινο τέθριππο, που αφιέρωσαν στην Αθηνά, στη βάση του οποίου ήταν χαραγμένη η ακόλουθη επιγραφή:
ένθεα Βοιωτών και Χαλκιδέων δαμάσαντες
παίδες Αθηναίων έργμασιν εν πολέμω
δεσμώ εν αχλυόεντι έσβεσαν ύβριν.
Των ίππους δεκάτην Παλλάδι τάσδ’ έθεσαν[9]
Επίσης, πήραν από τους Ιπποβότας της Χαλκίδος έκταση γης την οποία διαίρεσαν σε 4.000 κλήρους και τους παραχώρησαν σε ισάριθμους Αθηναίους ακτήμονες[10]. Έτσι αμείβονται οι υπερασπιστές της δημοκρατίας και ενισχύονται οι προφυλακές της.
Οι νίκες των Αθηναίων συνδέονται άμεσα με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Η διεύρυνση του σώματος των πολιτών, η ουσιαστική συμβολή τους στη διαχείριση των κοινών αφυπνίζουν το φρόνημά τους και ενισχύουν τους δεσμούς τους με την «πόλι», όπως διαπιστώνεται από το αποτέλεσμα των πολεμικών συγκρούσεων. Εξάλλου αυτό το ίδιο αποτέλεσμα ενισχύει την πίστη των πολιτών στην «ισονομία» και την «ισηγορία», που σημαίνουν αντίστοιχα ισότητα απέναντι στους νόμους και ελευθερία λόγου για πολιτικά ζητήματα. Στην ισηγορία αποδίδει ο Ηρόδοτος την αύξηση της δύναμης των Αθηνών, και για να αποδείξει τη σημασία της αντιπαραθέτει τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονταν οι Αθηναίοι όταν είχαν τυραννική κυβέρνηση και τη διάκρισή τους όταν απαλλάχθηκαν από τους τυράννους, και αντιπαραβάλλει την αλλοτρίωση που παρατηρείται εξαιτίας της τυραννίδος με το δυναμισμό που προέρχεται από την απόκτηση ελευθεριών[11].
[1] Άννα Ραμού – Χαψιάδη, «από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική», σελ. 173176, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1982.
[2] V. 91
[3] Ηρόδοτος, V. 74. 1
[4] Ηρόδοτος, V. 73. 1
[5] V. 73
[6] Burn, Persia and the Greeks, σ. 187
[7] Ηρόδοτος, V. 74. 2
[8] 506/5, Ηρόδοτος, V. 75
[9] Ηρόδοτος, V. 77
[10] κληρούχους
[11] V. 78
Αρμενιακά
Αραράτ – κεφάλαιο δεύτερο[1]
Το Αραράτ είναι παντού μες στην αρμένικη γλώσσα, στη μνήμη, στην ποίηση και στη ζωή. Δεν είναι όμως μες στα όρια του σημερινού κράτους, λείπει στην αιχμαλωσία.
Στο πόδι του έχει αφήσει την καθημερινή πληγή του.
Για να καταλάβουμε κι εμείς τί σημαίνει για τον Αρμένιο η καθημερινή πληγή του Αραράτ ας πάρουμε για παράδειγμα να χαράξουμε τα σύνορά μας κάπου στους πρόποδες της ακρόπολης γύρω – γύρω με τέτοιο τρόπο που όλη η Αθήνα να γίνει ένα αμφιθέατρο στραμμένο στον Παρθενώνα, αλλά τον ναό, τα αγάλματα και όλα τα άλλα, όπως τα έλεγε ο Μακρυγιάννης, να τα ‘χουν οι Τούρκοι, αποκεί και πίσω όλα να είναι τουρκιά κι εμείς να είμαστε στο αμφιθέατρο και ν’ αντικρίζουμε αυτό το θέαμα. Τον Μακρυγιάννη τον θύμισα σαν μια υπόμνηση του καιρού – θέλω να πω ότι δεν φτάνει απλώς να τα βλέπουμε αυτά, αλλά να βλέπουμε με τα μάτια της εποχής εκείνης. Έτσι κάπως είναι τα πράγματα εδώ – ανοίγοντας ο Αρμένιος την πόρτα βλέπει αντίκρυ το Αραράτ. Το βλέπει κι ευθύς στέλνει μια βλαστήμια εκεί που νομίζει ότι πρέπει να την κατευθύνει – σ’ αυτούς που κρατούν τον αιχμάλωτο, σε κείνους που συνέργησαν, σε κείνους που αδιαφόρησαν και ολιγώρησαν, σε πολλούς. Η ιστορία είναι μεγάλη. Έτσι αρχίζει τη μέρα του βλαστημώντας τους υπαίτιους και καλημερίζοντας το βουνό. Είναι μεγάλος αυτός ο πειρασμός. Γιατί και το θέαμα είναι μοναδικό. Συνήθως λέμε όλοι για τα βουνά μας: «το ωραιότερο του κόσμου». Ο καθένας για το δικό του. Εδώ όμως και ο ξένος που θα έρθει υποχρεώνεται ν’ αναγνωρίσει ότι το Αραράτ είναι πράγματι το ωραιότερο βουνό του κόσμου. Είναι κάτι το αξέχαστο. Δεν βλέπει κανείς μια πλαγιά ή μια πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή, πέντε χιλιάδες διακόσια μέτρα. Κάθε πρωί ο Αρμένιος τα βλέπει όλα σε μια παράταξη – τον Παρθενώνα – του, το Ερεχθείο, τα τείχη, τα αγάλματα. Ένα μοναδικό πανόραμα, όλοι οι αιχμάλωτοι στη σειρά. Ο μετς Μασίς, το μικρό Αραράτ, ένας τέλειος κώνος στο αριστερό άκρο, ύψος περίπου τέσσερις χιλιάδες μέτρα με τα χιόνια τώρα το καλοκαίρι λιανές μακρουλές πλεξίδες γαϊτανάκι γύρω στο πιο τέλειο βουνίσιο κεφάλι που μπορεί να φανταστεί κανείς, μοναδικό κι αλησμόνητο. Δίπλα ακριβώς ο γιγάντιος όγκος του αζάτ Μασίς, η μεγάλη κορυφή. Αυτή είναι αιωνίως μες στα σύννεφα κάτασπρα σας τα χιόνια. Πρέπει να είσαι τυχερός, να πέσεις σε καλή μέρα, για να δεις ως που φτάνει και πως γράφεται στον γαλανό ουρανό ο γκώδης σαν ένα τεράστιο οροπέδιο τρούλος του. Δεν είναι καθόλου εύκολο.
Όταν ο τσάρος Νικόλαος πήρε από τους Πέρσες αυτά τα εδάφη και τα προσάρτησε στην αυτοκρατορία του, κάμποσες ώρες στάθηκε εκεί αντίκρυ, αλλά ως το τέλος δεν μπόρεσε να δει τη μεγάλη κορυφή του Αραράτ. «Μα βγάλε επιτέλους το σκουφί σου και προσκύνα τον αφέντη σου !» του φώναξε. Έφυγε άπρακτος. Εκείνον όμως τον καιρό στον ποιητή Πούσκιν το Αραράτ αποκαλύφθηκε αμέσως. Ο Πούσκιν σκαστός από την Πετρούπολη πέρασε από τα μέρη αυτά πηγαίνοντας για το Ερζερούμ, πίσω από τα νικηφόρα ρωσικά στρατεύματα. Καλοκαίρι του 1829, δυο – τρεις μήνες πριν από τη συνθήκη της Αδριανούπολης. Αυτή που κατακύρωσε με τις μεγάλες σφραγίδες και τη δική μας ελευθερία. Σ’ αυτό το ταξίδι εμπνεύστηκε και τον τελευταίο χαιρετισμό στην αναγεννώμενη Ελλάδα. Στο οδοιπορικό του δίνει σύντομα τις εντυπώσεις του από το θρυλικό βουνό.
Με ξύπνησαν οι κοζάκοι το ξημέρωμα … Βγήκα από το αντίσκηνο στον καθαρόν αέρα. Μόλις έσκαγε ο ήλιος. Είδα πέρα στον ξάστερο ουρανό ν’ αστράφτει χιονισμένο ένα δικέφαλο βουνό. «Ποιο είναι κείνο το βουνό ;» ρώτησα κι όπως τέντωνα το κορμί μου να ξεμουδιάσει άκουσα την απάντηση: «Το Αραράτ». Τί δύναμη έχουν απάνω μας οι ήχοι ! Κοίταζα αχόρταγα αυτό το βιβλικό βουνό, είδα την κιβωτό αραγμένη στην κορυφή, ελπίδα της ανανέωσης και της ζωής κι από μέσα να πετούν το κοράκι κι η περιστερά, σύμβολα της θείας δίκης και της ειρήνης …
Ο Πούσκιν ήταν βιαστικός. Πέταξε τις λίγες αυτές γραμμές στο σημειωματάριό του και πηδησε στο άλογο να φτάσει μπροστά το στρατό που είχε ήδη πάρει από τους Τούρκους το Καρς και σε λίγο τους έπαιρνε και την Ερζερούμ, τη βυζαντινή Θεοδοσιούπολη. «Τα πήραν αλλά δεν τα κράτησαν» …
[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», σελ. 23-25, εκδόσεις Κέδρος, 1982.
η μάχη των φύλων
Ο «Χρυσός Αιώνας» της Αθήνας και οι άτυχες γυναίκες του[1]
Αν την ιστορία έγραφαν οι Ελληνίδες, από τη σκοπιά του φύλου τους, ουδέποτε θα είχαν διανοηθεί να χαρακτηρίσουν «χρυσό αιώνα» την 5η προχριστιανική εκατονταετία της Αθήνας. Χρυσός αιώνας μπορεί να ήταν για τους πατέρες, τους αδερφούς, τους συζύγους και τους γιους τους – εφόσον αυτοί δεν τύχαινε ν’ ανήκουν στη θεόφτωχη τάξη των θητών – που απολάμβαναν την υλική ευημερία και την πολιτική ισότητα της δημοκρατίας τους, που καλλιεργούσαν το σώμα και το πνεύμα τους, που οικοδομούσαν τ’ αθάνατα μνημεία τους. Όχι όμως και για κείνες, αφού το πεδίο δράσης που τους είχε ορίσει η αρσενική νομοθεσία δεν απλωνόταν παραπέρα από την αυλόπορτα του οίκου τους. Με τέτοιους όρους, η ζωή του θηλυκού πληθυσμού, αντί να προοδεύει παράλληλα με την πρόοδο της πρώτης ελληνικής πόλης, εμφανίζεται οπισθοδρομημένη σε σχέση με τους ομηρικούς χρόνους.
Δημιουργός του νομοθετικού πλέγματος που κατέτασσε τις γυναίκες στην κατηγορία του «δεύτερου φύλου» είναι ο Σόλωνας[2], εκφραστής και θεμελιωτής των τάσεων που επικρατούσαν ανάμεσα στους ομοφύλους του, αλλά και των δικών του προσωπικών τάσεων, αφού ήταν γνωστός θεράποντας της παιδεραστίας. Κατά το βιογράφο του Πλούταρχο, η αδυναμία του αυτή, πέρα από συγκεκριμένα περιστατικά, αποδείχνεται κι από τα ποιήματά του, ακόμη όμως κι από ένα νόμο του, που απαγόρευε στους δούλους ν’ αλείβονται με λάδι και ν’ αγωνίζονται στις παλαίστρες, αυτούς τους πρόσφορους τόπους δημιουργίας παιδεραστικών δεσμών, είτε να πλησιάζουν μ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο ερωτικά τους νέους. Γιατί, λέει ο Πλούταρχος, ο Σόλωνας θεωρούσε την ερωτική συναναστροφή με τους νέους ωραία και σοβαρή απασχόληση, γι’ αυτό και προσκαλούσε μονάχα τους άξιους, εκεί όπου απέκλειε τους ανάξιους[3]. Έτσι νομιμοποίησε μια κοινωνία παιδεραστική, με τις γυναίκες χωρισμένες σε κατηγορίες, ανάλογα με τη γενετήσια προσφορά τους: συζύγους, παλλακίδες, εταίρες, πόρνες. Όπως δήλωνε απροκάλυπτα στο δικαστήριο ένας ρήτορας, «τας μεν γαρ εταίρας ηδονής ένεκα έχομεν, τας δε παλλακίδας της καθ’ ημέραν θεραπείας του σώματος, τας δε γυναίκας (δηλαδή συζύγους) του παιδοποιείσθαι γνησίως και των ένδον φύλακα πιστήν έχειν»[4].
Μετά απ’ αυτά δεν είναι περίεργο που μια αξιόπρεπη νοικοκυρά του -5ου αιώνα, απασχολημένη αποκλειστικά με την τεκνοποίηση και τη διεύθυνση του οίκου της, ελάχιστα γνώριζε την πόλη «της», αυτή την Αθήνα που ο κόσμος ολόκληρος θαύμαζε ή ζήλευε, υμνούσε ή μισούσε. Έξω έβγαινε σπανιότατα, πάντα για συγκεκριμένο σκοπό, οπωσδήποτε με τη συνοδεία υπηρέτριας, ή ευνούχου, ή συγγενή, και ποτέ για ψώνια, μια και η δουλειά αυτή προοριζόταν αποκλειστικά για τους δούλους. Γενικά η αθηναϊκή κοινωνία αντιμετώπιζε την έξοδο της γυναίκας με καχυποψία, η οποία ήταν τόσο μεγαλύτερη, όσο η γυναίκα ήταν νεότερη. Ο ρήτορας Υπερείδης έλεγε πως η γυναίκα που βγαίνει από το σπίτι πρέπει να έχει τέτοια ηλικία, ώστε οι άντρες που τη συναντούν να μην αναρωτιούνται ποιος είναι ο σύζυγός της, αλλά ποιανού είναι η μητέρα.
Εδώ, βέβαια, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει τον Υπερείδη πώς άραγε οι διαβάτες θ’ αναρωτιόντουσαν τα παραπάνω, αφού η γυναίκα που έβγαινε έξω ήταν στην πραγματικότητα αόρατη: γύρω από το πρόσωπο είχε ένα σάκκον, ύφασμα που έμοιαζε με σακουλάκι, ή ένα κρήδεμνον[5], διάφανο ύφασμα που άφηνε έξω μόνο τα μάτια, ενώ το κεφάλι της ήταν τυλιγμένο σε μίτραν, κάτι σαν το σημερινό κεφαλομάντιλο. Μια από τις νόμιμες δικαιολογίες εξόδου για τη γυναίκα ήταν η μετάβαση στο θέατρο, αλλά μόνο για να παρακολουθήσει παράσταση τραγωδίας, γιατί οι κωμωδίες, με τη χοντρή κι αθυρόστομη σάτιρά τους, αποτελούσαν θέαμα-ακρόαμα αποκλειστικά αντρικό.
Καθώς οι απαγορεύσεις αυτές αναφέρονταν στην ημερήσια έξοδο, φαντάζεται κανείς πως αντιμετωπιζόταν η νυχτερινή. Ο σχετικός νόμος όριζε, για τη γυναίκα, «μη νύκτωρ πορεύεσθαι, πλην αμάξη κομιζομένη, λύχνου προφαίνοντος»[6]. Κι όσο για τις μετακινήσεις έξω από την πόλη, ο Σόλωνας, με φανερή απέχθεια για την ιδέα, είχε θεσπίσει πως η γυναίκα που ήθελε να βγει από την εξωτερική περίμετρο της Αθήνας δεν μπορούσε να έχει μαζί της περισσότερα από τρία κομμάτια ρουχισμού, ή περισσότερα τρόφιμα από την αξία ενός οβολού, ή περισσότερο νερό απ’ όσο χωράει σε κανάτι του ενός «πήχεος», δηλαδή ύψους από τον αγκώνα ως την άκρη του μικρού δαχτύλου. Γενικά ο δρόμος ήταν για τη γυναίκα κάτι σαν τον απαγορευμένο καρπό. Ο Αριστοφάνης λέει ότι, όχι μονάχα τα κορίτσια, αλλά και οι κυράδες, άσχετα από ηλικία, έπρεπε να κρατιούνται μακριά από τα παράθυρα, στο εσωτερικό του σπιτιού, για να μην τύχει και τις δει κανένας περαστικός[7]. Η προκατάληψη για το δρόμο ήταν τόση, ώστε όταν γύρισαν στην Αθήνα τ’ απομεινάρια του αθηναϊκού στρατού από τη φοβερή καταστροφή της Χαιρώνειας[8], οι γυναίκες μόλις που τόλμησαν να βγουν στις αυλόπορτες και να ρωτήσουν για τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, μα κι αυτό ακόμα θεωρήθηκε άπρεπο και για κείνες και για την πόλη τους[9].
* Η συνέχεια του άρθρου στην σελίδα του Δημοδιδάσκαλου: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post_11.html
[1] Θεόδωρου Καρζή, «Η γυναίκα στην αρχαιότητα», σ. 171 επ., εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1997.
[2] Ο Αθηναίος νομοθέτης Σόλωνας έζησε από το -640 ως το -560.
[3] Πλουτάρχου, Σόλων, 1.
[4] Δημοσθένη (;): Κατά Νεαίρας, 122. Η Νέαιρα ήταν μια πολύ γνωστή εταίρα, που ο ρήτορας Στέφανος την είχε φέρει στην Αθήνα, μαζί με τα τρία παιδιά της, και την παντρεύτηκε. Αργότερα, η Νέαιρα κατηγορήθηκε για ασέβεια στους νόμους και πέρασε από δίκη, όπου οι κατήγοροί της εκφώνησαν τον παραπάνω λόγο, γραμμένο ίσως από το Δημοσθένη, αλλά πιθανότερα από άλλον, άγνωστο ρήτορα.
[5] Ή κάλυμμα, ή καλύπτραν.
[6] Πλουτάρχου, Σόλων, 21.
[7] Αριστοφάνη, Θεσμοφοριάζουσαι, στ. 797.
[8] το -338 ο αθηναϊκός στρατός κατασφάχτηκε από τους Μακεδόνες.
[9] Λυκούργου, Κατά Λεωκράτους, 40.
Φιλοσοφία
Γαληνός, περί ευδαιμονίας[1]
Ο Γαληνός, αντιθέτως με το όνομά του, που παραπέμπει σε εικόνα «ήσυχου» ανθρώπου, μόνο «γαληνός» δεν ήταν. Άνθρωπος μαχητικός και εριστικός, δηκτικός, περήφανος για τις γνώσεις, τις ανατομικές έρευνες, την πείρα και τις επιτυχίες του, θεωρούσε – δικαίως – τον εαυτό του αυθεντία. Σύμφωνος με το πνεύμα όλων των ελληνιστικών φιλοσοφιών, δεν αναγνώριζε καμία διάκριση μεταξύ ηθικής θεωρίας και πράξης: σε κάθε περίπτωση ο καθένας είναι αυτό που πράττει, και πράττει αυτό που είναι – ασχέτως τί μπορεί να ισχυρίζεται, προφορικά ή γραπτά, και είχε την αξίωση, οι γιατροί να είναι φιλόσοφοι και όχι απλοί επαγγελματίες.
…
Μετά τον Πλάτωνα, όλες οι φιλοσοφικές σχολές – με πρώτο, χρονικά, το Λύκειο του Αριστοτέλη – αναγνώριζαν ως υπέρτατο σκοπό και ύψιστο αγαθό της ανθρώπινης ζωής την επίγεια ευδαιμονία. Όλοι οι προβληματισμοί, οι διαφωνίες και διαμάχες μεταξύ των σχολών στον τομέα της ηθικής φιλοσοφίας, η φιλολογία περί αρετών, αξιών και παθών, τα ζητήματα εφαρμογής της φιλοσοφίας στην καθημερινή ζωή, όλα – επαναλαμβάνουμε – αφορούν στην επίτευξη της επίγειας ευδαιμονίας και μόνο σ’ αυτήν.
Αν ξύσουμε από την λέξη ευδαιμονία τη σκουριά δεκαεπτά χριστιανικών αιώνων, την διαβολή της εκκλησίας και την συνακόλουθη εννοιολογική υποβάθμιση της λέξης στην νεοελληνική μας γλώσσα, που θέλει την ευδαιμονία ταυτισμένη με ό,τι σήμερα εννοούμε ως «καλοζωΐα», αν δηλαδή καταφύγουμε στα αρχαία κείμενα, στον Αριστοτέλη, στον Επίκουρο, στους Στωικούς, τουλάχιστον θα γνωρίσουμε ότι η ευδαιμονία – σε αντίθεση με την «ευτυχία» όπως την εννοεί ο σημερινός άνθρωπος – οφείλεται προπάντων στην προσωπικότητα και στις αρετές μας, ότι προϋποθέτει μια συγκεκριμένη εσωτερική στάση. Η ίδια η λέξη παραπέμπει στην προσωπικότητα, στο «καλό θεϊκό στοιχείο» που έχουμε μέσα μας, και θεϊκό στοιχείο – εκείνο που «συγγενεύει» με το θείον – είναι ο νους. Αυτός έχει την ευθύνη, και όχι οι εξωτερικές περιστάσεις και τα γυρίσματα της τύχης. Κοινός τόπος όλων των σχολών της φιλοσοφίας (πλην των Ακαδημεικών σκεπτικών) είναι η θέση ότι η ευδαιμονία πηγάζει μέσα από την ψυχή του – φιλοσοφημένου – ανθρώπου και είναι αδιανόητη χωρίς τις τέσσερις θεμελιώδεις αρχαιοελληνικές αρετές: φρόνηση, ανδρεία, εγκράτεια, δικαιοσύνη.
Η Ηθική, λοιπόν, της μεταπλατωνικής «θύραθεν» φιλοσοφικής διδασκαλίας είναι ξένη προς ό,τι άλλο την διαδέχτηκε, από την εποχή που την έθεσε εκτός νόμου η χριστιανική εξουσία, ξένη προς την κατοπινή παράδοση, τα θεολογικά, θρησκευτικά, ιδεολογικοπολιτικά και φιλοσοφικά ηθικά συστήματα που κληρονόμησε ο σύγχρονος κόσμος (από τον Μέγα Βασίλειο και τον Αυγουστίνο μέχρι τον Καντ και τον 20ο αιώνα – με μικρή εξαίρεση κάποιων φιλοσόφων του Διαφωτισμού και άλλων μεμονωμένων στοχαστών όπως οι Σπινόζα, Μπένθαμ και Μιλ, των οποίων το έργο, φυσικά, είχε μηδαμινή απήχηση συγκριτικά με εκείνη των ελληνικών φιλοσοφικών σχολών στην εποχή της άνθησής τους), όπως επίσης και με την πλειονότητα σύγχρονων συμβουλευτικών ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων.
Δεν πρόκειται να καλάβουμε τον Γαληνό, τις ηθικές προτροπές και το απόλυτο και επιτακτικό ύφος του, αν τον διαβάσουμε φορώντας τους παραμορφωτικούς φακούς της σύγχρονης ηθικολογίας, αν, δηλαδή, ξεχάσουμε προς στιγμήν ότι το ζητούμενό του είναι οι όροι επίτευξης της επίγειας ευδαιμονίας[2], ένας από τους οποίους είναι η γαλήνη της ψυχής. Θα νομίσουμε ότι νουθετεί σαν σύγχρονος ιδεολόγος ή σαν χριστιανός ιεροκήρυκας.
[1] Γαληνός, «Για της ψυχής τα πάθη και τα λάθη», PN Singer, Εισαγωγή στον Γαληνό, σελ. 9-11, Θύραθεν εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 2003.
[2] Ο ίδιος, άλλωστε, κάνει πολύ σύντομες νύξεις επ’ αυτού, ως αυτονόητου [χωρίο όπου μνημονεύει τις νουθεσίες του πατέρα του]. Στην πραγματεία δεν υπάρχει ίχνος μεταφυσικής παραμυθίας, καμία νύξη περί αμοιβών ή τιμωριών μετά θάνατον. Ανύπαρκτη έστω και η παραμικρή αναφορά στο «θέλημα των θεών».
το πορτραίτο ενός αμετανόητου εισβολέα …
Ο … άμαχος … Ράιαν[1]
Το μαρτύριον της Κυρήνειας είναι μοναδικόν εις τραγικότητα, ουδόλως δε συγκρίνεται με εκείνο άλλων περιοχών της Κύπρου, αι οποίαι κατελήφθησαν κατά την δευτέραν φάσιν της τουρκικής εισβολής. Διότι αι πλείσται των καταληφθεισών κατά τον πόλεμον του Αυγούστου περιοχαί είχον εκκενωθεί προηγουμένως από τους Έλληνας κατοίκους των, ως η Αμμόχωστος …
…
Οι Τούρκοι έσπειραν τον θάνατον και την καταστροφήν και εις τα πλησίον της Κυρήνειας χωριά Άγιος Γεώργιος, Φτέρυχα, Τριμίθι και Κάρμι. Οι κάτοικοι, μάλιστα, των χωριών αυτών ήσαν οι πρώτοι, οι οποίοι εδοκίμασαν τας τουρκικάς ωμότητας. … Αι εν προκειμένω αφηγήσεις είναι και πολλαί και συγκλονιστικαί, ανακαλούν δε εις την μνήμην τας πλέον τραγικάς στιγμάς της Ιστορίας μας. Μίαν δραματικήν περιγραφήν των συμβάντων μετά την απόβασιν των Τούρκων, παρέχει ο Χρήστος Δράκος εκ του χωρίου Τριμίθι, ο οποίος αφηγείται τα ακόλουθα:
«Αμέσως μετά τις πρώτες εκρήξεις ξεκίνησα με την οικογένειάν μου για να καταφύγουμε στην Λάπηθον. Όμως γρήγορα βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από Τούρκους στρατιώτες, που εξαγριωμένοι μας καλούσαν να σηκώσουμε ψηλά τα χέρια. Η οικογένειά μου, το ανδρόγυνο Κώστα Κοζάκου και δύο άγνωστοι ξένοι είμαστε, ως φαίνεται, οι πρώτοι αιχμάλωτοι των Τούρκων. Ο κύκλος γύρω μας εστένευε και οι Τούρκοι είχαν στραμμένα απειλητικά εναντίον μας τα όπλα τους. Ύστερα, Παναγιά μου, έγινε μεγάλο φονικό! Οι Τούρκοι άρχισαν να μας γαζώνουν. Οι δυο ξένοι έπεσαν νεκροί με τις πρώτες ριπές. Αγκάλιασα τον Γιώργο μου και πέσαμε στο χώμα. Πλάϊ μου βρισκόταν η γυναίκα μου, ενώ ο μικρός γυιος μου Νίκος προσπαθούσε να βρη προφύλαξιν στο στήθος της. Έσφιγγα το παιδί μου στην αγκαλιά και παρακαλούσα να είχα και άλλα χέρια για να το σκεπάσω. Ακούστηκαν και άλλες ριπές και μου ήρθε τρέλλα σαν είδα την γυναίκα μου στα αίματα. Δεν μπορούσα να τρέξω κοντά της, γιατί θα άφηνα ακάλυπτο το παιδί. Σύρθηκα, κρατώντας το στην αγκαλιά, κοντά σ’ ένα βράχο και κάθε φορά που οι σφαίρες κτυπούσαν και έσκαγαν τα κομμάτια από τον βράχο, νόμισα πως έφτασε το τέλος μας. Ξαφνικά το χέρι μου γέμισε με αίμα του παιδιού μου που μόλις είχε κτυπηθή. Γύρισε, με κοίταξε και ύστερα έγειρε στη γη, ενώ το στόμα του γέμισε αίματα. Σε μια διακοπή των πυροβολισμών γύρισα και είδα με απελπισία ότι η γυναίκα μου ήταν «ραμμένη» από τις σφαίρες και μόλις ανέπνεε. Μόλις την παραμέρισα, είδα ότι και ο Νίκος μας ήταν και αυτός νεκρός. Ζήτησα γονατιστός νερό από ένα Τούρκο φαντάρο. Ήθελα να δροσίσω το πρόσωπο της γυναίκας μου, που με κοιτούσε ασάλευτη. Αντί για νερό, όμως, με κτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου του. Ύστερα έδωσαν την χαριστική βολή στην τραυματισμένη και εμένα με επήραν οι «Οηέδες».
…
η Ελένη Καράνα, 20 ετών, αφηγείται ως ακολούθως την προσωπικήν της περιπέτειαν:
«Μια βόμβα από αεροπλάνο κατέστρεψε το σπίτι μας. Μέσα από τα χαλάσδματα βρήκαμε διέξοδο και βγήκαμε από το υπόγειο μαζί με τους γονείς μου. Ξαφνικά βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από πέντε τούρκους. Χωρίς άλλη κουβέντα ένας από αυτούς σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε. Ο πατέρας μου δίπλωσε και έγειρε χωρίς ανάσα. Πάγωσα, Θέλησα να πέσω πάνω του. Έτρεξε και η μάνα μου ουρλιάζοντας. Όμως την φωνή της έπνιξε ένας καινούργιος πυροβολισμός και η μάνα μου κάτι μουρμούρισε. Έβγαλε λίγο αίμα από το στόμα και ξεψύχησε. Πριν συνέλθω από την τρομάρα, την αγωνία, τον πόνο, την πίκρα, τρεις Τούρκοι με επλησίασαν και ένας από αυτούς με φοβερή αγριάδα μου τράβηξε τη μπλούζα και στη συνέχεια με έρριξε στο χωράφι. Πήρα κουράγιο, έτρεξα, αλλά με πρόφτασαν σε ένα καλύβι. Ύστερα πέσαν πάνω μου, σωστά λυσσάρικα σκυλιά. Λιποθύμησα, χάθηκα …»
…
«Άκουα ‘που τον πατέραν τζιαί τον παππούν μου για την Τουρτζιάν, τζ’ εν επίστευκα», είπεν εις την κυπριακήν διάλεκτον ο 75ετής γέρων Νικόλαος Ιωάννου εκ του χωρίου Τριμίθι, εννοών ότι ήκουεν από τον πατέρα και τον πάππον του διά τα εγκλήματα των Τούρκων επί Τουρκοκρατίας και δεν ηδύνατο να πιστεύση τα εξιστορήσεις αυτάς.
…
Η Ελένη Ματεΐδου, έχουσα εις την αγκάλην της τα δύο τέκνα της … περιγράφει το δράμα της ως ακολούθως:
«Βρισκόμαστε λίγο έξω από το χωριό, στις μάντρες, όπου είχαμε τα κοπάδια. Οι Τούρκοι κατέβηκαν ρίχνοντας πυροβολισμούς. Μπήκαν στα σπίτια και άρχισαν αμέσως να κτυπούν και να κλωστούν λυσσασμένα τον πατέρα και τον άντρα μου. Εμείς αρχίσαμε τα κλάματα. Ήταν η μητέρα μου, οι δύο αδελφές μου και εγώ.
Ένας Τούρκος, ενώ χτυπούσε τον άντρα μου, φώναζε: «Δεν έχει γυνάικα τούτος;». Τότε έτραξα αγκάλιασα τον άντρα μου και τον εφιλούσα. «Να χαρής, μη μου σκοτώσετε τον άντρα μου, έχουμε δυο παιδιά», τους εφώναξα. Οι στρατιώτες αυτοί, που φαίνονταν να είναι από την Τουρκία, μας είπαν να μείνουμε εκεί. Και στη συνέχεια, τράβηξαν τον πατέρα μου και τον άντρα μου προς τον ποταμό. Λίγα λεπτά μετά ακούσαμε πυροβολισμούς. «Παναΐα μου, εσκοτώσαν τους», εφώναξα, και αρχίσαμε να κλαίμε …»
…
Αμέσως μετά την εκδήλωσιν της τουρκικής επιδρομής, 40 περίπου άτομα, των οποίων αι οικείαι ευρίσκοντο παρά το Πεντεμίλι, όπου διενηργήθη η απόβασις κατέφυγον εις περιοχήν παρά τους πρόποδας του Πενταδακτύλου. Απεκρύβησαν εντός αχυρώνος επί δύο ημέρας …
Την εσπέραν της Κυριακής, οι φυγάδες αυτοί ανεκαλύφθησαν υπό τουρκικής περιπόλου. Οι στρατιώται τους διέταξαν να προχωρήσουν εις παρακείμενον χώρον, όπου τους ανεκοίνωσαν ότι θα εξετελούντο! Εις εκ των διασωθέντων αφηγείται:
«Ένας Τούρκος στρατιώτης έσυρε τον Βασίλην Ευθυμίου ο οποίος την στιγμήν εκείνην εκράτει της ηλικίας δυόμισυ ετών κόρην του, τον εκόλλησεν εις κορμόν δένδρου και ητοίμαζε το οπλοπολυβόλο διά να τον εκτελέση. Η σύζυγος του Βασίλη, οδυρόμενη, ήρπασε το όπλον του Τούρκου στρατιώτου και τον ικέτευε να μη πυροβολήση. Η σκηνή συνεκίνησεν έτερον Τούρκον στρατιώτην ο οποίος προέτρεπε τον συνάδελφόν του να μη προχωρήση εις το βάρβαρον τούτο έγκλημα. Και τούτο τελικώς έγινε.
Βραδύτερον, άλλος Τούρκος στρατιώτης εχώρισε τρεις άνδρας και τους μετέφερεν εις άλλην τοποθεσίαν. Ηκούσθησαν πολλοί πυροβολισμοί … η τύχη τούτων μεχρί τώρα αγνοείται.»
[1] Διονυσίου Καρδιανού, «Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρον», σελ. 228 επ., εκδόσεις Γ. Λαδιάς, Αθήναι 1976