από τους μύθους του Αισώπου
Νυκτερίς και Βάτος και Αίθυια[1]
Η Νυχτερίδα ήταν γυναίκα, από τις πρώτες του χωριού στην εξυπνάδα. Το χωριό της ήταν παραθαλάσσιο. Ένας από τους συγγενείς της λεγόταν Βάτος και ένας άλλος λεγόταν Γλάρος. Από το χωριό τους έβλεπαν να γυρνούν γυρολόγοι με λογής πανικά ή να έρχωνται με καΐκια του κόσμου οι πραμάτειες για τους ντόπιους εμπόρους. Όλοι έκαναν χρυσές δουλειές.
- Γιατί να μη γίνουμε κι’ εμείς έμποροι ; είπεν η Νυχτερίδα στο Βάτο και στο Γλάρο.
Εκείνοι ηύραν το σχέδιο περίφημο. Ύστερα από λίγο είχαν κιόλας έτοιμη τη συμφωνία. Θα σχημάτιζαν και οι τρεις μια εμπορική εταιρεία. Θα έβαζαν και οι τρεις καταθέσεις σε είδος ή σε μετρητά. Και ύστερα θα πήγαιναν και οι τρεις μαζί στην πρωτεύουσα, θα φόρτωναν ένα καΐκι γεμάτο εμπόρευμα και θα γύριζαν στον τόπο τους για να πουλούν και να θησαυρίζουν. Όλα φαινόντουσαν τόσο εύκολα ! Οι τρεις συνεταίροι ήταν κατενθουσιασμένοι. Ο Βάτος πούλησε όλη την περιουσία του, σπίτι χωράφια, αμπέλια, περιβόλια. Με τα χρήματα αγόρασε γούνες και άλλα υφάσματα. Ο Γλάρος πούλησε όλη την περιουσία του και αγόρασε χαλκώματα κάθε λογής. «Θα τα αγοράζουν οι νέες για την προίκα τους. Δε θα προφταίνουμε να πουλάμε !» έλεγε στους άλλους δυο συνεταίρους και έτριβε τα χέρια του από χαρά. Η Νυχτερίδα δεν είχε διόλου χρήματα. Δεν είχε ούτε χτήματα για να τα πουλήση. Πήρε λοιπόν και ηύρε έναν- έναν όλους τους τοκογλύφους των χωριών της επαρχίας και δανείστηκε χρήματα. Βέβαια ο τόκος ήταν πολύ μεγάλος. Ωστόσο, η Νυχτερίδα ήταν πολύ σίγουρη πως η εταιρεία τους θα έκανε χρυσές δουλείες. «Μέσα σε δυο το πολύ μήνες θα έχω ξεπληρώσει τόκους και κεφάλαια», έλεγε. Αφού ψώνισαν όλα τα είδη, φόρτωσαν ένα ολόκληρο πλοίο, μπήκαν και αυτοί μέσα και επίστρεφαν στον τόπο τους.
Στο δρόμο όμως έπιασε ξαφνική και μεγάλη θαλασσοταραχή και το πλοίο ναυάγησε πάνω σε κάτι ξέρες. Όπως ήταν νύχτα, οι ναύτες πήραν πολλά από τα υφάσματα, μπήκαν στις δυο βάρκες και φύγανε κρυφά. Το πλοίο, ναυαγησμένο και ακυβέρνητο, το ξαναπήραν τα κύματα, το πήγαν πότε εδώ και πότε εκεί, ώσπου στο τέλος βούλιαξε μ’ όλα τα χαλκώματα. Είδαν και έπαθαν οι τρεις συνεταίροι, ώσπου να καταφέρουν να σωθούν. Ευτυχώς, είχαν την καλή τύχη να περνάη εκεί κοντά τους κάποιο καράβι να τους περιμαζέψη. Πώς όμως να τολμήσουν να παρουσιαστούν στο χωριό τους ; Παρακάλεσαν τότε το θεό να τους λυπηθή και να τους βοηθήση. Εκείνος τους λυπήθηκε και τους έδωκε άλλη μορφή. Ο Βάτος έγινε δεντρικό, ο σημερινός «βάτος» με τα μακρυά κλωνιά και τα πολλά του αγκάθια. Ο Γλάρος έγινε πουλί, ο σημερινός «γλάρος» με την αγκιστρωτή μύτη και τις λευκές σπαθωτές φτερούγες. Η νυχτερίδα έγινε κι’ αυτή πουλί, η σημερινή «νυχτερίδα» με τις φτερούγες της από δέρμα και με το μουσούδι της σαν του ποντικιού.
Αλλά και μ’ όλη τη μεταμόρφωσή τους δεν κατορθώνουν να λησμονήσουν το μεγάλο τους καημό. Ο βάτος έπιασε τις στράτες και τα μονοπάτια, ένα γύρω σ’ όλους τους τόπους. Εκεί άπλωσε τ’ αγκαθερά κλωνιά του και παραφυλάει. Κάθε διαβάτης που θα περάση, στέκεται ο βάτος με τ’ αγκάθια του και τον γραπώνει από το ρούχο: «Μην είναι κανένας από τους ναύτες τούτος ο περαστικός;- Μην είναι από τα δικά μου υφάσματα τούτο που φοράει;» Έτσι συλλογιέται ο βάτος και εξετάζει του καθενός τα ρούχα. Ο γλάρος πάλι δεν αφήνει τη θάλασσα. Γαλήνη ή φουρτούνα κάνει, του γλάρου του είναι αδιάφορο. Ολημερίς πετάει πάνω από τη θάλασσα και ψάχνει. Και κάθε τόσο κάνει βουτιές μέσα στα νερά, κοιτάζοντας τους βυθούς. Έχει την ελπίδα πως, συνεχίζοντας να ψάχνη έτσι τη θάλασσα, δεν μπορεί παρά να ξαναβρή κάποια μέρα τα βυθισμένα του χαλκώματα. Όσο για τη νυχτερίδα, εκείνη έχει τις πιο πολλές σκοτούρες. Αυτήν, αληθινά, αξίζει να την κλαίη κανείς, τη δόλια, μα και την αλαφρόμυαλη. Γιατί οι δανειστές της, όλοι εκείνοι οι φορεροί τοκογλύφοι, χαλάσανε τον κόσμο για να τη βρούνε. Το έμαθε η νυχτερίδα και από τότε διαρκώς κρύβεται. Κρύβεται όλη την ημέρα μέσα σε κρυφές και ανήλιες τρύπες. Αν θα επιχειρήση να βγη έξω, βγαίνει μονάχα τη νύχτα, με το σκοτάδι. Αλλά κι’ έτσι δεν της απολείπει ο φόβος, μήπως και τη νύχτα την αναγνωρίσουν οι τοκογλύφοι της και την πιάσουν !
Αρχαίο κείμενο:
Νυκτερίς και βάτος και αίθυια εταιρείαν ποιησάμενοι, εμπορικόν διέγνωσαν βίον ζην. Η μεν ουν νυκτερίς αργύριον δανεισαμένη καθήκεν εις το μέσον, η δε βάτος εσθήτα μεθ’ εαυτής έλαβεν, η δε αίθυια Τρίτη χαλκόν. Και απέπλευσαν. Χειμώνος δε σφοδρού γενομένου και της νεώς περιτραπείσης, πάντα απολέσαντες αυτοί επί την γην διεσώθησαν. Εξ εκείνου τοίνυν η μεν αίθυια τοις αιγιαλοίς αεί παρεδρεύει, μη που τον χαλκόν εκβάλλει η θάλαττα. Η δε νυκτερίς, τους δανειστάς φοβουμένη, της μεν ημέρας ου φαίνεται, νύκτωρ δ’ επί νομήν έξεισιν. Η δε βάτος της των παριόντων εσθήτος επιλαμβάνεται, ει που την οικείαν επιγνοίη ζητούσα.
* Κ. Ρωμαίου, «Κοντά στις ρίζες», σελ. 290-293, Εστία 1980.
[1] Αισωπείων μύθων συναγωγή (Fabulae Aesopicae collectae, εκδ. C. Halm, Lipsiae) αρ. 306 και 306b, σελ. 150-151.
Λαογραφία
περί της ελληνικής καταγωγής των Βλάχων[1]
Η ελληνική συνείδηση των Βλάχων από τους πρώτους κιόλας αιώνες της λατινοφώνησής τους, ήταν αταλάντευτη. Ο ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού, Προκόπιος (6ος αιώνας), αποκαλεί τους δίγλωσσους αυτούς Έλληνες: «Έλληνες εισίν, Ηπειρώται καλούμενοι άχρις Επιδάμνου πόλεως ήτοις επί θαλάττια οικέιται». Σημαντικότερη είναι η πληροφορία που μας δίνει ο Ιωάννης ο Λυδός, χρονικογράφος και καθηγητής της ρητορικής στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης: «Νόμος αρχαίοις ην πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις επάρχοις, τάχα σε και ταις άλλαις των αρχών, τοις Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασιν … Τα δε περί την χερσόνησον (του Αίμου) πραττόμενα παντα την αρχαιότητα διαφύλαξεν εξ ανάγκης διά το τους αυτής οικήτορας καίπερ Έλληνας εκ του πλείονος όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή και μάλιστα τους δημοσιεύοντας»[2].
Σε απλή μετάφραση: Οι Έλληνες είναι πολυπληθέστεροι στην Βαλκανική, αλλά χρησιμοποιούν ως γλώσσα τους την Ρωμαϊκή (Ιταλική, όπως λέει ο Λυδός).
Ο Ρενέ Πινόν υποστηρίζει ότι μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού, σε ολόκληρη την Μακεδονία ομιλούνταν η λατινική (βλάχικη) γλώσσα. «Οι κάτοικοι των ορέων, οι ποιμένες, οι κτηνοτρόφοι, οι τεχνίτες, διατήρησαν ένα γλωσσικό ιδίωμα προερχόμενο κατ’ ευθείαν από την λατινική, η οποία φυσικότατα ομοιάζει πολύ με τη Ρουμανική της αρχαίας Δακίας. Οι Βλάχοι επομένως, δεν είναι ιδιαίτερος λαός, κλάδος του Ρουμανικού λαού πλανηθέντος ανά την Πίνδο, αλλά είναι απλούστατα εκλατινισθέντες Μακεδόνες.
Όλες οι ιστορικές πηγές, δείχνουν πως οι Βλάχοι ζουν αδιάλειπτα στην Ηπειρομακεδονία από την ημέρα που λατινοφώνησαν, ενώ δεν υπάρχει καμία πηγή που να αναφέρει κάθοδό τους από περιοχές βόρεια του Δούναβη. Είναι άλλωστε παράδοξο να υπάρχουν πλήρεις πηγές για τις μετακινήσεις όλων των λαών και πληθυσμών, απ’ τις μεγάλες μεταναστεύσεις του 5ου και 6ου αιώνα μέχρι και την κάθοδο των Αρβανιτών τον 11ο αιώνα και να μην υπάρχει καμία πηγή για τις υποτιθέμενες μετακινήσεις των Βλάχων.
Ο ίδιος ο κορυφαίος Ρουμάνος Βυζαντινολόγος Νίκολα Γιόργκα, παραδέχεται ότι «μεταξύ των Βλάχων της Ρουμανίας και της Ηπειρομακεδονίας, ουδεμία άλλη σχέση πλην της γλωσσικής υπάρχει».
…
Η Μοσχόπολη ήταν το ιστορικό κέντρο των Βλάχων, πόλη που μαζί με τα Γιάννενα ήταν τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα του Ελληνισμού στη νεότερη ιστορία του. Στη Μοσχόπολη λειτούργησε το πρώτο ελλαδικό τυπογραφείο, υπό τη διέυθυνση του Ιερομονάχου Γρηγορίου Κωνσταντινίδη. Στη Μοσχόπολη λειτούργησαν και τα δύο πρώτα σχολεία του Ελληνισμού[3], το «Ελληνικόν Φροντιστήριον», που αργότερα θα γίνει «Νέα Ακαδημία» και θα προσφέρει γνώσεις όχι απλά σχολικού, αλλά Πανεπιστημιακού επιπέδου. Την Ακαδημία αυτή ίδρυσε ο Μοσχοπολίτης Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωάσαφ, από προσφορές Βλάχων. Στην Ακαδημία, θήτευσαν και οι πρώτοι μεγάλοι δάσκαλοι του Γένους Διονύσιος Ματισιώτης, Θεόδωρος Καβαλιώτης, Αμβρόσιος Παμπέρης, Γρηγόριος Κωνσταντινίδης, Ιωάννης Αδάμης, Μιχαήλ Γκάρης, Κων/νος Βρέττας, Αθανάσιος Οικονόμου και πολλοί άλλοι. Στην Ακαδημία εκπονήθηκε πρώτο λεξικό των 4 Βαλκανικών γλωσσών από τον Φιλόσοφο Δανιήλ: Ελληνό-Αλβανικό-Βλαχικό-Βουλγαρικό.
[1] Στέφανου Ν. Σωτηρίου, «Οι Βλαχόφωνοι του Ευρωπαϊκού και Βαλκανικού χώρου», σελ. 29 επ., εκδόσεις Πελασγός, 1998.
[2] Ιωάννης Λυδός, «Περί αρχών της Ρωμαϊκής Πολιτείας».
[3] τα άλλα δύο στα Γιάννενα
μνημεία λόγου
οι απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας[1]
Οι ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι βυθισμένες, όπως αυτές του δένδρου, στη λαϊκή γλωσσολογοτεχνική δημιουργία του Μεσαίωνα. Προδρομικά μνημεία του λόγου είναι τα δημοτικά τραγούδια, που δεν διασώθηκαν παρά μόνο ελάχιστοι σατιρικοί στίχοι τους. Προηγήθηκε ένα μακρότατο διαμορφωτικό στάδιο λαϊκής δημιουργίας. Πολλά χρόνια πριν απ’ τον 9ο αιώνα η νεοελληνική δημοτική γλώσσα παρουσιάζεται διαμορφωμένη στα βασικά της γνωρίσματα: στη μορφή της, στην προσφορά της και στα μέτρα της. Μέσα στον 11ο αιώνα παίρνει την τελική της διαμόρφωση και γίνεται όργανο της νέας λογοτεχνίας. Σε χειρόγραφο του ιε΄ αιώνα σώθηκε το αρχαιότερο ακριτικό τραγούδι: Του υιού του Αρμούρη, που σώθηκε παράλληλα και στο στόμα του λαού[2]. Το τραγούδι αυτό απηχεί γεγονότα ιστορικά του θ΄αιώνα και αναφέρεται στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, που στα 859, ύστερα από θριαμβευτικές νίκες κατά των Αράβων, πέρασε τον Ευφράτη ποταμό και τους εκδικήθηκε για την καταστροφή της πατρίδας του, του Αμορίου. Το τραγούδι αυτό παρουσιάζει αρχέτυπο χαρακτήρα. Έχει γλώσσα, στίχο, σύνθεση, τεχνική, που μαρτυρούν ένα προηγμένο στάδιο δημοτικής γλωσσοτεχνικής καλλιέργειας. Σημειώνει τις αρχές της ακριτικής ποίησης και της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μέσα στο δέκατο αιώνα, και συγκεκριμένα μέσα στο πρώτο του τέταρτο (900-925), τα ακριτικά τραγούδια πλάθονται και ψάλλονται από ραψωδούς στην Παφλαγονία. Ο επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας (850-932) σ’ ένα σχόλιό του μας πληροφορεί, ότι στην εποχή του αφθονούσαν «οι κατάρατοι Παφλαγόνες αγύρται[3], ωδάς τινας συμπλάσαντες, πάθη περιέχουσας ενδόξων ανδρών και προς οβολόν άδοντες καθ’ εκάστην οικίαν». Ο Αρέθας θαυμάζει τους ραψωδούς αυτούς της Παφλαγονίας και τους ονομάζει καταράτους[4]. «Ενδόξους άνδρας» εννοεί ο Αρέθας τους Ακριτικούς ήρωες. Η Παφλαγονία είναι η σκηνή και η κοιτίδα των Ακριτικών τραγουδιών[5]. Από εκεί διαδόθηκαν σ’ όλες τις περιοχές της Μικρασίας, του Πόντου και των νησιών[6]. Μέσα σ’ έναν αιώνα έγιναν πανελλήνια, επιβάλανε το Διγενή σαν επική μορφή, σα νέον Αχιλλέα. Στα 1143 περίπου ο Πτωχοπρόδρομος αποκαλέι τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό «νέον Ακρίτην». Μέσα σ’ αυτή την περίοδο (925-1143) το Ακριτικό έπος πήρε πανελλήνια διάδοση και κύρος, και ανύψωσε τη μορφή του Ακρίτα σε σύμβολο και πρότυπο μυθικό, ώστε μ’ αυτό να παραβάλλονται και μ’ αυτό να υμνούνται οι ένδοξοι αυτοκράτορες. Η αίγλη αυτή ήταν εκείνη, που έδωσε στον ανώνυμο λόγιο την ώθηση να συνθέσει το Ακριτικό έπος[7] και να κινήσει τόσους άλλους σύγχρονους και κατοπινούς, να κάνουν συμπληρώσεις του και με τόσες γλωσσικές μορφές[8]. Το παλαιότερο απ’ αυτά είναι το χειρόγραφο του Εσκοριάλ σε λαϊκό ύφος και δημοτική μορφή. Έχει στίχους σαν αυτούς:
Στράτορα, πρωτοστράτορα και πρώτη των στρατόρων
απόστρωσε τον μαύρον σου και στρώσε μου τον γρίβαν
τον είχε πάντα ο θείος μου εις τας ανδραγαθίας …
και κρέμασε στην σέλλαν μου και το βαρύ σπαθί μου …
Τα Ακριτικά λοιπόν τραγούδια, που αποτελούσαν ολάκερο επικό κύκλο, και το Ακριτικό έπος, που στηρίζεται σ’ αυτά και αναχωνεύει ένα μεγάλο μέρος της ύλης τους, παρουσιασμένα μέσα στην περίοδο 925-1050, αποτελούν τα πρώτα μνημεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και σημειώνουν τις αρχές της.
[1] Γ. Βαλέτας, Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 19-20, εκδόσεις Πέτρου Κ. Ράνου, Αθήνα 1966.
[2] Καρπαθιάκες και Κυπριακές παραλλαγές.
[3] γυρολόγοι αοιδοί.
[4] δαιμονίους, διαβολεμένους, ευφυέστατους.
[5] Σ. Κουγέα, Λαογραφία Δ΄ 239-240 και Ν. Πολίτη, Το εθνικόν έπος των νεωτέρων Ελλήνων, σελ. 23.
[6] ιδίως στην Κύπρο.
[7] Ακριτηίδα.
[8] δημοτική, καθαρεύουσα, μικτή.
περί γραφής
Ο πάπυρος[1]
Ο πάπυρος, που ήταν αρχικά επίθετο της αιγυπτιακής γλώσσας και σήμαινε «βασιλικός»[2], είναι ένα φυτό των τελμάτων, που παλαιότερα φύτρωνε στην κοιλάδα του Νείλου, σε διάφορες περιοχές της Συρίας, στη Μεσοποταμία και στην Παλαιστίνη, κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ. Σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί και βρίσκεται μόνο στην τροπική Αφρική και σε μερικές περιοχές της Σικελίας, κυρίως στην περιοχή των συρακουσών. Το φυτό αυτό, που ο Λινναίος του έδωσε την επιστημονική ονομασία Cyperus Papyrus, χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους κυρίως για την κατασκευή παπύρινου χαρτιού αλλά και για διάφορες άλλες χρήσεις: την κατασκευή ελαφρών πλοιαρίων, υφαντικών ινών, υποδημάτων, φιτιλιών για λαμπάδες, αφιερωματικών στεφανιών και, τέλος, ως φάρμακο.
Με βάση ένα χωρίο του Πλινίου του Πρεσβυτέρου[3], μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα διάφορα στάδια της κατασκευής του χαρτιού από πάπυρο. Το στέλεχος του φυτού, που έφτανε σε ύψος τα πέντε μέτρα, το έκοβαν κατά μήκος σε λεπτότατες λωρίδες[4]. Τις λωρίδες αυτές τις άπλωναν σε ένα στρώμα, τη μια κολλητά με την άλλη, πάνω σε ένα τραπέζι ή άλλη επίπεδη επιφάνεια, και τις έβρεχαν με νερό του Νείλου. Πάνω στο πρώτο στρώμα τοποθετούσαν ένα άλλο, κάθετα προς αυτό. Σχηματιζόταν έτσι ένα πλέγμα, που το συμπίεζαν σε ένα πιεστήριο. Με την πίεση έβγαινε από τις χλωρές ακόμη ίνες του φυτού μια κολλητική ουσία[5], και έτσι τα δύο στρώματα ενώνονταν απόλυτα μεταξύ τους και σχημάτιζαν ένα ενιαίο φύλλο, που το ονόμαζαν plagula ή scheda. Καθεμιάν από τις plagulae αυτές, αφού την ξέραιναν στον ήλιο, τη χτυπούσαν με ένα σφυρί, για να φύγουν ενδεχόμενες ανωμαλίες, και την πασπάλιζαν με αλευρόκολλα, για να γίνει πιο λεία η επίφάνειά της. Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας αυτής το τεμάχιο του παπύρου λεγόταν κόλλημα, και πραγματικά αμέσως έπειτα ο κολλητής αφού έκοβε τα μεμονωμένα φύλλα στο μέγεθος που ήθελε, τα ένωνε ύστερα με κόλλα και σχημάτιζε μια μεγάλη σε μάκρος επιφάνεια. Το πρώτο φύλλο το έλεγαν πρωτόκολλον και το τελευταίο εσχατοκόλλιον.
Ονομάζουμε συνήθως recto του παπύρου την όψη όπου οι ίνες είναι κάθετες προς τα κολλήματα και οι στίχοι της γραφής βαίνουν κατά μήκος των ινών. Αντίθετα, ονομάζουμε verso την όψη όπου οι ίνες βαίνουν παράλληλα προς το κόλλημα, και η γραφή αντίθετα προς αυτές. Στα επίσημα έγγραφα και στις πολυτελείς εκδόσεις μόνο το recto προοριζόταν για γραφή. Αλλά επειδή ο πάπυρος ήταν πάντοτε πολύ ακριβός[6], δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο ένα εμπόριο χαρτιού από πάπυρο με γραμμένο το recto αλλά άγραφο ακόμη το verso, που το πουλούσαν σε χαμηλή τιμή. Έτσι έχουμε τους οπισθόγραφους παπύρους, γραμμένους δηλαδή και στις δύο όψεις. Κατά κανόνα, στους παπύρους αυτούς η γραφή του recto πρέπει να θεωρείται αρχαιότερη από τη γραφή του verso.
…
Ο πάπυρος ήταν το κοινότερο υλικό γραφής σε ολόκληρη την κλασσική Αρχαιότητα. Πατρίδα του είναι η Αίγυπτος, και τα αρχαιότερα δείγματά του, με ιερογλυφική γραφή, χρονολογούνται σε εποχή που απέχει πάνω από 3.000 χρόνια από τη γέννηση του Χριστού. Αλλά κύλινδροι παπύρου εικονίζονται σε παραστάσεις αιγυπτιακών ναών που ανήκουν σε ακόμη παλαιότερη εποχή. Αρχικά οι Έλληνες δεν έκαναν την εισαγωγή του παπύρου απευθείας από την Αίγυπτο, αλλά τον αγόραζαν από τους Φοίνικες. Αυτό το αποδεικνύει καθαρά μια άλλη ελληνική ονομασία του παπύρου, ήδη γνωστή στον Αισχύλο: βύβλος[7]. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την ομώνυμη ακμαία πόλη της Φοινίκης, που πρέπει να ήταν το κυριότερο κέντρο εμπορίας παπύρου.
Γνωστός στην Ελλάδα πριν από την εποχή του Ηροδότου, που τον αναφέρει ως κανονική ύλη γραφής, ο πάπυρος χρησίμευσε σχεδόν αποκλειστικά για τη γραφή όλων των φιλολογικών και των δικαιοπρακτικών κειμένων ως τον 4ο αιώνα μΧ, όπως θα δούμε παρακάτω. Το αρχαιότερο χρονολογημένο έγγραφο σε πάπυρο είναι ένα γαμήλιο σύμβόλαιο του 311 πΧ, που βρέθηκε στην Ελεφαντίνη της Αιγύπτου. Στη Ρώμη, όπου πιστεύεται ότι ο πάπυρος πρωτοέφτασε τον τελευταίο αιώνα της δημοκρατικής περιόδου, σύγχρονα με τη διάδοση των πρωτων φιλολογικών έργων, χρησιμοποιήθηκλε ως τον 4ο αιώνα μΧ, και ύστερα άρχισε να εξαφανίζεται. Κατά το Μεσαίωνα η χρήση του ήταν σποραδική.
Ο πάπυρος είναι υλικό αρκετά ευθρυπτο, που διατηρείται μόνο σε ξηρά εδάφη, σε μέρη που δεν έρχονται σε επαφή με τον αέρα. Ως το πρώτο μισό του 18ου αιώνα δεν ήταν γνωστά παρά ελάχιστα τεμάχια παπύρου. Η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1752. Στο Ηράκλειο[8], στην έπαυλη του Καλπουρλινίου Πίσωνα, φίλου του Κικέρωνα, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στη λάβα από την έκρηξη του Βεζουβίου[9], βρέθηκαν μισοκαμένοι και τσαλακωμένοι κύλινδροι παπύρου με ελληνική γραφή. Στα δύο χρόνια που κράτησε η έρευνα βρέθηκαν στην ίδια έπαυλη και σε γειτονικές κατοικίες πάνω από 1.800 παρόμοιοι κύλινδροι. Ένα μέρος τους περιελάμβανε έργα του επικούρειου φιλοσόφου Φιλοδήμου. Στα τέλη του ίδιου αιώνα άρχισαν να γίνονται οι πρώτες ανακαλύψεις παπύρων στην Αίγυπτο, αλλά μόλις την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα[10] πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες επιστημονικές αποστολές στην Οξύρυγχο, που συνεχίστηκαν έπειτα και στον αιώνα μας[11]. Έτσι άρχισε να συγκεντρώνεται ένας πλούσιος θησαυρός, αποτελούμενος από χιλιάδες φιλολογικά κείμενα και έγγραφα, πολλά από τα οποία παραμένουν ακόμη αδιάβαστα και ανέκδοτα. Η τόση αφθονία του υλικού συντέλεσε πολύ στην ανάπτυξη της παπυρολογίας ως ανεξάρτητης ιστορικής επιστήμης.
[1] Ελπίντιο Μιόνι, Εισαγωγή στην Ελληνική Παλαιογραφία, σελ. 28-30, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994.
[2] στα ελληνικά πάπυρος, βύβλος και αργότερα βίβλος.
[3] ΧΙΙΙ 12-13.
[4] philyrae
[5] turbidum glutinum
[6] τον θεωρούσαν ως εμπόρευμα πολυτελείας και γι’ αυτό επέβαλλαν στην εμπορία του υψηλούς φόρους.
[7] Ικέτιδες 947.
[8] Herculaneum.
[9] 79 πΧ.
[10] 19ου.
[11] 20ο.
σχετικά άρθρα: http://dimodidaskalos.blogspot.com/2009/03/blog-post_18.html
μνήμες
Τα χιλιοειπωμένα[1]
Είχα παρακολουθήσει τη Μικρασιατική Εκστρατεία του 1921 από τη Σμύρνη μέχρι και πέραν του Σαγγαρίου, ως πολεμικός ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων.
Έζησα έντονα τη μεγαλειώδη εκείνη προσπάθεια του Γένους σε όλες τις φάσεις της, επικές και δραματικές.
Απεκόμισα ανεξίτηλες εντυπώσεις, αξερίζωτα βιώματα.
Δεν είμαι καθόλου πολεμοχαρής.
Δεν δύναμαι όμως ν’ αποκρύψω τα αισθήματα θαυμασμού και περηφάνειας, που συγκλόνιζαν την ψυχή μου όταν αντίκρυζα εκ του πλησίον τις ελληνικές φάλαγγες να προελαύνουν νικηφόρες στα βάθη της Μικράς Ασίας, τα πανταχού κατάσπαρτα από ιστορικά ίχνη, από σεπτά κειμήλια, από αθάνατα λείψανα του αρχαιοελληνικού, του ελληνιστικού και του βυζαντινού πολιτισμού μας.
Ασταθείς είναι πάντοτε των πολέμων οι τύχες …
Αν η εκστρατεία εκείνη είχε, για τους γνωστούς εσωγενείς και εξωγενείς λόγους, άδοξο τέλος και καταστροφική συνέπεια, παρά τούτο, ασυγχώρητη θα ήταν εθνική παράλειψι και αγνωμοσύνη να παροραθούν και να αγνοηθούν τα επιτευχθέντα τότε σπουδαία κατορθώματα του Εθνικού μας Στρατού, που προσθέτουν σελίδες τιμής στην ιστορία της πολεμικής αρετής των Ελλήνων.
Ανήκει για τούτο πας αίνος στους ηρωικούς άθλους των μαχητών της Μικράς Ασίας – όπως ανήκει πας θρήνος στο αποτρόπαιο ξερίζωμα του Ελληνισμού της, που υπερβαίνει σε απανθρωπιά κάθε πολεμικήν αιματοχυσία.
Το Ελληνικόν Έθνος οφείλει να μη λησμονήση ποτέ, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ούτε το πολεμικό άθλημα ούτε το φυλετικό ξερίζωμα. Όπως δεν ελησμόνησεν επί τέσσερες αιώνες το 1453, έτσι δεν πρέπει να λησμονηθή, ακόμη κι αν χρειαστούν αιώνες, το 1922.
Έθνη που λησμονούν εύκολα, είτε τους θριάμβους των είτε τους ολέθρους των, είναι καταδικασμένα σε ιστορικόν εξαφανισμό.
Χιλιοειπωμένο είναι αυτό που λέγω. Αλλά στην πολυτάραχη εποχή των αδόκιμων και αλλοπρόσαλλων νεοκραυγασμάτων, που ζούμε, σκόπιμο είναι να ξανακούγωνται συχνότερα και τα δόκιμα, τα συνετά, τα σταθερά χιλιοειπωμένα …
[1] Γιώργου Αθάνα (1893 – 1987), Ιστορικά Μελετήματα, Εις μνήμην Μικρασίας, σελ. 258-259, Ίδρυμα Γ & Μ Αθανασιάδη – Νόβα, Ναύπακτος 1998.
ιστορία
Η ισχυροποίηση της αθηναϊκής δημοκρατίας[1]
Οι πολιτειακές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη θα συντελέσουν στην ανάπτυξη του αθηναϊκού κράτους τόσο από εσωτερική όσο και από εξωτερική άποψη. Αυτή την ανάπτυξη επιδίωξαν να ανακόψουν οι Σπαρτιάτες γιατί, κατά τον Ηρόδοτο, κατάλαβαν ότι αν οι Αθηναίοι μείνουν ελεύθεροι θα γίνουν ισοδύναμοι με αυτούς[2]. Εξάλλου ο Κλεομένης μετά την αποτυχία του να παραδώσει την αρχή στον Ισαγόρα «επιστάμενος περιυβρίσθαι» συγκέντρωσε στρατό από όλους τους Πελοποννησίους συμμάχους της Σπάρτης χωρίς να αποκαλύψει ότι είχε την πρόθεση να τιμωρήσει τους Αθηναίους και να επιβάλει τον Ισαγόρα ως τύραννο[3]. Παράλληλα συνεννοήθηκε με τους Θηβαίους και τους Χαλκιδείς ώστε να εισβάλουν στην Αττική ταυτόχρονα με τους Πελοποννησίους. Η με τόση φροντίδα προετοιμασία του Κλεομένη πήγαζε προφανώς από την προηγούμενη εμπειρία του, ότι η επιβολή της θέλησης της Σπάρτης δεν θα ήταν εύκολη επιχείρηση, και ότι μόνο με την ισχύ των όπλων θα μπορούσε να περιστείλει τη δύναμη του αθηναϊκού δήμου.
Οι Αθηναίοι είχαν βέβαια αντιδράσει με την επιτυχία στην πρώτη προσπάθεια του Κλεομένη να εγκαθιδρύσει ολιγαρχικό καθεστώς, περιμένοντας όμως νέα ισχυρότερη στρατιωτική επέμβαση αποφάσισαν να στείλουν πρέσβεις στις Σάρδεις «συμμαχίην βουλόμενοι ποιήσασθαι προς Πέρσας»[4].Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο σατράπης Αρταφέρνης προς τον οποίο οι πρέσβεις ανακοίνωσαν τον σκοπό της επίσκεψής τους έθεσε όρο για τη σύναψη συμμαχίας να προσφέρουν «γη ντε και ύδωρ», και ότι οι πρέσβεις δέχθηκαν και δήλωσαν υποταγή. Αλλά μετά την επιστροφή τους «αιτίας μεγάλας είχον»[5].
Ο Ηρόδοτος αποδίδει την προσπάθεια προσέγγισης των Περσών σε πρωτοβουλία Αθηναίων απαλλάσσοντας έτσι τον Κλεισθένη από οποιαδήποτε κατηγορία. Νεώτερος ερευνητής συνδέει τη στροφή της Αθήνας προς την Περσία με τον Κλεισθένη και υποστηρίζει ότι η επίπληξη των πρέσβεων οφειλόταν στο ότι μετά την επιστροφή τους είχε περάσει ο κίνδυνος που απειλούσε το καθεστώς[6]. Η εξέλιξη που είχε η συνδυασμένη κατά των Αθηνών επίθεση δεν αποκλείει αυτή την άποψη.
Ενώ ο στρατός των Πελοποννησίων οδηγούμενος από τους δύο βασιλείς της Σπάρτης, τον Αγιάδη Κλεομένη και τον Ευρυπωντίδη Δημάρατο, εισχωρούσε στην Αττική οι βοιωτοί είχαν κυριέψει την Οινόη και τις Υσιές «δήμους εσχάτους της Αττικής» και οι Χαλκιδείς λεηλατούσαν βορινούς δήμους της Αττικής προς την Χαλκίδα[7].
Από τις επιθέσεις αυτές οι Αθηναίοι έκριναν ως περισσότερο απειλητική εκείνη που προερχόταν από τους Πελοποννησίους και συγκεντρώθηκαν στην Ελευσίνα για να τους αντιμετωπίσουν. Αλλά «μελλόντων … συνάψειν τα στρατεύματα ες μάχην» αποκαλύφθηκε ο σκοπός της εκστρατείας με αποτέλεσμα την αποχώρηση των Κορινθίων και την αποδοκιμασία του Δημάρατου. Οι άλλοι σύμμαχοι τότε βλέποντας τους δύο βασιλείς να διαφωνούν μιμήθηκαν το παράδειγμα των Κορινθίων.
Η αποτυχία της εκστρατείας αποδόθηκε από τις αρχές της Σπάρτης στη διαφωνία των δύο βασιλέων γι’ αυτό και ορίσθηκε με νόμο ότι στο μέλλον ένας μόνο από τους βασιλείς θα ήταν ηγέτης του στρατού[8]. Επίσης από τότε η Σπάρτη δεν μπορούσε να επιβάλει την γνώμη της στους συμμάχους της, αλλά έπρεπε να συγκαλέσει τους εκπροσώπους της συμμαχίας σε συνέλευση και να σεβαστεί την απόφασή τους.
Μετά την αποχώρηση του στρατού των Πελοποννησίων οι Αθηναίοι βάδισαν κατά τα βόρεια για να αναχαιτίσουν το ιππικό των Χαλκιδέων. Επειδή όμως μόλις έφθασαν στον Εύριππο είδαν τους Βοιωτούς να πλησιάζουν στράφηκαν εναντίον τους και στη μάχη που έγινε φόνευσαν πολλούς και αιχμαλώτισαν 700. Την ίδια ημέρα πέρασαν τον Εύριππο και συνέτριψαν τους Χαλκιδείς. Επέβαλαν δε στους ηττημένους σκληρούς όρους: Φυλάκισαν αλυσοδεμένους τους αιχμαλώτους, ώσπου αποφάσισαν να τους απολύσουν παίρνοντας για τον καθένα δύο μνας. Με τη δεκάτη από τα λύτρα που είχαν εισπραχθεί κατασκεύασαν χάλκινο τέθριππο, που αφιέρωσαν στην Αθηνά, στη βάση του οποίου ήταν χαραγμένη η ακόλουθη επιγραφή:
ένθεα Βοιωτών και Χαλκιδέων δαμάσαντες
παίδες Αθηναίων έργμασιν εν πολέμω
δεσμώ εν αχλυόεντι έσβεσαν ύβριν.
Των ίππους δεκάτην Παλλάδι τάσδ’ έθεσαν[9]
Επίσης, πήραν από τους Ιπποβότας της Χαλκίδος έκταση γης την οποία διαίρεσαν σε 4.000 κλήρους και τους παραχώρησαν σε ισάριθμους Αθηναίους ακτήμονες[10]. Έτσι αμείβονται οι υπερασπιστές της δημοκρατίας και ενισχύονται οι προφυλακές της.
Οι νίκες των Αθηναίων συνδέονται άμεσα με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Η διεύρυνση του σώματος των πολιτών, η ουσιαστική συμβολή τους στη διαχείριση των κοινών αφυπνίζουν το φρόνημά τους και ενισχύουν τους δεσμούς τους με την «πόλι», όπως διαπιστώνεται από το αποτέλεσμα των πολεμικών συγκρούσεων. Εξάλλου αυτό το ίδιο αποτέλεσμα ενισχύει την πίστη των πολιτών στην «ισονομία» και την «ισηγορία», που σημαίνουν αντίστοιχα ισότητα απέναντι στους νόμους και ελευθερία λόγου για πολιτικά ζητήματα. Στην ισηγορία αποδίδει ο Ηρόδοτος την αύξηση της δύναμης των Αθηνών, και για να αποδείξει τη σημασία της αντιπαραθέτει τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονταν οι Αθηναίοι όταν είχαν τυραννική κυβέρνηση και τη διάκρισή τους όταν απαλλάχθηκαν από τους τυράννους, και αντιπαραβάλλει την αλλοτρίωση που παρατηρείται εξαιτίας της τυραννίδος με το δυναμισμό που προέρχεται από την απόκτηση ελευθεριών[11].
[1] Άννα Ραμού – Χαψιάδη, «από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική», σελ. 173176, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1982.
[2] V. 91
[3] Ηρόδοτος, V. 74. 1
[4] Ηρόδοτος, V. 73. 1
[5] V. 73
[6] Burn, Persia and the Greeks, σ. 187
[7] Ηρόδοτος, V. 74. 2
[8] 506/5, Ηρόδοτος, V. 75
[9] Ηρόδοτος, V. 77
[10] κληρούχους
[11] V. 78
Αρμενιακά
Αραράτ – κεφάλαιο δεύτερο[1]
Το Αραράτ είναι παντού μες στην αρμένικη γλώσσα, στη μνήμη, στην ποίηση και στη ζωή. Δεν είναι όμως μες στα όρια του σημερινού κράτους, λείπει στην αιχμαλωσία.
Στο πόδι του έχει αφήσει την καθημερινή πληγή του.
Για να καταλάβουμε κι εμείς τί σημαίνει για τον Αρμένιο η καθημερινή πληγή του Αραράτ ας πάρουμε για παράδειγμα να χαράξουμε τα σύνορά μας κάπου στους πρόποδες της ακρόπολης γύρω – γύρω με τέτοιο τρόπο που όλη η Αθήνα να γίνει ένα αμφιθέατρο στραμμένο στον Παρθενώνα, αλλά τον ναό, τα αγάλματα και όλα τα άλλα, όπως τα έλεγε ο Μακρυγιάννης, να τα ‘χουν οι Τούρκοι, αποκεί και πίσω όλα να είναι τουρκιά κι εμείς να είμαστε στο αμφιθέατρο και ν’ αντικρίζουμε αυτό το θέαμα. Τον Μακρυγιάννη τον θύμισα σαν μια υπόμνηση του καιρού – θέλω να πω ότι δεν φτάνει απλώς να τα βλέπουμε αυτά, αλλά να βλέπουμε με τα μάτια της εποχής εκείνης. Έτσι κάπως είναι τα πράγματα εδώ – ανοίγοντας ο Αρμένιος την πόρτα βλέπει αντίκρυ το Αραράτ. Το βλέπει κι ευθύς στέλνει μια βλαστήμια εκεί που νομίζει ότι πρέπει να την κατευθύνει – σ’ αυτούς που κρατούν τον αιχμάλωτο, σε κείνους που συνέργησαν, σε κείνους που αδιαφόρησαν και ολιγώρησαν, σε πολλούς. Η ιστορία είναι μεγάλη. Έτσι αρχίζει τη μέρα του βλαστημώντας τους υπαίτιους και καλημερίζοντας το βουνό. Είναι μεγάλος αυτός ο πειρασμός. Γιατί και το θέαμα είναι μοναδικό. Συνήθως λέμε όλοι για τα βουνά μας: «το ωραιότερο του κόσμου». Ο καθένας για το δικό του. Εδώ όμως και ο ξένος που θα έρθει υποχρεώνεται ν’ αναγνωρίσει ότι το Αραράτ είναι πράγματι το ωραιότερο βουνό του κόσμου. Είναι κάτι το αξέχαστο. Δεν βλέπει κανείς μια πλαγιά ή μια πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή. Βλέπει όλο το βουνό από τους πρόποδες ως την πανύψηλη κορυφή, πέντε χιλιάδες διακόσια μέτρα. Κάθε πρωί ο Αρμένιος τα βλέπει όλα σε μια παράταξη – τον Παρθενώνα – του, το Ερεχθείο, τα τείχη, τα αγάλματα. Ένα μοναδικό πανόραμα, όλοι οι αιχμάλωτοι στη σειρά. Ο μετς Μασίς, το μικρό Αραράτ, ένας τέλειος κώνος στο αριστερό άκρο, ύψος περίπου τέσσερις χιλιάδες μέτρα με τα χιόνια τώρα το καλοκαίρι λιανές μακρουλές πλεξίδες γαϊτανάκι γύρω στο πιο τέλειο βουνίσιο κεφάλι που μπορεί να φανταστεί κανείς, μοναδικό κι αλησμόνητο. Δίπλα ακριβώς ο γιγάντιος όγκος του αζάτ Μασίς, η μεγάλη κορυφή. Αυτή είναι αιωνίως μες στα σύννεφα κάτασπρα σας τα χιόνια. Πρέπει να είσαι τυχερός, να πέσεις σε καλή μέρα, για να δεις ως που φτάνει και πως γράφεται στον γαλανό ουρανό ο γκώδης σαν ένα τεράστιο οροπέδιο τρούλος του. Δεν είναι καθόλου εύκολο.
Όταν ο τσάρος Νικόλαος πήρε από τους Πέρσες αυτά τα εδάφη και τα προσάρτησε στην αυτοκρατορία του, κάμποσες ώρες στάθηκε εκεί αντίκρυ, αλλά ως το τέλος δεν μπόρεσε να δει τη μεγάλη κορυφή του Αραράτ. «Μα βγάλε επιτέλους το σκουφί σου και προσκύνα τον αφέντη σου !» του φώναξε. Έφυγε άπρακτος. Εκείνον όμως τον καιρό στον ποιητή Πούσκιν το Αραράτ αποκαλύφθηκε αμέσως. Ο Πούσκιν σκαστός από την Πετρούπολη πέρασε από τα μέρη αυτά πηγαίνοντας για το Ερζερούμ, πίσω από τα νικηφόρα ρωσικά στρατεύματα. Καλοκαίρι του 1829, δυο – τρεις μήνες πριν από τη συνθήκη της Αδριανούπολης. Αυτή που κατακύρωσε με τις μεγάλες σφραγίδες και τη δική μας ελευθερία. Σ’ αυτό το ταξίδι εμπνεύστηκε και τον τελευταίο χαιρετισμό στην αναγεννώμενη Ελλάδα. Στο οδοιπορικό του δίνει σύντομα τις εντυπώσεις του από το θρυλικό βουνό.
Με ξύπνησαν οι κοζάκοι το ξημέρωμα … Βγήκα από το αντίσκηνο στον καθαρόν αέρα. Μόλις έσκαγε ο ήλιος. Είδα πέρα στον ξάστερο ουρανό ν’ αστράφτει χιονισμένο ένα δικέφαλο βουνό. «Ποιο είναι κείνο το βουνό ;» ρώτησα κι όπως τέντωνα το κορμί μου να ξεμουδιάσει άκουσα την απάντηση: «Το Αραράτ». Τί δύναμη έχουν απάνω μας οι ήχοι ! Κοίταζα αχόρταγα αυτό το βιβλικό βουνό, είδα την κιβωτό αραγμένη στην κορυφή, ελπίδα της ανανέωσης και της ζωής κι από μέσα να πετούν το κοράκι κι η περιστερά, σύμβολα της θείας δίκης και της ειρήνης …
Ο Πούσκιν ήταν βιαστικός. Πέταξε τις λίγες αυτές γραμμές στο σημειωματάριό του και πηδησε στο άλογο να φτάσει μπροστά το στρατό που είχε ήδη πάρει από τους Τούρκους το Καρς και σε λίγο τους έπαιρνε και την Ερζερούμ, τη βυζαντινή Θεοδοσιούπολη. «Τα πήραν αλλά δεν τα κράτησαν» …
[1] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Οι Αρμένηδες», σελ. 23-25, εκδόσεις Κέδρος, 1982.